ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 9921/2010, 4/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9921/2010 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και 1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED 2. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΕΑ ΛΤΔ 3. CREDIT AGRICOLE (SUISSE) S.A. Εναγομένων Ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 29/1/2016 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ Αγωγής 9921/2010 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και 1. Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγομένων 1 SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED 2. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΕΑ ΛΤΔ 3. CREDIT AGRICOLE (SUISSE) S.A. Εναγομένων Ως έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 10/5/2017 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ Αγωγής 9921/2010 Μεταξύ: ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και 1. XXXXX Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED 2. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΕΑ ΛΤΔ 3. CA INDOSUEZ (SWITZERLAND) SA Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.04.2018 Ημερομηνία: 04.04.2019 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κα Δ. Παπαθωμά για Chrysses Demetriades & Co LLC Για εναγόμενη 2 - καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη αρ.3 - καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Καριτζής για Α. Καριτζής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.11.2010, η ενάγουσα δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρώντας γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Κάτοχος ποσού το οποίο διεκδικείται από τις εναγόμενες εταιρείες, με την ως άνω αγωγή της αξιώνει την έκδοση δηλωτικής απόφασης και/ή διακήρυξης του δικαστηρίου, (Declaratory Judgment) με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η διευθέτηση στην οποία η ίδια έχει προβεί με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε σχέση με απαιτήσεις της τελευταίας εναντίον της ενάγουσας, που πηγάζουν από συμφωνία Factoring μεταξύ της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, αποτελεί νόμιμο μέτρο που η ενάγουσα εδικαιούτο να πάρει προς περιορισμό των ζημιών (mitigation of loss) και/ή των απαιτήσεων που αντιμετωπίζει ως αποτέλεσμα της σύναψης και/ή της παράβασης εκ μέρους της εναγομένης αρ.1 εταιρείας της ως άνω συμφωνίας factoring μεταξύ της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου Δημοσία Εταιρεία Λτδ. Παράλληλα, αξιώνει απόφαση με την οποία να καθορίζεται σε ποια από τις τρεις εναγόμενες εταιρίες η ενάγουσα θα καταβάλει το τίμημα πώλησης φορτίου 34.941.814 μετρικών τόνων ακατέργαστου μαζούτ που παραδόθηκε σε εγκαταστάσεις της στην Κύπρο από την εναγομένη αρ.1 εταιρεία στις 21 και 22.09.2010. Τούτο γιατί δεν αποκλείει η αξία του εν λόγω φορτίου να μην καταβληθεί τελικώς - στη βάση δύο συμβολαίων μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας για προμήθεια ακατέργαστου μαζούτ - στην εναγόμενη αρ.1 εταιρεία, αλλά διαζευκτικά, είτε στην εναγόμενη αρ.2, δυνάμει σύμβασης εκχώρησης δικαιωμάτων μεταξύ της εναγομένης αρ.1 και της εναγομένης αρ.2 που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα από την εναγόμενη αρ.2 είτε στην εναγομένη αρ.3, δυνάμει σχετικής εκχώρησης δικαιωμάτων από την εναγομένη αρ.1 που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα τόσο από την εναγομένη αρ.1 όσο και από την εναγομένη αρ.3. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης αρ.1 αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου για την προμήθεια χιλιάδων μετρικών τόνων ακατέργαστου μαζούτ στους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς της ενάγουσας στη Δεκέλεια, στη Μονή και το Βασιλικό. Αξιώνει επίσης σε βάρος της τελευταίας, εξασφάλιση για το ποσό των €3.000.000,00 που η ενάγουσα έχει καταθέσει σε δεσμευμένο λογαριασμό έναντι των απαιτήσεων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπως αυτές πηγάζουν από την ως άνω συμφωνία factoring μεταξύ της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή την παράβαση αυτής της συμφωνίας από την εναγομένη αρ.1. Κατά την πρόοδο της διαδικασίας καταχωρήθηκαν εκτός από την έκθεση απαίτησης της ενάγουσας, υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις από διάφορους εναγομένους, αντηλλάγησαν δικόγραφα μεταξύ εναγομένων, ενώ ενδιάμεσες αιτήσεις που προηγήθηκαν επιλύθηκαν από το δικαστήριο. Την τελική μορφή του κλητήριου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθόρισε δεύτερο διάταγμα τροποποίησης, ημερομηνίας 10.05.2017. Στις 18.04.2018, καταχωρήθηκε από την πλευρά του εναγομένου αρ.1 η υπό συζήτηση αίτηση, μέσω της οποίας η πλευρά του επιζητεί την εξασφάλιση άδειας για τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του ως ακολούθως: « ί. Με την προσθήκη μετά την παράγραφο 89 των εξής παραγράφων 89Α και 89Β: 89Α. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε που αναφέρεται πιο πάνω, περιλαμβανομένων των παραγράφων 13, 20, 24, 28, 28(χν)-28(χνίίί) και 32-73, μετά το διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον της SOBOH που εκδόθηκε στην Αίτηση Αρ. 36/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 31/12/2013 καθώς επίσης και την επαλήθευση χρέους στην οποία η CREDIT AGRICOLE, η οποία εκκρεμούσης της αγωγής μετονομάστηκε σε CA INDOSUEZ (SWITZERLAND) SA, προέβη στις 14/10/2014 δηλώνοντας ενόρκως ενώπιον του Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας δια του αντιπροσώπου της Αντώνη Καριτζή ότι το μόνο οφειλόμενο ποσό προς την CREDIT AGRICOLE εκ μέρους των SOBOH ήταν το ποσό των $261.681,58 που προερχόταν από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων υπό μορφή λογαριασμού παρατραβήγματος, ο Εναγόμενος 1, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής των SOBOH, είναι ο μόνος που δικαιούται να διεκδικήσει από την ΑΗΚ το ποσό των USD$15.877.917,49 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό οφείλεται από την ΑΗΚ δυνάμει των δύο τιμολογίων με Αρ. C-093/2010 ημερομηνίας 19/10/2010 και Αρ. C- 094/2010 ημερομηνίας 20/10/2010 αξίας USD$10.000.362,47 και USD$5.877.555,02 αντίστοιχα σε σχέση με το πιο πάνω φορτίο SCF NEVA. 89Β. Περαιτέρω και άνευ βλάβης της παραγράφου 89Α πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ούτε το γενικό ενέχυρο και εκχώρηση των απαιτήσεων των SOBOH προς την CREDIT AGRICOLE ημερομηνίας 24/7/2007 είτε υφισταμένων είτε μελλοντικών που ενεγράφη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 ούτε και η εκχώρηση των δικαιωμάτων των SOBOH προς όφελος της CREDIT AGRICOLE σε σχέση με το πιο πάνω φορτίο SCF NEVA ημερομηνίας 13/9/2010, η οποία, όμως, δεν ενεγράφη δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (και τα δύο αναφέρονται στην παράγραφο 28(χνί) πιο πάνω) δεν δίνουν οποιαδήποτε προτεραιότητα στην CREDIT AGRICOLE έναντι οποιοσδήποτε άλλου πιστωτή των SOBOH για τους νομικούς και πραγματικούς λόγους που αναφέρονται στην παρούσα αλλά και για περαιτέρω νομικούς λόγους που θα επεξηγηθούν κατά την ακρόαση. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος 1 δικαιούται να διεκδικεί ολόκληρο το ποσό των USD$15.877.917,49 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που οφείλεται από την ΑΗΚ δυνάμει των δύο τιμολογίων με Αρ. C- 093/2010 ημερομηνίας 19/10/2010 και Αρ. C-094/2010 ημερομηνίας 20/10/2010 αξίας USD$10.000.362,47 και USD$5.877.555,02 αντίστοιχα σε σχέση με το πιο πάνω φορτίο SCF NEVA και εν πάση περιπτώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται στους SOBOH από την ΑΗΚ δυνάμει αυτών. ii. Με την προσθήκη του εξής αιτητικού (ν) μετά το αιτητικό (
- iv)της Ανταπαίτησης και την αναρίθμηση του υφιστάμενου αιτητικού (ν) σε (νί) ν. Το ποσό των USD$15.877.917,49 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που οφείλεται από την ΑΗΚ δυνάμει των δύο τιμολογίων με Αρ. C- 093/2010 ημερομηνίας 19/10/2010 και Αρ. C-094/2010 ημερομηνίας 20/10/2010 αξίας USD$10.000.362,47 και USD$5.877.555,02 αντίστοιχα σε σχέση με το πιο πάνω φορτίο SCF NEVA». Την αίτηση, η οποία εδράζεται στη Δ.25 θθ. 1-6 και Δ.48 θθ.1-9 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, και στις εγγενείς εξουσίες του δικαστηρίου, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Ιακωβίδη, εκκαθαριστή της εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Limited, ημερομηνίας επίσης 18.04.2018. Ο ως άνω ομνύων προκρίνει ότι στόχος της υπό συζήτηση αίτησης είναι να προστεθεί ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγομένου αρ.1 ότι τελικά ούτε και η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία έχει προτεραιότητα έναντι του γενικού σώματος των πιστωτών της τελευταίας. Τούτο, ως υποστηρίζει, ενόψει του γεγονότος πως με βάση την επαλήθευση χρέους που η εναγόμενη αρ.3 εταιρεία προέβη στις 10.10.2014 στα πλαίσια της εκκαθάρισης της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας, αξίωσε και απέδειξε μόνο το ποσό των US$261.681,58, ποσό που δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την αξία του φορτίου πετρελαίου για το οποίο η εναγόμενη αρ.1 εξέδωσε προς την ΑΗΚ τα δυο τιμολόγια με αρ. RC-093/2010, ημερ. 19.10.2010 αξίας US$10.000.362,47 και RC-094/2010 ημερ. 20.10.2010 αξίας US$5.877.555,02 για τα οποία η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή ώστε να αποφασιστεί από το δικαστήριο σε ποιους από τους εναγόμενους το ως άνω ποσό θα αποδοθεί. Παράλληλα, προκρίνει, διαφάνηκε ότι η εκχώρηση δικαιωμάτων ημερομηνίας 13.09.2010 που εξέδωσε η εναγόμενη αρ.1 εταιρεία προς όφελος της εναγόμενης αρ.3 σε σχέση με το ως άνω φορτίο πετρελαίου, το οποίο η εναγόμενη αρ.1 πώλησε και παρέδωσε στους ενάγοντες, δεν ενεγράφη δυνάμει του άρθρου 90 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, παράληψη που είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει την εκχώρηση προς όφελος της εναγομένης αρ.3 μη έγκυρη έναντι του εκκαθαριστή της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας. Κατά τον ίδιο τρόπο, υποστηρίζει, ούτε οι δυο εκχωρήσεις ημερομηνίας 07.12.2009 και 21.12.2009 που είχαν δοθεί από την εναγόμενη αρ.1 εταιρεία στην εναγόμενη αρ.2 είναι έγκυρες, αφού και πάλι δεν ενεγράφησαν δυνάμει του άρθρου 90 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113. Αποτελεί θέση του ομνύοντα πως ενόψει των ως άνω ο μόνος που δικαιούται να διεκδικεί βάσιμα το προϊόν πώλησης με βάση τα δυο τιμολόγια που η εναγόμενη αρ.1 εταιρεία εξέδωσε προς την ενάγουσα είναι ο ίδιος, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας. Μέσω των αιτούμενων τροποποιήσεων, προκρίνει, το σύνολο των ως άνω τιμολογίων θα πρέπει να αποδοθεί εξ ολοκλήρου στον εκκαθαριστή της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας και να διανεμηθεί στο γενικό σώμα των πιστωτών, χωρίς να υφίσταται ζήτημα προτεραιότητας προς όφελος οποιουδήποτε των εναγομένων αρ. 2, 3 ή άλλου προσώπου. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, καταλήγει, αφού στο στάδιο στο οποίο προωθείται η αίτηση δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στις άλλες πλευρές ενώ τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση - πλην αυτών που αφορούν την υπό συζήτηση αίτηση - μπορεί να διαταχθεί να επιβαρυνθεί η πλευρά της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Το πιο πάνω διάβημα προκάλεσε την αντίδραση των εναγομένων αρ. 2 και 3 εταιρειών, οι οποίες προχώρησαν στην καταχώρηση σχετικών ενστάσεων. Αντίθετα, η πλευρά της ενάγουσας κατέγραψε την πρόθεση της να μην φέρει ένσταση στην ως άνω αίτηση τροποποίησης. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της εναγόμενης αρ.2, ημερομηνίας 29.05.2018, εδράζεται επίσης σε συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στον περί Εταιρειών Νόμο, στην Κυπριακή και άλλη καθοδηγητική νομολογία, το κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας ως επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτικές του δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: « 1) Η παρούσα Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθώς οι αιτούμενες τροποποιήσεις στηρίζονται σε γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 - Αιτητή και συνεπώς το ορθό δικονομικό μέτρο θα ήταν αίτηση για καταχώρηση περαιτέρω υπεράσπισης και όχι αίτηση τροποποίησης. 2) Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται καταχρηστικά και με μόνο σκοπό την καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας και/ή την πρόκληση ζημιάς στην Ελληνική Τράπεζα εφόσον με τις αιτούμενες τροποποιήσεις για πρώτη φορά ο Αιτητής θα αξιώσει ανταπαιτητικώς τα ποσά που κατακρατεί η Ενάγουσα, τα οποία μέχρι σήμερα παραδέχεται ότι δεν τα δικαιούτο ο ίδιος αλλά η Εναγόμενη 3. 3) Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. 4) Η παρούσα Αίτηση υποβάλλεται με τεράστια καθυστέρηση. 5) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εν μέρει ανούσιες και/ή αχρείαστες εφόσον αφορούν εν μέρει την προβολή νομικών ισχυρισμών που δεν έχουν θέση σε δικόγραφο. 6) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν σύγχυση εφόσον συγκρούονται με άλλους ισχυρισμούς που ήδη περιλαμβάνονται στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 - Αιτητή. 7) Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής κωλύεται από την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας Αίτησης καθώς έχει ήδη προβάλει ισχυρισμούς στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, οι οποίοι είναι αντίθετοι και/ή ασυμβίβαστοι και/ή συγκρούονται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. 8) Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι εάν εγκριθεί θα τροποποιήσει ριζικά και ολοσχερώς τη βάση της υπεράσπισης αλλά και της ανταπαίτησης του Εναγόμενου 1 - Αιτητή. 9) Η παρούσα Αίτηση είναι εντελώς εσφαλμένη και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκρισή της». Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Νικόλα Αγρότη, υπαλλήλου ως ο ίδιος εξηγεί εταιρείας στην οποία μεταφέρθηκε η διαχείριση των προβληματικών λογαριασμών από την εναγομένη αρ.2 τράπεζα, ανάμεσα στους οποίους και οι λογαριασμοί της εναγομένης αρ.1 εταιρείας. Ο ως άνω XXXXX Αγρότης υιοθετεί και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης όπως αυτοί προβάλλονται στο σώμα της ένστασης της πλευράς της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, επεξηγώντας και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τούτους. Ανάμεσα σε άλλα, απορρίπτοντας τη θέση Ιακωβίδη ως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε σχέση με την μη διεκδίκηση από την εναγόμενη αρ.3 εταιρεία του ποσού των τιμολογίων που είχαν εκχωρηθεί προς αυτήν στα πλαίσια της εκκαθάρισής της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, υποδεικνύει ότι τα ως άνω ποσά δεν περιελήφθησαν στη σχετική επαλήθευση της εναγόμενης αρ. 3 ενόψει του γεγονότος ότι η τελευταία διεκδικεί από την ενάγουσα τα ποσά των ως άνω τιμολογίων στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Παραπέμποντας στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου αρ.1 - αιτητή, η οποία καταχωρήθηκε στις 30.05.2012, υποδεικνύει ότι ο τελευταίος κατ' επανάληψη δηλώνει ότι δικαιούχος των εν λόγω ποσών είναι η εναγομένη αρ.3 εταιρεία. Παρόλα αυτά, μετά από 6 ολόκληρα χρόνια, αλλάζοντας ριζικά και ολοσχερώς τη γραμμή της υπεράσπισης αλλά και της ανταπαίτησής του, διεκδικεί τα ποσά για σκοπούς της εκκαθάρισης ή και του ιδίου. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνει, οι αιτούμενες τροποποιήσεις συγκρούονται με άλλους ισχυρισμούς που υπάρχουν ήδη στην υφιστάμενη Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση του εναγομένου αρ.1 στις οποίες και παραπέμπει. Αποδίδει παράλληλα κακοπιστία στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης από την πλευρά του αιτητή, υποδεικνύοντας προς τούτο ότι στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου αρ.1 - αιτητή αναφέρεται ότι η εκχώρηση των τιμολογίων προς την εναγομένη αρ.3 ήταν απόλυτη, ως εκ τούτου, σύμφωνα με νομική συμβουλή που ο ίδιος έλαβε, δεν απαιτείται η εγγραφή της του άρθρου 90 του Κεφ.113 για να έχει νομική ισχύ έναντι του εκκαθαριστή της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και των πιστωτών της. Με δεδομένη δε την μη αναίρεση του ως άνω δικογραφημένου ισχυρισμού της πλευράς του, αποδίδει στον αιτητή αλλότρια κίνητρα που απολήγουν στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός αντιφατικού δικογράφου με μοναδικό σκοπό να αποκτήσει και ο ίδιος αξίωση επί ποσών που μέχρι πρότινος ουδέποτε διεκδίκησε. Άλλωστε, σύμφωνα με ενημέρωση της οποίας έτυχε από τους δικηγόρους της εναγομένης αρ.2 τράπεζας, ο εκκαθαριστής της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, πολλές φορές σε σχετικές συναντήσεις παραδέχθηκε ότι δεν δικαιούται και δεν διεκδικεί τα σχετικά ποσά η εναγόμενη αρ.1 εταιρεία που τελεί υπό εκκαθάριση. Ικανό αριθμό λόγων ένστασης προτάσσει επίσης η πλευρά της εναγομένης αρ.3 εταιρείας. Ως ειδικότερα προκρίνεται από την πλευρά της τελευταίας στη σχετική ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της: « 1. Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση. 2. Δεν δίδονται σαφείς, επαρκείς και/ή ικανοποιητικοί λόγοι για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. 3. Η Αίτηση καταχωρείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά. 4. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες και/ή ασυμβίβαστες με προηγούμενες δικογραφημένες θέσεις, δηλώσεις, πράξεις και/ή συμπεριφορά των Αιτητών, εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Limited, και/ή των αξιωματούχων αυτών και συνεπώς η Αίτηση προσκρούει και αντιβαίνει τις αρχές του κωλύματος. 5. Τυχόν τροποποίηση δυνάμει της Αίτησης θα προκαλέσει αδικία και/ή ζημιά στους Εναγόμενους 3 και θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και/ή συμφέροντα αυτών. 6. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν περιορίζονται σε έκθεση ουσιωδών γεγονότων αλλά επεκτείνονται σε παράθεση επιχειρηματολογίας, έκφραση γνώμης και νομικής άποψης. 7. Γενικά, το περιεχόμενο των προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν αρμόζει σε δικόγραφο και/ή δεν είναι σύμφωνο με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 8. Τυχόν τροποποίηση θα περιπλέξει και εκτροχιάσει τη δίκη από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής. 9. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία ή χρήσιμη για την αποτελεσματική και τελεσφόρο εκδίκαση της μεταξύ των μερών επίδικης διαφοράς». Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση της εναγομένης αρ.3 εταιρείας παρατίθενται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Ιατρίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ως άνω εναγομένους. Σημειώνοντας το γεγονός ότι η συναλλαγή για την οποία η εναγομένη αρ.3 εταιρεία προέβη σε επαλήθευση είναι παντελώς ανεξάρτητη και ασύνδετη με την επίδικη στην παρούσα αγωγή συναλλαγή, υπογραμμίζει το γεγονός ότι το επίδικο ποσό των US$15.877.917,49, δηλαδή το ποσό που η ενάγουσα οφείλει να πληρώσει σε σχέση με το φορτίο πετρελαίου που παραδόθηκε στην τελευταία στις 21 και 22.09.2010, αποτελεί ποσό που η εναγόμενη αρ.1 εταιρεία εκχώρησε απόλυτα και ανέκκλητα στην εναγόμενη αρ.3. Το γεγονός ότι το ως άνω ποσό ανήκε δικαιωματικά στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία, υπογραμμίζει, καταδεικνύεται από τις εν γένει δηλώσεις και συμπεριφορά της εναγομένης αρ.1 εταιρείας και των αξιωματούχων της στις οποίες και παραπέμπει, σημειώνοντας μεταξύ άλλων το γεγονός ότι η τελευταία υπέγραψε προσχέδιο συμφωνίας στη βάση της οποίας υπήρχαν ρητές δηλώσεις ότι το ως άνω ποσό θα έπρεπε να μεταφερθεί άμεσα στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία. Η ως άνω θέση, συμπληρώνει, εκφράστηκε τόσο στα πλαίσια της Αγωγής υπ αριθμό 2392/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, που η εναγομένη αρ.2 καταχώρησε στις 06.04.2012, μεταξύ άλλων και εναντίον της εναγομένης αρ.3 στην παρούσα αγωγή, αλλά και σε ένορκη δήλωση κάποιου XXXXX Soboh, που καταχωρήθηκε για λογαριασμό της εναγομένης αρ.1 στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί στα Αγγλικά δικαστήρια, όπου και πάλι εκφράζεται ρητά και απερίφραστα η πάγια θέση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας ότι το ως άνω ποσό ανήκε στην εναγομένη αρ.3 και ως εκ τούτου θα πρέπει να πληρωθεί από την ενάγουσα στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία. Η αναγνώριση από μέρους της εναγομένης αρ.1 του αποκλειστικού δικαιώματος της εναγομένης αρ.3 επί του ως άνω ποσού και η μη διεκδίκηση του από την πλευρά της, σημειώνει, αποτέλεσαν παράγοντες που επενέργησαν καταλυτικά στην απόφαση της εναγομένης αρ.3 να μην προβεί σε επαλήθευση χρέους εναντίον της Soboh Petroleum (Cyprus) Limited σε σχέση με το διεκδικούμενο ποσό ενώ η ως άνω συμπεριφορά και στάση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, σε συνδυασμό με την απόλυτη και ανέκκλητη εκχώρηση του ως άνω ποσού από την πλευρά της εναγομένης αρ.1 εταιρείας στην εναγομένη αρ.3 εταιρεία, οδήγησε την τελευταία να περιορίσει το αίτημά της για ανταλλαγή δικογράφων μόνο με την εναγομένη αρ.2 η οποία ήταν και η μόνη που κατά τρόπο ουσιαστικό διεκδικούσε το ως άνω ποσό. Στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Το δικαστήριο, με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δυο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν, ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στο πλαίσιο της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων κάθε πλευράς, είναι για να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης του συνόλου των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν τους διαδίκους στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας και ασφαλώς, η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Στη νομική σειρά συγγραμμάτων Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272, αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: «... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith». Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Saba & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και άλλης
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608, Geto Ltd v. Πλοίου Μ/V Vladimir Vaslyayev
(1993)1 ΑΑΔ 714, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου 2011 1(Γ) ΑΑΔ 2138, Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα 2012 (1Α) ΑΑΔ 745 και Αντώνης Ανδρέου ν. Adboard Media Ltd κ.α. Αγωγή Αρ. 4/2011 ημερ. 16.09.2014. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγου τους στα πλαίσια της παρούσας. Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Όπως επισημάνθηκε άλλωστε και στην υπόθεση Geto Ltd, (ανωτέρω) κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του δικαστηρίου και η δυνατότητα στους διαδίκους να θέσουν ενώπιων του δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Στις κατάλληλες πάντα περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, είναι ορθό και δίκαιο, στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παρουσίαση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Ακόμα, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή, όταν στα πλαίσια της επιχειρείται ουσιαστικά να τεθούν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης (βλ. Αλεξάνδρου Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όπως χαρακτηρίστηκα υπέδειξε ο σεβαστός τέως πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κος Αρτέμης, (Δικαστής ως ήταν τότε) στην απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Νικολάου (ανωτέρω): «Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων».» Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του δικαστηρίου. Παράλληλα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται από το Δικαστήριο, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Γεγονός παραμένει, επίσης, ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. (Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται με την τροποποίηση να εισαχθεί νέα βάση αγωγής, τούτο δεν οδηγεί, αναπόφευκτα, σε απόρριψη της σχετικής αίτησης. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, μόνο στην περίπτωση που με την προτεινόμενη τροποποίηση επέρχεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. {Βλ. επίσης Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) και Κώστας Παφίτης και Υιοί Λτδ (ανωτέρω) και Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 σελ 657}. Στην απόφασή του, στα πλαίσια της υπόθεσης IKOS CIF LTD v MARTIN COWAD κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014, ο σεβαστός Δικαστής Λιάτσος, επαναλαμβάνοντας τη σταθερή γραμμή της νομολογίας ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, αναφερόμενος ειδικότερα στο πιο πάνω ζήτημα, υπέδειξε πως: « ....Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης, συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση». Για να συμπληρώσει πιο κάτω στην ίδια απόφαση, πως: « ... Η επιδίωξη ενάγοντα για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, δεν είναι εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία. Ο παράγοντας αυτός συναρτάται με τα υπόλοιπα στοιχεία της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική κρίση του Δικαστηρίου. Κυρίαρχο στοιχείο και γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής, από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη, στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 730: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.....». Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, σκόπιμη κρίνεται η παραπομπή επίσης στον λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ.
- Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση κάνοντας σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση, τονίζοντας μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ' εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, απασχολεί κατά προτεραιότητα η εισήγηση της πλευράς της εναγομένης αρ.2 εταιρείας, πως με δεδομένο ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις στηρίζονται σε γεγονότα που επισυνέβησαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης αρ.1, δεν ακολουθήθηκε η ορθή δικονομική οδός, αυτή δηλαδή της καταχώρησης από την πλευρά της περαιτέρω υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Η διαδικασία της τροποποίησης δυνάμει της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, προκρίνει, δεν επιτρέπεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Είναι γεγονός πως ως καταγράφεται τόσο στο κείμενο που επιδιώκεται να ενσωματωθεί στο δικόγραφο του εναγομένου αρ.1 μέσω της προτεινόμενης τροποποίησης όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, ειδικότερα η επαλήθευση χρέους στην οποία η εναγόμενη αρ.3 προέβη στις 14.10.2014, μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της εναγομένης αρ.1 εταιρείας στις 31.12.2013, επισυνέβησαν μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από την πλευρά του εναγομένου αρ.1 - αιτητή. Σύμφωνα με τη Δ.23 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας: «
- Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited for his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim arises after defence to the counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within fifteen days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by leave of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same». Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή πως σε κάθε περίπτωση και παρά τις πρόνοιες της Δ.23 θ.2, το δικαστήριο δεν εμποδίζεται να εξετάσει αίτημα προσθήκης στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του τελευταίου ισχυρισμών που αφορούν γεγονότα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγομένου αρ.
- Αυτή η δυνατότητα παρέχεται, όπως γίνεται κατανοητή η προβαλλόμενη θέση, στο πλαίσιο των ευρύτερων δυνατοτήτων που παρέχει η γενικότερη για το ζήτημα των τροποποιήσεων Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Με κάθε σεβασμό προς την ως άνω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου, ο δεσμευτικός λόγος της απόφασης στην υπόθεση Famiro Spinning v. Ami Knitting
(1989)Μέρος 1 (Ε) 1 ΑΑΔ 741, στο πλαίσιο της οποίας εξετάστηκε παρόμοιο με το υπό συζήτηση ζήτημα, είναι καθοριστικός επί του συζητούμενου. Μεταφέρεται αυτούσιος, ως εντοπίζεται στις σελίδες 748 - 749 του πιο πάνω τόμου στον οποίο η ως άνω απόφαση βρίσκεται δημοσιευμένη: «Είναι φανερό από το περιεχόμενο της αίτησης και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει, και είναι αποδεκτό και από τις δυο πλευρές, πως τα γεγονότα που προβάλλονται στις παραγράφους της αίτησης για τροποποίηση, την τροποποίηση των οποίων απόρριψε το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι γεγονότα που εγέρθηκαν μετά την καταχώριση της Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Συνεπώς, είναι τέτοια που εμπίπτουν στις πρόνοιες της Δ.23, θ. 2, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι πρόνοιες της Δ.23, θ. 2, είναι σαφείς και καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοια περίπτωση. Αν, σύμφωνα με τη Διαταγή αυτή, τα γεγονότα αυτά έχουν εγερθεί μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την καταχώριση της Υπεράσπισης ή της Υπεράσπισης σε Ανταπαίτηση, ο εναγόμενος στην πρώτη περίπτωση και ο ενάγων στη δεύτερη, μπορούν, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρίσουν συμπληρωματική υπεράσπιση προβάλλοντας τα νέα αυτά γεγονότα. Σε περίπτωση που περάσουν οι 15 μέρες η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με άδεια του Δικαστηρίου. Έτσι, καμιά αίτηση για τροποποίηση δε χρειάζεται για να προβληθούν τα νέα αυτά γεγονότα. Οι πιο πάνω ειδικές πρόνοιες με κανένα τρόπο δεν έρχονται σε σύγκρουση με τις γενικές πρόνοιες της Δ.25 για τροποποίηση των δικογράφων μετά τη συμπλήρωσή τους. Όπου τυγχάνει εφαρμογής η ειδική πρόνοια της Δ.23, θ. 2 τότε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που προνοείται από τη Διαταγή αυτή. Αν, και μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής υπεράσπισης, κριθεί αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση των δικογράφων στα γεγονότα που αναφέρονται σ' αυτά , χωρίς όμως προσθήκη νέων γεγονότων που εγέρθηκαν αργότερα, εκτός αν αυτά εισαχθούν με τη διαδικασία της Δ.23, θ.2, τότε έρχονται σε εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.25 που παρέχουν τη διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την τροποποίηση. Συνεπώς, πολύ ορθά ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής αποφάσισε πως η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί στην προκειμένη περίπτωση ήταν αυτή που προνοεί η Δ.23, θ.2, και όχι η διαδικασία για τροποποίηση κάτω από τη Δ.25». Συνακόλουθα, όσον αφορά το μέρος της αίτησης που σχετίζεται με το αίτημα για προσθήκη της παραγράφου 89Α, είναι φανερό ότι αυτή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Όπως και στην υπόθεση Famiro (ανωτέρω) και στην υπό συζήτηση περίπτωση φαίνεται να ακολουθήθηκε η διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.25 αντί της εισαγωγής της προτεινόμενης προσθήκης μέσω καταχώρησης συμπληρωματικής υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Στη βάση δε των αναντίλεκτων περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, του γεγονότος δηλαδή ότι αυτά έχουν εγερθεί σε χρονικό διάστημα πέραν των δεκαπέντε ημερών από την καταχώρηση της σχετικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγομένου αρ.1, αφού προηγουμένως εξασφαλιστεί σχετική άδεια του δικαστηρίου προς τούτο. Η ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου, δεν εμποδίζει ασφαλώς την εξέταση του αιτήματος επί των ουσιαστικότερων του πτυχών, όσον αφορά τις υπόλοιπες προσθήκες που επιδιώκεται να ενσωματωθούν στις δικογραφημένες θέσεις του εναγομένου αρ.1, ως αυτές προκρίνονται στην υπό συζήτηση αίτηση. Εξετάζοντας το ζήτημα του χρόνου ο οποίος έχει παρέλθει από την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου αρ.1 αλλά και την έγερση της αγωγής, ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος παράγοντας ούτως ή άλλως αποτελεί ένα από τους πολλούς που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος, θα πρέπει παράλληλα αυτός να συνεκτιμάται με το ενδεχόμενο να προκληθεί στην άλλη πλευρά αδικία η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, η αίτηση προωθήθηκε χρόνια μετά το διάταγμα εκκαθάρισης της εναγομένης αρ.1 εταιρείας στις 31.12.2013 και της επαλήθευσης χρέους στην οποία προέβη η εναγομένη αρ.3 εταιρεία, την 14.10.
- Παρεμβάλλεται δε, ότι η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας καταχωρήθηκε ήδη από τις 30.05.2012, χωρίς ποτέ να εγερθεί ζήτημα ακυρότητας της ως άνω εκχώρησης δικαιωμάτων από την εναγομένη αρ.1 εταιρεία, θέση που επαναλήφθηκε και στην υφιστάμενη τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της πλευράς της, ημερ. 14.07.2017, ως αυτή στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι το γενικό ενέχυρο και εκχώρηση των απαιτήσεων της εναγομένης αρ.1 εταιρείας προς όφελος της εναγόμενης αρ.3 εταιρείας φέρει ημερομηνία 24.07.2007 ενώ η εκχώρηση δικαιωμάτων της εναγομένης αρ.1 προς όφελος της εναγομένης αρ.3 σε σχέση με το συγκεκριμένο φορτίο μαζούτ είναι ημερομηνίας 13.09.
- Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση, ουσιαστικά τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου που να δικαιολογεί την καθυστέρηση ετών που παρατηρήθηκε στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης από την πλευρά του εναγόμενου αρ.
- Ούτε οποιαδήποτε δικαιολογία προσφέρθηκε γιατί τα πιο πάνω ζητήματα, τα οποία εν πάση περιπτώσει μπορούσαν να εντοπιστούν σε χρόνο πολύ προγενέστερο, δεν προωθήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο. Υπό τις περιστάσεις, η αδιαμφισβήτητη πάροδος ικανότατου χρόνου μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης έχει αναπόδραστα τη δική της, αρνητική επίδραση στην πορεία της αίτησης, η οποία προωθείται στο πλαίσιο αγωγής που δρομολογήθηκε και εκκρεμεί από τον Νοέμβριο του
- Ακόμα όμως και στην περίπτωση που κάποιος παραγνώριζε την υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από την πλευρά του αιτητή στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησής του, προσεγγίζοντας το ζήτημα με μια «φιλελεύθερη» προσέγγιση (βλ Federal Bank of Lebanon, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α και Χριστοδούλου, (ανωτέρω)) γεγονός παραμένει, ως έχει υποδειχθεί από την πλευρά της εναγομένης αρ.3 εταιρείας, ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει αδικία, ζημιά και αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και/ή συμφέροντά της τελευταίας, με δεδομένο ότι η εναγομένη αρ.3 στηριγμένη στην κατ' επανάληψη διακηρυχθείσα δικογραφικά και άλλως πως θέση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας σε σχέση με το γεγονός ότι δικαιούχος του διεκδικούμενου ποσού που περιγράφεται στην παρούσα αγωγή είναι η εναγομένη αρ.3 εταιρεία - ως με λεπτομέρεια τούτο έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και ειδικότερα εντοπίζεται στις δικογραφημένες θέσεις της εναγομένης αρ.1, (βλ. ενδεικτικά τις παραγράφους 24, 28, 32, 35, 36, 38, 39,44, 46, και 56 της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής της) ως αυτές θα παραμείνουν ακόμα και αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση - η τελευταία, έχοντας υπόψη την ως άνω στάση και θέση της εναγομένης αρ.1 εταιρείας επί του ζητήματος, φαίνεται πράγματι να καθόρισε όχι μόνο τη θέση της επί των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, αλλά και τη δικονομική της στάση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, περιορίζοντας μεταξύ άλλων το αίτημά της για ανταλλαγή δικογράφων μόνο σε σχέση με την εναγομένη αρ. 2 η οποία ήταν και η μόνη η οποία διεκδικούσε το ποσό της αγωγής, ενώ παράλληλα η από μέρους της εναγομένης αρ.1 εταιρείας αναγνώριση του δικαιώματος της εναγομένης αρ.3 επί του διεκδικούμενου ποσού, (στη βάση απόλυτης και ανέκκλητης εκχώρησης ως τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί) φαίνεται ότι επενέργησαν καταλυτικά στην απόφαση της εναγομένης αρ.3 να μην προβεί σε επαλήθευση χρέους εναντίον της τελούσας υπό εκκαθάριση εναγομένης αρ.1 εταιρείας σε σχέση με το διεκδικούμενο ποσό, ούτε να αξιώσει αποζημιώσεις σε βάρος της εν λόγο εταιρείας. Γεγονός παραμένει επίσης, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και πρωτίστως των ήδη δικογραφημένων θέσεων της πλευράς της εναγόμενης αρ.1 εταιρείας, ότι τυχόν έγκριση της υπό συζήτηση αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη αντιφατικών και αντικρουόμενων ισχυρισμών στο δικόγραφο της τελευταίας, δημιουργώντας στο τέλος της ημέρας σύγχυση ως προς τις δικογραφημένες θέσεις της και περιπλέκοντας κατά τρόπο ανεπίτρεπτο την διαδικασία. Άλλωστε δεν παραβλέπω το γεγονός πως ότι επιδιώκεται να προβληθεί μέσω της προτεινόμενης τροποποίησης, αποτελεί ουσιαστικά νομική ερμηνεία και το πιθανό νομικό αποτέλεσμα γεγονότων στα οποία η πλευρά του αιτητή έχει ήδη αναφερθεί δικογραφικά, όπως η ύπαρξη του γενικού ενέχυρου και της απόλυτης εκχώρησης («absolute» ως χαρακτηρίζεται στην παράγραφο 32 (iv) της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης αρ.1 εταιρείας). Η προβολή νομικών θέσεων στη βάση γεγονότων που φαίνεται να είναι ήδη δικογραφημένα, ως φαίνεται στο τέλος της ημέρας να αφορά η απόπειρα ενσωμάτωσης στο δικόγραφο της εναγομένης αρ.1 εταιρείας της προτεινόμενης παραγράφου 89Β, αποτελεί ούτος ή άλλως εξέλιξη που δεν φαίνεται να συνάδει με τον τρόπο σύνταξης των δικογράφων. Αντίθετα, αποτελεί πραγματικότητα που από μόνη της καθιστά εκ των πραγμάτων αχρείαστη την «αναστάτωση» της από μακρού χρόνου εκκρεμούσας διαδικασίας και την περαιτέρω «εκτροπή» της μέσω της προτεινόμενης τροποποίησης. Με βάση τα στοιχεία που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και δια της παρούσας, αναπόδραστα, οδηγείται σε απόρριψη. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδ. σελ. 421, παρ. 795-796) τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων αρ. 2 και 3 - καθ' ων η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου αρ.1 - αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο