ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1792/2018, 5/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A175 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1792/2018 Μεταξύ: ΧΧΧ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ενάγοντα και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Εναγόμενη 5 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Αδαμίδης δια Γιώργο Αδαμίδη και Κωνσταντίνο Παπαϊωάννου Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Παπαευσταθίου δια Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή ημερομηνίας 14.11.2018 για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρήθηκε στις 5.7.
- Με την αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει, μεταξύ άλλων, διάταγμα δια του οποίου να ακυρώνονται δανειακές συμβάσεις υπό λογαριασμούς -0655, -6642 και -6854, συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως ακινήτου καθώς και τα έγγραφα υποθήκης υπό αριθμούς Υ7952/2011, Υ7954/2011, Υ1769/2012, γιατί «συνήφθηκαν κατόπιν απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή από δόλια και/ή σκόπιμη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής από μέρους της Εναγόμενης». Στις 14.11.2018, ο Ενάγοντας-Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση μονομερή Αίτηση. Εξασφάλισε την ίδια μέρα προσωρινό διάταγμα με το οποίο αναστάληκε η διαδικασία πώλησης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3XXX4, Φύλλο/Σχέδιο 39/44, Τμήμα 0, Τεμάχιο 1XX2 το οποίο βαρύνεται με την υποθήκη Υ7954/
- Με την Αίτηση, ο Ενάγοντας-Αιτητής ζητούσε και την έκδοση διατάγματος αναστολής του πλειστηριασμού του εν λόγω ακινήτου που είναι ορισμένος να διεξαχθεί στις 8.4.
- Όμως απέσυρε το αίτημα του όπως το δεύτερο αυτό διάταγμα εκδοθεί μονομερώς και ζήτησε όπως του δοθεί άδεια να επιδώσει την Αίτηση αναφορικά με αυτό. Μετά την επίδοση της Αίτησης και του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και ήγειρε ένσταση τόσο στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος όσο και στην έκδοση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα-Αιτητή. Πολύ συνοπτικά, σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του υπό αναφορά ακινήτου και ότι περί τις 5.7.2011 εξουσιοδότησε δια πληρεξουσίου εγγράφου κάποια Έλενα Κυπριανού όπως υποθηκεύσει το εν λόγω ακίνητο. Επισυνάπτει αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση), σύμφωνα με το οποίο εξουσιοδοτεί το πιο πάνω πρόσωπο όπως «υποθηκεύσει [το επίδικο ακίνητο] προς όφελος της Περιφερειακής ΣΠΕ Μαχαιρά με οποιουσδήποτε όρους, για το ποσό των €55.000,00 Β' Υποθήκη ως εξασφάλιση για δάνειο επ' ονόματι Νικολάου Στέλιος από την Περιφερειακή ΣΠΕ Μαχαιρά». Συνεχίζει λέγοντας ότι το εν λόγω πρόσωπο υπέγραψε εκ μέρους του τη σύμβαση και δήλωση υποθηκεύσεως ακινήτου τις 7.7.2011 με την οποία υποθηκεύτηκε το ακίνητο προς όφελος της Περιφερειακής ΣΠΕ Μαχαιρά. Πρόσθεσε ότι, την ίδια μέρα, ο ίδιος υπέγραψε το έγγραφο υποθήκης. Ο Ενάγοντας-Αιτητής συνεχίζει λέγοντας ότι έκτοτε η Περιφερειακή ΣΠΕ Μαχαιρά μεταβίβασε τα περιουσιακά της στοιχεία και υποχρεώσεις στην ΣΠΕ Ταμασού -Ορεινής και Πιτσιλιάς Λτδ και ακολούθως στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και, τέλος, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Αναφέρει ότι στις 27.6.2018 του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις στον Τύπο Θ, Τύπο Ι και κατάσταση λογαριασμού από την Εναγόμενη, στα πλαίσια του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1956, Ν.9/1965και στις 17.10.2018 του επιδόθηκαν οι ειδοποιήσεις στον Τύπο ΙΑ και ΙΒ δυνάμει του ιδίου Νόμου (Τεκμήρια 6, 7 και 8 στην ένορκη του δήλωση). Έδωσε ακολούθως οδηγίες στον εγκεκριμένο λογιστή ΧΧΧ Χαραλάμπους να ελέγξει το χρεωστικό του υπόλοιπο προς την Περιφερειακή ΣΠΕ Μαχαιρά. Σύμφωνα με έκθεση που αυτός ετοίμασε ημερομηνίας 13.11.2018 (την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 στην ένορκη του δήλωση), το χρεωστικό του υπόλοιπο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις €70.000, Όμως, παραπονείται, η κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης-Καθ΄ης η Αίτηση που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση του Τύπου Θ, αναγράφει ότι η οφειλή του ανέρχεται σε €79.150, 91 πλέον τόκος προς 7% από 1.1.
- Υποστηρίζει ότι είναι θύμα απάτης γιατί, ενώ το πληρεξούσιο έγγραφο που είχε υπογράψει αναφερόταν σε υποθήκη προς εξασφάλιση ποσού €55.000, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση επιδιώκει πώληση του επίδικου ακινήτου και διάθεση του εκπλειστηριάσματος προς ικανοποίηση χρέους που υπερβαίνει το ποσό αυτό. Παραπονείται επίσης ότι το αυξημένο χρεωστικό υπόλοιπο που επιδιώκει να εισπράξει η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση δια της πώλησης του επίδικου ακινήτου, περιλαμβάνει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Ο Ενάγοντας-Αιτητής υποστήριξε ότι εκτός εάν εμποδιστεί η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει με τη διαδικασία πλειστηριασμού, τότε ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα απολέσει την περιουσία του. Υποστήριξε επίσης ότι το ζήτημα απαιτούσε την άμεση επέμβαση του Δικαστηρίου γιατί θα εξέπνεε η προθεσμία των 30 ημερών που προβλέπεται από το Ν.9/1965για καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης για παραμερισμό της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου. Όπως προανέφερα, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση ήγειρε ένσταση στη συνέχιση ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος καθώς και στην έκδοση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Οι λόγοι έντασης που προβάλλει η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση, περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για έκδοση ή συνέχιση ισχύος των διαταγμάτων, ότι δεν ενυπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος σε σχέση με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και απέκρυψε γεγονότα αλλά και ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση. Σε αυτήν, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Συγκεκριμένα, δεν απεκάλυψε ότι η δανειακή σύμβαση και έγγραφο υποθήκης που είχε υπογράψει ο ίδιος αλλά και η σύμβαση και δήλωση υποθήκης που υπέγραψε η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του Ενάγοντα-Αιτητή αναφέρονταν σε ποσό €55.000 πλέον τόκους. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων ως Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην ένορκη του δήλωση. Να σημειώσω παρενθετικά ότι η συμφωνία δανείου αναφέρεται σε ποσό €55.000 πλέον επιτόκιο 7%, κυμαινόμενο (παράγραφοι 1 και 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση), το έγγραφο υποθήκης αναφέρει ότι η υποθήκη εξασφαλίζει «μέχρι το συνολικό ποσό των ΕΥΡΩ 55.000,00 (ΠΕΝΗΝΤΑ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΩΝ ΕΥΡΩ μόνο) επιπλέον τόκος, προμήθεια, περιθώριο, τόκος υπερημερίας, δικαιώματα παροχής υπηρεσιών, τραπεζικά δικαιώματα, δαπάνες και/ή άλλα έξοδα» (παράγραφος 12 του εγγράφου υποθήκης, Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση) και, τέλος, η σύμβαση και δήλωση υποθήκης αναφέρεται σε «ποσό €55.000,00 μαζί με απλούν/σύνθετο τόκο πάνω στο ποσό των €55.000,00 προς 7,00 τα εκατό, κυμαινόμενο από τις 07/07/2011 και σε περίπτωση που θα ληφθούν νόμιμα μέτρα για ανάκτηση του πιο πάνω ποσού και τόκου, τα σχετικά έξοδα» (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση). Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι, με βάση της πρόνοιες των συμφωνηθέντων, το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται στην ειδοποίηση του Τύπου Ι, είναι ορθό. Προσθέτει πως το γεγονός ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν έχει ακόμα καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης παρά το ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από 5.7.2018, συνιστά λόγο ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και απόρριψης της Αίτησης. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Προσθέτει ότι η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου €7 δισεκατομμυρίων, είναι σε θέση να αποζημιώσει τον Ενάγοντα-Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής και, συνεπώς, δεν συντρέχει κίνδυνος αυτός να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν διατηρηθεί το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ή εάν δεν εκδοθεί το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα (σχετικά τα Τεκμήρια 6 και 7 στην ένορκη του δήλωση). Ο ενόρκως δηλών καταλήγει ζητώντας την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος και απόρριψη της Αίτησης αναφορικά με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα. Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για σκοπούς της Αίτησης. Δεν επιδιώχθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων ενώ οι συνήγοροι της κάθε πλευράς παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω μελετήσει τόσο την Αίτηση και ένσταση όσο και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν έκαστη καθώς και τα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν. Πριν προχωρήσω να αναφέρω παρενθετικά ότι κάποια εκατέρωθεν επιχειρήματα σε σχέση με την εγκυρότητα και νομιμότητα των ειδοποιήσεων στον Τύπο Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ δεν έχουν απασχολήσει το Δικαστήριο. Έλεγχος αυτού του είδους μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια Αίτησης/Έφεσης δυνάμει του Ν. 9/1965 και όχι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Οι διατάξεις του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 προβλέπουν ότι η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) ότι εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι αυτό θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο. Αποτελεί βεβαίως κανόνα ότι στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της αγωγής. Περιορίζεται στην εξέταση των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του για να διακριβώσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος[1]. Η νομολογία καθορίζει με ποιο τρόπο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει τις πιο πάνω προϋποθέσεις[2]. Η πρώτη προϋπόθεση αφορά το κατά πόσο ο αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Σύμφωνα με τη νομολογία, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει μόνο να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ουσιαστικό επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση[3] και εάν αποκαλύπτεται ουσιαστική βάση αγωγής. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή. Η ορατή αυτή πιθανότητα επιτυχίας έχει ερμηνευτεί στη νομολογία ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να υπεισέλθει στην ποιότητα, αποδεικτική αξία ή πειστικότητα της μαρτυρίας, ούτε και να αξιολογήσει την ορθότητα των εκατέρωθεν θέσεων. Κατά την εξέτασή του, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να έχει πιθανότητα επιτυχίας στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[5]. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κρίνεται συνήθως σε συνάρτηση με το κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Εάν η απάντηση είναι θετική τότε, κατά βάση, η έκδοση ή συνέχιση προσωρινού διατάγματος δεν κρίνεται απαραίτητη[6]. Όμως, οι έννοιες του δύσκολου ή αδύνατου απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν περιορίζονται στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης αλλά, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης, περιλαμβάνουν και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες τα οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου[7]. Τέλος, το εύλογο ή πρόσφορο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι ζήτημα πραγματικό και υποκειμενικό, που αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε συνάρτηση με τα γεγονότα και δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, σε περιπτώσεις όπως την παρούσα, όπου ενδιάμεσα διατάγματα εκδίδονται μονομερώς, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς να ακουστεί πρώτα και η άλλη πλευρά. Η κατεπείγουσα φύση του αιτήματος ή η κατάδειξη άλλων εξαιρετικών περιστάσεων συνιστά δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς[8]. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω σημαντικό να προσθέσω και το εξής. Πρόσωπο που αποτείνεται στο Δικαστήριο και ζητά την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του αποφασίζοντας πώς θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. Το καθήκον αυτό είναι ιδιαίτερα επιτακτικό σε περιπτώσεις όπως την παρούσα όπου ο Ενάγοντας-Αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και ένα εκ των διαταγμάτων που ζήτησε εκδόθηκε χωρίς να έχει την ευκαιρία η άλλη πλευρά να ακουστεί πριν την έκδοσή του[9]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα, τότε, η αναπόδραστη επίπτωση είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσής του αυτής. Με υπόβαθρο και γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση. Υπενθυμίζω ότι, αναφορικά με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα-Αιτητή για να δικαιολογήσει τη συνέχιση του[10], ενώ ο Ενάγοντας-Αιτητής φέρει και το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Από τη φύση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, διαφαίνεται ότι αυτές είναι, μέχρι ενός σημείου, αλληλένδετες. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα δικόγραφα χωρίς να γίνεται αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης. Αν από τα δικόγραφα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα τότε η προϋπόθεση αυτή, θεωρώ, πληρείται. Έχω αναφέρει στην αρχή της απόφασης μου τις αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας-Αιτητής με την αγωγή. Λαμβάνοντας υπόψη τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος κρίνω ότι αποκαλύπτονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και, συνεπώς, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), του Ν.14/
- Στρέφομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση. Η διερεύνηση του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή γίνεται με αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτητή. Αυτό γίνεται πάντα με την επιφύλαξη του ότι, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης[11]. Έχω ήδη αναφερθεί στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση. Όπως έχω επίσης αναφέρει πιο πάνω, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Εναγόμενη-Καθ'ης η Αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς και προβάλλει δικούς τους ισχυρισμούς προς αντίκρουση. Συνοπτικά, ο Ενάγοντας-Αιτητής παραπέμπει σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο που έδρασε εκτός των πλαισίων της πληρεξουσιότητας του και σε επιδίωξη της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση να εισπράξει ποσό από την πώληση του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου που δεν δικαιούται και που περιλαμβάνει παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις. Σε σχέση με αυτό παρουσίασε και έκθεση λογιστή ο οποίος καταλήγει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του Ενάγοντα-Αιτητή είναι μικρότερο από εκείνο που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση. Η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρνείται την ύπαρξη παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων στο ποσό που επιδιώκει να εισπράξει μέσω της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ενώ αρνείται και τους ισχυρισμούς περί δόλου και απάτης. Η διαφωνία μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τα γεγονότα έχει σημειωθεί. Όμως δεν θα αποφασιστεί στο στάδιο αυτό ποια από τις δύο εκδοχές ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξέταση της μαρτυρίας της κάθε πλευράς γίνεται μόνο για τους σκοπούς που επιτρέπονται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης και δεν προκαταβάλλει βεβαίως την τελική έκβαση της αγωγής. Με αυτή την επιφύλαξη, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής έχει καταδείξει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή και, συνεπώς, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Στρέφομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο η μη έκδοση ή διατήρηση των επίδικων διαταγμάτων θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απόδοση πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Η θέση του Ενάγοντα-Αιτητή στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ακριβώς ότι η ζημιά που θα υποστεί εάν επιτραπεί ο πλειστηριασμός και πώληση του επίδικου ακινήτου θα είναι ανεπανόρθωτη γιατί θα έχει ήδη απολέσει την περιουσία του. Η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση διαφωνεί με τη θέση αυτή. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση διαθέτει περιουσιακά στοιχεί ύψους €7 δισεκατομμυρίων περίπου. Το κατά πόσο η ζημιά που ο Ενάγοντας-Αιτητής ενδεχομένως να υποστεί από τη μη έκδοση ή μη συνέχιση των διαταγμάτων μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα ή όχι, είναι ουσιώδους σημασίας. Η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση συνηγορεί στο ότι η όποια ενδεχόμενη ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ενώ διαθέτει τους πόρους και περιουσία ώστε είναι σε θέση να καταβάλει τέτοια ενδεχόμενη αποζημίωση. Η μαρτυρία αυτή δεν έχει αντικρουστεί και δεν έχει αμφισβητηθεί από τον Ενάγοντα-Αιτητή, μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα ή με την παρουσίαση συμπληρωματικής μαρτυρίας από μέρους του. Πρόκειται, όπως ανέφερα, για ζήτημα τόσο ουσιώδες που η παράλειψη αυτή του Ενάγοντα-Αιτητή δεν μπορεί παρά να έχει επιπτώσεις επί της Αίτησης. Επί αυτού, επομένως, του ζητήματος παραμένει χωρίς αμφισβήτηση η θέση της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση η οποία ανατρέπει την αρχική διαπίστωση ότι μη έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα-Αιτητή. Πέραν των πιο πάνω, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι η Αίτηση πρέπει να αποτύχει και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί, γιατί ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Έχω ήδη αναφερθεί στην υποχρέωση αιτητή που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, να αποκαλύψει όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιόν του, αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[12] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη, για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας. Το καθήκον αποκάλυψης του αιτητή είναι απόρροια του δόγματος της επιείκειας που επιτάσσει ότι αυτός ο οποίος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να έρχεται με καθαρά χέρια. Η υποχρέωση για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη κρίνεται τόσο σημαντική που, ακόμα και αν δεν εγερθεί από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εγείρει και να εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα[13]. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, το αναπόδραστο αποτέλεσμα, είναι ο αιτητής να στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής. Το καθήκον διάδικου για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη είναι καίριας σημασίας. Αυτό διότι, κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, η άλλη πλευρά στερείται του θεμελιώδους δικαιώματος να ακουστεί πριν αποφασιστεί ένα ζήτημα το οποίο την επηρεάζει και την αφορά. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια βασιζόμενο μόνο στη μαρτυρία ενός εκ των διαδίκων. Το καθήκον και υποχρέωση επομένως του αιτούντος διάδικου είναι απόλυτο και αυστηρό, η δε διαδικασία που διεξάγεται μονομερώς χαρακτηρίζεται ως uberrima fides, υψίστης πίστεως. Η φύση και έκταση της υποχρέωσης ενός αιτητή που αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς έχει επεξηγηθεί εκτενώς στη νομολογία[14]. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στην ακόλουθη ανάλυση στην υπόθεση Γρηγορίου ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που αποκαλύφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αίτητη και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης.» Εάν ο αιτητής δεν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τότε, όταν αυτά αποκαλυφθούν, ανατρέπεται η βάση επί της οποίας εκδόθηκε ένα μονομερές διάταγμα, καθιστώντας το έκθετο σε ακύρωση[15]. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, διαφαίνεται ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής, ασχέτως εάν αυτό έγινε εσκεμμένα ή όχι, δεν παρουσίασε πλήρη και ακριβή εικόνα τον γεγονότων. Υποστήριξε ουσιαστικά ότι παραπλανήθηκε ή ήταν θύμα εξαπάτησης γιατί, ενώ είχε εξουσιοδοτήσει την πληρεξούσια αντιπρόσωπο του να υπογράψει συμφωνία και δήλωση υποθήκης για μέγιστο ποσό €55.000, τώρα η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση επιδιώκει να εισπράξει ποσό μεγαλύτερο μέσω του πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου. Παρέλειψε ή αμέλησε όμως, να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ότι τόσο η σύμβαση δανείου, όσο και η συμφωνία και δήλωση υποθήκης αλλά και το έγγραφο υποθήκης δεν αναφέρονται σε ποσό €55.000 αλλά σε ποσό €55.000 πλέον τόκους και άλλα έξοδα. Υπενθυμίζω ότι η σύμβαση δανείου και το έγγραφο υποθήκης υπογράφηκαν από τον ίδιο. Τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία ενδεχομένως να οδηγούσαν το Δικαστήριο σε διαφορετικό αποτέλεσμα όταν επιλαμβανόταν της Αίτησης και να επηρέαζαν τον τρόπο που άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια κατά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Η μη αποκάλυψή τους, μοιραία, είχε στρεβλώσει την πραγματική εικόνα. Ενώ η αρχική εντύπωση που είχε δημιουργήσει ο Ενάγοντας-Αιτητής ήταν ότι το υποθηκευμένο ακίνητο του κινδύνευε να εκποιηθεί για να εισπράξει η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση ποσό πολύ μεγαλύτερο από αυτό που ο ίδιος πίστευε ότι εξασφαλιζόταν με την υποθήκη, τα δεδομένα που διαμορφώθηκαν μέσω της ένστασης ανατρέπουν την εικόνα. Φάνηκε ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής είχε υπογράψει προσωπικά τη σύμβαση δανείου και το έγγραφο υποθήκης, όπου γίνεται σαφής αναφορά σε ποσό €55.000 πλέον τόκο και έξοδα και όχι μέγιστο ποσό €55.000. Τέλος, να επισημάνω ακόμα ένα ζήτημα που έχει θίξει με την ένσταση της η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση. Αφορά το ότι παρά την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 5.7.2018, ο Ενάγοντας δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωρήσει έκθεση απαίτησης, παρά το ότι έχουν παρέλθει περί τους 9 μήνες. Έχει επανειλημμένα τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι συνιστά απαράδεκτη τακτική η εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας χωρίς την παράλληλη προώθηση της εκδίκασης της υπόθεσης[16]. Ενόψει των πιο πάνω, αλλά ειδικότερα ενόψει της διαπίστωσης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η μη διατήρηση ή μη έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα-Αιτητή, καταλήγω ότι δεν υπάρχει το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που να επιτρέπει την οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ή την έκδοση του δεύτερου αιτούμενου διατάγματος. Συνεπώς, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 15.11.2018 ακυρώνεται. Επιπρόσθετα, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Β αυτής. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο υπολογισμός και η καταβολή των εξόδων θα γίνει στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicontony Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653 [2] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ.557 [3] Οδυσσεως (ανωτέρω), Demstar Limited v Zim Israel Navigation Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 601, T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1802 [4] Οδυσσέως (ανωτέρω) [5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829 [6] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν Αλκιβιάδη Θεωρή
(1989)1 A.A.Δ. 255 [7] Σχετικές οι Cambridge Nutrition Ltd v British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, Zena Company Ltd v Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση 304/2008, ημερ.21.10.11 [8] Χαράλαμπος Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 312/10, ημερομηνίας 17.7.2014 [9] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [10] Αναφορικά με τον Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Vuitton v Δερμοσακ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 [11] Fellowes v Fisher [197 5]2 All E.R. 829 [12] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1971]1 K.B. 486 [13] Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734 [14] Ενδεικτικά AK International UK Limited v Του Πλοίου «NAIME S» σημαίας Comodo Islands (Αρ. 1)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1447, Brink`s Mat Ltd v Elcombe (C.A)
(1988)1 W.L.R 1350, Behbehani and others v Salem and Others
(1989)2 All E.R 143 [15] Demstar Limited v Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597 [16] Ενδεικτικά Melouska Commercial Ltd κ.α. v Chumachenko Alisa κ.α., Πολιτική Έφεση Ε71/13, ημερομηνίας 30.9.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο