Χριστοφόρου ν. Δήμος Λατσιών, Αγωγή Αρ.: 2424/2017, 10/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 2424/2017 Μεταξύ: XXXXX Χριστοφόρου Ενάγουσα και Δήμος Λατσιών Εναγόμενος Ημερομηνία: 10.4.2019 Αίτηση διά κλήσεως του εναγομένου ημερομηνίας 25.7.2018 για ακύρωση και/ή παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης Για τον Αιτητή: κ. Α. Δημητριάδης για κ.κ. Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Ελευθερίου για κ.κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα καταχώρησε στις 9.6.2017 την παρούσα αγωγή διεκδικώντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εναντίον του Δήμου Λατσιών για τραυματισμούς και ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία ατυχήματος το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της οφείλεται σε αμέλεια του εναγόμενου Δήμου ο οποίος παρέλειψε να συντηρήσει επαρκώς το πεζοδρόμιο στην οδό Δικαιοσύνης η οποία βρίσκεται εντός των τοπικών του ορίων. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 13.6.
- Ο εναγόμενος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή και η ενάγουσα μετά που καταχώρησε σχετική μονομερή αίτηση ημερομηνίας 10.11.2017 προχώρησε σε απόδειξη της υπόθεσής της. Η αίτηση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για απόδειξη μέχρι να ετοιμαστεί σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό για τους τραυματισμούς της ενάγουσας και να καταχωρηθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση από αυτή. Στις 18.7.2018 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Ο εναγόμενος με την επίδικη αίτηση αιτείται την έκδοση διατάγματος που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την ως άνω ερήμην του εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 18.7.
- Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 ΘΘ.3, 5 και 10, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4, 8 και 9, στη Δ.26 Θ.14 και Δ.64 Θ.1, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της XXXXX Κουκούνη καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της η οποία καταχωρήθηκε στη συνέχεια και περιληπτικά έχουν ως ακολούθως: είναι λειτουργός απαιτήσεων στο τμήμα απαιτήσεων της ασφαλιστικής εταιρείας AIG Europe Ltd η οποία παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στον εναγόμενο. Η επίδικη αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 13.6.2017 και αυτός την προώθησε στην ασφαλιστική του εταιρεία. Όπως η ίδια πληροφορείται από τη συνάδελφό της κα Κωνσταντίνου, αυτή στις 22.6.2017 επικοινώνησε με τους δικηγόρους της ενάγουσας για σκοπούς διερεύνησης του ενδεχόμενου εξώδικης διευθέτησης της αγωγής. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με επιστολή τους ημερομηνίας 26.6.2017 δήλωσαν προθυμία συζήτησης της υπόθεσης για σκοπούς διευθέτησης και με ηλεκτρονικό μήνυμά τους ημερομηνίας 31.7.2017 δήλωσαν ότι δεν θα προχωρήσουν εναντίον του ενάγοντα νοουμένου ότι εντός ευλόγου χρόνου η ασφαλιστική εταιρεία θα τους υπέβαλε λογική πρόταση για διευθέτηση. Στις 2 και 3.8.2017 υπήρξε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ τους και μετά μεσολάβησαν οι θερινές διακοπές. Η κα Κωνσταντίνου που χειριζόταν την υπόθεση αντιμετώπισε προβλήματα με την εγκυμοσύνη της και απουσίαζε από την εργασία της και τον Νοέμβριο του 2017 όταν η κα Κουκούνη είχε αναλάβει πλέον τον χειρισμό της επίδικης απαίτησης. Δεν μεσολάβησε οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους της μέχρι τις 15.5.2018 όταν η κα Κωνσταντίνου επανήλθε στην εργασία της. Εκείνη την ημέρα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους της ενάγουσας ζητώντας επιβεβαίωση ότι δεν είχαν προχωρήσει σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του εναγομένου. Λόγω του ότι εκείνοι δεν ανταποκρίθηκαν επανήλθε με νέο μήνυμα ημερομηνίας 5.6.2018 στο οποίο έλαβε απάντηση από τους δικηγόρους της ενάγουσας οι οποίοι της ανέφεραν ότι δεν τους είχε στείλει πρόταση για διευθέτηση της υπόθεσης. Η ίδια επανήλθε με νέα επιστολή ημερομηνίας 6.6.2018 με την οποία ζήτησε από τους δικηγόρους της ενάγουσας να της επιβεβαιώσουν ότι δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε μέτρα και με άλλη επιστολή ημερομηνίας 12.6.2018 ζήτησε να της στείλουν τις φωτογραφίες που ήταν σχετικές με το ατύχημα. Λόγω του ότι εκείνοι δεν ανταποκρίθηκαν τους απέστειλε υπενθύμιση στις 10.7.
- Στις 19.7.2018 οι δικηγόροι της ενάγουσας την ειδοποίησαν ότι στις 18.7.2018 είχε εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος αρνείται την ευθύνη πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος αφού δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ελαττωματικό ή σπασμένο πλακίδιο ή λίνια ή γενικά ζημιά στο πεζοδρόμιο της οδού Δικαιοσύνης και αμφισβητεί τις αποζημιώσεις, γενικές και ειδικές, που διεκδικεί η ενάγουσα και έχει καλή υπεράσπιση την οποία δικαιούται να της επιτραπεί να προβάλει στη δίκη. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην ως άνω αίτηση με την οποία προβάλλει 8 λόγους για τους οποίους είναι η θέση της ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 ΘΘ.2 - 10 και 13, Δ.39 Θ.2, Δ.48 ΘΘ. 1 - 9, στη Δ.26 ΘΘ.14 και 15, και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στους περί Δεοντολογίας Δικηγόρων Κανονισμούς, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της Επιείκειας. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει είναι οι ακόλουθοι: η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση του εναγόμενου είναι ψευδής και έγινε χωρίς εξουσιοδότηση, δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση, η συμπεριφορά του εναγομένου είναι ασυγχώρητη ή/και περιφρονητική της δικαστικής διαδικασίας και/ή των δικαιωμάτων της ενάγουσας, η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης δεν ήταν δικαιολογημένη αλλά χωρίς σοβαρό και/ή εύλογο λόγο, απέκρυψε και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο για το πλήρες ιστορικό της αλληλογραφίας που επικαλείται και/ή δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και εμποδίζεται από του να προωθεί το αίτημά του. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας και του δικηγόρου XXXXX Αγγελίδη. Η ενάγουσα μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει από τους δικηγόρους της πληροφορείται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση και ότι η συμπεριφορά των δικηγόρων της ήταν εντός των πλαισίων της ορθής εκπροσώπησής της και αποσκοπούσε στην προστασία των δικαιωμάτων της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο ήταν αδικαιολόγητη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε για εύλογο λόγο. Ο δικηγόρος της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η βεβαίωση την οποία έδωσε για μη λήψη μέτρων εναντίον του εναγομένου έγινε με τη ρητή προϋπόθεση ότι η πλευρά του εναγομένου θα του έστελνε λογική πρόταση διευθέτησης εντός ευλόγου χρόνου κάτι το οποίο δεν έπραξε και λόγω τούτου έδωσε οδηγίες για να τροχοδρομηθεί άμεσα η διαδικασία έκδοσης της απόφασης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η δεοντολογία των δικηγόρων αναφέρει ότι ο δικηγόρος ενεργεί στα πλαίσια προστασίας των συμφερόντων του πελάτη του και ότι αυτό έπραξε στην παρούσα περίπτωση. Ισχυρίζεται τέλος ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου αποτελεί καταφρόνηση του Δικαστηρίου. ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση χωρίς αντεξέταση των προσώπων που ορκίστηκαν τις σχετικές ένορκες δηλώσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια της απόφασής μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η επίδικη αίτηση αποτελεί ενδιάμεση αίτηση και η ακρόασή της, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 (Iacovou Brothers Constructions Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377). Ο παραμερισμός μιας απόφασης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ασκείται σύμφωνα με τη Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι». Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσής του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης (Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210: "In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice: The need to uphold effectively, on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other. The speedy determination of judicial causes is not merely a matter of convenience but an all important factor for the effective vindication of the rights of the citizen. This principle is closely associated with another consideration likewise important for the administration of justice, that is, the need to uphold finality of judgments. If a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice. (See, Observations of Megaw L.J. in Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, at p. 833 (c-
