SKOUTARIS STEEL LTD ν. PRORERTYBOX CONSTRUCTIONS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1294/2018, 21/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A218 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1294/2018 Μεταξύ: SKOUTARIS STEEL LTD, εκ Λευκωσίας, Ολύμπου 7, Δάλι 2540, Λευκωσία Ενάγουσα και PRORERTYBOX CONSTRUCTIONS LIMITED, εκ Λευκωσίας, Κίμωνος 1, Έγκωμη, 2406, Λευκωσία, Κύπρος Εναγόμενη Ημερομηνία: 12.4.2019 Αίτηση της ενάγουσας ημερομηνίας 19.6.2018 για συνοπτική απόφαση Για την Αιτήτρια: κα Ιακώβου για κ.κ. Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση: κ. Παναγίδης για κ.κ. Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγομένης το ποσό των €19.475,79 ως υπόλοιπο οφειλόμενου χρέους δυνάμει εργασιών και/ή ως εύλογη αμοιβή, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 6.6.
- Με την επίδικη αίτηση η ενάγουσα αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης ως η Έκθεση Απαίτησης. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 ΘΘ.1 (α), 2 - 9, Δ.48 ΘΘ.1 - 13 και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ειδικότερα στο άρθρο 31, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος και στην πρακτική και στις συμφυείς και συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη νομολογία και στις αρχές της επιείκειας. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Σκουτάρη και στον φάκελο του Δικαστηρίου. Αυτά έχουν ως ακολούθως: ο ενόρκως δηλών είναι ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω προσωπικού χειρισμού της καθώς και από τα έγγραφα τα οποία κατέχει. Ισχυρίζεται ότι διάβασε το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενό του. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €19.475,79 δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. Επισύναψε αντίγραφο σχετικής κατάστασης λογαριασμού ως τεκμήριο Α η οποία στάλθηκε από την εναγόμενη προς την ενάγουσα μέσω τηλεομοιότυπου στις 21.12.2017 και από την οποία προκύπτει ότι η εναγόμενη αναγνώρισε ότι οφείλει προς την ενάγουσα το ποσό των €20.475,
- Έναντι του ως άνω ποσού η εναγόμενη κατέβαλε στις 22.1.2018 το ποσό των €1.000 και ως εκ τούτου παρέμεινε οφειλόμενο το επίδικο με την παρούσα αγωγή ποσό. Επισύναψε επίσης ως τεκμήριο Β στην ένορκή του δήλωση αντίγραφο της επιταγής που εξέδωσε η εναγόμενη με την οποία πληρώθηκε το ποσό των €1.
- Ισχυρίζεται επίσης ότι από τη νομική συμβουλή την οποία έλαβε από τους δικηγόρους της ενάγουσας και ως πραγματικά πιστεύει, η ενάγουσα έχει καλή υπόθεση εναντίον της εναγομένης και δικαιούται σε απόφαση για το συνολικό ποσό των €19.475,79 πλέον νόμιμο τόκο δεδομένου ότι η εναγόμενη οφείλει το εν λόγω ποσό το οποίο αποτελεί παραδεδεγμένο και/ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό. Εξ όσων πιστεύει η εναγόμενη εμποδίζεται να αμφισβητεί εκ των υστέρων το οφειλόμενο χρέος λόγω της αναγνώρισής του διά της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο Α. Πραγματικά πιστεύει ότι η εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας και ο μόνος λόγος που καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης είναι για να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης. Λόγω των πιο πάνω ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.3, Δ.18 ΘΘ.1 - 8, Δ.19 ΘΘ.13, 15 και 16, Δ.21 ΘΘ.2, 4 και 13, Δ.48 ΘΘ. 1 - 4, 8 και 9, Δ.64, στον περί Διαιτησίας Νόμο άρθρα 2, 7 και 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλει με την ένστασή της 6 λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι η αγωγή είναι πρόωρη, ότι η εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή και ότι υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση καθώς επίσης εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης τα οποία της δίδουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή της. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενόρκως δηλών δεν επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, ότι η ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει τα αληθή και ακριβή γεγονότα που προηγήθηκαν της αγωγής και/ή παραλείπει να αναφέρει το ακριβές περιεχόμενο της συμφωνίας και/ή το γεγονός ότι οι εργασίες που πρόσφερε η ενάγουσα ήταν ελαττωματικές και τέλος, ότι τυχόν έκδοση της αιτούμενης απόφασης θα στερήσει από την εναγόμενη το δικαίωμα να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να θέσει τις θέσεις της οι οποίες είναι βάσιμες. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Καμάσα. Με αυτή ισχυρίζεται ότι είναι διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ανέγνωσε την ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας και είναι η θέση του ότι η εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση την αγωγή και ότι υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση καθώς επίσης εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης τα οποία της δίδουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή της. Ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κατασκεύαζε για την εναγόμενη μεταλλικές κατασκευές σε διάφορα κατά καιρούς έργα τα οποία αναλάμβανε η εναγόμενη. Μεταξύ των εν λόγω έργων ήταν και η κατασκευή και τοποθέτηση χαλύβδινου σκελετού στην οικία κάποιου πελάτη της εναγόμενης σε χωριό της Επαρχίας Λευκωσίας για το ποσό των €17.715 πλέον Φ.Π.Α. Είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι σε περίπτωση καθυστέρησης και πλημμελούς εκτέλεσης των εργασιών από την ενάγουσα, οποιαδήποτε ποσά θα αφαιρούνταν από την αμοιβή της εναγομένης από τον πελάτη της θα αφαιρούνταν στη συνέχεια και από την αμοιβή την οποία θα κατέβαλλε η εναγόμενη προς την ενάγουσα. Διαπιστώθηκε από τους επιβλέποντες μηχανικούς και αρχιτέκτονες του έργου ότι μερικές από τις εργασίες που είχε εκτελέσει η ενάγουσα στην εν λόγω οικία εκτελέστηκαν πλημμελώς και ότι επίσης υπήρξε καθυστέρηση στην εκτέλεσή τους από την ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι συνεπεία τούτων θα πρέπει να αφαιρεθούν από την αμοιβή της ενάγουσας τα σχετικά ποσά που θα αφαιρεθούν από την αμοιβή της εναγόμενης. Επισύναψε επί τούτου σχετική επιστολή των αρχιτεκτόνων του έργου ημερομηνίας 16.2.2018 ως τεκμήριο 2 στην ένορκή του δήλωση. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού η οποία επισυνάφθηκε ως τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι αυτή απλώς εμφανίζει τις χρεοπιστώσεις τις οποίες έκανε η ενάγουσα και τις οποίες το λογιστήριο της εναγόμενης επανέλαβε χωρίς η τελευταία να υιοθετεί το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εν λόγω κατάσταση δεν αποτελεί ανεπιφύλακτη αναγνώριση χρέους εκ μέρους της εναγόμενης αφού είναι προγενέστερη της σχετικής επιστολής των αρχιτεκτόνων του ως άνω αναφερόμενου έργου με την οποία διαπιστώθηκαν οι κακοτεχνίες και δεν αναφέρονται σε αυτή (την κατάσταση λογαριασμού) οι σχετικές αποκοπές και αφαιρέσεις οι οποίες πρέπει να ληφθούν υπόψη και να αφαιρεθούν από την αμοιβή της ενάγουσας. Από τη νομική συμβουλή την οποία έλαβε πληροφορήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση και ότι η εναγόμενη έχει καλή και καλόπιστη υπεράσπιση την οποία πρέπει να της επιτραπεί να προβάλει κατά την ακρόαση της αγωγής. ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και τη συγκεκριμένη δικάσιμο η υπόθεση προχώρησε με την αντεξέταση του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας επί ορισμένων ισχυρισμών που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του αφού προηγουμένως η ενάγουσα εξασφάλισε σχετικό προς τούτο Διάταγμα. Κατά την αντεξέταση του διευθυντή της εναγόμενης αυτός ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: αρνήθηκε ότι η εναγόμενη στις 21.12.2017 χρωστούσε στην ενάγουσα το ποσό των €20.475,79 που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Αρνήθηκε επίσης ότι η εναγόμενη οφείλει το ποσό το οποίο φαίνεται στην εν λόγω κατάσταση γιατί σε αυτή δεν λήφθηκαν υπόψη τα ποσά τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν από την αμοιβή της ενάγουσας λόγω πλημμελούς εκτέλεσης εργασιών και καθυστέρησης στην εκτέλεσή των εργασιών οι οποίες της ανατέθηκαν από την εναγόμενη και θα αφαιρεθούν από την αμοιβή της τελευταίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία ότι σε περίπτωση κακοτεχνιών θα γινόταν αποκοπή από την αμοιβή της ενάγουσας αλλά η σχετική συμφωνία ήταν προφορική και προνοούσε ότι σε περίπτωση κακοτεχνιών η ενάγουσα θα αφαιρούσε ποσά από την αμοιβή της, όπως είχε ήδη πράξει για το ποσό των €1.
- Μετά την αντεξέταση του διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους τις οποίες παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια της απόφασής μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετική με τα θέματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα αίτηση είναι η Δ.18 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.18 Θ.1(α) προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2 Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στην προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790 - 794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Joulios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338 - 339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C.122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs ν. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής: Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκη δήλωση είτε του ιδίου είτε κάποιου άλλου τρίτου ο οποίος να μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L.J. στην αγγλική υπόθεση Symon and Co. v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στη Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκη δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Δ.14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσία να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον συνήθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στον αντίποδα, δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε75/2013, ημερομηνίας 5.3.2019, λέχθηκαν τα πιο κάτω αναφορικά με το βάρος το οποίο φέρει ο εναγόμενος σε σχέση με την υπεράσπιση την οποία προβάλλει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, κατά το στάδιο εξέτασης της Δ.18 Θ.1, πρέπει το Δικαστήριο να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση». Η ένορκη δήλωση που υποβάλλεται από τον εναγόμενο πρέπει να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει και η διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης δεν είναι η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει τη μαρτυρία που διαθέτει. Αυτό που αναμένεται από τον εναγόμενο να δείξει είναι πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης (Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd και Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ) (πιο πάνω). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να καταλήξει σε ευρήματα όσο αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση για να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817). Ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης δεν είναι να αποφασίσει κατά πόσο τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει πιθανότητα επιτυχίας αλλά να εντοπίσει κατά πόσο υπάρχουν επίδικα ζητήματα προς εκδίκαση. Το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει αλλά απλώς ότι συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση. Το απαύγασμα της νομολογίας για το επίδικο θέμα συνίσταται στο ότι συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έρχομαι να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο η ενάγουσα με την ένορκή της δήλωση κατέφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.
- Προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο ότι το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής είναι Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Δ.2 Θ.6), ότι η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 6.6.2018 και ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.6.
- Δεν απαιτείται από την ενάγουσα να αποδείξει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τις 2 αυτές προϋποθέσεις και από τα πιο πάνω ικανοποιούμαι ότι οι πρώτες 2 προϋποθέσεις πληρούνται. Σε σχέση με την τρίτη προυπόθεση της Δ.18 Θ.1 και συγκεκριμένα με το κατά πόσο ο ενόρκως δηλών έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης διαπιστώνω ότι το πρόσωπο αυτό είναι ο διευθυντής της ενάγουσας ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και συνεπώς μπορεί να ορκιστεί θετικά προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Με την ένορκή του δήλωση επαληθεύει και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, το ποσό της οφειλής και περαιτέρω δηλώνει ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην εναντίον της αγωγή. Από τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση της Δ.18 Θ.1 και το βάρος μετατίθεται πλέον στην εναγόμενη να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να της δοθεί η δυνατότητα καταχώρησης υπεράσπισης. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο Α η οποία επισυνάφθηκε στην εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελεί αναγνώριση από την εναγόμενη ότι οφείλει το επίδικο ποσό προς την ενάγουσα. Υποβλήθηκε στον διευθυντή της ενάγουσας κατά την αντεξέτασή του ότι αυτή η κατάσταση λογαριασμού αποτυπώνει πλήρως τις μεταξύ των διαδίκων δοσοληψίες και επιβεβαιώνει το επίδικο ποσό. Ο διευθυντής της εναγόμενης αρνήθηκε την πιο πάνω θέση και ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί εκκαθαρισμένο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμό καθότι από αυτή πρέπει να αφαιρεθούν ποσά ως αποζημιώσεις για καθυστερήσεις και πλημμελή εκτέλεση εργασιών για τις οποίες ευθύνεται η ενάγουσα. Επισύναψε προς τούτο επιστολή των αρχιτεκτόνων του έργου ημερομηνίας 16.2.2018, η οποία είναι μεταγενέστερη της κατάστασης λογαριασμού, στην οποία αναφέρεται ότι στην οικοδομή του πελάτη της εναγομένης παρουσιάστηκαν ελαττώματα. Στη σχετική κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι στις 7.4.2016 αφαιρέθηκε το ποσό των €1.500 για κακοτεχνίες που παρουσιάστηκαν στην κατοικία του πελάτη της εναγομένης στην οποία αναφέρεται η επιστολή των αρχιτεκτόνων του έργου, τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης. Φαίνεται από το πιο πάνω πως η θέση της εναγόμενης ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν από την κατάσταση λογαριασμού κάποια ποσά τα οποία προέκυψαν από καθυστερήσεις ή και σε πλημμελή εκτέλεση εργασιών εκ μέρους της ενάγουσας έχει εύλογη πιθανότητα να είναι αληθινή αφού αυτό είναι κάτι το οποίο συνέβηκε και στο παρελθόν. Οι ως άνω ισχυρισμοί κρίνω ότι είναι ικανοποιητικοί για να θεωρήσω ότι η εναγόμενη έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα να έχει αληθινή υπεράσπιση επί της ουσίας σε βαθμό που ενδείκνυται να της επιτραπεί να την προβάλει κατά τη διεξαγωγή της δίκης της ουσίας της υπόθεσης. Ως η σχετική επί του θέματος νομολογία ορίζει είναι αρκετό να πεισθεί το Δικαστήριο ότι απλώς συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υπάρχει αληθινή υπεράσπιση και όχι ότι η υπεράσπιση είναι αληθινή και θα επιτύχει. Λόγω των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπισή της εντός 14 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο