← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3100/2016, 27/3/2019

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3100/2016, 27/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3100/2016 Μεταξύ: ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ενάγουσα και ΧΧΧ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Εναγόμενος 27 Μαρτίου, 2019. Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Κόκκινος διά Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Κοζάκου διά Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αποζημίωση για ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Διεκδικεί επίσης τόκο και τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής. Ο Εναγόμενος, στην Υπεράσπιση του, αρνείται ότι ευθύνεται ο ίδιος για το ατύχημα και ισχυρίζεται ότι αυτό οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ5

(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Προς απόδειξη της απαίτησης, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση της ιδίας της Ενάγουσας και του εκτιμητή κ. ΧΧΧ Οικονομίδη (ΜΕ2), ενώ για σκοπούς υπεράσπισης κατατέθηκε ένορκη δήλωση του Εναγομένου. Στα πλαίσια της ακρόασης, τόσο η Ενάγουσα όσο και ο Εναγόμενος αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως τεκμήρια. Έχω επίσης παρακολουθήσει την αντεξέταση των μαρτύρων. Παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη. Όπως προανέφερα, προς απόδειξη της απαίτησης τέθηκε ενώπιον μου ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXX54 (αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη της δήλωση). Αναφέρει ότι στις 8.1.2014 οδηγούσε το όχημα της επί της λεωφόρου Στροβόλου με κατεύθυνση από τα φώτα Alpha Bank προς το Δημαρχείο Στροβόλου. Αρχικά οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα όμως «λίγο πιο κάτω από τα φώτα τροχαίας Alpha Bank πριν τη στάση Λεωφορείων και αφού η αριστερή λωρίδα ήταν ελεύθερη και καθαρή» εισήλθε στην αριστερή λωρίδα δείχνοντας προηγουμένως την πρόθεση της με τον δείκτη του οχήματος και προχώρησε «αρκετά μέτρα». Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, ενώ η ίδια οδηγούσε κανονικά το όχημα της στην αριστερή λωρίδα, «το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγ. XXXXX62 και ενώ ήταν σταθμευμένο στην στάση λεωφορείων, εκκίνησε με σκοπό να εισέλθει στην Λεωφ. Στροβόλου. Στην προσπάθεια του αυτή προσέκρουσε στην πίσω αριστερή πόρτα (πίσω από την πόρτα του συνοδηγού) μέχρι και το πίσω αριστερά μέρος του αυτοκινήτου μου». Η Ενάγουσα παρουσίασε «φιλική δήλωση τροχαίου ατυχήματος» (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας) που συμπληρώθηκε από λειτουργό της Rescue Line που κατέφθασε στη σκηνή λίγο αργότερα και η οποία συνοδεύεται από σχεδιάγραμμα το οποίο ετοιμάστηκε από εκείνον. Να σημειώσω παρενθετικά ότι μέρος του Τεκμηρίου 2 είναι δήλωση της Ενάγουσας στην οποία αναφέρει, κατ' ουσία, όσα και στην ένορκη της δήλωσης σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος. Στο σχεδιάγραμμα που συνοδεύει το Τεκμήριο 2, το οποίο δεν είναι επί κλίμακας, σημειώνεται ότι η σύγκρουση έγινε μετά την στάση των λεωφορείων, ότι τα φώτα Alpha Bank ήταν περί τα 100 μέτρα πριν τη στάση και ότι το Δημαρχείο Στροβόλου είναι περί τα 30 μέτρα μετά τη στάση. Σύμφωνα με το σχέδιο, μετά την στάση λεωφορείων, προς την πλευρά του Δημαρχείου Στροβόλου βρίσκεται ταχυδρομείο. Αναγράφεται επίσης επί του σχεδίου ότι τα οχήματα είχαν μετακινηθεί μετά το ατύχημα σε πάροδο. Ο λειτουργός της Rescue Line σημειώνει στο σχεδιάγραμμα ότι