← Κύπρος

Morozov ν. Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3296/2018, 24/4/2019

Morozov ν. Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3296/2018, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3296/2018 Μεταξύ: XXXXX Morozov Ενάγοντος και

  1. XXXXX Σοφοκλέους
  2. Transcapital Business Consulting Ltd
  3. Transcapital Nominees Ltd
  4. Orlandini Enterprises Ltd
  5. XXXXX Σοφοκλέους
  6. XXXXX Σοφοκλέους
  7. XXXXX (XXXXX) Παυλίδου Εναγομένων Ημερομηνία: 24.4.2019 Αίτηση του ενάγοντος ημερομηνίας 30.11.2018 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος Για τον Αιτητή: κα Κωνσταντίνου για κ.κ. Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Κολοκασίδης μαζί με κ. Μιχαήλ για κ.κ. Γεώργιος Κολοκασίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή σε Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, απόφαση διά της οποίας να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες κατέχουν και/ή διαχειρίζονται τις μετοχές οι οποίες αντιστοιχούν στο 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 4 εταιρείας δυνάμει εμπιστευμάτων και/ή υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου προς όφελος του ενάγοντα και/ή ότι οι εν λόγω μετοχές αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του ενάγοντα. Ζητά επίσης διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι οι εναγόμενες 2 και 3 κατακρατούν και/ή οικειοποιούνται παράνομα και/ή κατά παράβαση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δόλου και/ή απάτης μετά των εναγομένων 1, 5, 6 και 7 σε βάρος του ενάγοντα 10.000 μετοχές του ήτοι το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης
  8. Ζητά ακόμα διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται όλοι οι εναγόμενοι όπως εντός 10 ημερών παραδώσουν ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία και χρέη της εναγόμενης 4, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές και απώλειες που υπέστη και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αγωγής ο ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση για προσωρινό Διάταγμα. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την αίτηση του ενάγοντα και όσα αυτός παρέθεσε στην ένορκή του δήλωση που την συνόδευε, εξέδωσε Διάταγμα ως οι αιτούμενες θεραπείες (Α) και (Β) της αίτησης με το οποίο απαγορεύτηκε στους εναγόμενους 1, 2 και 3 να πωλήσουν, διαθέσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν τις 10.000 μετοχές που αποτελούν το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 4 εταιρείας μέχρι την ακρόαση της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου καθώς και Διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στους εναγόμενους 1, 2 και 3 να προβούν σε οποιαδήποτε αλλαγή και/ή αυξομείωση στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 4 και/ή στη διοικητική της δομή. Τα αιτητικά (Γ) και (Δ) της εν λόγω αίτησης με τα οποία ο ενάγων ζητά να διαταχθούν οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 5 και 7 να προχωρήσουν αμέσως σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για τη μεταβίβαση των ως άνω μετοχών στον ενάγοντα και για την εκτέλεση και/ή κοινοποίηση όλων των απαραιτήτων εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών διατάχθηκε να επιδοθούν. Η ΕΠΙΔΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 29, 31, 32 και 68 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4 - 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/1988, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο, Κεφ. 193, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1 - 9 και 64, στη νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ένορκη δήλωση του ενάγοντα είναι γραμμένη στη ρωσσική γλώσσα, κάτι το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 5

(1)και
(4)του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο 67/1988 δεν είναι επιλήψιμο, αφού προνοείται ότι σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και ως έγγραφο ορίζεται και η ένορκη δήλωση. Ο ενάγων ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι είναι ο τελικός δικαιούχος όλου του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 4 εταιρείας και προς τούτο επισύναψε ως τεκμήρια 1 και 1Α τα πρωτότυπα Έγγραφα Καταπιστεύματος ημερομηνίας 26.3.
  1. Διευθυντής της εναγομένης 4 εταιρείας είναι ο εναγόμενος 5 και ο γραμματέας της ο εναγόμενος
  2. Οι εναγόμενες 2 και 3, είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο και είναι οι κάτοχοι 5.000 μετοχών έκαστη του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 4 εταιρείας. Οι εναγόμενες 2 και 3, ως οι καταπιστευματοδόχοι του ενάγοντα, συμφώνησαν να μεταβιβάσουν τις μετοχές σύμφωνα με τις εκάστοτε οδηγίες που θα τους έδιδε ο ενάγων. Ο ενάγων ισχυρίζεται επίσης ότι λόγω της συμπεριφοράς του εναγομένου 1 και του πρώην συνεργάτη του XXXXX Αγγελή υπήρξε πλήρης κλονισμός της μεταξύ τους σχέσης εμπιστοσύνης και λόγω τούτου ο ενάγων στις 18.6.2018 αποφάσισε να μετακινήσει τις εναγόμενες 2 και 3 εταιρείας από τη θέση του μετόχου της εναγόμενης 4 εταιρείας, να σταματήσει τη συνεργασία του με τον εναγόμενο 1 και να προχωρήσει σε συνεργασία με τον δικηγόρο κ. Κοντεμενιώτη. Στις 18.6.2018 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ενημερώνοντας τους εναγόμενους 1, 2 και 3 για αυτή την απόφασή του. Ο ενάγων ισχυρίζεται επίσης ότι στις 28.11.2018 επισκέφθηκε μαζί με τον δικηγόρο του, τη σύζυγο και τη θυγατέρα του τα γραφεία της εναγόμενης 2 εταιρείας όπου συναντήθηκε με τον εναγόμενο 1, διευθυντή των εναγομένων 2 και 3 εταιρειών. Κατά την εν λόγω συνάντηση ζήτησε από τον εναγόμενο 1, δίδοντάς του σχετικές γραπτές οδηγίες τις οποίες επισύναψε ως τεκμήρια 5 και 6 στην ένορκή του δήλωση, να μεταβιβάσει στον ίδιο (τον ενάγοντα) τις μετοχές της εναγομένης 4 που κρατούσε για λογαριασμό του. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του ενάγοντα και έσκισε τα τεκμήρια 5 και 6 τα οποία ο ενάγων του είχε παραδώσει. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει από τους δικηγόρους του η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου 1 είναι σε καταφανή παραβίαση της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ τους. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενέργειες των εναγομένων δείχνουν ότι πρόθεσή τους είναι να πετύχουν πλήρη έλεγχο της εναγόμενης 4 εταιρείας μετά που διορίστηκαν μέτοχοι και διευθυντές της αφού γνωρίζουν τη μεγάλη αξία της και ότι ποτέ δεν είχαν πρόθεση να εκπληρώσουν τους όρους των καταπιστευμάτων. Ισχυρίζεται επίσης ότι η αγωγή του έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας και ότι η δικαιολογία την οποία επικαλούνται οι εναγόμενοι για να μην μεταβιβάσουν τις μετοχές του στον ίδιο και συγκεκριμένα ότι βρίσκονται σε διαμάχη με τον πρώην συνεργάτη τους, είναι αβάσιμη και υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι εναγόμενες 2 και 3 να μεταβιβάσουν τις επίδικες μετοχές σε άγνωστά του πρόσωπα. Ισχυρίζεται τέλος ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη καθότι τυχόν απόφαση για ανάκτηση των μετοχών δεν θα μπορεί να εκτελεστεί ούτε οι εναγόμενοι έχουν περιουσία ικανή να δεσμευτεί προς ικανοποίηση της τυχόν εκδοθείσας υπέρ του απόφασης. Η ΕΝΤΑΣΗ Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 5 και 7 καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν 17 λόγους για την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ότι ο αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των στοιχείων της υπόθεσης, η αίτηση δεν είναι επείγουσας φύσης, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς ή ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ο αιτητής δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από τη μη έκδοση των διαταγμάτων, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγομένων και υπέρ της ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων, τα διατάγματα θα εκδοθούν επί ματαίω και οι αιτούμενες θεραπείες είναι ταυτόσημες με την αξίωσή του στην αγωγή. Η ένσταση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στον Νόμο 67/1988, στο Κεφ. 193, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος, στα Κεφ. 148 και 149, στον περί Ρύθμισης των Εταιρειών Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμο 196(Ι)/2012, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές αρχές και τη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου
  3. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι είναι δικηγόρος και η εναγόμενη 2 εταιρεία παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών. Οι εναγόμενες 2 και 3 παρέχουν υπηρεσίες καταπιστευματοδόχου προς τον ενάγοντα για τις 10.000 μετοχές της εναγομένης 4 εταιρείας που κατέχουν για λογαριασμό του δυνάμει 2 εγγράφων καταπιστεύματος ημερομηνίας 26.3.2012 τα οποία ο ενάγων επισύναψε ως τεκμήρια 1 και 1Α στην ένορκή του δήλωση. Ισχυρίζεται ότι η ρωσσική γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η ένορκη δήλωση του ενάγοντα καθώς και η μετάφρασή της στην αγγλική δεν αποτελούν επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας και οι δικαστικές διαδικασίες δεν διεξάγονται στις γλώσσες αυτές. Ο εναγόμενος 1 παραδέχεται τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η αξία των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 4 εταιρείας ανέρχεται σε Δολάρια Η.Π.Α. 5.237.
  4. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται επίσης ότι όλες οι υπηρεσίες της εναγομένης 2 προς τον ενάγοντα και την εναγομένη 4 εταιρεία προσφέρονταν από υπαλλήλους της εναγομένης 2 στην Κύπρο και τη Μόσχα. Το πρόσωπο το οποίο διεύθυνε το γραφείο της εναγομένης 2 στη Μόσχα ήταν ο XXXXX Αγγελή εναντίον του οποίου οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέθεσαν την αγωγή 3746/2017 του Ε. Δ. Λευκωσίας. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε προσωρινό Διάταγμα στις 18.10.2017 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 4.6.
  5. Με αυτό απαγορεύθηκε στο εν λόγω πρόσωπο ή/και στους αντιπροσώπους του ή/και υπαλλήλους του ή/και άλλα νομικά πρόσωπα τα οποία ελέγχονται, άμεσα ή έμμεσα από αυτούς να προσφέρουν οποιαδήποτε διοικητική ή άλλη συναφή υπηρεσία ή και να εκδώσουν οιονδήποτε τιμολόγιο προς πρόσωπα στα οποία η εναγόμενη 2 προσφέρει υπηρεσίες ή να επιχειρεί να αποκτήσει ως πελάτες πρόσωπα στα οποία η εναγόμενη 2 προσφέρει υπηρεσίες ή να πείσουν τέτοια πρόσωπα να διακόψουν τη σχέση τους με την εναγόμενη 2 εταιρεία, ενάγουσα 2, στην ως άνω αγωγή. Αντίγραφο των εν λόγω Διαταγμάτων επισύναψε ως τεκμήριο 3Α στην ένορκη δήλωσή του. Ισχυρίζεται επίσης ότι μετά την έκδοση και επίδοση του εν λόγω διατάγματος στον XXXXX Αγγελή αυτός, συνεργαζόμενος με άλλα πρόσωπα και ειδικά με τον XXXXX Κοντεμενιώτη έπεισαν αρκετούς πελάτες της εναγόμενης 2 και ζήτησαν από αυτή να μεταφέρει τις εταιρείες τους στο γραφείο του Κοντεμενιώτη σε πλήρη παράβαση του Διατάγματος του Δικαστηρίου στην αγωγή 3746/
  6. Μεταξύ αυτών των προσώπων τα οποία ζήτησαν να μεταφερθούν οι εταιρείες τους στον Κοντεμενιώτη ήταν και ο ενάγων ο οποίος στις 18.6.2018 έστειλε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Ο Κοντεμενιώτης στις 25.6.2018 ζήτησε εκ μέρους του ενάγοντα να υπογραφούν διάφορα έγγραφα για την πραγματοποίηση της μεταφοράς των εταιρειών του ενάγοντα και η εναγόμενη 2 στις 28.6.2018 έστειλε στον ενάγοντα ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο ζήτησε να της δοθούν οι σχετικές πληροφορίες για να προχωρήσει η μεταβίβαση των φακέλων. Μεταξύ των εγγράφων τα οποία ο Κοντεμενιώτης του είχε αποστείλει με το ηλεκτρονικό του μήνυμα στις 25.6.2018 ήταν η υπογραφή εγγράφων μεταφοράς επ' ονόματι της MATPLEX LTD (εταιρείας του XXXXX Κοντεμενιώτη) των μετοχών που κατέχουν οι εναγόμενες 2 και 3 στην εναγόμενη
  7. Στις 18.10.2018 οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέθεσαν αίτηση παρακοής εναντίον του XXXXX Αγγελή και του XXXXX Κοντεμενιώτη για παράβαση του Διατάγματος στην αγωγή 3746/
  8. Στις 28.11.2018 ο εναγόμενος 1 συναντήθηκε με τον ενάγοντα ο οποίος του ζήτησε να πληροφορηθεί για τον λόγο που οι εταιρείες του δεν είχαν μεταφερθεί στο γραφείο του Κοντεμενιώτη. Ο εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε εκ μέρους του παράβαση του Διατάγματος ημερομηνίας 18.10.2017 και του ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 θα ήταν πρόθυμη να εξετάσει αίτημά του για μεταφορά σε άλλο πάροχο υπηρεσιών υπό συνθήκες που δεν θα συνιστούσαν παράβαση του εν λόγω Διατάγματος. Ο εναγόμενος 1 αρνείται ότι ο ενάγων του ανέφερε πως επιθυμεί να εγγράψει τις μετοχές στο όνομά του και πως του παρέδωσε τα τεκμήρια 5 και 6 που ο τελευταίος επισύναψε στην ένορκή του δήλωση και στα οποία φαίνεται ότι ζητά να μεταβιβαστούν οι επίδικες μετοχές στον ίδιο προσωπικά. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 29.11.2018 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον ενάγοντα (τεκμήριο 18 στην ένορκή του δήλωση) με το οποίο εξηγούσε στον τελευταίο ότι λόγω της ύπαρξης του Διατάγματος ημερομηνίας 18.10.2017 η εναγόμενη 2 δεν μπορούσε να συγκατατεθεί στη μεταφορά των εταιρειών του ενάγοντα στον κ. Κοντεμενιώτη και ότι οι εναγόμενοι θα συνέχιζαν να του παρέχουν υπηρεσίες καταπιστευματοδόχου στις εταιρείες του. Ισχυρίζεται τέλος ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς ή βλάβης του ενάγοντα επειδή οι εναγόμενοι συνεχίζουν να εξυπηρετούν και να προσφέρουν διοικητικές υπηρεσίες στην εναγόμενη 4 ούτε υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των μετοχών της αφού ο ενάγων εξακολουθεί να χειρίζεται προσωπικά τα περιουσιακά της στοιχεία και είναι ο μόνος ο οποίος δεσμεύει τους λογαριασμούς που αυτή διατηρεί σε διάφορες τράπεζες και χρηματιστήρια. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Κατά την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο με τις οποίες υποστηρίζουν έκαστος τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Η πλευρά του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρη η κατάρρευση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων και ότι οι τελευταίοι, παρόλο που παραδέχονται ότι ο ενάγων είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των μετοχών της εναγομένης 4, αρνούνται να συμμορφωθούν με τις ρητές εντολές του και να του τις παραδώσουν. Προβάλλουν ως λόγο την ύπαρξη του Διατάγματος στην αγωγή 3746/2017 στην οποία η εναγόμενη 3 εταιρεία δεν είναι διάδικος και συνεπώς δεν μπορεί να το επικαλείται για να δικαιολογήσει την άρνησή της να δώσει τις μετοχές στον ιδιοκτήτη τους. Αναφορικά με τα προστατικά διατάγματα τα οποία ζητούνται με τις αιτούμενες θεραπείες (Γ) και (Δ) της αίτησης εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοσή τους. Η πλευρά των εναγομένων εισηγήθηκε ότι ο ενάγων παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και συγκεκριμένα παρέλειψε να αναφερθεί σε όσα μεσολάβησαν από τις 18.6.2018 μέχρι και τις 28.11.2018 και τη συνάντηση που είχε ο εναγόμενος 1 με τον ενάγοντα. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης της αναγκαιότητας συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει Διατάγματα αυτή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για την έκδοσή τους στο Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  9. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου επεξηγήθηκε και διασαφηνίστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vouitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453) και από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι για να εκδοθεί ενδιάμεσο Διάταγμα πρέπει να συντρέχουν οι τρεις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία και (γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του Διατάγματος. Επιπρόσθετα, στις υποθέσεις Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, Κούνουνα v. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1361 και Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 152, αναφέρθηκε ότι η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα (Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό σε κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, νοουμένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, αυτό ανάγεται κατ' εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Είναι επίσης νομολογημένο ότι η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον Διάταγμα δεν ενδείκνυται (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Προτού όμως το Δικαστήριο διαπιστώσει τη συνδρομή των τριών πιο πάνω θεσμικών προϋποθέσεων πρέπει προηγουμένως να ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής δεν έχει αποκρύψει οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός που πιθανόν να επηρέαζε την κρίση του κατά την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος μονομερώς. Στην υπόθεση Κατερίνα Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, λέχθηκε ότι: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων. (Attorney-General a.o. v. Savvides (Νο. 2)
(1979)1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Στην ως άνω υπόθεση λέχθηκε επίσης ότι ένα προστακτικό Διάταγμα, με βάση διαχρονική νομολογία, σπάνια εκδίδεται και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (Shepherd Homes v. Sandham [1971] Ch. 340 και David Bean: Injunctions, 8η Έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. E6/2014, ημερ. 27 Φεβρουαρίου 2015) λέχθηκε ότι «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης δεν προχωρεί στο στάδιο αυτό σε κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ένας από τους λόγους ένστασης που προβλήθηκε από τους εναγόμενους είναι ότι ο ενάγων απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και ειδικότερα ότι παρέλειψε να αναφερθεί σε όσα μεσολάβησαν από τις 18.6.2018 μέχρι και τις 28.11.2018 και τη συνάντηση που είχε ο εναγόμενος 1 με τον ενάγοντα. Τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός και ποιες οι συνέπειες της απόκρυψης τέτοιου γεγονότος εξετάστηκαν στις υποθέσεις Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791. Στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά., αναφέρθηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin SA. v. Ship (Platonch"
(1978)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and Others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030. Στη Zachariades v. Liveras and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μή αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co. [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μή αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) και Άλλου,
(1990)1 Α.Α.Δ. 219· και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co. και Άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 490 η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω.) Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria [1984]1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen [1908] Ρ.189.Boyce v. Gill [1981] 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστόφορου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μή αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland and Co of USA, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Demstar (ανωτέρω - απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι το καθήκον προς αποκάλυψη συναρτάται προς την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε ζητείται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό· ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Από την επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο αιτητής αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, το μονομερώς εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland and Co of USA). Ενόψει αυτής της δραστικής συνέπειας που ενέχει η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και του σχετικού λόγου ένστασης ο οποίος προβλήθηκε από τους εναγόμενους προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγων παρέβη αυτή την υποχρέωση την οποία είχε. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 18.6.2018 έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους εναγόμενους ζητώντας να μεταφερθούν οι εταιρείες του, περιλαμβανομένης της εναγόμενης 4, στον κ. Κοντεμενιώτη, αλλά δεν επισύναψε το μήνυμα ως τεκμήριο για να είναι το περιεχόμενό του διαθέσιμο στο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 1 δεν αμφισβήτησε ότι ο ενάγων πράγματι έδωσε οδηγίες για να μεταφερθούν οι εταιρείες του στον κ. Κοντεμενιώτη, επισύναψε δε ως τεκμήριο 5 στην ένορκή του δήλωση το ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Κοντεμενιώτη ημερομηνίας 25.6.2018 το οποίο ο τελευταίος απέστειλε προς την εναγόμενη
  3. Στο εν λόγω μήνυμα ο κ. Κοντεμενιώτης επισύναψε τα έγγραφα τα οποία ζητούσε από τους εναγόμενους να υπογράψουν για να καταστεί δυνατή η μεταφορά των μετοχών που οι εναγόμενες 2 και 3 εταιρείες κατείχαν για λογαριασμό του ενάγοντα στην εναγόμενη 4 εταιρεία. Από αυτά τα έγγραφα, τα οποία επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο 5Α στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, φαίνεται ότι ο κ. Κοντεμενιώτης είχε ετοιμάσει έγγραφα για την μεταβίβαση των εν λόγω μετοχών στην εταιρεία MATPLEX LTD και όχι στον ενάγοντα προσωπικά. Ο ενάγων δεν αποκάλυψε στην ένορκή του δήλωση την επιστολή ημερομηνίας 25.6.2018 την οποία ο κ. Κοντεμενιώτης απέστειλε στην εναγόμενη 2 ούτε τα έγγραφα τα οποία επισύναψε στην εν λόγω επιστολή. Ο ενάγων παρέλειψε επίσης να αναφερθεί στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 28.6.2018 (τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1) το οποίο η εναγόμενη 2 του απέστειλε και με το οποίο του επιβεβαίωσε τη λήψη του ηλεκτρονικού του μηνύματός ημερομηνίας 18.6.2018 και του ζητούσε επίσης να της δώσει διάφορες αναγκαίες προς την υλοποίηση του εν λόγω σκοπού πληροφορίες και έγγραφα. Ο ενάγων παρέλειψε επίσης να αποκαλύψει και το ηλεκτρονικό μήνυμα της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 9.7.2018 με το οποίο αυτή του ζητούσε να συνεργαστεί μαζί της για να ολοκληρωθεί η μεταφορά των εταιρειών του στον νέο πάροχο Διοικητικών Υπηρεσιών ως ήταν και η επιθυμία του. Παρέλειψε περαιτέρω να αποκαλύψει την επιστολή της εναγομένης 2 ημερομηνίας 2.8.2018, η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, με την οποία φαίνεται ότι οι εναγόμενοι ζητούσαν εκ νέου τη συνδρομή του ενάγοντα για να μπορέσουν να υλοποιήσουν τις οδηγίες του. Φαίνεται από τα όσα ανέφερα πιο πάνω ότι οι εναγόμενοι δεν αρνήθηκαν να μεταφέρουν τις εταιρείες του ενάγοντα σε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις επιθυμίες του αλλά αντιθέτως του ζήτησαν διάφορες πληροφορίες και έγγραφα για να μπορέσουν να τις υλοποιήσουν. Αντί όμως ο ενάγων να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή τη στάση των εναγομένων στο αίτημά του για μεταφορά των εταιρειών του σε άλλο δικηγόρο, στην ένορκή του δήλωση ισχυρίστηκε ότι ζήτησε από τους εναγόμενους να μεταβιβάσουν στον ίδιο προσωπικά τις μετοχές του στην εναγόμενη 4, τις οποίες οι εναγόμενες 2 και 3 κατέχουν ως καταπιστευματοδόχοι του, και ότι η στάση τους είχε σκοπό την απόκτηση του πλήρους ελέγχου της εναγόμενης 4 εταιρείας χωρίς να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντί του ως αυτές προκύπτουν από τα έγγραφα καταπιστεύματος ημερομηνίας 26.3.
  4. Ο ενάγων παρέλειψε να αποκαλύψει ότι αρχικά είχε ζητήσει την μεταφορά των εταιρειών του στον κ. Κοντεμενιώτη και όχι στον εαυτό του και ότι οι εναγόμενοι με την αλληλογραφία την οποία του απέστειλαν δεν αρνήθηκαν να υλοποιήσουν την επιθυμία του αυτή ζητώντας του να τους αποστείλει τις αναγκαίες προς τούτο πληροφορίες και έγγραφα. Ο ενάγων παρέλειψε επίσης να αναφερθεί στην επιστολή του εναγομένου 1 ημερομηνίας 29.11.2018, η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 19 στην ένορκή του δήλωση, με την οποία ο εναγόμενος 1 του εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η μεταφορά των εταιρειών στον κ. Κοντεμενιώτη δεν μπορεί να γίνει και του ανέφερε ότι δεν υπάρχει κανένα κώλυμα η μεταφορά να γίνει σε άλλο πρόσωπο που δεν θα συνιστά παράβαση του Διατάγματος στην αγωγή 3746/2017, όπως είχε γίνει ήδη για μια άλλη εταιρεία του. Ο ενάγων χωρίς να αναφερθεί σε όλα αυτά ισχυρίστηκε ότι κατά τη συνάντηση του στις 28.11.2018 με τον εναγόμενο 1 του ζήτησε να μεταφερθούν οι μετοχές του στο όνομά του και ότι ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε να συμμορφωθεί σχίζοντας τα σχετικά έγγραφα με τις οδηγίες που του είχε παραδώσει. Με την ένορκή του δήλωση και με τα όσα έθεσε μονομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα αρνήθηκαν να μεταβιβάσουν τις επίδικες μετοχές στο όνομά του παραλείποντας όμως να αναφερθεί στη στάση των εναγομένων οι οποίοι αφενός είχαν ενώπιόν τους αίτημα για μεταφορά των εταιρειών στην εταιρεία MATPLEX LTD αντί στον ενάγοντα και αφετέρου δεν του αρνήθηκαν τη μεταφορά αλλά αντιθέτως ζήτησαν λεπτομέρειες και έγγραφα τα οποία ήταν αναγκαία για την υλοποίηση των πιο πάνω. Τα πιο πάνω τα οποία ο ενάγων παρέλειψε να αποκαλύψει φαίνεται ότι σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος και αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία εάν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξέταζε τη μονομερή αίτηση μπορούσαν να επηρέαζαν την κρίση του και ο ενάγων όφειλε να τα είχε αποκαλύψει. Από όσα ο ενάγων παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση φαίνεται ότι παραβίασε την αρχή που θέλει κάθε πρόσωπο που επιζητεί θεραπεία επί μονομερούς διαβήματος να αποκαλύπτει κάθε ουσιώδες σχετικό με το ζήτημα γεγονός. Από τη στιγμή που φάνηκε η απόκρυψη αυτή δεν μπορεί παρά να οδηγήσει αναπόφευκτα στην ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος, καθιστώντας έτσι περιττή την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με την εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  5. Η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 3.12.2018 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. Θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.