"GAZPROMBANK" (Open Joint-Stock Company) ν. Yurievich Paramonov κ.α., Αρ. Αγωγής: 2290/18, 11/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2290/18 Μεταξύ: "GAZPROMBANK" (Open Joint-Stock Company) Εναγόντων και
- XXXXX Yurievich Paramonov
- Stoba Trading Ltd
- Cerim Trading Ltd
- Viewlicy Ltd
- Transgood Enterprises Ltd
- Intelmatrix Consulting Ltd
- Polmax Ltd
- Rollford Investments Ltd
- MPM Company SAS (προηγουμένως Adidor Voitures SAS)
- XXXXX Liskovski
- XXXXX Razumovski
- XXXXX Belmas
- XXXXX Khvesko
- XXXXX Paramonov
- XXXXX Paramonov
- XXXXX Μιχαηλίδης
- Dominium Services Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων 9, 14 και 15 ημερομηνίας 5.11.18 για ακύρωση και/ή παραμερισμό του Διατάγματος ημερομηνίας 31.8.18, ως και της επίδοσης δικαστικών εγγράφων με βάση αυτό Ημερομηνία: 11 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 9, 14 και 15 - Αιτητές: κ. Λ. Χατζηδημητρίου Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Ερωτοκρίτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι 9, 14 και 15 (στο εξής οι Αιτητές) αποσκοπούν στην έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται: Το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) για επίδοση
(1)της Ειδοποίησης του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος,
(2)της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 9.8.18 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων,
(3)το Προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 20.8.18,
(4)της αίτησης ημερομηνίας 31.8.18,
(5)του Διατάγματος ημερομηνίας 31.8.18 και
(6)των αντίστοιχων μεταφράσεων των πιο πάνω εγγράφων στην Αγγλική γλώσσα, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier Service) προς τους Αιτητές, στη Γαλλία. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 3-9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.1, Δ.2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ 1 και 4, Δ.16 Θ 9, Δ.39, Δ.48 Θ 1-4, 8
(4), 9, 13, Δ.51, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 1215/12, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 άρθρα 2 - 15, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον φάκελο δικογραφίας, στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηδημητρίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, ημερομηνίας 6.11.
- Όπως διατείνεται η ενόρκως δηλούσα, στις 11.10.18 παραδόθηκε στη διεύθυνση 2-4 rue Hans-List 78290 Croissy Sur Seine, όπου διαστηριοποιούνται οι Αιτητές 9 - οι οποίοι είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στη Γαλλία - αριθμός εγγράφων, τα οποία ήταν συνταγμένα σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή σε κανένα από τους Αιτητές. Οι Αιτητές 14 και 15 είναι Ρώσσοι υπήκοοι, οι οποίοι κατοικούν στη Γαλλία και δεν γνωρίζουν άλλη γλώσσα, πλην της ρωσικής και γαλλικής. Το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 προβλέπει την επίδοση εγγράφων και τη μετάφραση τους στην αγγλική γλώσσα. Ισχυρίζεται ότι το εν λόγω Διάταγμα πάσχει διότι διατάσσει την επίδοση εγγράφων σε γλώσσα μη κατανοητή στους Aιτητές, κατά παράβαση των προνοιών του σχετικού Kανονισμού. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση παραπλανήσαν το Δικαστήριο με την αναφορά τους στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 31.8.18 για την έκδοση του επίδικου Διατάγματος, ότι οι Αιτητές έχουν γνώση της αγγλικής γλώσσας. Περαιτέρω επισημαίνει ότι η επίδοση των πιο πάνω εγγράφων πραγματοποιήθηκε από δικαστικό επιμελητή της Γαλλίας και σε σχετική συνοδευτική επιστολή αναφέρεται ότι σε περίπτωση που τα έγγραφα είναι γραμμένα σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή στον παραλήπτη και δεν συνοδεύονται από μετάφραση σε γλώσσα κατανοητή στον παραλήπτη ή στην επίσημη γλώσσα δηλαδή τη γαλλική, τότε το πακέτο εγγράφων οφείλει να επιστραφεί στο δικηγορικό γραφείο CABINET FOLEY HOAG, στη διεύθυνση: 153 RUE DU FAUBOURG SAINT HONORE 75008 PARIS (Τεκμήρια 1, 1Α). Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές απέστειλαν συστημένη επιστολή ημερομηνίας 24.10.18 (τεκμήρια 2, 2Α) στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση στη Γαλλία και ανέφεραν ότι τα παραληφθέντα έγγραφα είχαν συνταχθεί σε γλώσσα που δεν είναι κατανοητή στον παραλήπτη, χωρίς να τα συνοδεύει αντίστοιχη μετάφραση στη γαλλική γλώσσα, ως και ότι ο αντιπρόσωπος των Αιτητών 9 και ο Αιτητής 14, έκαναν προσπάθειες να επιστρέψουν τα έγγραφα στη διεύθυνση που αναφέρεται, όμως ο υπάλληλος των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση αρνήθηκε να δεχθεί τα έγγραφα και αυτά αποστάληκαν με ταχυδρομικό δέμα. Οι Αιτητές δεν έχουν λάβει ακόμα απάντηση στην εν λόγω επιστολή. Όπως διατείνεται, το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 θα πρέπει να ακυρωθεί διότι:
- Τα έγγραφα που παραδόθηκαν στους Αιτητές 9, αφέθηκαν στη διεύθυνση εργασίας τους, χωρίς να τα παραλάβει οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο.
- Κανένα έγγραφο παραλήφθηκε από τους Αιτητές 14 και
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 31.8.18, είναι ανεπαρκής, αφού δεν ενεργοποιεί τις πρόνοιες του ΕΚ 1215/12 και ΕΚ1393/
- Η αίτηση ημερομηνίας 31.8.18 στηρίχθηκε σε Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι, συνεπεία του ΕΚ 1393/07 έχουν καταστεί ανενεργοί αναφορικά με επιδόσεις σε κατοίκους Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18, εκδόθηκε κατά παράβαση και/ή αντίκειται στις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν επέδοσαν το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 στους Αιτητές, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στον ΕΚ 1393/
- Η ένορκη δήλωση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 31.8.18 που υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση ιδίας ημερομηνίας, είναι αντικανονική και παράτυπη διότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή των Καθ' ων η αίτηση και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης των Καθ' ων η αίτηση είναι γενική και αόριστη. Οι Καθ' ων η αίτηση παραβίασαν τις πρόνοιες του Διατάγματος, αφού το παρέδωσαν χωρίς να μεταφράσουν τα έγγραφα στην αγγλική γλώσσα. Η Αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX XXXXX Παμπακά, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 10.1.