οι ζημίες του οχήματος της Ενάγουσας ήταν στο πίσω αριστερό πλευρό του οχήματος της και οι ζημιές στο όχημα του Εναγόμενου ήταν στην μπροστινή δεξιά γωνία. Η Ενάγουσα παρουσίασε επίσης απόδειξη για ποσό €2.257 ημερομηνίας 30.1.2014 με αριθμό SIP 1401474 από την εταιρεία Char. Pilakoutas Ltd (Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση) που, σύμφωνα με την ίδια, αφορά το κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών που υπέστη το όχημα της. Κατά την αντεξέταση τέθηκε στην Ενάγουσα από τη συνήγορο του Εναγόμενου ότι πριν τη σύγκρουση ο Εναγόμενος είχε εξέλθει με το όχημα του από την στάση λεωφορείων και είχε ήδη διανύσει απόσταση περί τα 45-50 μέτρα στην αριστερή λωρίδα όταν τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Της τέθηκε επίσης ότι εκείνη εισήλθε στην αριστερή λωρίδα του δρόμου απότομα και χωρίς να αντιληφθεί το όχημα του Εναγόμενου που ήδη κινείτο στην αριστερή λωρίδα. Η Ενάγουσα διαφώνησε. Ανέφερε ότι η ίδια εισήλθε στην αριστερή λωρίδα πριν την στάση λεωφορείων και ότι πριν εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου είχε ελέγξει και αυτή ήταν ελεύθερη. Συνέχισε λέγοντας ότι εάν το όχημα του Εναγόμενου βρισκόταν ήδη στην αριστερή λωρίδα τότε θα το είχε δει. Πρόσθεσε ότι η ίδια κινείτο με μικρή ταχύτητα εκείνη την ώρα και ο Εναγόμενος συγκρούστηκε με το όχημα της γιατί βγήκε απροειδοποίητα από τη στάση λεωφορείων όπου ήταν σταθμευμένος. Περιγράφοντας τις ζημιές των οχημάτων, η Ενάγουσα ανέφερε ότι η ζημιά στο δικό της όχημα ήταν στην πίσω αριστερή πόρτα και φτερό ενώ του Εναγόμενου ήταν στο φτερό δεξιά μπροστά. Ανέφερε επίσης ότι μετά τη σύγκρουση τα οχήματα συνέχισαν να προχωρούν και ακολούθως μετακινήθηκαν σε αριστερή πάροδο γιατί εμπόδιζαν την κυκλοφορία. Πέραν από τη μαρτυρία της ίδιας της Ενάγουσας, η πλευρά της κατέθεσε στο Δικαστήριο και ένορκη δήλωση του κ. ΧΧΧ Οικονομίδη (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι του ανατέθηκε από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου η επιθεώρηση των ζημιών του οχήματος της Ενάγουσας. Ο ΜΕ2 επισύναψε την έκθεση του (Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση) και κατέθεσε ότι η δική του χρέωση για ετοιμασία της έκθεσης του ανέρχεται σε €120 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.(απόδειξη πληρωμής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη του δήλωση). Στην έκθεση του (που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση) αναφέρει ότι η ζημιά στο όχημα της Ενάγουσας εντοπίζεται στην αριστερή πλευρά και επηρεάζει την αριστερή πισινή πόρτα, το αριστερό φτερό και πίσω αριστερή πλευρά. Όπως αναφέρω πιο πάνω, για την πλευρά της υπεράσπισης καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Σε αυτήν αναφέρει ότι προ του ατυχήματος, ενώ οδηγούσε το όχημα του με αριθμό εγγραφής XXXXX62 κατά μήκος της Λεωφόρου Στροβόλου με κατεύθυνση προς Λευκωσία «κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας συγκρούστηκε με το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής XXXXX54 το οποίο οδηγούσε η Ενάγουσα η οποία εκινείτο επί του ιδίου δρόμου με την ίδια κατεύθυνση κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και η οποία επιχείρησε να αλλάξει λωρίδα και να εισέλθει στην δική μου λωρίδα, απότομα και απροειδοποίητα», χωρίς προηγουμένως να δείξει την πρόθεση της με το δείκτη του οχήματος της. Ανέφερε ότι πριν το ατύχημα το όχημα του ήταν σταθμευμένο «έξω από το ταχυδρομείο. Κατά την αναχώρηση μου εισήλθα στην Λεωφόρο Στροβόλου κρατώντας την αριστερή λωρίδα. Ο δρόμος ήτο καθαρός στη λωρίδα μου και προχώρησα περίπου 45 μέτρα. Την ίδια στιγμή η Ενάγουσα η οποία εκινείτο στη δεξιά λωρίδα εισήλθε απότομα και με ταχύτητα στην δική μου λωρίδα και με κτύπησε με το αριστερό πλευρό στο δεξιό μπροστινό πλευρό του οχήματος μου.» Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος επισύναψε σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε από λειτουργό της ασφαλιστικής του εταιρίας (Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση). Παρενθετικά σημειώνω ότι στο εν λόγω σχεδιάγραμμα αναγράφεται ότι δεν είναι επί κλίμακας καθώς και ότι τα οχήματα είχαν μετακινηθεί μετά το ατύχημα. Αποτυπώνεται ο δρόμος, φαίνεται ότι στη μέση περίπου της στάσης λεωφορείων βρίσκεται ταχυδρομείο ενώ περί τα 40 πόδια («40 feet») μετά τη στάση υπήρχε αριστερή πάροδος και μετά την πάροδο είναι το Δημαρχείο Στροβόλου. Ειδικότερα, το πρόσωπο που έκανε το σχεδιάγραμμα αναγράφει απόσταση 40 ποδών από το σημείο που τελειώνει η στάση λεωφορείων μέχρι το μέσο της παρόδου. Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι το ταχυδρομείο δεν τοποθετείται ορθά στο σχέδιο αφού αυτό βρίσκεται περί τα 10 μέτρα μετά την στάση λεωφορείων. Πρόσθεσε ότι μετά το ατύχημα οι διάδικοι είχαν μετακινήσει τα οχήματα τους στην αριστερή πάροδο που βρίσκεται μετά το ταχυδρομείο ύστερα από παρότρυνση διερχόμενου αστυνομικού, ώστε να μην εμποδίζουν την κυκλοφορία. Τέθηκε στον Εναγόμενο ότι στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι ήταν σταθμευμένος «έξω από το ταχυδρομείο». Απάντησε ότι ήταν «έξω από τη στάση του ταχυδρομείου. Ήμουν στη στάση των λεωφορείων. Η στάση είναι πολύ πριν το ταχυδρομείο. Κινήθηκα 45 μέτρα περίπου». Ο Εναγόμενος, αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το δικό του όχημα είχε πάθει ζημιές στο μπροστινό δεξιό φτερό από τη σύγκρουση. Ανέφερε ότι ο ίδιος είχε εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, ο δρόμος ήταν ελεύθερος, το όχημα της Ενάγουσας κινείτο στη δεξιά λωρίδα με μεγάλη ταχύτητα, προσπάθησε να μπει μπροστά του για να τον προσπεράσει και επήλθε η σύγκρουση. Επέμενε ότι ο ίδιος είχε διανύσει απόσταση περί τα 45 μέτρα μετά που εξήλθε από τη στάση λεωφορείων μέχρι το σημείο της σύγκρουσης και ότι προχωρούσε κανονικά στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Πρόσθεσε ότι αντιλήφθηκε την πρόθεση του Εναγομένου να μπει μπροστά του μόνο όταν τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν. Τα πιο πάνω συνιστούν μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον μου, καθώς και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν μια υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αυτό γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς. Ξεκινώ από την Ενάγουσα. Εξέτασα το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης και τα όσα κατέθεσε αντεξεταζόμενη στο Δικαστήριο. Άφησε θετική εντύπωση σαν μάρτυρας. Παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και κατά την αντεξέταση δεν παρέκκλινε από τα όσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση. Επιπλέον, το σύνολο της μαρτυρίας της συνάδει με τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την πλευρά της ως Τεκμήρια. Στην αντεξέταση απαντούσε με φυσικότητα και αυθόρμητα. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της να παραπλανήσει ή να παραποιήσει γεγονότα. Αναλογιζόμενη τη συνολική εικόνα και ποιότητα της μαρτυρίας της, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεχτή. Προχωρώ στη μαρτυρία του ΜΕ2 για να σημειώσω ότι το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης δεν έχει τύχει αμφισβήτησης. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε η ζημιά που εντόπισε στο όχημα της Ενάγουσας, ούτε και η αξία αυτής ή τα δικά του εκτιμητικά έξοδα. Ελλείψει αμφισβήτησης, τα αποδέχομαι. Στρέφομαι στη μαρτυρία του Εναγoμένου. Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» των διατάξεων της Δ.30 Θ5
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η συνοπτική εκδίκαση όμως δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο είχε, στην περίπτωση αυτή, περιορισμένη σχετικά ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Βασικό χαρακτηριστικό μιας αξιόπιστης μαρτυρίας είναι η εσωτερική συνέπεια και συνοχή της. Όταν ένας μάρτυρας αποστασιοποιείται, τροποποιεί ή διαφοροποιεί τις θέσεις του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, αυτό αποδυναμώνει την αξιοπιστία της και την αποδεικτική της αξία. Το ίδιο συμβαίνει όταν τα λεγόμενα ενός μάρτυρα δεν συνάδουν με έγγραφα που παρουσιάζει ο ίδιος ως τεκμήρια και στα οποία βασίζεται για να στοιχειοθετήσει την εκδοχή του. Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ήταν σταθμευμένος «έξω από το ταχυδρομείο». Κατά την αντεξέταση κατέθεσε ότι με την αναφορά του αυτή εννοούσε ότι ήταν σταθμευμένος «στη στάση του ταχυδρομείου», την οποία τοποθέτησε «πολύ πριν το ταχυδρομείο». Το δε ταχυδρομείο, συνέχισε, βρίσκεται περί τα 10 μέτρα μετά την στάση. Η ασυνέπεια αυτή μεταξύ του κειμένου και της δια ζώσης μαρτυρίας μπορεί από μόνη της να μην φαίνεται τόσο ουσιαστική όμως η σημασία της προκύπτει σε συνάρτηση με το σχεδιάγραμμα Τεκμήριο 1 που ο ίδιος επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Η θέση του Εναγόμενου, την οποία διατύπωσε στην ένορκη του δήλωση αλλά επανέλαβε πολλάκις και κατά την αντεξέταση του, είναι ότι ο ίδιος εξήλθε της στάσης λεωφορείων, διάνυσε απόσταση περί τα 45 μέτρα και τότε συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα. Μετά τη σύγκρουση, καθ' υπόδειξη διερχόμενου αστυνομικού, τα οχήματα προχώρησαν και εισήλθαν σε αριστερή πάροδο μπροστά από το Δημαρχείο Στροβόλου. Η εκδοχή αυτή είναι σε πλήρη αντίθεση με το σχεδιάγραμμα, Τεκμήριο 1, το οποίο επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι το σχεδιάγραμμα δεν είναι σε κλίμακα, ούτε και ότι τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από τις τελικές τους θέσεις μετά το ατύχημα. Όμως, η μοναδική μέτρηση που το πρόσωπο που ετοίμασε το σχεδιάγραμμα καταγράφει σε αυτό είναι ότι η απόσταση από το τέλος της στάσης λεωφορείων μέχρι το μέσο της αριστερής παρόδου είναι 40 πόδια, δηλαδή περί τα 12 μέτρα. Η μέτρηση αυτή αναιρεί και είναι σε πλήρη αντίθεση με τη γεωγραφία του σημείου του ατυχήματος και τη διαμόρφωση του δρόμου, όπως την περιέγραψε ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του και στην οποία επέμενε. Επαναλαμβάνω ότι ο Εναγόμενος επέμενε ότι είχε εξέλθει της στάσης λεωφορείων και είχε κινηθεί κανονικά στην αριστερή λωρίδα του δρόμου διανύοντας απόσταση 45 μέτρων πριν την σύγκρουση, καθώς και ότι μετά τη σύγκρουση τα οχήματα προχώρησαν και εισήλθαν στην παρακείμενη αριστερή πάροδο. Η εκδοχή του αυτή είναι σε διάσταση περί των 30 μέτρων με το σχεδιάγραμμα του. Είχε επίσης τοποθετήσει με τις αναφορές του κατά την αντεξέταση, το ταχυδρομείο περί τα 10 μέτρα μετά την στάση λεωφορείων και ότι μετά από αυτό ακολουθούσε η αριστερή πάροδος. Ούτε και αυτό συνάδει με το σχεδιάγραμμα σύμφωνα με το οποίο η απόσταση από το τέλος της στάσης μέχρι το μέσο της παρόδου είναι 40 πόδια, περί τα 12 μέτρα δηλαδή. Το σχεδιάγραμμα αυτό παρουσιάστηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο με σκοπό να στοιχειοθετήσει την υπεράσπιση που προβάλλει, όμως καταρρίπτει την εκδοχή του. Η αξιοπιστία του Εναγόμενου πλήττεται ουσιαστικά από αυτή την διάσταση στη μαρτυρία που η πλευρά του έχει παρουσιάσει. Ο Εναγόμενος βασιζόταν στις αναφορές του, ότι είχε διανύσει απόσταση 45 μέτρων εντός της αριστερής λωρίδας του δρόμου πριν την σύγκρουση, για να αποδείξει ότι ο ίδιος κινείτο κανονικά στην πορεία του και η Εναγόμενη προκάλεσε τη σύγκρουση με ξαφνικό και απροειδοποίητο ελιγμό που έκανε για να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα. Η θέση αυτή παραμένει μετέωρη. Αυτό το δεδομένο δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος με τη μαρτυρία του μάλλον επιδίωξε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που εξέλαβε ως «ευνοϊκό» για τον ίδιο, παρά να καταθέσει την αλήθεια. Η πιο πάνω αντίφαση και λογική ανακολουθία στη μαρτυρία του Εναγόμενου δεν μου επιτρέπει να την αποδεχτώ ως αξιόπιστη και να βασιστώ σε αυτή για την κατάληξη σε ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα. Να σημειώσω επίσης ότι η συγκεκριμένη μέτρηση των 40 ποδών στο σχεδιάγραμμα που παρουσίασε ο Εναγόμενος συνάδει και με την αντίστοιχη καταγραφή στο σχεδιάγραμμα που παρουσίασε η Ενάγουσα. Σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα εκείνο, η απόσταση από την στάση λεωφορείων μέχρι το Δημαρχείο Στροβόλου, το οποίο βρίσκεται μετά την πάροδο, είναι 30 μέτρα. Στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι όπως παρουσιάστηκαν από την Ενάγουσα και τον ΜΕ2 και όπως προκύπτουν από τα έγγραφα που αυτοί επισύναψαν στις ένορκες δηλώσεις τους. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της μαρτυρίας τους που έχω παραθέσει πιο πάνω, συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο, τα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα, στοιχειοθετούν επαρκώς τη βάση αγωγής της Ενάγουσας και τα ποσά που αξιώνει. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αμέλεια του Εναγόμενου. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[2]. Σε περιπτώσεις τροχαίων ατυχημάτων, η συμπεριφορά των εμπλεκομένων οδηγών εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ο προσδιορισμός του καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούσαν στην σκηνή του ατυχήματος κατά τον επίδικο χρόνο[3]. Κάθε πρόσωπο έχει καθήκον να λάβει προστατευτικά μέτρα για αποφυγή ατυχημάτων και το καθήκον αυτό εξετάζεται και κρίνεται με γνώμονα την δυνατότητα λογικής πρόβλεψης[4]. Σχετική είναι η ακόλουθη ανάλυση στην υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, σε σχέση με το καθήκον επιμέλειας ενός οδηγού: «Η αμέλεια ενός οδηγού βασίζεται στην παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος εκδήλωσης μέριμνας και φροντίδας για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η υποχρέωση αυτή εξετάζεται μέσα στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο οδηγός τα έχει εκπληρώσει.» Στη βάση των πιο πάνω στρέφομαι στην υπό κρίση υπόθεση, με γνώμονα πάντα τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων. Από τα γεγονότα διαφαίνεται ότι η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα της στην αριστερή λωρίδα του δρόμου υπό τις συνθήκες που περιέγραψε. Ο Εναγόμενος, με την ενέργεια του να εισέλθει απότομα και ξαφνικά στην αριστερή λωρίδα του δρόμου από τη στάση λεωφορείων στην οποία ήταν σταθμευμένος, ανέκοψε ουσιαστικά την ελεύθερη πορεία της Ενάγουσας με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Είτε είχε δει το όχημα της Ενάγουσας είτε όχι πριν προβεί στη συγκεκριμένη κίνηση, η ενέργεια του υπολείπεται της δέουσας και ενδεδειγμένης συμπεριφοράς του μέσου συνετού οδηγού. Είχε καθήκον και όφειλε να λάβει μέτρα ώστε να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου μόνο εφόσον είχε βεβαιωθεί ότι η λωρίδα ήταν ελεύθερη, ότι μπορούσε να προβεί στον συγκεκριμένο ελιγμό με ασφάλεια και χωρίς να αιφνιδιάσει ή να ανακόψει την ελεύθερη πορεία άλλου οχήματος. Οι παραλείψεις του αυτές είναι αποτέλεσμα και σύμπτωμα της αμέλειας που επέδειξε[5]. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα. Η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης είναι ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας[6]. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, τέθηκε ενώπιον μου η μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία δεν έγινε αποδεχτή για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Πέραν όμως αυτού, κρίνω ότι τα ευρήματα δεν στοιχειοθετούν αμέλεια από πλευράς της Ενάγουσας, η οποία να προκάλεσε ή να συνέτεινε στην επέλευση του ατυχήματος. Να προσθέσω ότι από τις ζημιές στα εμπλεκόμενα οχήματα φαίνεται ότι η Ενάγουσα είχε ήδη περάσει το όχημα του Εναγόμενου όταν αυτός εξήλθε της στάσης λεωφορείων και συγκρούστηκε με το δικό της. Υπενθυμίζω ότι το όχημα της Ενάγουσας είχε υποστεί ζημιές από την πίσω αριστερή πόρτα και πιο πίσω ενώ το όχημα του Εναγόμενου στη δεξιά μπροστινή γωνία στο ύψος του δεξιά μπροστινού φαναριού. Με αυτά τα δεδομένα δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας και καταλήγω ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια του Εναγόμενου. Η Ενάγουσα διεκδικεί μέσω της αγωγής αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε ως αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου, όπως τις εξειδικεύει στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης της. Ειδικότερα, διεκδικεί συνολικό ποσό €2.257 που αφορά ζημιές στο όχημα της, πλέον €120 που συνιστά τα εκτιμητικά έξοδα που υπέστη για την ετοιμασία της έκθεσης του ΜΕ2. Λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία που η πλευρά της έχει παρουσιάσει, κρίνω ότι έχει αποδείξει επαρκώς τα ποσά αυτά. Παραπέμπω στην απόδειξη πληρωμής από Char. Pilakoutas Ltd για ποσό €2.257 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη της δήλωση) και την απόδειξη πληρωμής για ποσό €120 προς τον ΜΕ2 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ΜΕ2). Δικαιούται επομένως όπως της αποδοθούν. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €2.377 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Σχετική η Barry Wynne v David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2]Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και ElpinikiPanayiotouvGeorghiosKyriakouMavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [3]Μαρκαντώνης ν Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387 [4]Βίκης ν Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345, Αλεξάνδρου ν Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 [5] Σχετική η Constantinou v Katsouris and another
(1975)1 C.L.R. 188 [6] Άρθρο 57 περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, Κυριάκος Χριστοδούλου ν Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Χαραλάμπους ν Στυλιανού
(1991)1(Α) Α.Α.Δ. 284 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.