- d)). The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as he discloses merits. But the Court may, nevertheless, decline to re-open the case if his conduct is such as to strike at the root of the administration of justice. Where the conduct of the party applying to set aside judgment is inexcusable, contumelious to the extent of gross disregard for the judicial process or the rights of his adversary, the Court may, in its discretion, refuse to set aside judgment." Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη): "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-
- d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω).Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω), "Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pechtchachanskaia κ.ά. ν. Esipovich, Πολιτική Έφεση 310/2010, ημερομηνίας 20.6.2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σειρά αποφάσεων και πάγια νομολογία έχουν εδραιώσει τα κριτήρια καθοδήγησης που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση εκδοθείσα ερήμην εναγομένου. Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι κατά πόσον ο Εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην Αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως για παράδειγμα η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρά τη σημασία τους, κατά κανόνα δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.». Στην υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. v. Mariala Construction Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το βάρος το οποίο φέρει ο αιτητής σε αιτήσεις παραμερισμού απόφασης: «Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στους Αιτητές να αποδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Δεν απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης τους. Είναι αρκετό να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και αυτό είναι αρκετό για να παραμεριστεί η απόφαση και να επανεκδικασθεί η υπόθεση επί της ουσίας». Στην υπόθεση Τεγκεράκης ως Διαχειριστής της περιουσίας της K. Τεγκεράκη (Χ¨ Παναγή Γιάννη) v. Δήμος Λευκωσίας,
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, τονίστηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου μία απόφαση μπορεί να παραμεριστεί. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Η απόφαση παραμερίζεται ως οφειλόμενο χρέος (ex debito justiciae) προς τη Δικαιοσύνη (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 Α.Α.Δ. 247). Η δεύτερη είναι η περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η μη εμφάνισή του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Η Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίνει εξουσία στο Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση να ασκήσει την ευρεία διακριτική του ευχέρεια ακυρώνοντας απόφαση που λήφθηκε λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από τον εναγόμενο. Συνεπώς το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η επίδικη θα πρέπει πρώτα να εξετάζει εάν συντρέχει το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη δηλαδή το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ και Pechtchachanskaia κ.ά. ν. Esipovich) και στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις για να παραμερισθεί η απόφαση. Η ενάγουσα επικαλείται στην αγωγή της λεπτομέρειες αμέλειας του εναγομένου με τις οποίες ισχυρίζεται πως το πεζοδρόμιο ήταν χαλασμένο καθώς είχε σπασμένα πλακίδια και πως η συντήρηση και/ή επισκευή του πεζοδρομίου ήταν ελλιπής. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του εναγομένου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος δεν φέρει ευθύνη για τον τραυματισμό της ενάγουσας γιατί αφενός συντηρούσε το πεζοδρόμιο της οδού Δικαιοσύνης στην οποία η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε και αφετέρου δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ελαττωματικό ή σπασμένο πλακίδιο ή λίνια. Κρίνω ότι με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης στα οποία περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για πλημμελή συντήρηση του επίδικου πεζοδρομίου τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος είναι ικανά να θεωρηθούν ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να απαιτηθεί από τον εναγόμενο να προβάλει περισσότερες λεπτομέρειες της μαρτυρίας του για να θεωρηθεί ότι έχει καλή υπεράσπιση. Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας για την αμέλεια του εναγομένου κρίνω ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο τελευταίος είναι ικανοί για να θεωρηθούν ότι αποτελούν καλή υπεράσπιση. Εξάλλου από τη νομολογία προκύπτει ότι δεν απαιτείται στο παρόν στάδιο απόδειξη της υπεράσπισης. Κρίνω ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός είναι αρκετός για να ικανοποιήσει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους του εναγομένου. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι ο εναγόμενος έχει συζητήσιμη υπεράσπιση πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο η παράλειψή του εμφανιστεί στην αγωγή ήταν δικαιολογημένη και κατά πόσο επέδειξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Συνιστά κοινό τόπο και για τις δύο πλευρές ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 13.6.2017 και ότι αρμόδια υπάλληλος της Ασφαλιστικής εταιρείας AIG Europe Ltd η οποία του παρείχε ασφαλιστική κάλυψη, στις 22.6.2017 επικοινώνησε με τους δικηγόρους της ενάγουσας για σκοπούς διερεύνησης του ενδεχόμενου εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης. Οι δικηγόροι της ενάγουσας με επιστολή τους ημερομηνίας 26.6.2017 δήλωσαν προθυμία συζήτησης της υπόθεσης για σκοπούς διευθέτησης και με επόμενη επιστολή τους ημερομηνίας 27.7.2017 δήλωσαν ότι δεν θα προχωρήσουν εναντίον του ενάγοντα νοουμένου ότι εντός ευλόγου χρόνου η ασφαλιστική εταιρεία θα τους υπέβαλε λογική πρόταση για διευθέτηση. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας για εξώδικη διευθέτηση ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 31.7.2017 στην οποία επαναλήφθηκε η βεβαίωση εκ μέρους τους ότι δεν θα προχωρούσαν εναντίον του εναγομένου. Με αυτά ως δεδομένα κρίνω ότι ο εναγόμενος δικαιολογημένα θεώρησε ότι οι ασφαλιστές του θα επιλαμβάνονταν της απαίτησης της ενάγουσας και συνεπώς η μη εμφάνισή του στην αγωγή είναι δικαιολογημένη. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός της καταχώρησης της επίδικης αίτησης από τον εναγόμενο στις 25.7.2018, μόλις 6 ημέρες μετά την πληροφόρηση για την έκδοση της επίδικης απόφασης είναι μια επιπλέον απόδειξη του ενδιαφέροντος του εναγομένου για την υπόθεσή του. Η ασφαλιστική εταιρεία η οποία του παρείχε κάλυψη πληροφορήθηκε στις 19.7.2018 ότι μία ημέρα προηγουμένως είχε εκδοθεί απόφαση λόγω μη εμφάνισης και προτού παρέλθει μία εβδομάδα από τότε που έλαβε γνώση περί τούτου, ενεργώντας ταχέως, καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις ο εναγόμενος ενήργησε έγκαιρα και η συμπεριφορά του δεν ήταν ασυγχώρητη ή περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του για να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματός του. Έχοντας υπόψη μου όσα ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι ο εναγόμενος με τα όσα έχει επικαλεστεί ικανοποίησε τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας ερήμην του απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση του εναγομένου επιτυγχάνει και η απόφαση ημερομηνίας 18.7.2018 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο εναγόμενος - αιτητής θα καταβάλει στην ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία, λόγω της φύσης της και παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει επιτύχει στην αίτησή του, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται, επομένως, οδηγίες προς την πλευρά της ενάγουσας όπως εντός 30 ημερών από σήμερα υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι ο εναγόμενος θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς την ενάγουσα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που το ποσό αυτό θα γνωστοποιηθεί στους δικηγόρους του εναγομένου. Ακολούθως, ο εναγόμενος να καταχωρήσει την υπεράσπισή του εντός 15 ημερών από την ημερομηνία πληρωμής των εν λόγω εξόδων. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο