ΑΤΑΛΙΩΤΗΣ κ.α. ν. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5932/2016, 12/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A190 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5932/2016 Μεταξύ:
- XXXXX ΑΤΑΛΙΩΤΗΣ
- COINANTER LIMITED
- XXXXX ΑΤΑΛΙΩΤΗΣ Εναγόντων και
- XXXXX ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ
- GRANDWIND LIMITED
- C. ATALIOTIS ADVERTISING LIMITED
- XXXXX ΚΑΣΟΥΛΙΔΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 06.10.2017 Ημερομηνία: 12.04.2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κα X. Παπακλεοβούλου για Ν. Παπακλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους - καθ' ών η αίτηση: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλή Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 22.12.2016, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρώντας ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Πρόκειται για παράγωγη αγωγή (derivative action) που αφορά την εναγόμενη αρ.3 εταιρεία. Ειδικότερα, οι ενάγοντες αρ.2 και 3 κατέχοντας συνολικά το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, μαζί με τον ενάγοντα αρ.1, ο οποίος πέραν από διευθυντής της εναγομένης αρ.3 είναι ο διευθυντής και ο ουσιαστικός δικαιούχος της ενάγουσας αρ.2 εταιρείας, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή σε βάρος των εναγομένων αρ. 1, 2 και 4, οι οποίοι, ως εξηγείται στο ως άνω δικόγραφό τους, ελέγχουν το υπόλοιπο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης αρ.3, εταιρείας η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα των διαφημιστικών πινακίδων. Τούτο, ως προκρίνεται, ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 πέραν από διευθυντής της τελευταίας, μαζί με την εναγόμενη αρ.4 σύζυγό του, αποτελούν μέτοχους και διευθυντές της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, η οποία κατέχει το υπόλοιπο 50% των μετοχών της εναγομένης αρ.
- Η απόφαση των εναγόντων να μην προχωρήσουν στην πώληση των μετοχών τους στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία και/ή να αποδεχτούν την πώληση των μετοχών που κατείχε η εναγομένη αρ.2 στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία χωρίς να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού της τελευταίας που διασφαλίζουν το δικαίωμα προαγοράς μετοχών από υφιστάμενους μετόχους, ως προκρίνουν οι ενάγοντες, ήταν η αιτία που οδήγησε τις σχέσεις εναγόντων και εναγομένων αρ.1, 2 και 4 σε κάκιστο σημείο. Ως με λεπτομέρεια καταγράφεται στις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, η δρομολόγηση της παρούσας αγωγής ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς, των πράξεων και των παραλείψεων των εναγομένων αρ.1, 2 και 4 κατά τρόπο που οι τελευταίοι ουσιαστικά με δόλο, απάτη και/ή συνωμοσία να επιζητούν όπως η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία περιέλθει σε αδιέξοδο και αποκλεισμό (deadlock), κατά τρόπο που η τελευταία να οδηγηθεί σε εκκαθάριση ή καταναγκαστική πώληση, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουν οι ίδιοι έμμεσο όφελος. Παρεμβάλλεται ότι αίτηση των εναγομένων προς παραμερισμό ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ως αντικανονικού, (ενόψει του γεγονότος ότι αντιβαίνει την Δ.2 θ.6
(4)των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας) απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), ημερομηνίας 31.03.2017. Στις 06.10.2017, οι ενάγοντες προώθησαν, δια κλήσεως, την υπό συζήτηση αίτηση. Είχε προηγηθεί μονομερής αίτηση εκ μέρους τους με ομοειδή αντικείμενο και αιτητικά, ημερομηνίας 22.12.2016, η οποία κατά την πρόοδο της διαδικασίας και ενώ είχε επιδοθεί ως οι οδηγίες του δικαστηρίου στους εναγομένους, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, αξιώνεται η έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, τα διεκδικούμενα διατάγματα μεταφέρονται αυτούσια στην παρούσα: « 1) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝ τον Εναγόμενο αρ.1 από του να εκπροσωπεί και/η να συναλλάσσεται καθ' οιονδήποτε τρόπο δια λογαριασμό της Εναγομένης αρ.3 εταιρείας C. ATALIOTIS NICHF ADVERTISING LIMITED (στο εξής η Εταιρεία) 2) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ για την προστασία των συμφερόντων της Εταιρείας και ορίζοντας τον Εν άγοντα αρ.1 ως το πρόσωπο που θα λαμβάνει τις αποφάσεις και θα δεσμεύει με μόνο τη δική του υπογραφή την εταιρεία έναντι τρίτων 3) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΑΤΑΤΤΟΝ όπως ο Ενάγοντας αρ.1 ως το μόνο πρόσωπο που δεσμεύει δια της υπογραφής του την εταιρεία στη διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών και έκδοση επιταγών της εταιρείας και διατάττον την Εναγόμενη αρ.3 όπως αποδεχθεί και δεσμεύεται δια της υπογραφής του και/ή διαζευκτικά 4) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΑΤΑΤΤΟΝ τον Εναγόμενο αρ.1 και όλους και οποιουσδήποτε διευθυντές της εταιρείας να υπογράφουν όλες τις επιταγές ώστε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της εταιρεία έναντι τρίτων, έναντι των οφειλών της προς το υπαλληλικό προσωπικό της εταιρείας και των διευθυντών της εταιρείας και να πράξει κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνεχίζεται η εύρυθμη λειτουργία και δραστηριότητα της εταιρείας, 5) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΑΤΑΤΤΟΝ τον Εναγόμενο αρ.1 και όλους και οποιουσδήποτε διευθυντές της εταιρείας να προβούν στην υπογραφή όλων των επιταγών και/ή την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων, των διευθυντών, των διοικητικών συμβούλων, την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας προς έφορο εταιρειών, έφορο φορολογίας, ΦΠΑ, τέλη, οφειλές προς δημοτικές αρχές, συμβατικές και/η άλλως πως υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους και εν γένει όλες χρηματοοικονομικές τις υποχρεώσεις της εταιρείας και να συνεχίσει ως δρώσα οικονομική μονάδα. 6) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ δια του οποίου ο Ενάγοντας αρ.1 ορίζεται να αντιπροσωπεύει μόνος αυτός την εταιρεία και να λαμβάνει αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας και/ή πρακτικά των συνελεύσεων της εταιρείας και με μόνο τη δική του παρουσία να θεωρείται ως αν να υπάρχει απαρτία για τη λήψη αποφάσεων για την εταιρεία. 7) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝ τους Εναγόμενους και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς και/οι τους αντιπροσώπους τους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια και/ή από το να συζητούν και/ή να διαβουλεύονται και/ή να επεξεργάζονται με την εφημερίδα «Φιλελεύθερος» την πώληση των μετοχών τους και/ή της εταιρείας με τρόπο άλλο πέραν του τι προβλέπεται από το καταστατικό της εταιρείας 8) ΔΙΗΝΕΚΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝ τους Εναγόμενους και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς και/οι τους αντιπροσώπους τους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια η οποία θα επιφέρει αλλαγή στην οικονομική ή άλλη κατάσταση της εταιρείας ως δρώσας οικονομικής μονάδας. 9) Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. 10) Τα έξοδα της παρούσης αίτηση πλέον ΦΠΑ». Η ως άνω αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9
(1)
(2)
(3)και
(4)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 θ.θ.1 έως 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60άρθρα 2, 21, 29
(1), 31 και 32
(1)και
(2)και 42, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, στα άρθρα 15
(1), 19 και 25
(1)του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες των δικαστηρίων. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου αυτή εδράζεται, παρατίθεται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του XXXXX Αταλιώτη (ενάγοντα αρ.1), ημερομηνίας επίσης 06.10.
- Στην πιο πάνω δήλωση του, ο ομνύων προβάλλει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η εταιρική συνεργασία των διαδίκων στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία, (στο εξής η εταιρεία) αναφερόμενος ταυτόχρονα στον κύκλο εργασιών της και τους κανόνες λειτουργίας και διοίκησης της τελευταίας. Σημειώνοντας ότι η εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των διαφημιστικών πινακίδων, υποδεικνύει ότι οι μόνοι διοικητικοί σύμβουλοι της ήταν ο ίδιος και ο εναγόμενος αρ.1, XXXXX Κασουλίδης. Από την ημερομηνία έναρξης της συνεργασίας τους, η εταιρεία ουσιαστικά λειτουργούσε με προφορικές διαβουλεύσεις μεταξύ των ως άνω δυο διοικητικών συμβούλων της, χωρίς να τηρούνται πρακτικά και χωρίς να λαμβάνουν χώρα συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, πέραν από την ετήσια γενική συνέλευση για έγκριση των λογαριασμών και τον επαναδιορισμό των διευθυντών και ελεγκτών της εταιρείας. Οι αποφάσεις, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2016, λαμβάνονταν από κοινού ή από έκαστο διευθυντή με την κατοπινή έγκριση από τον άλλο. Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2016, έχοντας προηγηθεί η άρνηση της πλευράς των εναγόντων να πωλήσουν τις μετοχές που κατείχαν στην εταιρεία ή να αποδεχτούν την πώληση εκ μέρους της εναγομένης αρ.2 των μετοχών που η τελευταία κατείχε στην εναγόμενη αρ.3 εταιρεία σε τρίτους χωρίς να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του καταστατικού της τελευταίας, ειδικότερα το δικαίωμα προαγοράς των μετοχών από την πλευρά των εναγόντων και υφιστάμενων μετόχων, οι σχέσεις των εναγόντων και των εναγομένων αρ.1, 2 και 4 έφτασαν σε κάκιστο σημείο. Ο εναγόμενος αρ.1, με διάφορα προσχήματα και/ή ψευδείς παραστάσεις, χρησιμοποιώντας τις εξουσίες που έχει ως διοικητικός σύμβουλος της εναγομένης αρ.3, ηθελημένα, δόλια ή και με αμέλεια, οδήγησε ουσιαστικά την τελευταία σε αδιέξοδο (deadlock). Καθημερινά εγείρονται προσκόμματα στην εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας και στην άσκηση των δραστηριοτήτων της, με ορατό κίνδυνο απώλειας ωφέλιμων για την εταιρεία συμβάσεων ή ακόμη παράβασης συμβάσεων που η εταιρεία κατήρτισε λόγω μη συμμόρφωσης με υποχρεώσεις της. Ανάμεσα σε άλλα, προβάλλει ότι ο εναγόμενος αρ.1 εσκεμμένα παραλείπει ή αρνείται να υπογράψει διάφορες επιταγές για να μπορέσει να λειτουργήσει κανονικά η εταιρεία και να ανταποκριθεί στις καθημερινές της υποχρεώσεις, ακόμη και έναντι υπαλλήλων της, όπως η πληρωμή των μισθών τους και η καταβολή της εισφοράς των κοινωνικών ασφαλίσεων για την εταιρεία. Ομοίως δεν συνεργάζεται σε ζητήματα καταβολής φορολογίας, δημοτικών τελών, ικανοποίησης απαιτήσεων προμηθευτών, αξιώσεων ιδιοκτητών ακινήτων από τους οποίους η εταιρεία ενοικιάζει χώρους ανάρτησης διαφημιστικών πινακίδων κλπ. Ορατός είναι ο κίνδυνος, προσθέτει, επιβολής διοικητικών προστίμων και δρομολόγησης ποινικών υποθέσεων σε βάρος της εταιρείας ένεκα της μη καταβολής τελών, φόρων και δικαιωμάτων προς κρατικές και δημοτικές αρχές, με επαυξημένες συνέπειες και μη ανατρέψιμα τετελεσμένα, αφού ο εναγόμενος αρ.1 ουσιαστικά δεν συνεργάζεται για την από κοινού διαχείριση και λειτουργία της εταιρείας ακόμη και για τη λειτουργία των τραπεζικών λογαριασμών της τελευταίας, ενώ γενικότερα με τη στάση και συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι αρ.1, 2 και 4 οδηγούν την εταιρεία σε οικονομικό στραγγαλισμό, προκαλώντας επίσης ποινικές και αστικές ευθύνες τόσο στην εταιρεία όσο και στους διευθυντές της. Ήδη, προσθέτει, προκλήθηκαν διάφορα προβλήματα με ιδιοκτήτες ακινήτων τα οποία η εταιρεία ενοικιάζει για σκοπούς διαφήμισης, ενώ υπάλληλοι της εταιρείας κατήγγειλαν την τελευταία στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για παράβαση της εργατικής νομοθεσίας αναφορικά με την πληρωμή μισθών, με ορατό το ενδεχόμενο να δρομολογηθούν ποινικές υποθέσεις εναντίον της τελευταίας. Περαιτέρω, αποτελεί θέση του ότι με ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς, ο εναγόμενος αρ.1 κατηγορεί τα άτομα που διαχειρίζονται την εταιρεία ότι παραβιάζουν το νόμο και ότι χωρίς τη συγκατάθεση του μεταβιβάζουν επ' ονόματι τους περιουσιακά της στοιχεία, ενώ η εταιρεία χρεώνεται με προσωπικά έξοδα του ενάγοντα αρ.
- Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, οποιεσδήποτε ποινικές υποθέσεις η εταιρεία αντιμετωπίζει συνεπεία τοποθέτησης διαφημιστικών πινακίδων χωρίς άδεια, τούτο γινόταν πάντοτε σε γνώση του εναγομένου αρ.1, υποδεικνύοντας ότι οι συγκεκριμένες παραβάσεις ήταν ηθελημένες και μετά από συνεννόηση των δυο διοικητικών συμβούλων της εταιρείας. Οι εναγόμενοι, υποστηρίζει, συνωμότησαν και σκοπίμως ενεργούν ώστε να μειώσουν την αξία της εταιρείας και να την εξωθήσουν σε εκκαθάριση και/ή μείωση της αξίας της, προωθώντας ταυτόχρονα την πώληση των μετοχών τους κατά τρόπο που να αποφύγουν την εφαρμογή του δικαιώματος της προαγοράς μετοχών της, προς το σκοπό της εξόφλησης προσωπικών και/ή άλλων οφειλών ή/και χρεών τους, χωρίς να ενεργούν για το συμφέρον της εταιρείας. Απώτερος στόχος των εναγομένων, προκρίνει, είναι να πουλήσουν το πακέτο των μετοχών τους ως σύνολο σε τρίτους, ειδικότερα στο συγκρότημα «Φιλελεύθερος», παρακάμπτοντας τους ενάγοντες και το δικαίωμα των τελευταίων ασκώντας το δικαίωμα προαγοράς μετοχών να αποκτήσουν έστω και μία μετοχή, αποκτώντας ουσιαστικά τον έλεγχο της εταιρείας. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι εκτός εάν οι εναγόμενοι μέσω των αιτούμενων διαταγμάτων εμποδιστούν, θα συνεχίσουν την ως άνω συμπεριφορά τους, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο τα συμφέροντα και η επιβίωση της εταιρείας. Η διαχείριση και διοίκηση της εταιρείας, καταλήγει, απαιτεί σταθερότητα και συνέπεια και δεν μπορεί να παραμένει έρμαιο της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του εναγομένου αρ.
- Εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υποστηρίζει, πέραν του γεγονότος ότι η εταιρεία κινδυνεύει άμεσα να χάσει την αξιοπιστία της, να απωλέσει την καλή της εμπορική εύνοια και το καλό της όνομα που έκτισε από το 1996 έως και σήμερα, ορατός και σοβαρός είναι ο κίνδυνος οι ενάγοντες αλλά και η εταιρεία να υποστούν ανεπανόρθωτες και μη ανατρέψιμες συνέπειες και ζημιές αφού η εταιρεία θα παύσει να είναι μια δρώσα οικονομική μονάδα και θα οδηγηθεί με τον ένα ή άλλο τρόπο στην εκκαθάριση. Υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία θέτουν για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκρίνει επίσης ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφέστατα υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ώστε να διατηρηθεί στο status quo, δηλαδή η κατάσταση της εταιρείας ως δρώσα οικονομική μονάδα (going concern). Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκρίνει, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ενώ αντίθετα αν αυτά δεν εκδοθούν οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Οι εναγόμενοι, αντιδρώντας στο ως άνω διάβημα των εναγόντων, στις 18.10.2017 προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Στο σώμα της, ως οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, πέρα από τη νομική βάση επί της οποίας αυτή εδράζεται, προβάλλονται και οι λόγοι της ένστασης. Μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας
- Η Αίτηση από πλευράς των αιτητών δεν δικαίωμα και είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και η καταχώρηση της αίτησης γίνεται για σκοπούς εκδικητικούς και/ή πρόκλησης ταλαιπωρίας στους καθ' ων η αίτηση.
- Η αγωγή είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη του σχετικού Νόμου και των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου γιατί η αγωγή παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.6
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας .
- Η αίτηση παραβιάζει το Καταστατικό της εταιρείας C. ATALIOTIS NICHE ADVERTISING LIMITED και/ή τα συμφωνηθέντα υπό μορφή καταστατικού μεταξύ των μετόχων της εταιρείας C. ATALIOTIS NICHE ADVERTISING LIMITED.
- Η αιτήτρια απέκρυψε και/ή δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο ουσιώδη και ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν την παρούσα αίτηση και ότι ο λόγος που θέλουν να υπογράφουν από μόνοι τους τις επιταγές και/ ή να δεσμεύουν την από μόνοι τους την Εναγόμενη 3 είναι για να συνεχίσουν να παρανομούν σε σχέση με τις εργασίες της Εναγόμενης 3 και τις άδειες σε σχέση με τις διαφημιστικές πινακίδες ως και για να καταδολιεύουν την Εναγομένη 2 και
- Η έκδοση των διαταγμάτων θα οδηγήσει σε καταδολίευση των Εναγομένων αφού, ο Ενάγοντας θα συνεχίσει να παραβαίνει τα fiduciary duties που επιβάλλει το αξίωμα του ως έπραττε μέχρι σήμερα.
- Οι Ενάγοντες δεν έρχονται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο γιατί: • Δεν έχουν ενεργήσει τίμια • Έχουν μετέλθει σε δόλια τεχνάσματα τα οποία έχουν εκθέσει τον Εναγόμενο 1 και την Εναγομένη 3 σε ποινικές και αστικές υποθέσεις ως Κατηγορούμενοι. • Δεν ήταν τίμιοι και επιμελής έναντι των μετόχων και έναντι της Εναγομένης 3 και δεν ενεργούν για τα συμφέροντα της Εναγομένης
- • Εκμεταλλεύτηκαν την Εναγομένη 3 μεταβιβάζοντας επ' ονόματι τους αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες τα οποία αποτελούσαν περιουσία της Εναγομένης 3 και διενεργούσαν προσωπικά ταξίδια στο εξωτερικό επιβαρύνοντας την Εναγομένη 3 με τα έξοδα τους. • Ενώ είχαν καθήκον να ενεργούν τίμια και όχι δόλια και να κρατούν κατάλληλους λογαριασμούς στους οποίους να γίνονται όλες οι εγγραφές δεν κρατούσαν κατάλληλους λογαριασμούς αφού εγγραφές εξόδων επ' ονόματι του Ενάγοντα 1 δεν εγίνοντο, • Παρέλειψαν να διενεργήσουν οικονομικό έλεγχο της Εναγομένης 3 μετά την έμφαση θέματος στους λογαριασμούς της Εναγομένης 3 το οποίο εγέρθηκε από τους ελεγκτές της Εναγομένης 3 παρά το καθήκον που είχαν να διενεργήσουν τέτοιο οικονομικό έλεγχο και παρά τις έντονες ανησυχίες επί του θέματος που εκφράστηκαν από τον Εναγόμενο
- • Ο Ενάγοντας 1 παρά το ότι είναι εργοδοτούμενος της Εναγομένης 3 στον οποίο καταβάλλεται μισθός για τις υπηρεσίες του αντί να αφιερώνει το χρόνο του για τις εργασίες της Εναγομένης 3 ασχολείται με τις λοιπές επιχειρήσεις του (Πιάτσα Γουρουνάκι, Coinanter Ltd, Second Cup Αγίας Παρασκευής, Sushi Yam Yam) και πληρώνεται από την Εναγομένη 3 χωρίς να ασκεί τα καθήκοντα του. • Κατά παράβαση των σχετικών Νόμων και Κανονισμών και ειδικότερα των φορολογικών νομοθεσιών πλήρωναν ανύπαρκτα τιμολόγια στα οποία δεν γινόταν αναφορά στο ΦΠΑ καταδολιεύοντας τα δημόσια οικονομικά». Ο XXXXX Κασουλίδης (εναγόμενος αρ.1), με την ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι η εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των διαφημιστικών πινακίδων οι οποίες τοποθετούνται σε σημεία των δρόμων στην Κύπρο, υποδεικνύει ότι η αποκλειστική διαχείριση των εμπορικών δραστηριοτήτων της ως άνω εταιρείας ασκείτο από τον XXXXX Αταλιώτη (εναγόμενο 1) και πρόσωπα που ο τελευταίος διόρισε ως διευθυντές, ήτοι τους XXXXX Αιμιλιανίδη και XXXXX Αυλωνίτη. Οι αποφάσεις της ως άνω εταιρείας, υποστηρίζει, δεν λαμβάνονταν ποτέ από κοινού αλλά από τον Κ. Αταλιώτη και τα ως άνω πρόσωπα που ο ίδιος διόρισε. Τόσο ο Κ. Αταλιώτης, ο οποίος σταδιακά έπαψε να ασχολείται με τις εργασίες της εταιρείας χωρίς να εμφανίζεται καν στα γραφεία της, όσο και τα πιο πάνω πρόσωπα δεν ασκούσαν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τη συνήθη εμπορική πρακτική. Αντίθετα, με διάφορους τρόπους, στους οποίους με λεπτομέρεια αναφέρθηκε, όχι μόνο κακοδιαχειρίζονταν την εταιρεία αλλά αποσπούσαν ταυτόχρονα διάφορα ποσά από αυτήν, καταδολιεύοντας τις εναγόμενες αρ.2 και 3 εταιρείες. Παράλληλα, ενεργώντας κατά παράβαση των καθηκόντων τους μετέρχονται δόλια τεχνάσματα, τα οποία εκθέτουν τον ίδιο σε ποινικές και αστικές υποθέσεις. Παρέβησαν επίσης το καθήκον τους να τηρούν κατάλληλους λογαριασμούς στους οποίους να γίνονται όλες οι εγγραφές, να προβαίνουν σε οικονομικό έλεγχο της εταιρείας, να εφαρμόζουν τη νομοθεσία που αφορά τη φορολογία, να ενεργούν με επιμέλεια και τιμιότητα έναντι των μετόχων και της ίδιας της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας και να μην εκμεταλλεύονται μυστικά κέρδη της. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ως διευθυντής της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας ζήτησε από τον Κ. Αταλιώτη και τα ως άνω πρόσωπα να τηρούν τους νόμους και κανονισμούς και να εκδίδουν τις σχετικές και αναγκαίες άδειες για την τοποθέτηση των πινακίδων, οι τελευταίοι παραλείπουν να πράξουν τούτο, με αποτέλεσμα να καταχωρούνται εναντίον της εταιρείας και των διευθυντών της, του ιδίου περιλαμβανομένου, αστικές και ποινικές υποθέσεις. Η εταιρεία, υποστηρίζει, ενώ ήταν επικερδής, υπό τη διαχείριση του Κ. Αταλιώτη και των ως άνω προσώπων κατέληξε να είναι ζημιογόνα και να απολέσει κεφάλαια της τάξης του €1.145.000,00 όπως καταγράφεται σε σχετική οικονομική έκθεση στην οποία παραπέμπει. Παρά τις κατ' επανάληψη προειδοποιήσεις του ιδίου και τις αρνητικές εξελίξεις για την εταιρεία, ουδέποτε εισακούστηκε. Οι φόβοι του ιδίου περί κακοδιαχείρισης επαληθεύτηκαν όταν στα πλαίσια της ετοιμασίας των ελεγμένων λογαριασμών της εταιρείας το 2015, οι ελεγκτές σημείωσαν την αμφιβολία τους ως προς την ικανότητα της εταιρείας να συνεχίσει «ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα» ενώ παράλληλα δήλωναν την αδυναμία τους να βεβαιώσουν τα εισπρακτέα ποσά χρεωστών, τα πληρωτέα ποσά πιστωτών και το πληρωτέο ποσό του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Αποτέλεσμα των κακών σχέσεων που πλέον είχαν δημιουργηθεί μεταξύ του ιδίου και του Κ. Αταλιώτη, έχοντας πλέον παύσει να υπάρχει εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, μετά από εισήγησή του προς τον Κ. Αταλιώτη, οι δύο συμφώνησαν να πωληθεί η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία, αφού τούτο θα έλυνε τα μεταξύ τους προβλήματα. Ενώ αρχικά ο Κ. Αταλιώτης συμφώνησε και ζητήθηκε η συνδρομή γνωστού ελεγκτικού οίκου προς υλοποίηση των ποιο πάνω - με δεδομένες ήδη προτάσεις που υποβλήθηκαν από εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα - ο Κ. Αταλιώτης τελικά υπαναχώρησε, υποδεικνύοντας ότι δεν ήταν διατεθειμένος να πωλήσει τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία. Ο πραγματικός λόγος που ο τελευταίος ενήργησε κατά τον πιο πάνω τρόπο, υποστήριξε ο ομνύων, έγκειται στο γεγονός ότι στα πλαίσια του ελέγχου των οικονομικών της εταιρείας από έναν πιθανόν αγοραστή θα αποκαλυπτόταν η κακοδιαχείριση που ασκείτο από τον Κ. Αταλιώτη ως έμμισθου εκτελεστικού διευθυντή της εταιρείας. Αντίθετα με ότι αρχικά συμφωνήθηκε, τελικά ο Κ. Αταλιώτης επιθυμούσε να τεθούν στη διάθεσή του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας οι μετοχές που η εναγόμενη αρ.2 κατείχε στην εταιρεία κατά τρόπο που θα επέτρεπε στους ενάγοντες να αγοράσουν έστω μία μετοχή και να ελέγξουν την εταιρεία. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τη θέση ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η εταιρεία τοποθετούσε διαφημιστικές πινακίδες χωρίς την εξασφάλιση σχετικών αδειών, επιβεβαίωσε το γεγονός πως μετά την αποκάλυψη από τον ίδιο διαφόρων ζητημάτων που άπτονταν της κακοδιαχείρισης της εταιρείας, προχώρησε σε ακύρωση υπογραμμένων ήδη από τον ίδιο τραπεζικών επιταγών μέχρι να του δοθούν ανάλογες εξηγήσεις και δικαιολογητικά, εξηγώντας ταυτόχρονα ότι στη συνέχεια υπέγραψε τις επιταγές για την καταβολή της μισθοδοσίας των υπάλληλων της εταιρείας ως και οτιδήποτε άλλο ήταν επαρκώς δικαιολογημένο. Η εταιρεία, υποδεικνύει, ουδέποτε τέθηκε σε αδιέξοδο (deadlock), σημειώνοντας ότι καμία συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας δεν συγκλήθηκε για να ληφθούν οποιεσδήποτε αποφάσεις. Ταυτόχρονα, διακήρυξε πως εφόσον η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία λειτουργεί στα πλαίσια του νόμου σε σχέση με την εξασφάλιση των σχετικών αδειών για την τοποθέτηση πινακίδων, ο ίδιος δεν θα είχε οποιαδήποτε ένσταση να υπογράφει επιταγές για αυτές τις πινακίδες αλλά και για άλλα έξοδα που τις αφορούν, συμπληρώνοντας όμως ότι δεν είναι διατεθειμένος να υπογράφει εν λευκώ επιταγές χωρίς έλεγχο, εξέλιξη που ούτως ή άλλως δεν συνάδει με το καθήκον που ο ίδιος έχει προς την εταιρεία για έλεγχο των πεπραγμένων της κατά τρόπο που η τελευταία να μην παρανομεί. Ο λόγος που ζητείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προκρίνει ο ομνύων, στη βάση των οποίων ο κ. Αταλιώτης θα υπογράφει μόνος του και θα δεσμεύει την εταιρεία, είναι για να συνεχίσει η κακοδιαχείριση της, η καταδολίευση της εναγομένης αρ.2 και η συνέχιση της παρανομίας σε σχέση με τις άδειες των διαφημιστικών πινακίδων. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, η πλευρά των εναγομένων ουδέποτε επικαλέστηκε τους όρους του καταστατικού της εναγομένης αρ.3 εταιρείας για πώληση των μετοχών που κατέχουν και ελέγχουν σε αυτήν. Αντίθετα, η πλευρά των εναγόντων είναι εκείνη η οποία απαιτεί να δοθεί σχετική ειδοποίηση πώλησης μετοχών, για να μπορέσουν να αγοράσουν έστω μία μετοχή που κατέχει η εναγόμενη αρ.2 στην εταιρεία για να ελέγχουν τελικά την τελευταία, αποκλείοντας έτσι τους εναγόμενους από οποιοδήποτε έλεγχο στα πεπραγμένα της εταιρείας. Οι ενάγοντες, υποστηρίζει καταληκτικά ο ομνύων, δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε ορατές πιθανότητες επιτυχίας, ενώ καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα υποστούν. Με την προώθηση της παρούσας απώτερος σκοπός τους είναι να ελέγξουν την εναγόμενη αρ.3 εταιρεία με σκοπό να την καταδολιεύουν, αποσπώντας περιουσιακά στοιχεία από τους άλλους μετόχους, ειδικότερα την εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία, χωρίς να τους ελέγχει κανένας. Τα διατάγματα δε τα οποία επιζητούν, αντιστρατεύονται τα συμφέροντα τόσο της εναγομένης αρ.2 αλλά και της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, καταστρατηγώντας το καταστατικό της τελευταίας. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρεμβάλλεται από αυτό το στάδιο της παρούσας ότι κατά την ακρόαση της υπό συζήτηση αίτησης, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων - αιτητών δήλωσε ότι η πλευρά των τελευταίων δεν θα επιμείνει και ως εκ τούτου εγκαταλείπει το σύνολο των αιτητικών στην υπό συζήτηση αίτηση πλην του αιτητικού υπ' αριθμό 5. Τούτο, ως εξήγησε, ενόψει του γεγονότος ότι πρόθεση των αιτητών είναι να προωθήσουν μέσω της παρούσας την επίλυση πρακτικών ζητημάτων για να μπορέσει να λειτουργεί η εταιρεία, προκρίνοντας ότι οποιαδήποτε άλλα προβλήματα που φαίνεται να υπάρχουν είναι δυνατόν να επιλυθούν με την δρομολόγηση άλλων, ανάλογων διαδικασιών. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Constantinides ν. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Μ & M Transport ν. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. σελ. 244, Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το διάταγμα. Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Η υπό συζήτηση αίτηση προωθήθηκε στο πλαίσιο παράγωγης αγωγής. Έχει, συνακόλουθα, σημασία να εξεταστεί και να αναφερθεί η βάση αυτής της παράγωγης αγωγής, έχουσα εκ των πραγμάτων άμεση σχέση με την ικανοποίηση των δυο πρώτων κριτηρίων του άρθρου 32. Μέσω της παράγωγης αγωγής όπως έχει υποδειχθεί στην πρωτόδικη απόφαση Κουή ν. Πιριλλή κ.α. ημερομηνίας 18.04.2002, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Πιριλλής κ.α. ν. Κουή
(2004)1 ΑΑΔ 136) ο μέτοχος ενάγει προς επίρρωση απαίτησης που στην πραγματικότητα ανήκει στην εταιρεία και άρα το δικαίωμα του να ενάγει απορρέει ή παράγεται από αυτή. Στο Σύγγραμμα Pennington's (Company Law), 3η έκδοση στη σελίδα 564 γίνεται αναφορά στα χαρακτηριστικά της παράγωγης αγωγής. Το ζήτημα τίθεται ως εξής: «The derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact the judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought». Όπως πρόσθετα αναφέρεται στο Σύγγραμμα Palmers' Company Law, 2ος τόμος , σελ. 8177 παρ. 8.804 (Έκδ. 2000 loose leaf): «The plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgment. If the succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. The plaintiff shareholder can complain in a derivative action of wrongs committed before he became a member». Σε σχέση με την έννοια και τη φύση της παράγωγης αγωγής, βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7
(1), σελ. 701 ως επίσης την υπόθεση Wallersteiner v. Moir (No.2) 1 All ER 849 όπου ο λόρδος Denning εξετάζει και αναλύει τη νομική αρχή επί της οποίας αυτή εδράζεται. Με δεδομένο ότι η παράγωγη αγωγή έλκει την καταγωγή της από το δίκαιο της επιείκειας, υπόκειται στο βασικό κανόνα ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να προσέλθει στο δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η αγωγή θα πρέπει από κάθε άποψη να θεωρείται ως καταχωρηθείσα καλή τη πίστη (bona fide) προς όφελος της εταιρείας και όχι για την ευόδωση αλλότριου στόχου και σκοπού. Περαιτέρω, είναι διαθέσιμη μόνο στις περιπτώσεις που δεν μπορούν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο να διορθωθούν λανθασμένες πράξεις. Τέτοιους είδους αγωγή εγείρεται από μέτοχο μιας εταιρείας όχι για την εξυπηρέτηση άμεσου και προσωπικού οφέλους αλλά προς όφελος της εταιρείας από την οποία αντλεί το δικαίωμα. Κατ' επανάληψη έχει υποδειχθεί ότι παράγωγη αγωγή είναι δυνατόν να εγερθεί όταν υπάρχουν δυο στοιχεία: (α) το στοιχείο του δόλου και (β) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (βλ. John Farrar: Company Law, σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν έχει την αυστηρή - στενή έννοια του δόλου όπως αυτή οριοθετείται στο κοινοδίκαιο. Αντίθετα, επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο δίκαιο της επιείκειας. Είναι γι' αυτό το λόγο που κατ' επανάληψη κρίθηκε από τη νομολογία ότι δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος αλλά ακόμα και έμμεση λήψη οφέλους, περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίδεται στην πορεία των εμπορικών της δοσοληψιών (Cooke v Deeks
(1916)1 A.C. 554, Eastmanco (Kliner House) Ltd v Greater London Council
(1962)1 All E.R. 437 και Meiner v Hooper's Telegraph Works
(1874)9 Ch. App. 350). Υπό την ευρύτατη έννοια που το στοιχείο του δόλου ενυπάρχει σε περιπτώσεις του είδους, είναι συνυφασμένο με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο περί Εταιρειών νόμος επιβάλλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. Ένα από τα κυριότερα καθήκοντα ενός διοικητικού συμβούλου είναι ασφαλώς να μην παραβιάζεται από την πλευρά του η σχέση εμπιστοσύνης απέναντι στην εταιρεία ιδιαίτερα ο τελευταίος να μην τη συναγωνίζεται. Το καθήκον του απέναντι στην εταιρεία, παραλληλίζεται με αυτό του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο (βλ. Halsbury's Laws of England, (ανωτέρω) σελ 705 και 960). Έχει καθήκον ούτως ή άλλως να χειρίζεται με εύλογη επιμέλεια τα θέματα διοίκησης της εταιρείας, ενώ οι όποιες εξουσίες έχει ως τέτοιος, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται πάντα προς όφελός της. (βλ. Pennington's (ανωτέρω) σελ. 509 - 518). Στην υπόθεση Πιριλλής ν Κουής (ανωτέρω) όπου κρίθηκε ότι το κριτήριο του ελέγχου είναι κατά πόσο θα μπορούσε μια εταιρεία να ενεργήσει από μόνη της ή όχι προς προστασία των συμφερόντων της, υιοθετήθηκε η Καναδική υπόθεση, Glass v Atkin
(1967)65 D.R.L. 2D 501, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών μιας εταιρείας μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή εναντίον του εναγομένου και άλλου προσώπου που μαζί κατείχαν το άλλο 50% των μετοχών της, αφού οι τελευταίοι καταδείχθηκε ότι αποτελεσματικά μπορούσαν να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από το να περάσει ψήφισμα για έγερση αγωγής. Προσεγγίζοντας το ζήτημα κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί από την πλευρά των αιτητών σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα διαδικασία, με δεδομένο ότι οι τελευταίοι επικαλούνται παράβαση των κανόνων λειτουργίας και/ή διοίκησης της καθ' ης η αίτηση αρ.3 εταιρείας, κατά τον τρόπο τουλάχιστον που η πλευρά τους εισηγείται, αναδεικνύοντας μεταξύ άλλων τον ρόλο του εναγόμενου αρ.1 προς τούτο, ειδικότερα την ισχυριζόμενη παράλειψη του τελευταίου ως διοικητικού συμβούλου της εναγομένης αρ.3 εταιρείας να συνδράμει και να λειτουργήσει ως τέτοιος προς όφελος πάντα της τελευταίας για πλείστα όσα ζητήματα την αφορούν ως αυτά αναδεικνύονται από τους ενάγοντες στο δικόγραφό τους, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, φαίνεται πράγματι να μπορεί νομικά να θεμελιωθεί η αποκάλυψη ύπαρξης συζητήσιμης τουλάχιστον υπόθεσης. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253. Έχει ήδη σημειωθεί ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» (βλ. επίσης Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα (ανωτέρω)). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εναγόμενος αρ.1, όντας ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της εταιρείας, έχει υποχρέωση - εκ του νόμου - να συνδράμει την τελευταία και να ενεργεί κατά τρόπο που η εταιρεία να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα, πραγματώνοντας, στα πλαίσια της νομιμότητας πάντα, τους στόχους και τους σκοπούς του καταστατικού της. Παράληψή του να ανταποκριθεί στα πιο πάνω καθήκοντα και υποχρεώσεις, είναι δυνατόν, από μόνη της, να πλήξει την εύρυθμη λειτουργία και δραστηριότητα της εταιρείας και εν τέλει τα συμφέροντά της, επιτρέποντας ταυτόχρονα στους ενάγοντες να υπερβούν το ούτως η άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας για κάποιες τουλάχιστον από τις θεραπείες που διεκδικούν. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και χωρίς επουδενί, σε αυτό το στάδιο, το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στην εξέταση των αντικρουόμενων θέσεων και ισχυρισμών των δυο πλευρών όσον αφορά την εξέλιξη συγκεκριμένων γεγονότων που αφορούν την πορεία, τη λειτουργία και τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας ή να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα για τις πράξεις ή παραλήψεις που αποδίδονται στον εναγόμενο αρ.1 διευθυντή της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας και τον τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων από τον τελευταίο, ούτε να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα αλλότρια κίνητρα που εκατέρωθεν αποδίδονται όσον αφορά το μέλλον της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας, γεγονός παραμένει ότι η παραδεκτή από τον εναγόμενο αρ.1 συμπεριφορά του, περιλαμβανομένης της ανάκλησης τραπεζικών επιταγών και της έλλειψης συνεργασίας του με τον δεύτερο διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας (ενάγοντα αρ.1) για την αντιμετώπιση άμεσων και τρεχουσών αναγκών και υποχρεώσεων της εταιρείας, όπως η μισθοδοσία υπαλλήλων ή η πληρωμή υποχρεώσεων της εταιρείας προς αρμόδιες κρατικές αρχές και υπηρεσίες αλλά και τρίτους, σε συνδυασμό θεωρούμενη με την σχέση του ιδίου με τους εναγομένους αρ.2 και 4, φαίνεται εκ των πραγμάτων να μπορεί να οδηγήσει στον επηρεασμό της λειτουργίας της εναγόμενης αρ.3 εταιρίας ως δρώσας οικονομικής μονάδας, κατά τρόπο που αποκαλύπτει πιθανότητες ευτυχίας της παράγωγης αγωγής που προωθείτε προς όφελός της τελευταίας, καθιστώντας ταυτόχρονα ορατό το ενδεχόμενο επιτυχίας κάποιων τουλάχιστον από τα αιτητικά στην παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάτε για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος του είδους, είναι κατά πόσον στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως επισημάνθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν Collossos Signs Ltd (Αρ.2)
(2008)1 ΑΑΔ 626, στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Γεγονός ωστόσο παραμένει ότι εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτή εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη, άλλωστε, δεν συναρτάται πάντα με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Αναμφίβολα η ως άνω ήδη εκδηλωθείσα συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων, ειδικότερα η παραδοχή του εναγόμενου αρ.1 ότι σε κάποιο στάδιο σταμάτησε να υπογράφει όλες ανεξαιρέτως τις επιταγές της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, ή ακόμα να συνεργαστεί με τον άλλο διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας στο πλαίσιο των καθηκόντων και των υποχρεώσεών τους ως τέτοιοι, για την αντιμετώπιση άμεσων και τρεχουσών ζητημάτων της εταιρείας, κάθε είδους, αποτελεί εξέλιξη που αυταπόδεικτα μπορεί να προκαλέσει προσκόμματα στην καθημερινή εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την άσκηση των δραστηριοτήτων της. Ορατό είναι το ενδεχόμενο, ενόψει της ως άνω ήδη εκδηλούμενης συμπεριφοράς όσον αφορά το χειρισμό διαφόρων θεμάτων της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, τα οποία άπτονται και αφορούν όχι μόνο την διεκπεραίωση των εργασιών της τελευταίας αλλά και τις σχέσεις και υποχρεώσεις της με συνεργάτες, αντισυμβαλλομένους, το προσωπικό της, ακόμα και με κρατικές ή δημοτικές αρχές, ως με λεπτομέρεια έχει εξηγηθεί από την πλευρά των αιτητών, να προκληθούν στην εταιρεία σοβαρές δυσμενείς συνέπειες και μη ανατρέψιμα τετελεσμένα και αποτελέσματα. Έχει τεθεί άλλωστε υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η άρνηση συνεργασίας στην επίλυση των καθημερινών ζητημάτων που αφορούν μια ενεργή και δραστήρια οικονομικά οντότητα, όπως παρουσιάζεται να είναι η εναγόμενη αρ.3 - πέραν και ανεξάρτητα από τα όποια προβλήματα που προφανώς αυτή αντιμετωπίζει - είναι δυνατόν να οδηγήσει στην πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην τελευταία, με την ευρύτερη έννοια που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η ύπαρξη και των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση. Πρόσθετα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσον, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Κουννάς ν. C & A Symons Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1361 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε255)). Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 788, υπεδείχθη ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει ουσιαστικά το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφασή του ήταν λανθασμένη. Μεταφέρεται προς τούτο στην εν λόγο απόφαση, αυτούσιος ο λόγος του Δικαστή Huffman στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670. Όπως το έθεσε ο ως άνω Άγγλος δικαστής (σε μετάφραση): «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή» Είναι γεγονός ότι σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, η αναγκαιότητα να διατηρηθεί το status quo προς διατήρηση των δεδομένων ως είχαν αμέσως πριν την έγερση της αγωγής έχει τη δική του σημασία, στα πλαίσια της εξέτασης του ζητήματος κατά πόσο - υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν μια υπόθεση - είναι δίκαιο και εύλογο τελικά να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Seamark Consult. Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 163 Στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω), πέραν από το γεγονός ότι επιβεβαιώνεται πως ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας σε περιπτώσεις του είδους είναι το status quo και η διατήρησή του, σε σχέση με το τελευταίο, επισημαίνεται ότι: «..Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τι σημαίνει η φράση «status quo». Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως προτείνει στην Robbie n Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι «status quo ante bellum». Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η πλευρά των αιτητών έχει εγκαταλείψει τα ομολογουμένως δραστικότατα διατάγματα που αρχικά επιζητούσε μέσω της υπό συζήτηση αίτησης, πλην του αιτήματος της για έκδοση διατάγματος ως τα αιτητικό αριθμός 5 της αίτησης. Μέσω του, ουσιαστικά επιδιώκεται να διασφαλιστεί η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας, χωρίς η τελευταία να παραβιάζει νομικές ή συμβατικές της υποχρεώσεις προς το κράτος, αρμόδιες αρχές, τρίτους, ακόμα και τους υπαλλήλους της. Περιορίζεται στην αναζήτηση θεραπείας κατά τρόπο που θα επιτρέπεται στην εναγόμενη αρ.3 εταιρεία να λειτουργήσει - με τα όποια προβλήματα αυτή ούτος ή άλλος φαίνεται να αντιμετωπίζει - και να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της. Προσεγγίζοντας το σημαντικό για την τύχη της αίτησης ζήτημα κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν διαλανθάνει της προσοχής του δικαστηρίου πως ως θέμα αρχής, το δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιδιώκει να παρεμβαίνει στα δεδομένα ενός ζώντος οικονομικού οργανισμού, ως η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία, ο οποίος έχει την ευθύνη, μέσα από το διοικητικό του συμβούλιο, να διευθύνει τις υποθέσεις του όπως ο ίδιος επιθυμεί, διεκπεραιώνοντας την επιχειρηματική του δραστηριότητα προς εξυπηρέτηση των νόμιμων στόχων και σκοπών του. Όπως χαρακτηριστικά ο δικαστής Ormrod έχει καταγράψει στην απόφασή του στην υπόθεση Louis v. Heffer
(1978)1 WLR 1061: «No organization can survive a steady shower of writs and no organization could possibly be made to work by a series of injunctions». Ωστόσο, στην υπό συζήτηση περίπτωση, έχοντας υπόψη την ήδη διακηρυγμένη θέση της πλευράς των εναγομένων, ως αυτή καταγράφηκε στην ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ.1 που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, ότι δηλαδή εφόσον η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία λειτουργεί στα πλαίσια του νόμου και των σχετικών κανονισμών που διέπουν τη λειτουργία της στον τομέα που αυτή δραστηριοποιείται, ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε ένσταση να υπογράφει σχετικές επιταγές και γενικότερα να εκτελεί τα καθήκοντά του ως διοικητικός σύμβουλος της συγκεκριμένης εταιρείας, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η παρέμβαση του δικαστηρίου μέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος, στη βάση του οποίου ο εναγόμενος αρ.1 ως ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της εταιρείας θα πρέπει να υπογράφει τις επιταγές που αφορούν την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων και των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας, τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας και τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς τρίτους κατά τρόπο που η τελευταία να δύναται να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα, πραγματώνοντας τους στόχους και τους σκοπούς της, θα πρέπει να θεωρηθεί εύλογη, πρόσφορη και αρκούντος δικαιολογημένη. Τούτο, βέβαια, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι η ως άνω υποχρέωση θα αφορά ικανοποίηση υποχρεώσεων που είναι σύμφωνες με τους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στη Δημοκρατία και το καταστατικό της εναγομένης αρ.3 εταιρείας. Είναι εξ' άλλου σημαντικό να σημειωθεί ότι ο εναγόμενος αρ.1, ως ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας, ασκώντας τα εκ του νόμου απορρέοντα καθήκοντα, δικαιώματα και αρμοδιότητές του, έχει κάθε ευχέρεια να διαπιστώνει, κατά περίπτωση, αν οι ως άνω πράξεις στις οποίες θα καλείται να εκτελέσει ή να συμπράξει κινούνται στα όρια της νομιμότητας και του καταστατικού της εταιρείας. Με δεδομένη την ως άνω «ασφαλιστική δικλείδα» για την πλευρά του εναγομένου αρ.1, σε συνδυασμό θεωρούμενη με τις πραγματικά καταστροφικές συνέπειες που πιθανόν να έχει για την εναγομένη αρ.3 εταιρεία η μη έκδοση σχετικού διατάγματος, η πλάστιγγα στο ισοζύγιο της ευχέρειας στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί παρά να γέρνει και να λειτουργεί προς όφελος των αιτητών. Υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι συνέπειες οι οποίες δυνατόν να επέλθουν σε περίπτωση μη έκδοσης σχετικού διατάγματος ως τούτο έχει δραστικά περιοριστεί από την πλευρά των αιτητών, κρίνονται ως ασυγκρίτως μεγαλύτερες και δυσμενέστερες από αυτές που δυνατόν να επιφέρει η έκδοσή του. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο εναγόμενος αρ.1, ως επίσης οποιοσδήποτε διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους ως τέτοιοι και υπό την προϋπόθεση ότι τούτο δεν αντίκειται στους νόμους και κανονισμούς που ισχύουν στη Δημοκρατία ή στο καταστατικό της ως άνω εταιρείας, διατάσσονται όπως προβαίνουν στην υπογραφή των επιταγών για την πληρωμή των μισθών των υπαλλήλων, των διευθυντών, των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας και γενικότερα των υποχρεώσεων της προς τον έφορο εταιρειών, τον έφορο φορολογίας, προς το ΦΠΑ, προς τις δημοτικές αρχές αλλά και των γενικότερων χρηματοοικονομικών της υποχρεώσεων προς ικανοποίηση συμβατικών ή άλλων υποχρεώσεων της εταιρείας προς τρίτους, κατά τρόπο ώστε η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία να δύναται απρόσκοπτα να λειτουργήσει ως δρώσα οικονομική μονάδα, εκπληρώνοντας τους σκοπούς και στόχους της ως αυτοί περιλαμβάνονται στο καταστατικό της. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, με δεδομένο τον δραστικό περιορισμό των αιτητικών της αίτησης στο ύστερο στάδιο της ακρόασης εκ μέρους των αιτητών, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζω τη θετική ουσιαστικά στάση της πλευράς του εναγομένου αρ.1 να συμπράττει στην έκδοση των αναγκαίων επιταγών εφόσον αυτές αφορούν νόμιμες υποχρεώσεις της εταιρείας, ως τούτο διακηρύχθηκε ήδη στην ένορκη δήλωση του εναγομένου αρ.1 ημερομηνίας 18.10.2017 που συνοδεύει την ένσταση, αισθάνομαι ότι επιτρέπεται η απόκλιση από το βασικό κανόνα που προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνακόλουθα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης θα είναι έξοδα στην πορεία της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο