← Κύπρος

ΤΣΙΓΑΡΙΔΗ ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1530/2014, 3/4/2019

ΤΣΙΓΑΡΙΔΗ ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1530/2014, 3/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A171 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1530/2014 Μεταξύ: ΧΧΧ ΤΣΙΓΑΡΙΔΗ Ενάγοντα και ΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΛΟΥ Εναγόμενου 3 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κα Γ. Καλαπαλίκη Θεοδώρου Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Ζαχαριάδου δια Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης & Σια και Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ στην αίτηση του Εναγόμενου-Αιτητή ημερομηνίας 19.9.2018 για παραμερισμό και/ή διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος-Αιτητής ζητά τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης, στη βάση της Δ.27 θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, υποστηρίζοντας δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής. Η αγωγή ξεκίνησε με την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δια του οποίου ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση εγείρει αξιώσεις για «γενικές ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις δια την κατ' επανάληψη δημοσίευση προφορικώς ή δια λόγων, δυσφημήσεων κατά του προσώπου και της επιχειρήσεως του Ενάγοντα αποδίδων εις αυτόν εγκληματική ενέργεια, με σκοπό να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη του Ενάγοντα και της επιχειρήσεως του». Στην πορεία καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση, η Έκθεση Απαίτησης του. Σε αυτήν ισχυρίζεται ότι περί τον Οκτώβριο 2013 οι σχέσεις του με τον Εναγόμενο, ο οποίος ήταν στο παρελθόν εργοδοτούμενος του, διαταράχθηκαν «με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να ξεκινήσει να διαδίδει και/ή να δημοσιεύει σε τρίτα πρόσωπα δυσφημιστικά σχόλια και/ή ψευδείς πληροφορίες, αναφορικά με το πρόσωπο του Ενάγοντα». Ισχυρίζεται επίσης ότι «ο Εναγόμενος ξεκίνησε μια δυσφημιστική εκστρατεία εις βάρος της επιχείρησης του Ενάγοντα, επιχειρώντας να αποδώσει στον Ενάγοντα εγκληματική συμπεριφορά, με σκοπό να τον βλάψει, τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά.» Σαν αποτέλεσμα των ενεργειών του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο κύκλος εργασιών του «είχε συρρικνωθεί» και υπέστηκε απώλεια εισοδήματος €2.500. Στη βάση των πιο πάνω, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου αποζημιώσεις. Όταν ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου ένεκα της παράλειψης του να καταχωρήσει Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος προχώρησε με την υπό κρίση Αίτηση. Θέση του Εναγόμενου-Αιτητή είναι ότι η Έκθεση Απαίτησης είναι παράτυπη και πρέπει να διαγραφεί διότι σε αυτήν ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση δεν καταγράφει τα δυσφημιστικά σχόλια, φράσεις ή λέξεις που αποδίδει στον Εναγόμενο-Αιτητή. Ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση ήγειρε ένσταση στην Αίτηση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Δ.27 θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και ότι «η μη συμπερίληψη λεπτομερειών αναφορικά με δημοσίευμα ή συγκεκριμένων φράσεων ή λέξεων, οι οποίες συνιστούν λίβελλο και/ή δυσφήμηση και/ή επιζήμια ψευδολογία κατά τον Ενάγοντα, δεν επισύρουν ακυρότητα και/ή διαγραφή . της έκθεσης απαίτησης». Υποστηρίζει επίσης ότι η Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη γιατί είναι καταχρηστική και κακόπιστη και γιατί έχει καταχωρηθεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Όπως ανέφερα και στην αρχή της απόφασης μου, η ουσιαστική δικονομική βάση της Αίτησης είναι η Δ.27 θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Αυτή η δικονομική πρόνοια επιτρέπει στο Δικαστήριο, ως ζήτημα δικαίου[1], να εξετάσει προκαταρτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα. Εάν η κατάληξη είναι αρνητική τότε το Δικαστήριο διατάζει τη διαγραφή του δικογράφου. Η απόρριψη δικογράφου στη βάση της Δ.27 θ.3 αποτελεί, όπως επισημαίνεται και στη νομολογία, εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις όπου το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο[2]. Στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας εδράζει τις αξιώσεις του στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης το οποίο έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 17

(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Σε αγωγές για λίβελο, σύμφωνα με τη Δ.2 θ. 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επιβάλλεται να παρέχονται «επαρκείς λεπτομέρειες» ώστε να είναι δυνατή η αναγνώριση των δημοσιευμάτων επί των οποίων βασίζεται η αγωγή. Ως προς την ερμηνεία της φράσης «επαρκείς λεπτομέρειες» σχετική είναι η επεξήγηση στο The Annual Practice 1958 της αντίστοιχης πρόνοιας των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, όπου στην σελίδα 34 αναφέρονται τα εξής: «Sufficient Particulars.- In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out. In Collins v Jones
(1955)2 W.L.R. 813, C.A. it was held that, where the words complained of were alleged to have occurred in letters, the plaintiff must furnish particulars of each letter specifying the date, time and place of publication of each, identifying those to whom publication was alleged and setting out the precise words complained of in each letter». Η προσέγγιση αυτή ακολουθήθηκε και στην Κυπριακή νομολογία. Σε αγωγές που βασίζονται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, οι ακριβείς λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν συνιστούν και τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα. Ως τέτοια, απαιτείται να περιλαμβάνονται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 8th edition, σελ. 1981, αναφέρονται τα ακόλουθα: « "In a libel the words used are the material facts", and must therefore be set out in the statement of claim; it is not enough to describe their substance, purport or effect [see Harris v. Warre
(1879)4 CPD 125 at 127, 129]. "The law requires the very words of the libel to be set out in the declaration in order that the court may judge whether they constitute a ground of action" [see Wright v. Clements
(1829)3 B & Ald 503 at 506, 509, 106 ER 746 at 747, 748 per Abbott CJ and Holroyd J] "whether they are a libel or not" [see Capital and Counties Bank v. George Henty & Sons
(1882)7 App Cas 741 at 772, [1881 - 5] All ER Rep 86 at 99]. "In libel you must declare upon the words; it is not sufficient to state their substance" [see Fitzsimons v. Duncan & Kemp & Co [1908] 2 IR 483 at 499 per Palles CB]. "A plaintiff is not entitled to bring a libel action on a letter which he has never seen and of whose contents he is unaware. He must in his pleadings set out the words with reasonable certainty. The court will require him to give particulars so as to ensure that he has a proper case to put before the court and is not merely fishing for one" [see Collins v. Jones [1955] 2 All ER 145 at 146, [1955] 1 QB 564 at 571 - 572 per Denning LJ].»[3] Τα πιο πάνω, τα οποία αφορούσαν υποθέσεις γραπτής δυσφήμισης (λιβέλου/libel), ισχύουν κατ' αναλογία και σε υποθέσεις όπως η παρούσα, όπου η κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση διενεργήθηκε προφορικά (συκοφαντία/slander). Παραπέμπω στη Αγγλική υπόθεση British Data Management plc v Boxer Commercial Removals plc and another
(1996)3 All E.R. 707, όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την παλαιότερη υπόθεση Harris v Warre
(1879)4 CPD 125: «As to the libel the claim is in most general terms. Ηeretofore, both in slander and libel, it was usual to set out the words according to a rule, not merely technical but founded on the substantial reason, stated by judges of authority to be that the defendant is entitled to know the precise charge against him and cannot shape his case until he knows. In libel and slander everything may turn on the form of words. In libel and slander the very words complained of are the facts on which the action is grounded. It is not the fact of the defendant having used defamatory expressions, but the fact of his having used those defamatory expressions alleged, which is the fact on which the case depends.» Συνεπώς, σε υποθέσεις ίδιας φύσης ως η παρούσα, οι ακριβείς λέξεις που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν συνιστούν τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και επιβάλλεται η παράθεση τους στην Έκθεση Απαίτησης. Η ακριβής παράθεση τους είναι αναγκαία ώστε ο Εναγόμενος να γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η υπόθεση εναντίον αλλά και ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να κρίνει κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι. Πέραν από τις ακριβείς λέξεις που συνιστούν την κατ' ισχυρισμό δυσφήμηση, ο Ενάγοντας πρέπει να εξειδικεύει στο δικόγραφο, εάν αυτό είναι δυνατόν, και τις ημερομηνίες που διενεργήθηκε η δυσφήμιση και την ταυτότητα των ατόμων προς τα οποία έγινε η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος[4]. Επανέρχομαι στην προκειμένη περίπτωση όπου πουθενά ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση καταγράφει αυτολεξεί στην Έκθεση Απαίτησης του τις φράσεις ή λέξεις που συνιστούν την κατ' ισχυρισμό δυσφήμηση που διέπραξε ο Εναγόμενος-Αιτητής. Δεν εξειδικεύεται επίσης ο χρόνος που έγιναν τα σχόλια και δεν ταυτοποιούνται τα πρόσωπα προς τα οποία έγιναν. Υπάρχουν μόνο γενικές αναφορές σε «δυσφημιστική εκστρατεία» που αποσκοπούσε στο «να αποδώσει στον Ενάγοντα εγκληματική συμπεριφορά» που έγινε προς τον «οικογενειακό, προσωπικό και επαγγελματικό περίγυρο [του Ενάγοντα]» και σε «πάμπολλα πρόσωπα, τόσο του στενού περιβάλλοντος του Ενάγοντα, όσο και συνεργάτες του». Ο χρόνος αυτών των ενεργειών επίσης δεν προσδιορίζεται επαρκώς. Η μόνη αναφορά είναι σε περιστατικό που συνέβηκε «κατά ή περί τις 26/10/2013» που αποτέλεσε, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, την έναρξη της «δυσφημιστικής εκστρατείας» του Εναγόμενου. Ένεκα αυτών των παραλείψεων, κρίνω ότι η Έκθεση Απαίτησης πάσχει αφού δεν περιλαμβάνει επαρκείς λεπτομέρειες και ισχυρισμούς για ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα του ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση. Πρόκειται για ουσιώδεις δικογραφικές παρατυπίες. Όπως είναι διατυπωμένη η Έκθεση Απαίτησης, δεν μπορεί η αγωγή να προχωρήσει σε ακρόαση βασισμένη σε αυτή. Αυτό διότι, όπως είναι καλά γνωστό, συνιστά βασικό κανόνα ότι η δίκη διεξάγεται στη βάση των δικογράφων, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν ισχυρισμούς σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και υπεράσπισης αντίστοιχα και ότι μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν επιτρέπεται να παρουσιαστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, στα πλαίσια της ακρόασης δεν θα επιτραπεί στον Ενάγοντα να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει την έκφραση από τον Εναγόμενο δυσφημιστικών σχολίων, λέξεων ή φράσεων τα οποία δεν καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης. Ούτε θα του επιτραπεί να προσκομίσει μαρτυρία για να αποδείξει τη δημοσίευση τους σε πρόσωπα που δεν περιγράφει επαρκώς και δεν ταυτοποιεί στην Έκθεση Απαίτησης. Αυτά θα ήταν γεγονότα εκτός δικογραφημένων ισχυρισμών και θα εμποδίζετο να τα παρουσιάσει[5]. Ακολουθεί από τα πιο πάνω, ότι οι ουσιαστικές παρατυπίες και ελαττώματα της Έκθεσης Απαίτησης είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε, συνεπεία αυτών, δεν στοιχειοθετείται και δεν αποκαλύπτεται επαρκές ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα στη βάση του συγκεκριμένου δικογράφου. Ενόψει αυτής της διαπίστωσης, πρέπει να αποφασιστεί πως θα προχωρήσει η διαδικασία. Βοηθητική κρίνεται η ανάλυση στο σύγγραμμα Gatley, «Libel and Slander», 7η έκδοση, παράγραφος 1011, σελίδες 419 - 420, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «If the statement of claim discloses no cause of action, the defendant can apply to have it struck out and the action dismissed. He should, however, only take such a step where it is plain and obvious that the statement of claim as it stands is insufficient and there is no reason to suppose that the plaintiff can improve it by amendment, ... if the statement of claim is insufficient owing to the omission of some material averment, e.g. the words are actionable only on proof of special damage, and no special damage is alleged, or if the plaintiff attempts to plead a true innuendo without setting out the extrinsic facts on which he relies, the defendant can apply to have the statement of claim struck out, though the plaintiff can generally obtain leave, upon terms, to amend.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs «Precedents of Pleadings», 12η έκδοση, σελίδα 143, όπου καταγράφονται τα εξής: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cαuse of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struck out and the action dismissed or judgment entered accordingly." Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι οι ουσιώδεις παρατυπίες και παράλειψες που εντοπίζονται στην Έκθεση Απαίτησης πρέπει να οδηγήσουν σε διαγραφή της. Όμως, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα στην απόρριψη της αγωγής, η οποία ξεκίνησε με την καταχώρηση γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος το οποίο παραμένει και μετά την διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης. Τα πιο πάνω συγγράμματα εισηγούνται ότι όπου η αγωγή μπορεί να περισωθεί εάν τα γεγονότα τεθούν με τον ορθό τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου, με μια ορθώς δικογραφημένη Έκθεση Απαίτησης, τότε πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στον Ενάγοντα να λάβει διορθωτικά μέτρα. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ορθό και δίκαιο όπως, πέραν της διαγραφής της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης, επιτραπεί και η καταχώρηση τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης η οποία να συνάδει με τους κανόνες ορθής δικογράφησης στο βαθμό που αφορά τις παραλείψεις και παρατυπίες που εντοπίστηκαν πιο πάνω. Αυτό θα επέτρεπε να περισωθεί η αγωγή και να προωθηθεί η υπόθεση σε ακρόαση. Να σημειώσω ότι αυτή ήταν και η προσέγγιση της Έντιμης κας Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. στην ενδιάμεση απόφαση της ημερομηνίας 21.10.2010, σε αντίστοιχη αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 1351/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου μεταξύ Γιώργου Τσαππή Ισορροπημέναι Ζωοτροφαί Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, με την οποία και συμφωνώ. Πριν ολοκληρώσω, να αναφερθώ σε συντομία σε κάποια επί μέρους θέματα που έχει εγείρει στην ένσταση της η πλευρά του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση. Η συνήγορος του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση υποστήριξε στη γραπτή της αγόρευση ότι «και εάν η μη συμπερίληψη λεπτομερειών αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα για δυσφήμηση και να συνιστά παρατυπία, αυτή είναι θεραπεύσιμη, βάσει της Δ.64, στην οποία στηρίζεται η ένσταση του Ενάγοντα.» Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Η Δ.64 παρέχει μεν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια διάσωσης, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικών μέτρων τα οποία υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν άκυρα[6], όμως δεν μπορεί να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις. Στην παρούσα περίπτωση, για τους λόγους που εξήγησα, η μη συμπερίληψη ισχυρισμών για τις λέξεις ή φράσεις του Εναγόμενου-Αιτητή επί των οποίων εδράζεται η αξίωση είναι ουσιώδης παράλειψη και παρατυπία. Πρόκειται για παράλειψη η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τις λέξεις ή φράσεις που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν από τον Εναγόμενο-Αιτητή, εάν αυτές δημοσιεύτηκαν σε τρίτα πρόσωπα, σε ποια και πότε. Ούτε και θα μπορούσε το ίδιο το Δικαστήριο να εισαγάγει τα στοιχεία αυτά στην Έκθεση Απαίτησης. Η υποχρέωση για λήψη διορθωτικών μέτρων βαραίνει τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση και το Δικαστήριο δεν μπορεί, δυνάμει της Δ.64 να προβεί σε τέτοιες διορθωτικές κινήσεις αυτεπάγγελτα[7]. Επιπρόσθετα, η θέση του Ενάγοντα-Αιτητή περί καταχρηστικότητας και κακοπιστίας της υπό κρίση Αίτησης δεν έχουν στοιχειοθετηθεί και δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Ενόψει, ειδικότερα, της επιτυχίας της Αίτητης, οι θέσεις αυτές είναι μετέωρες. Τέλος, ο Ενάγοντας-Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση. Να σημειώσω όμως ότι καταχωρήθηκε πριν ολοκληρωθεί η ανταλλαγή των δικογράφων αφού, μέχρι αυτό το στάδιο έχει καταχωρηθεί μόνο η Έκθεση Απαίτησης. Εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση για την ύπαρξη ουσιωδών παρατυπιών που καθιστούν την Έκθεση Απαίτησης έκθετη σε διαγραφή στη βάση της Δ.27 Θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε διαγραφή της. Εάν, παρά τη διαπίστωση αυτή, η Έκθεση Απαίτησης δεν διαγραφεί και αφεθεί η αγωγή να προχωρήσει σε ακρόαση στη βάση αυτής, αυτό θα ήταν παράλογο και θα συνιστούσε αλόγιστη σπατάλη χρόνου και εξόδων. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που εξήγησα, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα δια του οποίου διατάσσεται η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης Ο Ενάγοντας έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει νέα, τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εντός 45 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου-Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει και για οποιαδήποτε σπαταληθέντα έξοδα δημιουργηθούν λόγω της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 146 [2] Σχετικές ενδεικτικά οι Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316, Κozinskaya River Limited v KLCC Holdings Limited Πολιτική Έφεση Ε43/2013 ημερομηνίας 23.3.2017, Ν. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338 [3] Σχετικά επίσης, Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 28, παράγραφος 175, Barham v Lord Huntingfield (CA) [1913] [1911-13] All E.R. Rep. 663 και Russell and another v Stubbs Ltd. (HL) [1908] [1913] 2 KB 200 [4] Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's «Precedents of Pleadings», 12η έκδοση, σελ.626 [5] Αντωνίου ν Χρυσάνθου
(2003)1Β Α.Α.Δ 789, Γεωργίου ν Καψού
(1997)1Α Α.Α.Δ 164, Courtis and others v Iasonides
(1970)1 CLR 180, Παπαγεωργίου ν Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ayia Napa Nisi Development Ltd v Παπαμιχαήλ
(1992)1 Α.Α.Δ. 549 [6] Γιάννη ν Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334, Δημοκρατία ν Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν Δημοκρατίας
(1996)3 A.A.Δ. 323 [7] Πετράχου ν Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, Οικονομίδου ν Φλουρέντζου Χριστοδούλου & Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.