← Κύπρος

ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3756/2017, 17/4/2019

ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ ν. ΚΡΗΤΙΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3756/2017, 17/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A206 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3756/2017 Μεταξύ: ΧΧΧ ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Ενάγοντα και ΧΧΧ ΚΡΗΤΙΚΟΥ Εναγόμενου 17 Απριλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντας: κα Μιντή διά Χ. Π. Σαββίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κα Ουστά διά LEFKOS CLERIDES & SONS L.L.C. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €2.000 πλέον τόκο προς 5% από 23.6.2016 μέχρι 26.7.2017 και 6% από 26.7.2017 μέχρι εξόφλησης, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί τον Ιούνιο 2016 ο Ενάγοντας είχε φέρει σε επαφή τον Εναγόμενο με τρίτο πρόσωπο που διέθετε χώρους αποθήκης προς ενοικίαση, από τον οποίο ο Εναγόμενος ενοικίασε υποστατικά. Περί τις 23.6.2016, ο Εναγόμενος του ζήτησε δανεικά €2.000 για να διαμορφώσει τα υποστατικά που ενοικίασε. Ο Ενάγοντας του δάνεισε το εν λόγω ποσό και ο Εναγόμενος στις 23.6.2016 υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου για ποσό €2.000, στην παρουσία δύο μαρτύρων. Το γραμμάτιο προέβλεπε για τόκο επί του ποσού του προς 5% από την ημερομηνία υπογραφής του μέχρι την εξόφληση του στις 26.7.

  1. Προνοούσε επίσης τόκο προς 6% επί οποιουδήποτε υπολοίπου σε περίπτωση μη εξόφλησης. Ο Εναγόμενος δεν εξόφλησε το ποσό του γραμματίου στις 26.7.2017 ούτε και αργότερα, παρά της οχλήσεις του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να εγείρει την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι περί τον Ιούνιο 2016 είχε ζητήσει από τον Ενάγοντα να του δανείσει ποσό €2.000 το οποίο ο Ενάγοντας του δάνεισε. Οι €2.000 ήταν ποσό που ο Εναγόμενος χρειαζόταν για να επισκευάσει σκάφος του. Του είχε συστήσει τον Ενάγοντα τρίτο πρόσωπο, που του είχε αναφέρει ότι ο Ενάγοντας δάνειζε χρηματικά ποσά. Ακολούθως ο Εναγόμενος δεχόταν επισκέψεις από κάποιο κ. Κυριάκο Φυρίλλα, αντιπρόσωπο του Ενάγοντα, ο οποίος, «εισέπραττε το συμφωνηθέν ποσό από τον Εναγόμενο σε εβδομαδιαίες δόσεις των €140,00 σε μετρητά ή και περισσότερα ανάλογα κάθε φορά με την οικονομική δυνατότητα του Εναγόμενου». Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με αυτό τον τρόπο είχε εξοφλήσει το ποσό των €2.000 που δανείστηκε «κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2016». Σύμφωνα με την Υπεράσπιση του Εναγόμενου, παρά την εξόφληση του ποσού των €2.000 ο κ. XXXXX Φυρίλλας εξακολουθούσε να τον επισκέπτεται κάθε βδομάδα «λαμβάνοντας τις προαναφερθείσες δόσεις των €140,00 ή και περισσότερα ως τόκους, με αποτέλεσμα η οφειλή του Εναγόμενου να έχει ξεπεράσει κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό των €2.000,00 που είχε λάβει αρχικά» και μέχρι τον Δεκέμβριο 2016 ο Εναγόμενος να έχει πληρώσει €4.
  2. Παρά το γεγονός αυτό, «η καταβολή των εβδομαδιαίων δόσεων συνεχίστηκε, ενόσω ο Εναγόμενος βρισκόταν κάτω από τις απειλές και εκβιασμούς του Ενάγοντος και εξαναγκάστηκε έτσι να καταβάλει περαιτέρω ποσό ύψους €3.660,00 ως «τόκους», ήτοι σύνολο €7.
  3. Είναι η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου ότι «ακολούθως. ξεκίνησε να δέχεται κατ' εξακολούθηση τηλεφωνικές απειλές από τον Ενάγοντα με σκοπό να εξασφαλίσει την καταβολή επιπλέον χρημάτων από τον Εναγόμενο, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποκύψει στις απειλές του και να συνεχίσει να καταβάλει στον Ενάγοντα αυτή τη φορά ποσά ύψους €150,00 την εβδομάδα επί 6 εβδομάδες. Σε μια από τις επισκέψεις του κου ΧΧΧ Φυρίλλα στην οικία του Εναγόμενου, ο κος Φυρίλλας παρουσίασε στον Εναγόμενο 2 έγγραφα, τα οποία τον ανάγκασε να υπογράψει. Κατά την διάρκεια της επίσκεψης του κου Φυρίλλα την ίδια μέρα, ο Εναγόμενος δεχόταν τηλεφωνικές απειλές από τον Ενάγοντα μέχρι να υπογράψει τα 2 έγγραφα που του παρουσίασε ο κος Φυρίλλας, τα οποία ο Ενάγοντας επικαλείται στην Έκθεση Απαίτησης του και ονομάζει γραμμάτια συνήθους τύπου». Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω στην Υπεράσπιση του ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο «κατόπιν εκβιασμού και/ή εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εκβιασμό και/ή εξαναγκασμό και/ή απάτη, καθότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε τι υπέγραψε και τον λόγο για τον οποίο υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα και/ή δεν υπέγραψε το εν λόγω γραμμάτιο με ελευθέρα βούληση». Ισχυρίζεται ότι δεν είχε υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο ενώπιον μαρτύρων. Ο Εναγόμενος καταλήγει στην Υπεράσπιση του ότι «Κατά την διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων του 2016-17 και κατόπιν τηλεφωνικής τους συνομιλίας, ο Εναγόμενος παρακάλεσε τον Ενάγοντα να μην στείλει εκ νέου τον κον Φυρίλλα για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού, ένεκα των γιορτών. Καμία περαιτέρω επικοινωνία δεν ακολούθησε έκτοτε μεταξύ του Εναγόμενου και του Ενάγοντος ή/και του αντιπροσώπου του». Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ5

(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και η κάθε πλευρά καταχώρησε στο Δικαστήριο τη γραπτή μαρτυρία της. Προς απόδειξη της απαίτησης, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο τέσσερεις ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη του ιδίου του Ενάγοντα (ΜΕ1), η δεύτερη του κ. ΧΧΧ Φυρίλλα (ΜΕ2), η τρίτη της κας ΧΧΧ Μιχαήλ (ΜΕ3) και η τέταρτη της κας ΧΧΧ Κατσιολούδι (ΜΕ4). Για σκοπούς υπεράσπισης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (ΜΥ1). Στα πλαίσια της ακρόασης δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ενόρκων δηλούντων. Στην ένορκη του δήλωση, ο Ενάγοντας (ΜΕ1) ανέφερε ότι γνώρισε τον Εναγόμενο μέσω κοινών φίλων και του είχε αναφέρει ότι έψαχνε αποθηκευτικό χώρο προς ενοικίαση. Τον έφερε σε επαφή με τον κ. XXXXX Φυρίλλα από τον οποίο τελικά ενοικίασε υπόγεια αποθήκη στο Γέρι. Ακολούθως, ο Εναγόμενος ζήτησε δανεικά τόσο από τον ίδιο όσο και από τον κ. XXXXX Φυρίλλα για να διαμορφώσει την αποθήκη που αγόρασε. Αυτοί συμφώνησαν και στις 23.6.2016 μετέβηκαν στη λέσχη του Εναγόμενου στη Λευκωσία και ο μεν Ενάγοντας του δάνεισε €2.000, ο δε κ. ΧΧΧ Φυρίλλας του δάνεισε €2.490. Ο Εναγόμενος υπέγραψε ένα γραμμάτιο προς όφελος του καθενός τους για το ποσό που του είχαν δανείσει έκαστος. Στην περίπτωση του επίδικου γραμματίου που υπέγραψε ο Εναγόμενος υπέρ του Ενάγοντα, μάρτυρες της υπογραφής του Εναγόμενου ήταν ο κ. ΧΧΧ Φυρίλλας και η σύζυγος του η οποία παρευρέθηκε στη συνάντηση. Στην περίπτωση του γραμματίου που ο Εναγόμενος υπέγραψε υπέρ του κ. ΧΧΧ Φυρίλλα, μάρτυρες της υπογραφής του Εναγόμενου ήταν ο Ενάγοντας και η σύζυγος του κ. ΧΧΧ Φυρίλλα. Παρούσα ήταν και πιστοποιών υπάλληλος η οποία πιστοποίησε την υπογραφή του Εναγόμενου στα δύο γραμμάτια. Πριν την πιστοποίηση της υπογραφής, η πιστοποιών υπάλληλος επέμενε να δει αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητας του Εναγόμενου ο οποίος παρουσίασε την άδεια οδηγού του. Ο Ενάγοντας παρουσίασε το πρωτότυπο επίδικο γραμμάτιο (Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση) καθώς και αντίγραφο του γραμματίου που ο Εναγόμενος είχε υπογράψει προς όφελος του κ. ΧΧΧ Φυρίλλα (Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση). Ο Ενάγοντας αναφέρει στη συνέχεια ότι όταν παρήλθε η ημερομηνία που προέβλεπε το γραμμάτιο για εξόφληση του, ο Εναγόμενος δεν το εξόφλησε επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα και δεν έχει πληρώσει μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό έναντι. Αρνείται ότι εκβίασε, απείλησε ή ανάγκασε τον Εναγόμενο να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο. Δεύτερος μάρτυρας ήταν ο κ. ΧΧΧ Φυρίλλας (ΜΕ2) ο οποίος ανέφερε ότι περί τον Ιούνιο 2016 ο Ενάγοντας ζήτησε δανεικά από τον ίδιο και τον Ενάγοντα για να ανακαινίσει ένα υποστατικό που του είχε ενοικιάσει. Συνέχισε λέγοντας ότι συναντήθηκαν στη λέσχη του Εναγόμενου στις 23.6.2016 και, στην παρουσία της συζύγου του και πιστοποιούντος υπάλληλου, ο Ενάγοντας υπέγραψε δύο γραμμάτια. Το επίδικο γραμμάτιο υπέρ του Ενάγοντα για το ποσό που είχε δανείσει στον Εναγόμενο και δεύτερο γραμμάτιο υπέρ του ιδίου για το ποσό που είχε εκείνος δανείσει στον Εναγόμενο. Σύμφωνα με τον κ. ΧΧΧ Φυρίλλα τα έντυπα των γραμματίων τα είχε προσκομίσει στη συνάντηση ο ίδιος ο Εναγόμενος. Τα γραμμάτια υπεγράφησαν από τον Εναγόμενο, προσυπογράφτηκαν από τους μάρτυρες και η πιστοποιών υπάλληλος πιστοποίησε την υπογραφή του Εναγόμενου. Ο ΜΕ2 αρνείται ότι ανάγκασε, απείλησε ή εκβίασε τον Εναγόμενο να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο ή να του πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Τρίτη μάρτυρας ήταν η κα ΧΧΧ Μιχαήλ (ΜΕ3). Σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση στις 23.6.2016 μετέβηκε στη λέσχη του Εναγόμενου όπου αυτός, στην παρουσία της, αλλά και στην παρουσία του συζύγου της κ. ΧΧΧ Φυρίλλα και πιστοποιούντος υπαλλήλου, υπέγραψε δύο γραμμάτια. Το ένα ήταν το επίδικο γραμμάτιο στο οποίο η ίδια και ο σύζυγος της έθεσαν την υπογραφή τους ως μάρτυρες. Το δεύτερο γραμμάτιο ήταν υπέρ του συζύγου της και το προσυπέγραψαν ως μάρτυρες η ίδια και ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή. Η πιστοποιών υπάλληλος πιστοποίησε την υπογραφή του Εναγόμενου και στα δύο γραμμάτια. Η τελευταία μάρτυρας του Ενάγοντα ήταν η κα ΧΧΧ Κατσιολούδι, πιστοποιών υπάλληλος (ΜΕ4). Κατέθεσε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο στις 23.6.2016, στην παρουσία της, και αυτή πιστοποίησε την υπογραφή του. Προσθέτει ότι είχε επίσης πιστοποιήσει την υπογραφή του Εναγόμενου σε δεύτερο γραμμάτιο που αυτός είχε υπογράψει προς όφελος του κ. ΧΧΧ Φυρίλλα. Όπως προ-ανέφερα, για σκοπούς υπεράσπισης κατατέθηκε στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (ΜΥ1). Σε αυτήν αναφέρει ότι δεν υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο με ελεύθερη βούληση αλλά «κατόπιν εκβιασμού και εξαναγκασμού και απάτης από τον Ενάγοντα. Πρόσθετα, λόγω των εκβιασμών που δέχτηκα τηλεφωνικώς από τον Ενάγοντα, στην παρουσία του κυρίου ΧΧΧ Φυρίλλα, ο οποίος ήτο αντιπρόσωπος του Ενάγοντα, βρισκόμουν σε τρομερή ψυχολογική πίεση και το υπόγραψα χωρίς να το μελετήσω και χωρίς να αντιληφθώ τον λόγο υπογραφής του επίδικου γραμματίου». Στη συνέχεια της ένορκης του δήλωσης ο Εναγόμενος ουσιαστικά αναφέρει τα όσα περιλαμβάνονται και στην Υπεράσπιση του και έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω. Για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφη το επίδικο γραμμάτιο αναφέρει τα εξής: «σε μια από τις επισκέψεις του κύριου ΧΧΧ Φυρίλλα στην οικία του Ενάγοντος ο κύριος Φυρίλλας παρουσίασε 2 έγγραφα τα οποία με ανάγκασε να τα υπογράψω. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του κ. Φυρίλλα την ίδια ημέρα δέχτηκα εκ νέου τηλεφωνικές απειλές από τον Ενάγοντα μέχρι να υπογράψω τα 2 έγγραφα, τα οποία ο Ενάγοντας τα ονομάζει γραμμάτια συνήθους τύπου. Ο ισχυρισμός ότι υπόγραψα το επίδικο γραμμάτιο στη παρουσία δύο μαρτύρων, είναι παντελώς αναληθής καθ' ότι το επίδικο γραμμάτιο υπεγράφη από εμένα μόνο στην παρουσία του κυρίου Φυρίλλα και υπό κράτους εκφοβισμού και απειλών. Μάλιστα δε, η πιστοποίηση του επίδικου γραμματίου έγινε μετέπειτα και/ή μετά την υπογραφή του Εναγόμενου και συγκεκριμένα η πιστοποιών υπάλληλος αρχικά δεν απεδέχθη και ήταν διστακτική στο να υπογράψει και να πιστοποιήσει το επίδικο γραμμάτιο όταν αντιλήφθηκε τις πραγματικές περιστάσεις που υπόγραψα το ρηθέν γραμμάτιο και χωρίς την παρουσία και υπογραφή δύο μαρτύρων». Τα πιο πάνω συνιστούν μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία. Όπως προανέφερα, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τέθηκαν ενώπιον μου, καθώς και το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν μια υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης[1]. Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Αυτό γίνεται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις της κάθε πλευράς. Η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» των διατάξεων της Δ.30 Θ5
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η συνοπτική εκδίκαση όμως δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν είχε, στην περίπτωση αυτή την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση των ενόρκων δηλώσεων των τεσσάρων μαρτύρων του Ενάγοντα, λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος κρίνω ορθό να ξεκινήσω από το επίδικο γραμμάτιο. Η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα είναι ότι πρόκειται για γραμμάτιο συνήθους τύπου και αυτή είναι και η βάση αγωγής του. Σύμφωνα με το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149: «"Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Το επίδικο γραμμάτιο, που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγοντας, πληροί όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα, (α) πρόκειται για έγγραφο δια του οποίου (β) ο Εναγόμενος υπόσχεται προς τον Ενάγοντα (γ) ότι θα του πληρώσει μέχρι τις 26.7.2017 (δ) ποσό €2.000 πλέον τόκο προς 5% από 23.6.2016 και 6% από 26.7.2016 (ε) το οποίο ο Εναγόμενος είχε λάβει από τον Ενάγοντα ως δάνειο. Να σημειώσω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης ότι ο ΜΕ2 και η ΜΕ3 είναι μάρτυρες ικανοί προς το συμβάλλεσθαι. Προκύπτει συνεπώς ότι όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 πληρούνται και το επίδικο γραμμάτιο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου. Εκ του περισσού σημειώνω ότι η υπογραφή του Εναγόμενου επί του γραμματίου πιστοποιείται από την πιστοποιών υπάλληλο ΜΕ
  2. Με δεδομένη αυτή τη διαπίστωση, προχωρώ στην υπόλοιπο μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά του Ενάγοντα. Πρέπει να σημειώσω ότι οι τέσσερεις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί είναι πειστικές, έχουν συνοχή και ουσιαστικά συμπληρώνει η κάθε μια τα όσα περιλαμβάνονται στις άλλες. Μαζί συνθέτουν το υπόβαθρο των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Ο ίδιος ο Ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση εξηγεί με πειστικότητα και πληρότητα τα γεγονότα που οδήγησαν στην υπογραφή του επίδικου γραμμάτιου, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η υπογραφή του ενώ αντικρούει ρητά τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης. Τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Ενάγοντας συμπληρώνονται από τις ένορκες δηλώσεις των ΜΕ2 και ΜΕ3, οι οποίοι ήταν οι μάρτυρες της υπογραφής του Εναγόμενου στο επίδικο γραμμάτιο. Οι ένορκες τους δηλώσεις επίσης χαρακτηρίζονται από εσωτερική συνοχή και πειστικότητα. Η ΜΕ3 δεν αναφέρει οτιδήποτε μεμπτό για τις συνθήκες υπό τις οποίες υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο ο Εναγόμενος. Ο ΜΕ2, εναντίον του οποίου ο Εναγόμενος προβάλλει στην Υπεράσπιση του ισχυρισμούς για απειλές και εκβιασμούς, αρνείται ρητά ότι προέβη σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια. Περιγράφει τα όσα προηγήθηκαν της υπογραφής των δύο γραμματίων, τα όσα διαμειφθήκαν κατά την υπογραφή και τα όσα ακολούθησαν. Τέλος η ανεξάρτητη, θεωρώ, μαρτυρία της πιστοποιούντος υπαλλήλου ΜΕ4 επίσης ήταν σαφής και πειστική. Έχοντας εξετάσει το περιεχόμενο των τεσσάρων ενόρκων δηλώσεων και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές ως Τεκμήρια, πρέπει να πω ότι δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε αδυναμία, έλλειψη ή άλλη ένδειξη που να αποδυναμώνει ή να θέτει υπό αμφισβήτηση τη μαρτυρία που περιλαμβάνουν. Καταλήγω συνεπώς ότι όλη η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά του Ενάγοντα είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Προς αποφυγή επανάληψης, τα όσα συνοπτικά παραθέτω πιο πάνω που περιλαμβάνονται στις τέσσερεις ένορκες δηλώσεις συνιστούν και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα γεγονότα. Επομένως, και εφόσον η παρούσα υπόθεση αφορά γραμμάτιο συνήθους τύπου, οι μόνες υπερασπίσεις που μπορεί να προβάλλει ο Εναγόμενος προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 80 του Κεφ. 149[2] το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.» Με βάση την πιο πάνω διάταξη, στην προκειμένη περίπτωση τα όσα καταγράφονται στο επίδικο γραμμάτιο συνιστούν αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό εκτός εάν ο Εναγόμενος καταφέρει να αποδείξει ότι υπέγραψε το γραμμάτιο συνεπεία εξαναγκασμού ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό, ως η δικογραφημένη του θέση. Το βάρος για να αποδείξει τις υπερασπίσεις του άρθρου 80 του Κεφ. 149 βρίσκεται σαφώς στου ώμους του Εναγόμενου. Στρέφομαι συνεπώς στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, της οποίας επίσης εξέτασα το περιεχόμενο, πειστικότητα, συνοχή και λογικοφάνεια. Διαπιστώνω ότι στην ένορκη του δήλωση, αλλά και γενικά στην εκδοχή του υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς ότι δηλαδή για μήνες πλήρωσε διάφορα ποσά στον Εναγόμενο υπό το κράτος απειλών, εκβιασμών και εξαναγκασμού. Ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι ενώ είχε δανειστεί €2.000 από τον Ενάγοντα, εξαναγκάστηκε να του πληρώσει €7.660 ενώ συνέχιζε να πληρώνει €150 εβδομαδιαίως για έξι περαιτέρω βδομάδες και ακολούθησε η υπογραφή του επίδικου γραμματίου για ποσό €2.000 πλέον τόκους. Η έκταση της εκμετάλλευσης του Εναγόμενου από τον Ενάγοντα όπως ο ίδιος την περιγράφει είναι τόσο μεγάλη που δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι ενώ ήταν θύμα τέτοιας συμπεριφοράς δεν προέβη σε καταγγελία ή παράπονο στην αστυνομία μέχρι και σήμερα. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο που να προσδίδει βαρύτητα και πειστικότητα στη θέση του για τις πληρωμές που ισχυρίζεται, πχ στοιχεία επιταγών σε περίπτωση πληρωμών που γίνονταν με επιταγή, αποδεικτικά αναλήψεων χρημάτων από τραπεζικό ίδρυμα ή οτιδήποτε άλλο. Να σημειώσω επίσης ότι δεν συνάδει με την όλη εκδοχή του ο τρόπος με τον οποίο σταμάτησε η απόσπαση των χρημάτων από τον Ενάγοντα. Η συμπεριφορά που αποδίδει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα και τον κ. ΧΧΧ Φυρίλλα δημιουργεί για αυτούς μια εικόνα ατόμων αμείλικτων, ανήθικων και αδίστακτων. Όμως, μετά από μήνες εγκληματικής εκμετάλλευσης του, όλη αυτή η συμπεριφορά και ενέργειες σταμάτησαν μετά από ένα τηλεφώνημα κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων του 2016-
  3. Όπως ο Εναγόμενος αναφέρει, τηλεφώνησε στον Ενάγοντα και «παρακάλεσα τον Ενάγοντα να μην στείλει εκ νέου τον κύριο Φυρίλλα για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού, ένεκα των γιορτών. Έκτοτε δεν είχα οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του ή με τον αντιπρόσωπο του». Η εκδοχή αυτή δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Εξάλλου, ο Εναγόμενος δεν εξηγεί με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο πως επιτεύχθηκε ο εξαναγκασμός του και σε τι συνίσταντο οι απειλές και εκβιασμοί που ισχυρίζεται ότι δέχτηκε. Πέραν από τις γενικές αναφορές σε εξαναγκασμό, απειλές και εκβιασμούς δεν έχει παραθέσει γεγονότα που να συγκεκριμενοποιούν αυτή τη συμπεριφορά. Δεν αναφέρει γιατί αναγκάστηκε να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο, ποια ήταν η απειλή και εκφοβισμός που είχε δεχτεί ώστε να αισθάνεται ότι ήταν προτιμότερο να συνεχίζει να πληρώνει και να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο παρά να υποστεί συγκεκριμένες συνέπειες. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι τα όσα ο Εναγόμενος αναφέρει σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες υπεγράφη το επίδικο γραμμάτιο έρχονται σε αντίθεση με το τη μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα όσο και των ΜΕ2, ΜΕ3 και ΜΕ
  4. Ο Εναγόμενος δεν επεδίωξε να αντεξετάσει κανένα από τους τέσσερεις μάρτυρες ώστε να αμφισβητήσει με άμεσο τρόπο τα όσα αναφέρουν στις ένορκες δηλώσεις τους. Με αυτά τα δεδομένα και ειδικότερα ενόψει αυτών των διαπιστώσεων για την ποιότητα της μαρτυρίας του Εναγόμενου, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για την κατάληξη μου σε ευρήματα. Οι εγγενείς αδυναμίες που παρουσιάζει δεν μου επιτρέπουν να κάνω κάτι τέτοιο με ασφάλεια. Αυτή η κατάληξη, εν πολλοίς καθορίζει και το αποτέλεσμα της αγωγής. Εφόσον ο Εναγόμενος δεν έχει καταφέρει να στοιχειοθετήσει επαρκώς ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο υπό καθεστώς εξαναγκασμού, ως οι διατάξεις του άρθρου 80 του κεφ. 149, τότε το περιεχόμενο του επίδικου γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη της αλήθειας των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντα και το αντίστοιχο εύρημα του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει μέχρι σήμερα κανένα ποσό έναντι του ποσού του γραμματίου και των προβλεπόμενων σε αυτό τόκων, τα οποία ο Ενάγοντας δικαιούνται να του αποδοθούν. Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει τόσο τη βάση αγωγής του όσο και το ποσό που αξιώνει. Επομένως, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €2.000 πλέον τόκο προς 5% επί του ποσού αυτού από 23.6.2016 μέχρι 26.7.2017 και τόκο 6% από 27.7.2017 μέχρι εξόφλησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]ΣχετικήηBarryWynnevDavid CostakisMavronicolaκ.α.
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1138 [2] Raif v Dervish
(1971)1 C.L.R. 158, Χριστοφόρου κ.α. ν Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1644 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.