- Αναφέρθηκε στην αίτηση ημερομηνίας 31.8.18 των Καθ' ων η αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, η οποία συνοδευόταν από δική της ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας, ως και στο εκδοθέν Διάταγμα ιδίας ημερομηνίας, το οποίο επέτρεπε την επίδοση των αναφερομένων σ' αυτό εγγράφων, με αντίστοιχες μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα, μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (courier service) στους Αιτητές 9, 14 και 15 σε συγκεκριμένες διευθύνσεις στη Γαλλία. Ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στους Αιτητές 9, 14 και 15 σε γλώσσα κατανοητή προς αυτούς, οι οποίοι έχουν επίσης λάβει γαλλικές μεταφράσεις των εγγράφων. Σε κάθε περίπτωση, η επίδοση σε γλώσσα μη κατανοητή από τους Αιτητές, δεν επιφέρει ακυρότητα και μπορεί να θεραπευθεί. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές 9 έλαβε χώρα στις 7.9.18, στο εγγεγραμμένο γραφείο τους δηλαδή στη διεύθυνση 2-4 rue Hans List in Croissy-sur-Seine
(78290)στο Παρίσι, μέσω διεθνούς υπηρεσίας ταχυμεταφορών (Courier Service). Τα έγραφα τα παρέλαβε η XXXXX Logunova, λογίστρια, έναντι της υπογραφής της, η οποία αποδέχθηκε την επίδοση των Εγγράφων εκ μέρους των Αιτητών 9 (τεκμήριο 1). Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι διενεργήθηκε και δεύτερη επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές 9 μέσω Γάλλου επιδότη (French bailiff) στις 11.10.18, στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών 9 (2-4 rue Hans List in Croissy-sur-Seine
(78290)στο Παρίσι). Τα έγγραφα παρέλαβε η XXXXX Logunova λογίστρια, η οποία αποδέχθηκε την επίδοση των Εγγράφων εκ μέρους των Αιτητών 9 (τεκμήριο 2). Διενεργήθηκε και τρίτη επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές 9 μέσω Γάλλου επιδότη, στις 30.10.18, στο πιο πάνω εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών 9, στο Παρίσι. Πέραν της Αγγλικής μετάφρασης, οι Καθ' ων η αίτηση επέδωσαν στους Αιτητές 9 και γαλλική μετάφραση των εγγράφων στις 30.10.
- Τα έγγραφα και τη γαλλική μετάφραση έλαβε ο Αιτητής 15, ως πρόσωπο ικανό να λάβει έγγραφα εκ μέρους των Αιτητών 9, ως Διευθυντής τους (τεκμήριο 3). Η επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές 9, διενεργήθηκε και τις 3 φορές στο εγγεγραμμένο γραφείο τους, σε πρόσωπα που παρουσιάστηκαν ως ικανά να λάβουν έγγραφα εκ μέρους των Αιτητών 9, ενώ την τρίτη φορά, οι Αιτητές έλαβαν και γαλλική μετάφραση των εγγράφων. Ο Γάλλος επιδότης που πραγματοποίησε τις δύο επιδόσεις στις 11.10.18 και 30.10.18 στους Αιτητές 9, επεσύναψε στις βεβαιώσεις επίδοσης τις οποίες παρέδωσε με τα έγγραφα, το παράρτημα ΙΙ του ΕΚ 1393/07 και σημείωσε επί των βεβαιώσεων επίδοσης, ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές 9 αρνούνται να παραλάβουν τα έγγραφα που επιδόθηκαν, δυνάμει του άρθρου 8 του ΕΚ 1393/07, μπορούν να τα επιστρέψουν στους Γάλλους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, στη διεύθυνση που αναγράφεται, εντός μιας εβδομάδας από την παράδοση. Στις 19.9.18 τα έγγραφα επιδόθηκαν επιτυχώς στον Αιτητή 14, μέσω διεθνούς υπηρεσίας ταχυμεταφορών (Courier Service) στη διεύθυνση κατοικίας του, 25 XXXXX (XXXXX), Παρίσι. Τα έγγραφα παρέλαβε ο ίδιος Αιτητής 14, έναντι της υπογραφής του (τεκμήριο 4). Οι Καθ' ων η αίτηση, προσπάθησαν στις 6.9.18 να επιδόσουν τα έγραφα στον Αιτητή 15, στη διεύθυνση κατοικίας του, 53 XXXXX (XXXXX) Γαλλία ή 18 XXXXX (XXXXX) Γαλλία, χωρίς όμως επιτυχία. Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση προσπάθησαν να επιδόσουν εκ νέου τα έγγραφα στον Αιτητή 15 στην πιο πάνω διεύθυνση της κατοικίας του, μέσω Γάλλου Επιδότη. Σχετικές προσπάθειες έγιναν στις 11.10.18, 19.10.18 και 30.10.
- Παρόλο που ο Γάλλος επιδότης επιβεβαίωσε με τους γείτονες και τις ταχυδρομικές υπηρεσίες ότι η διεύθυνση είναι ορθή, εντούτοις, δεν εντόπισε οποιοδήποτε πρόσωπο σ' αυτήν ώστε να πραγματοποιήσει την επίδοση. Τελικά, η επίδοση των εγγράφων στον Αιτητή 15, έγινε επιτυχώς μέσω Γάλλου επιδότη, στις 13.11.18, στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών 9, δηλαδή στη διεύθυνση 2-4 rue Hans List in Croissy-sur-Seine
(78290)στο Παρίσι. Τα έγγραφα μαζί με γαλλική μετάφραση αυτών, παρέλαβε ο ίδιος ο Αιτητής 15 προσωπικά (τεκμήριο 5). Ο Γάλλος επιδότης που πραγματοποίησε την επίδοση στον Αιτητή 15, επεσύναψε στις βεβαιώσεις επίδοσης που παρέδωσε με τα έγγραφα, το παράρτημα ΙΙ του ΕΚ 1393/07 και σημείωσε επί των βεβαιώσεων επίδοσης, όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε σχέση με το άρθρο 8 του ΕΚ 1393/
- Επισημαίνει επιπρόσθετα, ότι ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι Αιτητές 9, 14 και 15 έλαβαν γνώση της διαδικασίας και εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5.10.18, 9.11.18 και 13.12.
- Ισχυρίζεται ότι στις 22.10.18, το μόνο άτομο που επισκέφθηκε τα γραφεία των Γάλλων δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση, ήταν ο Αιτητής 14, με σκοπό την άρνηση παραλαβής της επίδοσης που έγινε στους Αιτητές 9 στις 11.10.18 και όχι την άρνηση παραλαβής της επίδοσης που έγινε σ' αυτόν προσωπικά, όπως παραπλανητικά ισχυρίζονται οι Αιτητές. Ο Αιτητής 14 ουδέποτε επισκέφθηκε τα γραφεία των Γάλλων δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση στις 18.10.18, αν και τα γραφεία τους ήταν ανοικτά και προσβάσιμα διότι ήταν εργάσιμη ημέρα. Σημειώνει ότι η 18.10.18 ήταν η τελευταία ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσαν να αρνηθούν την παραλαβή των εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του ΕΚ 1393/07, αφού η επίδοση έγινε στις 11.10.18. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδοση των εγγράφων στους Αιτητές 9, 14 και 15 συνιστά καλή και νόμιμη επίδοση εφόσον η μεταγενέστερη επίκληση της μη κατανόησης των εγγράφων κατά την 22.10.18 δεν είναι δυνατή, ενώ σε κάθε περίπτωση έχει επιδοθεί γαλλική μετάφραση των εγγράφων. Πέραν από την εκπρόθεσμη και αποτυχημένη προσπάθεια των Αιτητών 9 να αρνηθούν την παραλαβή της επίδοσης μέσω του Αιτητή 14, κανένας από τους Αιτητές 9, 14 και 15 δεν επέστρεψε τα έγγραφα διότι δεν κατανοεί την αγγλική γλώσσα. Ως εκ τούτου, η επίδοση παραμένει σε ισχύ. Εν πάση περιπτώσει, οι Αιτητές 9, 14 και 15 έλαβαν γνώση της διαδικασίας, όπως είναι άλλωστε το ζητούμενο της επίδοσης. Αυτοί εμφανίζονται στη διαδικασία και δεν θα υποστούν καμιά ζημιά εφόσον δεν υπάρχει ερημοδικία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Αποτελεί θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι η επίδοση μέσω ταχυμεταφορέων δεν προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 (στο εξής ο ΕΚ 1393/2007). Σημειώνεται ότι το επίδικο Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18, είχε διατάξει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων που αναφέρονται σ' αυτό, στους Αιτητές 9, 14 και 15 μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier Service) σε συγκεκριμένες διευθύνσεις στη Γαλλία. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση VKC Quality Investments Ltd v Shammusi - Deen Alabi, Shitta Bey, Πολ. Εφ. 113/2012 ημερομηνίας 4.3.14, ο ΕΚ 1393/2007 υπερισχύει των Εθνικών Προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ.α
(2013)1 ΑΑΔ 1935). Τα άρθρα 14 και 15 του ΕΚ 1393/2007, επιτρέπουν την επίδοση σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ταχυδρομικώς ή με απευθείας επίδοση μέσω δικαστικών λειτουργών ή υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής, αν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα τα άρθρα 14 και 15 ορίζουν ως ακολούθως: «Άρθρο
- Κάθε κράτος μέλος δύναται να επιδίδει ή να κοινοποιεί δικαστικές πράξεις απευθείας διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών σε κατοίκους άλλου κράτους μέλους με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής ή ισοδύναμο έγγραφο.» «Άρθρο
- Οι έχοντες έννομο συμφέρον σε δίκη μπορούν να επιδώσουν ή να κοινοποιήσουν απευθείας δικαστικές πράξεις μέσω δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμοδίων προσώπων του κράτους μέλους παραλαβής αν αυτό επιτρέπεται από τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους.» Στην υπόθεση Consortia Europe Ltd v Fregata Holdings Ltd, Πολ. Εφ. 387/11 ημερομηνίας 17.10.14, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι: «Το έτερο σημαντικό είναι ότι ο Κανονισμός δεν καθιερώνει ένα αποκλειστικό τρόπο ή μέσο διαβίβασης εγγράφων. Κατά το Κεφάλαιο II, που αφορά άλλους τρόπους διαβίβασης και επίδοσης δικαστικών εγγράφων, ορίζονται έτεροι τρόποι όπως, κατά το Άρθρο 12, διαβίβαση μέσω προξενικής ή διπλωματικής υπηρεσίας, κατά το Άρθρο 13, μέσω διπλωματικών ή προξενικών αντιπροσώπων, κατά το Άρθρο 14, μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών, και κατά το Άρθρο 15, με απευθείας επίδοση. Επομένως, η διαβίβαση και επίδοση εγγράφων δύναται να επιτευχθεί με ένα ή περισσότερους τρόπους που επιτρέπει ο Κανονισμός και δεν αποκλείεται ο ένας τρόπος έναντι του άλλου, ούτε δίδεται κάποια προτεραιότητα σε ένα από αυτούς, (απόφαση C-473/04, ημερ. 9.2.2006, Plumex, Συλλογή 2006, σελ. I- 1417, σκέψεις 19-22). Αυτό ρητά διασφαλίζεται και από το προοίμιο του Κανονισμού στις αιτιολογικές σκέψεις
(17)και
(18), ενώ με την αιτιολογική σκέψη
(21), ο Κανονισμός καθορίζεται να υπερισχύει άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διευθετήσεων μεταξύ κρατών-μελών χωρίς να αποκλείεται η διατήρηση ή συνομολόγηση συμφωνιών για επιτάχυνση ή απλοποίηση της διαδικασίας διαβίβασης εφόσον είναι συμβατές με τον Κανονισμό. Ο όλος σκοπός του Κανονισμού είναι να καθορίσει ένα σύγχρονο και ευέλικτο επίσημο τρόπο επίδοσης εγγράφων μέσω εγκριμένων υπηρεσιών, συνήθως κυβερνητικών, καταθέτοντας τα επίσημα έγγραφα που προνοούνται από τον Κανονισμό, (O'Hare & Browne: Civil Litigation 12η έκδ. σελ. 161- 162).» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η επίδοση μέσω διεθνούς υπηρεσίας ταχυμεταφορών (Courier Service) επιτρέπεται από το άρθρο 14 (ανωτέρω). Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 - Κανονισμός Επιδόσεων - Κατ' άρθρο Ερμηνεία, Π. Αρβανιτάκης και Ε. Βασιλακάκης
(2017)σελ. 168-171, στο οποίο παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, είναι σχετικό: «Ως 'ταχυδρομικές υπηρεσίες' για σκοπούς ερμηνείας του Άρθρου 14 του Κανονισμού νοούνται οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς οι οποίοι διαθέτουν την απαραίτητη άδεια ώστε να οργανώσουν τη συστημένη ταχυδρομική υπηρεσία που προβλέπει η προκειμένη διάταξη. [...] Δεδομένου ότι η επίδοση μέσω courier παρέχει συνήθως υψηλά εχέγγυα για την πραγματική παράδοση του εγγράφου στον παραλήπτη έναντι της αποστολής με διπλοσυστημένη επιστολή επί αποδείξει ορθότερη παρίσταται η εκδοχή ότι καλύπτεται και αυτή από το νοηματικό εύρος των «ταχυδρομικών υπηρεσιών» σύμφωνα με την προκειμένη διάταξη.» Η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι με βάση το άρθρο 14, η επίδοση δικαστικών εγγράφων θα πρέπει να γίνεται ταχυδρομικώς από το Κράτος και όχι από τον διάδικο, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η αναφορά στο άρθρο 14 σε «κράτος μέλος» δεν περιορίζεται, κατά την άποψη μου στις κρατικές αρχές και όργανα του κάθε Κράτους Μέλους, εφόσον τέτοια διευκρίνιση δεν παρέχεται στο εν λόγω άρθρο, ούτε και μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να αποκλείει τους διάδικους σε δικαστικές διαδικασίες. Τέτοια προσέγγιση, θα καταστρατηγούσε τον σκοπό και το πνεύμα του Κανονισμού «ο οποίος θέτει σε ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών» [βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau (ανωτέρω)]. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες επιδόσεις που διενεργήθηκαν με βάση το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 στους Αιτητές 9 και 14 μέσω διεθνούς εταιρείας ταχυμεταφορών (Courier Service), όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, είναι επιτρεπτή από το άρθρο 14 του ΕΚ 1393/2007 και συνεπώς καθόλα νόμιμη. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, διενεργήθηκε και δεύτερη επίδοση στους Αιτητές 9, μέσω Γάλλου επιδότη (French bailiff), όπως και στον Αιτητή 15, με βάση το άρθρο 15 του ΕΚ 1393/2007 (ανωτέρω). Έχοντας κατά νου τα όσα επισημάνθηκαν στις υποθέσεις Alpha Bank Cyprus Ltd (ανωτέρω) και Consortia Europe Ltd (ανωτέρω), κρίνω ότι το γεγονός ότι στο επίδικο Διάταγμα δεν γίνεται ρητή αναφορά στον συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης μέσω Γάλλου επιδότη, αλλά στην επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών (Courier Service), δεν καθιστά άκυρη την εν λόγω επίδοση. Το επίδικο Διάταγμα επέτρεψε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση των δικαστικών εγγράφων στη Γαλλία και η μη συγκεκριμενοποίηση του τρόπου επίδοσης τους μέσω Γάλλου επιδότη, δεν μπορεί να καθιστά την επίδοση ως μη έγκυρη. Πολύ περισσότερο για τους Αιτητές 9 που επρόκειτο για τη δεύτερη και τρίτη επίδοση, μετά την επίδοση που προηγήθηκε μέσω Courier. Επαναλαμβάνω ότι «ο όλος σκοπός του Κανονισμού είναι να καθορίσει ένα σύγχρονο και ευέλικτο επίσημο τρόπο επίδοσης εγγράφων, με ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματική διαβίβαση δικαστικών εγγράφων». Τονίζεται ότι οι Αιτητές, μετά την καταχώριση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, ουδόλως αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο, είτε με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με τη διαδικασία της αντεξέτασης, τα όσα η ενόρκως δηλούσα για τους Καθ' ων η αίτηση ανέφερε με λεπτομέρεια σχετικά με τους τρόπους επίδοσης των δικαστικών εγγράφων στους Αιτητές. Η δε θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασαν μαρτυρία Γάλλου εμπειρογνώμονα σχετικά με τις πρόνοιες του Γαλλικού δικαίου ως προς την επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφορών, δεν οδηγεί κατά την άποψη μου, σε ακυρότητα της επίδοσης που διενεργήθηκε. Εάν η θέση των Αιτητών είναι ότι τέτοια επίδοση δεν επιτρέπεται από το Γαλλικό Δίκαιο, ήταν δική τους υποχρέωση να παρουσιάσουν τέτοια μαρτυρία, προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους, πράγμα όμως που παρέλειψαν να πράξουν. Προχωρώ να εξετάσω τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι το Διάταγμα ημερομηνίας 31.8.18 εκδόθηκε στη βάση του ότι η ενόρκως δηλούσα για τους Καθ' ων η αίτηση, είχε αναφέρει ότι οι Αιτητές ήταν γνώστες της αγγλικής γλώσσας. Ωστόσο, υποστήριξε ότι αυτοί δεν είναι γνώστες της αγγλικής γλώσσας και επικαλούμενος τη σχετική νομολογία περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, εισηγήθηκε την ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος ημερομηνίας 31.8.18. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΕΚ 1393/2007, ο παραλήπτης έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την επίδοση, εάν αυτή έγινε σε γλώσσα μη κατανοητή σ αυτόν, εντός μιας εβδομάδα από την επίδοση και η μη επίδοση σωστής μετάφρασης, μπορεί να θεραπευθεί με την επίδοση της σωστής μετάφρασης. Το άρθρο 8
(1)
(2)
(3)ορίζει ως ακολούθως: Άρθρο 8
(1)Η υπηρεσία παραλαβής ενημερώνει τον παραλήπτη, μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ, ότι μπορεί να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης ή μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μιας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, ή β) στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή, εάν αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες, στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του τόπου όπου πρόκειται να γίνει η επίδοση ή η κοινοποίηση.
(2)Εάν η υπηρεσία παραλαβής πληροφορηθεί ότι ο παραλήπτης αρνήθηκε να παραλάβει την πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενημερώνει αμέσως την υπηρεσία διαβίβασης με την έντυπη βεβαίωση του άρθρου 10, και επιστρέφει την αίτηση και τις πράξεις των οποίων ζητείται η μετάφραση.
(3)Εάν ο παραλήπτης αρνήθηκε να παραλάβει την πράξη βάσει της παραγράφου 1, τούτο μπορεί να θεραπευθεί μέσω της επίδοσης και κοινοποίησης στον παραλήπτη, βάσει του παρόντος κανονισμού, της πράξης συνοδευόμενης από μετάφραση σε μια από τις γλώσσες που προβλέπονται στην παράγραφο
- Στην περίπτωση αυτή, η ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης της πράξης είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη, συνοδευόμενη από μετάφραση, επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής. Όταν όμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία επίδοσης ή κοινοποίησης του πρωτοτύπου της πράξης, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος
- Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφαση C-519/13, Alpha Bank Cyprus Ltd v Dau Si Senh and others, μετά από παραπομπή ερωτημάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, αποφάσισε ότι η μη επίδοση κατάλληλης μετάφρασης δεν επιφέρει ακυρότητα στην επίδοση. Εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η άρνηση του παραλήπτη να δεχθεί την επίδοση είναι δικαιολογημένη. Τα πιο κάτω αποσπάσματα είναι σχετικά: «
- Συγκεκριμένα, η παράλειψη κοινοποιήσεως του εν λόγω τυποποιημένου εντύπου και η άρνηση παραλαβής πράξεως ελλείψει κατάλληλης μεταφράσεως είναι στενά συνδεδεμένες, στον βαθμό που, σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές, θίγεται η άσκηση, από τον παραλήπτη της εν λόγω πράξεως, του δικαιώματος του να αρνηθεί την παραλαβή της.
- Συνεπώς, μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, επέρχονται όμοιες έννομες συνέπειες.
- Εξάλλου, το να κηρυχθεί άκυρη είτε η προς επίδοση ή κοινοποίηση πράξη είτε η διαδικασία επιδόσεως ή κοινοποιήσεως δεν θα συμβάδιζε με τον σκοπό του κανονισμού 1393/2007, ο οποίος προβλέπει την άμεση, ταχεία και αποτελεσματική διαβίβαση, μεταξύ των κρατών μελών σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.» «
- Επιπλέον, σε περίπτωση που, μετά τη γνωστοποίηση αυτή, οι οικείοι παραλήπτες κάνουν χρήση του δικαιώματος τους αρνήσεως της παραλαβής της επίμαχης πράξεως, απόκειται στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υποθέσεως στο κράτος μέλος προελεύσεως να αποφανθεί εάν η άρνηση αυτή είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων της συγκεκριμένης υποθέσεως.» Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, σε αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο ΕΚ 1393/07 υπερισχύει της εγχώριας νομοθεσίας και τυπολατρικές προσεγγίσεις είναι αντίθετες με το πνεύμα του Κανονισμού και δεν μπορούν να εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση VKC Quality Investments Ltd ν Shammusi - Deen Alabi, Shitta Bey (ανωτέρω) είναι σχετικό: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την άποψή μας έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση Ειδοποίησης Κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του Κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 θ.
- Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του ΕΚ 1393/
- Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού προβλέπεται ότι από τη στιγμή που αποσταλεί η Βεβαίωση Επίδοσης σύμφωνα με τον ΕΚ 1393/2007, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα πρέπει να είναι δυνατή η άρνηση της επίδοσης. Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 «δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής» ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να ανησυχήσει ιδιαίτερα την ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστή, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι κοινή διαπίστωση ότι οι δικοί μας Θεσμοί χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε νa διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί (βλ. HE.NI.PA. Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1 CLR 371).» Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau κ.α Πολ. Εφέσεις Ε23/13 - 29/13 ημερομηνίας 12.4.16, αποφασίστηκε ότι οι τυπικές παραλείψεις είναι αυτοθεραπεύσιμες, ειδικά όταν ο Εναγόμενος έλαβε άμεσα γνώση της διαδικασίας και δεν επηρεάστηκαν τα δικαιώματα του. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό. «Με δεδομένη την παράβαση της Δ.48 θ.13 θα πρέπει να αναζητηθούν οι συνέπειες. Ενδεχομένως η παράβαση της Δ.48 θ.13 να είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση λήψης απόφασης ή σε σχέση με το χρόνο που το διάταγμα καθίστατο δεσμευτικό για το διάδικο (Δ.48 θ.12). Όμως η παράβαση της στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι τέτοια που από μόνη της θα έπρεπε να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης δυνάμει του ΕΚ 1393/2007. Με δεδομένο ότι επιδόθηκαν τα βασικά και πιο σημαντικά εναρκτήρια έγγραφα που προβλέπονται στο διάταγμα, το κενό θα μπορούσε εύκολα να θεραπευθεί, εάν δεν διαπιστώνονταν άλλα σημαντικά κωλύματα, με την εκ των υστέρων επίδοση του εγγράφου που δεν επιδόθηκε. Διαφορετική προσέγγιση δεν θα ήταν σε αρμονία με τον ΕΚ 1393/2007 ο οποίος θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη συμπερίληψης αντίγραφου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης σύμφωνα με τη Δ.48 θ.13 δεν έχει τη σημασία που αποδίδει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εφεσίβλητους. Ειδικά η περίπτωση επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καλύπτεται από τη Δ.6 στην οποία περιέχονται λεπτομερέστατες πρόνοιες ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Μάλιστα η Δ.6 θ.5 περιέχει και συγκεκριμένες πρόνοιες ως προς το περιεχόμενο του ιδίου του διατάγματος. Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 θ.13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού (βλ. Alder v. Orlowski, C-325/11, ημερ. 19.12.2012, ανωτέρω). Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχετικά Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc
(2010)1(Β) A.A.Δ.1395). Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί. Ενόψει των πιο πάνω, η αντίθετη κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η παράλειψη επίδοσης της μονομερούς αίτησης καθιστά την επίδοση άκυρη, είναι με κάθε σεβασμό εσφαλμένη. Η μη επίδοση μετάφρασης του διατάγματος. Ερχόμαστε τώρα στο διάταγμα. Με βάση το εθνικό δίκαιο (Δ.48 θ.12) και τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Earlsfield Steel Ltd, ανωτέρω, είναι δεδομένη η υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος. Πέραν τούτου, θα λέγαμε ότι είναι ορθή πρακτική το ίδιο το δικαστήριο να περιλαμβάνει όρο στο ίδιο το διάταγμα, για επίδοσή του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου γίνεται πρόνοια στο διάταγμα για το χρόνο εμφάνισης. Ανεξάρτητα αν στην προκειμένη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα δεν διέταξε την επίδοσή του, θεωρούμε ότι από τη στιγμή που οι Εφεσείοντες θεώρησαν σκόπιμο ούτως ή άλλως να συμπεριλάβουν στα έγγραφα για επίδοση και αντίγραφο του διατάγματος στην ελληνική, όφειλαν κατά την άποψή μας να το συνοδεύσουν με πιστή μετάφραση στην αγγλική. Όμως ούτε αυτή η παράλειψη είναι αρκετή για να ακυρώσει την όλη επίδοση όπως εσφαλμένα, κατά την άποψή μας, θεώρησε το πρωτόδικο δικαστήριο. Στην υπόθεση Leffler v. Berlin Chemie AG, ανωτέρω, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση πρόνοιες του προηγούμενου Κανονισμού 1348/2000, ο οποίος αντικαταστάθηκε με τον Καν. 1393/2007 αλλά περιείχε όμοιες διατάξεις, έκρινε ότι η μη επίδοση αναγκαίας μετάφρασης είναι θεραπεύσιμη. Όπως ανέφερε, οι επιπτώσεις από παραβίαση των Κανονισμών λόγω της ανάγκης για ομοιομορφία στον ευρωπαϊκό ενιαίο χώρο, δεν πρέπει να αποφασίζονται με βάση το εθνικό δίκαιο, αλλά με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο και ιδιαίτερα το σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Όπως τονίστηκε, για να διαφυλαχθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει ούτε να είναι περίπλοκοι και απαγορευτικοί, ούτε να εφαρμόζονται με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Ειδικά ως προς τη μη συμπερίληψη μετάφρασης εγγράφων προς επίδοση, το Δικαστήριο διατύπωσε τις εξής σκέψεις στις παραγράφους 49-53 της απόφασής του:- «
- Ερμηνευόμενος ο κανονισμός υπό την έννοια ότι προβλέπει τη θεραπεία της ελλείψεως μεταφράσεως ως ενιαία συνέπεια της αρνήσεως παραλαβής εγγράφου λόγω μη συντάξεως του σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή σε γλώσσα του κράτους μέλους αποστολής την οποία κατανοεί ο αποδέκτης του εγγράφου δεν αναιρεί τη σημασία του εθνικού δικαίου και του ρόλου του εθνικού δικαστή. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους απόκειται να καθορίσει τις δικονομικές λεπτομέρειες των ενδίκων βοηθημάτων που προορίζονται για την προάσπιση των δικαιωμάτων που οι πολίτες αντλούν από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1976, Rewe, 33/76, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5).
- Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, ωστόσο, ότι αυτές οι λεπτομέρειες εφαρμογής δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν δικαιώματα τα οποία αντλούνται από την εσωτερική έννομη τάξη (αρχή της ισοδυναμίας), ούτε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δύσκολη την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Rewe, σκέψη 5, απόφαση της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani, Συλλογή 1997, σ. I-4025, σκέψη 27, και απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-231/96, Edis, Συλλογή 1998, σ. I-4951, σκέψη 34). Συναφώς, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας με τα σημεία 38 και 64 των προτάσεων της, η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν πρέπει να συνεπάγεται την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του, παρά μόνο στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν τον λόγο υπάρξεως και τον σκοπό του κανονισμού.
- Συνεπώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κανονισμός δεν προβλέπει τις συνέπειες ορισμένων πράξεων, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εφαρμόζουν, καταρχήν, το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζοντας την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και να απορρίπτουν, αν παραστεί ανάγκη, μια εθνική ρύθμιση που αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή αυτή ή να ερμηνεύουν ένα εθνικό μέτρο το οποίο θεσπίστηκε λαμβανομένης υπόψη μιας αμιγώς εσωτερικής καταστάσεως προκειμένου να την εφαρμόσουν στην επίδικη διασυνοριακή υπόθεση (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239, σκέψη 16, και της 19ης Ιουνίου 1990, C-213/89, Factortame κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I-2433, σκέψη 19, της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-453/99, Courage και Crehan, Συλλογή 2001, σ. 1-6297, σκέψη 25, και της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, C-253/00, Muñoz και Superior Fruiticola, Συλλογή 2002, σ. I-7289, σκέψη 28).
- Στον εθνικό δικαστή απόκειται επίσης να μεριμνά για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των διαδίκων, ιδίως του δικαιώματος του αποδέκτη εγγράφου να έχει επαρκή χρόνο στη διάθεση του για να προετοιμάσει την άμυνα του ή το δικαίωμα του αποστολέα να μην υποστεί, στο πλαίσιο π.χ. διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων κατά την οποία ο εναγόμενος ερημοδικεί, τις αρνητικές συνέπειες μιας αμιγώς παρελκυστικής και προδήλως καταχρηστικής αρνήσεως παραλαβής ενός μη μεταφρασθέντος εγγράφου, ενώ μπορεί να αποδειχθεί ότι ο αποδέκτης του κατανοεί τη γλώσσα του κράτους μέλους αποστολής στην οποία συντάχθηκε το εν λόγω έγγραφο.
- Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το Άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, οσάκις ο αποδέκτης εγγράφου αρνείται να το παραλάβει με την αιτιολογία ότι αυτό δεν έχει συνταχθεί σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής ή σε γλώσσα του κράτους μέλους αποστολής την οποία ο αποδέκτης κατανοεί, ο αποστολέας μπορεί να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή αποστέλλοντας την αιτούμενη μετάφραση.» Επίσης στην υπόθεση Weiss und Partner GbR v. Industrie-und Handelskammer Berlin, ανωτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησε ότι η συμπερίληψη μεταφράσεων εγγράφων που είναι υποστηριχτικά του εναρκτηρίου της δίκης εγγράφου, δεν είναι απολύτως αναγκαία αν θα χαθεί πολύτιμος χρόνος για μετάφραση τους. Όπως ελέχθη, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν το περιεχόμενο ενός εγγράφου εναρκτήριου της δίκης, επιτρέπει στον εναγόμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα του και ειδικότερα κατά πόσον του επιτρέπει να αναγνωρίσει το αγώγιμο δικαίωμα και να αντιληφθεί ότι εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία εναντίον του στο δικαστήριο. Εάν από την άλλη, το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι στα επισυναπτόμενα έγγραφα υπάρχουν πληροφορίες που πρέπει να έρθουν σε γνώση του εναγομένου, τότε το πρόβλημα της μη επίδοσης του εγγράφου, μπορεί να θεραπευθεί. Αν πρόκειται για μη μετάφραση και αυτή η παράλειψη επιλύεται με βάση το εθνικό διαδικαστικό δίκαιο, έχοντας πάντοτε υπόψη την ανάγκη για διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (βλ. παραγράφους 74-76 του σκεπτικού της απόφασης). Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Trustor AB v. Barclays Bank Plc & Ors [2001] EWCA Civ. 398 και Harris Calnan Construction Co Ltd v. Ridgewood (Kensington) Ltd, ανωτέρω και στις οποίες παρόμοιες παρατυπίες, αν και ουσιαστικές, θεωρήθηκαν ότι θα μπορούσαν μέσα στο αντίστοιχο πνεύμα του Καν. 44/2001να θεραπευθούν, παρά να αφεθούν να οδηγήσουν σε ακύρωση της επίδοσης. Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση, εφόσον το κλητήριο ένταλμα διέτασσε όπως η εμφάνιση γίνει μέσα σε 10 μέρες από την επίδοση, ενώ το διάταγμα μέσα σε 60 μέρες από την επίδοση. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Γι' αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσίβλητους. Το διάταγμα, μόνο με την επίδοση του μαζί με μετάφραση θα είχε ισχύ έναντι των Εφεσιβλήτων, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.12.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τυπικές παραλείψεις ή μη επίδοση μετάφρασης, δεν ακυρώνει την επίδοση και σε περιπτώσεις που ο Εναγόμενος δεν ερημοδίκησε αλλά εμφανίστηκε έγκαιρα στο Δικαστήριο, χωρίς να έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του, το θέμα αυτοθεραπεύεται, αφού δεν θα έχει κανένα νόημα να ακυρωθεί η επίδοση και να λάβουν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο, μιας διαδικασίας που ήδη γνωρίζει. Το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Κανονισμός (ΕΚ) 1393/2007 - Κανονισμός Επιδόσεων - κατ' άρθρο Ερμηνεία Π. Αρβανιτάκης και Ε. Βασιλακάκης
(2017)σελ. 103, (ανωτέρω) είναι επίσης σχετικό: «[Ο Κανονισμός] δεν καθόρισε θετικά, πότε επιβάλλεται η μετάφραση της επιδοτέας πράξεως, αλλά επέλεξε να ορίσει αρνητικά, πότε δεν είναι δυνατή η άρνηση παραλαβής της πράξεως εκ μέρους του παραλήπτη. Η επιλογή αυτή οφείλεται στη γενικότερη φιλοσοφία του Κανονισμού να μην αναγάγει τη μετάφραση της επιδιδόμενης σε υποχρέωση για τον αποστολέα, που θα έθετε ίσως αδικαιολόγητα εμπόδια στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας του, αλλά να εναποθέσει και στους δύο διαδίκους το βάρος να κρίνουν, αν η μετάφραση είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να κατοχυρωθεί πραγματικά το δικαίωμα άμυνας του εναγόμενου/ παραλήπτη. Έτσι, οι προϋποθέσεις αρνήσεως δεν ορίσθηκαν θετικά καθώς με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσε ο παραλήπτης να καθυστερήσει καταχρηστικά την εξέλιξη της διαδικασίας, ακόμη και αν δεν είχε πρόβλημα κατανοήσεως στη γλώσσα συντάξεως της επιδοθείσας πράξεως. Αντίθετα, ορίσθηκαν αρνητικά, με την έννοια ότι στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ο Κανονισμός δε δέχεται τη δυνατότητα του παραλήπτη να αρνηθεί την παραλαβή της πράξεως, θεωρώντας, με τα αυτόνομα κριτήρια που επιλέγει, τη συγκεκριμένη επίδοση εξ ορισμού ως έγκυρη, ακόμη και αν στην πραγματικότητα ο παραλήπτης έχει πρόβλημα κατανοήσεως της συγκεκριμένης γλώσσας.» Στο ίδιο Σύγγραμμα, στη σελ. 115 αναφέρεται ότι δεν είναι δυνατή η άρνηση παραλαβής της επίδοσης μετά την παρέλευση της μιας εβδομάδας, σύμφωνα με το άρθρο 8 (ανωτέρω). Το πιο κάτω απόσπασμα είναι επίσης σχετικό: «Αν δεν υπάρχει άρνηση του παραλήπτη, ακόμη και όταν πρόκειται για επίδοση αμετάφραστης πράξεως σε γλώσσα την οποία ο ίδιος δεν κατανοεί, η κοινοποίηση ταυτίζεται κατ' αποτέλεσμα με την άτυπη επίδοση fformlose Zustellung), δηλαδή την οικειοθελή παραλαβή του επιδιδόμενου εγγράφου, οπότε [...] η επίδοση θεωρείται ως νόμιμη. Μεταγενέστερη επίκληση της μη κατανοήσεως της επιδοθείσας πράξεως δεν είναι δυνατή.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, τα επίδικα έγγραφα επιδόθηκαν στους Αιτητές 9 για τρίτη φορά στις 30.10.18 και συνοδεύοντο από Γαλλικές μεταφράσεις, τα οποία παρέλαβε ο Αιτητής 15 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των Αιτητών 9 (τεκμήριο 3 στην ένσταση). Περαιτέρω, επιδόθηκαν τα έγγραφα στον Αιτητή 15 στις 13.11.18, τα παρέλαβε ο ίδιος προσωπικά και τα έγγραφα συνοδεύοντο με γαλλική μετάφραση (τεκμήριο 5 στην ένσταση), όπως και στον Αιτητή 14, στον οποίο επιδόθηκαν στις 19.9.18 (τεκμήριο 4 στην ένσταση). Επομένως, οι Αιτητές 9, 15 και 14, είχαν στη διάθεση τους από τις 30.10.18, 13.11.18 και 19.9.18 αντίστοιχα, τις γαλλικές μεταφράσεις των εγγράφων και συνεπώς τα δικαιώματα τους ουδόλως επηρεάστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση, το μόνο πρόσωπο που επισκέφθηκε τα γραφεία των Γάλλων δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο Αιτητής 14 στις 22.10.18 - αν και η επίδοση διενεργήθηκε σ' αυτόν στις 19.9.18 - με σκοπό την άρνηση παραλαβής της επίδοσης στους Αιτητές 9 (που έγινε στις 11.10.18) και όχι την άρνηση παραλαβής της επίδοσης που έγινε σ' αυτόν προσωπικά. Επομένως, κανένας από τους Αιτητές δεν αρνήθηκε την παραλαβή των εγγράφων - λόγω μη μετάφρασης τους σε γλώσσα κατανοητή γι' αυτούς - εντός μιας εβδομάδας από την επίδοση τους, σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του ΕΚ 1393/2007 και συνεπώς η επίδοση θεωρείται νόμιμη, η δε μεταγενέστερη επίκληση εκ μέρους των Αιτητών της μη κατανόησης εκ μέρους τους, των επιδοθέντων εγγράφων, δεν είναι δυνατή (βλ. Σύγγραμμα (ανωτέρω) σελ. 115). Διευκρινίζεται ότι η επίσκεψη του Αιτητή 14 στις 22.10.18, για άρνηση παραλαβής της επίδοσης των εγγράφων στους Αιτητές 9 στις 11.10.18, είναι εκπρόθεσμη εφόσον υπερβαίνει το χρόνο της μιας εβδομάδας. Η επίδοση στον Αιτητή 14 προσωπικά έγινε στις 19.9.18 και συνεπώς και αν ακόμη η επίσκεψη του Αιτητή 14 στις 22.10.18 ήταν για άρνηση της επίδοσης των εγγράφων για τον ίδιο προσωπικά και πάλι αυτή είναι εκπρόθεσμη. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι Αιτητές ουδόλως αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο την εν λόγω θέση των Καθ' ων η αίτηση, είτε με καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές. Σημειώνεται περαιτέρω ότι οι Καθ' ων η αίτηση, έχουν καταχωρίσει στο φάκελο του Δικαστηρίου, μέσω ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 7.3.19, μεταφράσεις των επίδικων εγγράφων στα ρωσικά, οι οποίες είναι στη διάθεση των Αιτητών. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(3)του ΕΚ 1393/2007 και την υπόθεση C - 519/13, Alpha Bank Cyprus Ltd v Si Senh Dau and others (ανωτέρω), η μη επίδοση μεταφράσεων, μπορεί να θεραπευθεί σε οποιοδήποτε στάδιο με την παροχή τέτοιων μεταφράσεων στους Εναγόμενους και σε καμιά περίπτωση δεν επιφέρει ακύρωση της επίδοσης. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές έλαβαν μεταφράσεις των εγγράφων στη γαλλική γλώσσα, αλλά βρίσκεται στη διάθεση τους και η πιο πάνω μετάφραση τους στα Ρωσικά, καταλήγω ότι η παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να επιδόσουν τα έγγραφα ευθύς εξ αρχής με μεταφράσεις στη γαλλική ή ρωσική γλώσσα, έχει ήδη θεραπευθεί με τις πιο πάνω ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση και συνεπώς δεν εγείρεται θέμα ακύρωσης της επίδοσης γι' αυτό τον λόγο. Εν πάση περιπτώσει, κρίνω ότι η οποιαδήποτε τυχόν παρατυπία ενδεχομένως να υπήρξε στη διαδικασία επίδοσης των εγγράφων στους Αιτητές, αυτή έχει αυτοθεραπευθεί, χωρίς να υπάρχει ανάγκη λήψης οποιουδήποτε περαιτέρω διαβήματος, εφόσον είναι δεδομένο ότι οι Αιτητές, εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο, εμφανίστηκαν έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5.10.18 και στις μετέπειτα δικασίμους και αμφισβήτησαν την έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων. Συνεπώς τα δικαιώματα τους δεν επηρεάστηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Συνακόλουθα, η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο