← Κύπρος

A. K. TOPMARQUES MOTORS LIMITED ν. NETU CONSUTANTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8401/2012, 22/5/2019

A. K. TOPMARQUES MOTORS LIMITED ν. NETU CONSUTANTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 8401/2012, 22/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8401/2012 Μεταξύ: A. K. TOPMARQUES MOTORS LIMITED Ενάγουσα και NETU CONSUTANTS LIMITED Εναγόμενη 22 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ. Γκούντρας διά Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσα: κα Πασχαλίδου και κα Καρτελιά διά Αντώνης Πασχαλίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη το λογισμικό πρόγραμμα «Incadea» και εξόφλησε τόσο το κόστος αγοράς όσο και το κόστος του πρώτου έτους συντήρησης του. Ισχυρίζεται όμως ότι το προϊόν που της παραδόθηκε δεν συνάδει με αυτό που συμφώνησε να αγοράσει. Διεκδικεί με την αγωγή επιστροφή του ποσού που έχει καταβάλει προς την Εναγόμενη και που ανέρχεται σε €17.865,25 καθώς και δηλωτική απόφαση ότι νόμιμα τερμάτισε τη μεταξύ των μερών συμφωνία. Η πλευρά της Εναγόμενης αρνείται την απαίτηση της Ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της προς αυτή. Ισχυρίζεται επίσης ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο προς την ίδια που προέκυψε από υπηρεσίες που παρείχε στην Ενάγουσα πέραν των αρχικώς συμφωνηθέντων σε σχέση με το λογισμικό. Εγείρει ανταπαίτηση για το ποσό των €11.918,22 που ισχυρίζεται ότι συνιστά το ύψος της οφειλής αυτής και διεκδικεί επίσης την έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία είναι έγκυρη και σε ισχύ. Η Ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό, εμμένοντας στην απαίτηση της. Η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, στα πλαίσια της οποίας η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Παραδεκτά, κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι υπάρχει κοινό έδαφος σε σχέση με μεγάλο μέρος των γεγονότων. Αυτό προκύπτει τόσο από παραδοχές στις έγγραφες προτάσεις των μερών όσο και από την εκατέρωθεν μαρτυρία και τα σημεία αυτής που δεν έτυχαν αμφισβήτησης. Συνοψίζω τα γεγονότα αυτά ως εξής: (α) Η Ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την εμπορία μοτοσυκλετών, εξαρτημάτων και συναφών εμπορευμάτων και διατηρεί, προς το σκοπό αυτό, κατάστημα και συνεργείο επιδιόρθωσης μοτοσυκλετών. Ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Κύπρο διαφόρων μοτοσυκλετών. (β) Η Εναγόμενη εταιρεία ασχολείται με την πώληση και εφαρμογή εξειδικευμένων λογισμικών προγραμμάτων. Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αποκλειστική αντιπρόσωπος της εταιρείας με την ονομασία «Incadea» που εξειδικεύεται στην παροχή λογισμικών προγραμμάτων που εφαρμόζονται στην βιομηχανία μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών. (γ) Περί τον Αύγουστο 2011 η Ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη το λογισμικό πρόγραμμα «Incadea», το οποίο η Εναγόμενη συμφώνησε να πωλήσει και εγκαταστήσει. Το λογισμικό πρόγραμμα θα εφαρμόζετο στον κεντρικό εξυπηρετητή (server) της Ενάγουσας και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των τελικών χρηστών (end users) της Ενάγουσας και θα αποτελούσε τη βάση ηλεκτρονικών δεδομένων της. Μεταξύ άλλων, θα τηρείτο σε αυτό η βάση των πωλούμενων μοτοσυκλετών, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, θα εκτελούνταν μέσω αυτού παραγγελίες προς τα εργοστάσια παραγωγής και θα εκδίδονταν προσφορές και τιμολόγια. (δ) Σε σχέση με την αγορά και εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του λογισμικού, υπεγράφη, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία ημερομηνίας 11.8.2011 (Τεκμήριο 2). (ε) Η συμφωνία Τεκμήριο 2 προνοούσε για πληρωμή ποσού €17.865,25 το οποίο αφορούσε την αγορά και εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του λογισμικού, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό αυτό στις 8.11.2011 και η Εναγόμενη εξέδωσε προς αυτήν σχετική απόδειξη (Τεκμήριο 3). Μαρτυρία. Όπως προανέφερα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης η αγωγή και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Η πλευρά της Ενάγουσας παρουσίασε τη μαρτυρία ενός προσώπου. Για την Εναγόμενη κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Στα πλαίσια της ακρόασης οι μάρτυρες παρουσίασαν αριθμό εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ειδική αναφορά σε κάποια από αυτά γίνεται πιο κάτω. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω ωφέλιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια όλα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Όμως για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, παραθέτω κατωτέρω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε και που αφορά τα επίδικα και αμφισβητούμενα θέματα ή που κρίθηκε σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας και για σκοπούς υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που εγείρει η Εναγόμενη, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο ο κ. XXXXX Κυριάκου, Εκτελεστικός Διευθυντής της Ενάγουσας (ΜΕ1). Ο ΜΕ1 ξεκίνησε τη μαρτυρία του εξηγώντας τη φύση των δραστηριοτήτων της Ενάγουσας και τους λόγους για τους οποίους αποφασίστηκε η αγορά του επίδικου λογισμικού προγράμματος Incadea για εξυπηρέτηση και υποστήριξη των δραστηριοτήτων αυτών. Αυτά οδήγησαν στην υπογραφή μεταξύ των διαδίκων της συμφωνίας Τεκμήριο 2. Ανέφερε στη συνέχεια ότι η Ενάγουσα, στις 8.11.2011, πλήρωσε στην Εναγόμενη ποσό €17.865,25 και έλαβε σχετική απόδειξη, Τεκμήριο 3. Παρενθετικά σημειώνω ότι στην απόδειξη Τεκμήριο 3 η Εναγόμενη αναγράφει ότι παρέλαβε το ποσό σε «πλήρη και τελεία εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του λογισμικού και μέρος του συμφωνηθέντος ποσού για τον πρώτο χρόνο συντήρησης του λογισμικού». Στη συνέχεια ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η Εναγόμενη παρέβηκε τις συμβατικές υποχρεώσεις της. Ειδικότερα υποστήριξε ότι: (
  2. i)Η Εναγόμενη δεν παρέδωσε στην Ενάγουσα «τον αυθεντικό ψηφιακό δίσκο του λογισμικού, τους σειριακούς αριθμούς, τους κωδικούς διαχειριστή ως επίσης και το εγχειρίδιο χρήσης του λογισμικού. (
  3. ii)Η Εναγόμενη δεν ολοκλήρωσε την εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του λογισμικού και το σύστημα παρουσίαζε δυσλειτουργίες που περιελάμβαναν την αδυναμία ανάγνωσης της βάσης δεδομένων της Ενάγουσας. (iii) Η Εναγόμενη δεν αναβάθμισε τη βάση δεδομένων της Ενάγουσας ώστε να συμβαδίζει με τη βάση δεδομένων των εργοστασίων παραγωγής και προμηθευτών της Ενάγουσας. Αυτό δημιουργούσε προβλήματα στην παραγγελία ανταλλακτικών και εξαρτημάτων, καθυστερήσεις και σπατάλη χρόνου. (iν) Δεν ολοκληρώθηκε η εκπαίδευση προσωπικού της Ενάγουσας από λειτουργούς της Εναγόμενης στην χρήση του λογισμικού με αποτέλεσμα αυτό να καταστεί «ονομαστικής χρησιμότητας». Ο ΜΕ1 αναφέρει ότι έγιναν πολλές παρατηρήσεις προς την Εναγόμενη και της ζητήθηκε να διορθώσει τις πιο πάνω ενέργειες της, όμως αυτή αρνήθηκε. Παρουσίασε σειρά σχετικής αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων αλλά και μέσω των δικηγόρων τους. Αντίγραφα της αλληλογραφίας αυτής κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 - 11 και 13. Ο ΜΕ1 υποστήριξε στη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι συνιστούσε εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας, Τεκμήριο 2 ότι η Ενάγουσα θα λάμβανε αυθεντικό ψηφιακό δίσκο για το λογισμικό, μαζί με τους σειριακούς αριθμούς και τους κωδικούς διαχειριστή. Πρόσθεσε ότι κατά την δική του αντίληψη δεν έγινε ορθή εγκατάσταση του λογισμικού. Ανέφερε ότι διετέλεσε διευθυντικό στέλεχος σε μεγάλους οργανισμούς και κατά τη διαδικασία παράδοσης λογισμικών προγραμμάτων η πρακτική ήταν να ακολουθείται συγκεκριμένη μέθοδος παράδοσης και παραλαβής με έγγραφη βεβαίωση από τα δύο μέρη. Στην προκειμένη περίπτωση, ανέφερε, η Ενάγουσα δεν υπέγραψε την παραλαβή του έργου και αυτό δεικνύει ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του επίδικου λογισμικού προγράμματος. Κατέληξε αναφέροντας ότι εξαιτίας της αδιαφορίας της Εναγόμενης να ανταποκριθεί στις επισημάνεις που γίνονταν, η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 26.11.2012, Τεκμήριο 13 και απαίτησε επιστροφή του ποσού των €17.865,25 που είχε πληρώσει. Σε σχέση με το ποσό που ανταπαιτεί η Εναγόμενη, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι αυτό είναι αποτέλεσμα αυθαίρετων χρεώσεων. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ως παράδειγμα δυσλειτουργίας του συστήματος το ότι αυτό ήταν στην Αγγλική γλώσσα. Τέθηκε στον ΜΕ1 από τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 προνοούσε πως το λογισμικό πρόγραμμα της Ενάγουσας θα ήταν βασισμένο στο αντίστοιχο που είχε χρησιμοποιηθεί στην εταιρεία «Motokinisi». Ο ΜΕ1 συμφώνησε επιμένοντας όμως ότι θα προσαρμοζόταν στην υφιστάμενη βάση δεδομένων της Ενάγουσας. Τέθηκε ακολούθως στον ΜΕ1 ότι η βάση της «Motokinisi» ήταν στην Αγγλική γλώσσα και ότι η Ενάγουσα δεν είχε ζητήσει το δικό της λογισμικό να είναι στην Ελληνική γλώσσα. Ο ΜΕ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει σε ποια γλώσσα ήταν η βάση δεδομένων της «Motokinisi» όμως επέμενε ότι το λογισμικό της Ενάγουσας θα έπρεπε να είναι στην Ελληνική γλώσσα και δεν έπρεπε να υπάρξει ειδική χρέωση για την μετατροπή του στα Ελληνικά. Επισημάνθηκε τότε ότι τόσο η συμφωνία Τεκμήριο 2, όσο και η πλείστη αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων ήταν στην Αγγλική γλώσσα και του τέθηκε ότι δεν έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένο ότι το λογισμικό θα ήταν στην Ελληνική γλώσσα. Ο ΜΕ1 διαφώνησε. Ο ΜΕ1 συμφώνησε ότι από τα Τεκμήρια 14 και 16 που αποτελούνται από «Activity Reports» της Εναγόμενης εταιρείας τα οποία υπογράφει ο ίδιος εκ μέρους της Ενάγουσας, προκύπτει ότι στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου 2019 έγινε εκπαίδευση του προσωπικού της Ενάγουσας. Υποστήριξε όμως ότι η εκπαίδευση αυτή δεν ήταν επαρκής για να θεωρηθεί ότι είχε ολοκληρωθεί η αντίστοιχη συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης για εκπαίδευση του προσωπικού της Ενάγουσας. Ο ΜΕ1 δεν δέχτηκε επίσης ότι τον Νοέμβριο 2011 παραδόθηκε από την Εναγόμενη το λογισμικό πρόγραμμα. Υποστήριξε ότι αυτό το οποίο παραδόθηκε ήταν «server με copy σύστημα μέσα. Παραδόθηκε ο server που τοποθετήθηκε το σύστημα μέσα για να ξεκινήσει η διαδικασία του implementation. Όχι το software.» Τέθηκε στον ΜΕ1 ότι τα υπογραμμένα Activity Reports της περιόδου από τον Νοέμβριο 2011 μέχρι Μάιο 2012 δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργούσε. Ο ΜΕ1 διαφώνησε ξανά και υποστήριξε ότι όλη αυτή την περίοδο το σύστημα ήταν «σε διαδικασία implementation, δηλαδή τροποποιήσεων του συστήματος στις ανάγκες της εταιρείας και δεν παραδόθηκε». Επίσης, κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ότι το ποσό που η Εναγόμενη ανταπαιτεί αφορά υπηρεσίες που ήταν εκτός του πλαισίου της συμφωνίας Τεκμήριο 2 αλλά ο ΜΕ1 διαφώνησε. Η συνήγορος της Εναγόμενης υποστήριξε ότι η Εναγόμενη είχε συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις με την παράδοση του «CD Package» στις 11.11.2011 και ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 δεν προνοούσε για παράδοση «αυθεντικού CD». Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι δεν είχε αποδεχτεί την παράδοση του CD γιατί δεν ήταν «αυθεντικό» και επέμενε ότι η υποχρέωση της Εναγόμενης ήταν να παραδώσει «αυθεντικό CD». Του τέθηκε στη συνέχεια ότι στην αλληλογραφία που παρουσιάστηκε, Τεκμήρια 5 και 7, επεξηγήθηκε η θέση της Εναγόμενης σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα και ότι λήφθηκε και σχετική βεβαίωση από την Incadea GmbH (Τεκμήριο 12). Παρενθετικά σημειώνω ότι στη βεβαίωση αυτή, Τεκμήριο 12, η Incadea GmbH δηλώνει ότι η Ενάγουσα είναι δικαιούχος πρωτότυπης άδειας με σειριακό αριθμό 5640333 από τις 15.11.2011 καθώς και ότι το συγκεκριμένο λογισμικό πρόγραμμα δεν παραδίδεται υπό τύπο ψηφιακού δίσκου αλλά κατεβάζεται (downloaded). Ο ΜΕ1 επέμενε στη δική του θέση. Προς υπεράσπιση και για προώθηση της ανταπαίτησης της Εναγόμενης, έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρόκειται για την κα XXXXX Δελάκη (ΜΥ1) και την κα XXXXX Λοϊζίδου (ΜΥ2). H ΜΥ1 εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και συνεχίζει να εργάζεται στην Εναγόμενη εταιρεία ως Ανώτερη Σύμβουλος στις Επιχειρηματικές Εφαρμογές. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε ότι ο ΜΕ1 ήταν συνέταιρος του κ. XXXXX Ιακωβίδη, ιδιοκτήτη της εταιρείας A. I. Motokinisi Ltd, η οποία είχε αγοράσει από την Εναγόμενη το λογισμικό πρόγραμμα Incadea. Ανέφερε ότι ο ΜΕ1 ζήτησε όπως αγοράσει και η Ενάγουσα το ίδιο λογισμικό πρόγραμμα το οποίο να εγκατασταθεί και να λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο ως της εταιρείας A. I. Motokinisi Ltd. Η Εναγόμενη συμφώνησε και ακολούθησε η υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 2 στην οποία καθορίζονται οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις των μερών. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο 2 η Ενάγουσα κατέστη πελάτης της Εναγόμενης και η ΜΥ1 παρουσίασε έγγραφο που εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό σύστημα της Εναγόμενης στο οποίο καταγράφεται ανάλυση ανά ώρα, ημέρα και υπάλληλο της Εναγόμενης εταιρείας σε σχέση με τις εργασίες που εκτελέστηκαν προς συμμόρφωση για την Ενάγουσα. Το εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17. Η ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι το Τεκμήριο 17 χρησιμοποιείται ως βάση για την τιμολόγηση των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην Ενάγουσα αφού περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των υπηρεσιών αυτών, το πρόσωπο που τις εκτέλεσε, την ημερομηνία που εκτελέστηκαν και τις εργατοώρες που αναλώθηκαν. Η ΜΥ1 συνέχισε λέγοντας ότι από τα αρχικά στάδια της συνεργασίας φάνηκε ότι υπήρχε παρανόηση από την πλευρά της Ενάγουσας για τις υπηρεσίες που περιλαμβάνονταν στην συμφωνία Τεκμήριο 2 και η Ενάγουσα ζητούσε την παροχή υπηρεσιών οι οποίες δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία. Για κάποιες από αυτές γινόταν ξεχωριστή προσφορά από την Εναγόμενη και συμφωνείτο με την Ενάγουσα ξεχωριστή χρέωση. Η ΜΥ1 παρουσίασε σχετικές προσφορές και αλληλογραφία, Τεκμήρια 18, 19 και 20. Κατά την κυρίως εξέταση της, η ΜΥ1 κατέθεσε ότι στις 11.11.2011, αφού η Ενάγουσα πλήρωσε το ποσό των €15.535 πλέον Φ.Π.Α, συνάδελφος της μετέβη στα γραφεία της Ενάγουσας και παρέδωσε τον κεντρικό εξυπηρετητή (server) μαζί με ψηφιακό δίσκο που περιείχε το αγορασθέν λογισμικό πρόγραμμα. Ο κεντρικός εξυπηρετητής παραλήφθηκε όμως, συνέχισε, ο ΜΕ1 αρνήθηκε να παραλάβει τον ψηφιακό δίσκο γιατί δεν ήταν «πρωτότυπος» ή «αυθεντικός». Πρόσθεσε ότι στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου 2011 η ίδια μετέβη στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας για να εκπαιδεύσει τους χειριστές του λογισμικού και παρέδωσε τους σειριακούς αριθμούς του λογισμικού. Αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 9 και εξήγησε ότι μέρος του αποτελεί στιγμιότυπο από οθόνη (screen shot) του συστήματος. Το licence serialization που καταγράφεται σε αυτό, είπε, δείχνει ότι παραδόθηκαν οι σειριακοί αριθμοί και η άδεια χρήσης Incadea από 15.11.2011, συμπληρώνοντας πως το λογισμικό τέθηκε σε πλήρη λειτουργία. Συνέχισε λέγοντας ότι το γεγονός ότι το σύστημα είχε τεθεί σε λειτουργία φαίνεται γιατί από 18.11.2011 και μεταγενέστερα, υπάλληλοι της Ενάγουσας είχαν αποτεθεί στην Εναγόμενη σε διάφορες ημερομηνίες και ζήτησαν τεχνική υποστήριξη. Εξήγησε ότι η πρακτική της Εναγόμενης είναι να καταγράφει όλες τις περιπτώσεις που πελάτης ζητά τεχνική υποστήριξη και παρουσίασε αντίγραφα όλων των καταγραφών (Τεκμήριο 22). Στο Τεκμήριο 22, που τιτλοφορείται «Closed Incidents» καταγράφεται η ημερομηνία της επικοινωνίας, η περιγραφή του ζητήματος ή ερωτήματος του πελάτη, ο λειτουργός της Εναγόμενης που ανταποκρίθηκε και οι ενέργειες που έγιναν από πλευράς της Εναγόμενης. Η ΜΥ1 σημείωσε ότι στο Τεκμήριο 22 καταγράφηκαν συνολικά 61 περιστατικά. Εξ αυτών 19 αφορούσαν ερωτήματα χρηστών για τη λειτουργία του συστήματος, 16 λάθη χρηστών, 12 νέες απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό, 12 αλλαγές πάνω στις ρυθμίσεις του προγράμματος και 2 γενικά ερωτήματα. Διαφώνησε με τη θέση του ΜΕ1 ότι δεν λειτουργούσε το πρόγραμμα και παρατήρησε ότι ο ΜΕ1 είχε ζητήσει και ενέκρινε πρόσθετη εκπαίδευση στις 5.12.2011 καθώς και την ετοιμασία τυποποιημένης επιστολής προς όλους τους πελάτες στις 29.12.2011, για να ενημερωθούν σε σχέση με την αύξηση στον Φ.Π.Α. από 15% σε 17%. Παρουσίασε αντίγραφα των σχετικών προσφορών και αλληλογραφίας, Τεκμήριο 23. Αναφερόμενη στην αλληλογραφία που κατατέθηκε από τον ΜΕ1 κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, η ΜΥ1 ανέφερε ότι στις 3.4.2012 ο ΜΕ1 ζήτησε με email (Τεκμήριο 4) τον αυθεντικό ψηφιακό δίσκο, τον κωδικό του προϊόντος (product key code) και το πιστοποιητικό των έξι αδειών χρήσης και κωδικούς των χειριστών. Στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα ο ΜΕ1 δήλωνε ότι αφού γίνονταν αυτά θα εξοφλούσε τις οφειλές της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη απάντησε μέσω email (Τεκμήριο 5) αναφέροντας ότι η πρακτική της Εναγόμενης είναι όπως η άδεια χρήσης από Incadea κατεβάζεται (downloaded) και να παρέχονται στον πελάτη τα αρχεία εγκατάστασης. Του αναφέρθηκε επίσης ότι κατά την παράδοση του κεντρικού εξυπηρετητή έγινε προσπάθεια να παραδοθεί και ο ψηφιακός δίσκος όμως δεν τον αποδέχτηκε. Παραθέτει στο email της, μαζί με το πιστοποιητικό των αδειών χρήσης, και τους κωδικούς των πιστοποιητικών. Συνέχισε λέγοντας ότι εξαιτίας της επιμονής του ΜΕ1, έγινε προσπάθεια να παραγγελθεί ο αυθεντικός ψηφιακός δίσκος από την Incadea GmbH, όμως η Εναγόμενη ενημερώθηκε ότι δεν ήταν δυνατή η αγορά ψηφιακού δίσκου γιατί η συγκεκριμένη έκδοση του επίδικου συστήματος ήταν διαθέσιμη μόνο για κατέβασμα διαδικτυακά (Τεκμήρια 24 και 25). Η Εναγόμενη εξασφάλισε επιστολή από την Incadea GmbH στην οποία επαναλαμβάνονται τα προαναφερόμενα (Τεκμήριο 12). Παρενθετικά σημειώνω ότι στην επιστολή Τεκμήριο 12 καταγράφεται ότι «This is to certify that A.K. Top Marques Ltd is the rightful licensee of original Incadea Licence Software with Serial Number No XXXXX0333 since 15 November 2011. We would also like to confirm that we do not provide any CD media with the purchase of the Incadea Software as it is downloadable from an official site from which our partner, NetU Consultants Ltd, is authorized to download it and provide you with a copy». Η ΜΥ1 υποστήριξε ότι η Εναγόμενη εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές της υποχρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας, Τεκμήριο 2. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ1 ανέφερε ότι η πολιτική της Εναγόμενης δεν είναι να εκδίδει τιμολόγια μόνο με βάση τα Activity Reports. Ανέφερε ότι Activity Reports εκδίδονται όταν λειτουργός της Εναγόμενης επισκέπτεται τα γραφεία πελάτη όμως υπάρχουν και χρεώσεις που δεν αντικατοπτρίζονται στα Reports αυτά, όπως πχ χρόνος που αναλώνεται για τη μετάβαση στον πελάτη και επιστροφή στο γραφείο (travelling time). Η τιμολόγηση, συνέχισε, βασίζεται στα time sheets που συμπληρώνουν οι λειτουργοί της Εναγόμενης (Τεκμήριο 17) καθώς και σε συγκεκριμένες χρεώσεις που μπορεί να έχουν συμφωνηθεί με τον πελάτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΜΥ1 υποστήριξε ότι η Ενάγουσα έχει χρεωθεί επιπρόσθετα ποσά γιατί ζητήθηκε στην Εναγόμενη να παρέχει υπηρεσίες που ήταν εκτός του πλαισίου της συμφωνίας Τεκμήριο 2. Πρόσθεσε ότι όλες οι εργατοώρες που χρεώθηκαν στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη αφορούσαν υπηρεσίες που η Ενάγουσα είχε ζητήσει και η Εναγόμενη είχε παράσχει και η τιμολόγηση γινόταν στη βάση των ποσών που συμφωνήθηκαν τη συμφωνία Τεκμήριο 2 για επιπρόσθετες υπηρεσίες (additional services). Τέθηκε στη ΜΥ1 ότι η Ενάγουσα ανέμενε και δικαιούτο να λάβει «αυθεντικό» CD με το επίδικο λογισμικό. Η ΜΥ1 απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν στη συμφωνία Τεκμήριο 2. Πρόσθεσε ότι το σύστημα μπορούσε να δοθεί ακόμα και με USB γιατί πρόκειται για installation file. Ανέφερε ότι δεν είχε σημασία ο τρόπος μεταφοράς του λογισμικού συστήματος αλλά αυτό που έχει σημασία είναι η εγκατάσταση ενός πλήρους προγράμματος. Ερωτώμενη για το τι αφορούσαν οι επιπλέον χρεώσεις που ανταπαιτεί η Εναγόμενη, η ΜΥ1 ανέφερε ότι αφορούσαν επιπρόσθετες εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία και για κάποιες από αυτές είχαν ζητηθεί από την Ενάγουσα και δοθεί από την Εναγόμενη γραπτές προσφορές οι οποίες έγιναν αποδεχτές από την Ενάγουσα (σχετικά τα Τεκμήρια 20 και 23 που παρουσίασε). Διαφώνησε ότι η Ενάγουσα είχε ζητήσει όπως το λογισμικό σύστημα είναι στην Ελληνική γλώσσα. Ανέφερε ότι είχε ζητηθεί να είναι στην ίδια βάση όπως για την εταιρεία A. I. Motokinisi Ltd, η οποία ήταν στα Αγγλικά. Ανέφερε επίσης ότι όλες οι εργασίες που έγιναν σε σχέση το συγκεκριμένο λογισμικό για την Ενάγουσα παρατίθενται αναλυτικά στο Τεκμήριο 17. Διευκρίνισε ότι στις 11.11.2011 παραδόθηκε ο κεντρικός εξυπηρετητής στα γραφεία της Ενάγουσας όμως το σύστημα ήταν ήδη εγκατεστημένο σε αυτόν. Στις 14, 15 και 16 Νοεμβρίου 2011 ακολούθησε εκπαίδευση του προσωπικού της Ενάγουσας από την ίδια. Δεν δέχτηκε ότι το σύστημα δεν παραδόθηκε γιατί είχε προβλήματα. Συνέχισε λέγοντας ότι μέχρι τις 16 Νοεμβρίου 2011 είχε ολοκληρωθεί η εκπαίδευση των χρηστών, η Ενάγουσα απολάμβανε πλήρη υποστήριξη από την Εναγόμενη στην χρήση του συστήματος και για την Εναγόμενη ολόκληρο το εγχείρημα είχε ολοκληρωθεί. Ανέφερε επίσης ότι το Incadea είναι ένα τεράστιο πρόγραμμα το οποίο καλύπτει όλες τις πτυχές λειτουργίας της βιομηχανίας μοτοκίνησης και γι' αυτό δεν είναι ασυνήθιστος ο αριθμός των περιπτώσεων που οι χρήστες αποτάθηκαν στην Εναγόμενη για διευκρινίσεις μετά την αρχική τους εκπαίδευση. Αυτό έγινε, είπε και στην παρούσα περίπτωση, όπως καταγράφεται και στο Τεκμήριο 17. Πρόκειται, ανέφερε για κάτι αναμενόμενο και δεν είναι ένδειξη ότι δεν λειτουργεί κανονικά το σύστημα. Ανέφερε τέλος ότι η άδεια χρήσης (licence) που απέκτησε η Ενάγουσα της ανήκει χωρίς χρονικό περιορισμό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη χρέωση σε σχέση με το δικαίωμα της για χρήση του λογισμικού προγράμματος. Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά της Εναγόμενης ήταν η κα XXXXX Λοϊζίδου, Υπεύθυνη Αγορών και Συμβολαίων την Εναγόμενη εταιρεία (ΜΥ2). Μέσα στα καθήκοντα της περιλαμβάνεται και η τιμολόγηση των παρασχεθείσων υπηρεσιών προς τους πελάτες. Η ΜΥ1 ανέφερε ότι στις 15.9.2011 εξέδωσε προς την Ενάγουσα το τιμολόγιο με αριθμό 2-110135 για συνολικό ποσό €19.590,25 (Τεκμήριο 27). Το ποσό αυτό αφορούσε €17.035 που αντιπροσώπευε το κόστος για την απόκτηση και εγκατάσταση του συστήματος Incadea και συντήρηση του συστήματος για τον 1ο χρόνο πλέον Φ.Π.Α. προς 15% επί του ποσού αυτού. Κατέθεσε ότι μαζί με το εν λόγω τιμολόγιο απέστειλε στην Ενάγουσα και συμφωνία συντήρησης (maintenance agreement). Συνέχισε λέγοντας ότι επειδή η Ενάγουσα δεν επέστρεψε την υπογραμμένη συμφωνία συντήρησης η ίδια την απέστειλε ξανά στις 31.1.2012 καθώς επίσης για 3η φορά τον Απρίλιο 2012. Πρόσθεσε ότι παρά τη μη υπογραφή της, εν τούτοις η Ενάγουσα ζητούσε κατά καιρούς την παροχή τηλεφωνικής τεχνικής υποστήριξης από την Εναγόμενη, για την οποία δεν υπήρχε επιπλέον χρέωση γιατί το κόστος συμπεριλαμβανόταν στο αρχικό ποσό που είχε πληρωθεί από την Ενάγουσα. Εξήγησε ότι επιπρόσθετες χρεώσεις γινόταν μόνο όταν απαιτείτο επιτόπια επίσκεψη στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας. Για τέτοιες υπηρεσίες εκδόθηκαν στις 30.9.2011 και 31.10.2011 τα τιμολόγια 11/000137 και 11/000153 τα οποία αφορούσαν εργασίες που καταγράφονται στα συνημμένα σε αυτά activity reports. Αντίγραφα των τιμολογίων με τα συνημμένα activity reports κατατέθηκαν ως δέσμη Τεκμήριο 28. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα πλήρωσε ποσό €17.865,25 στις 8.11.2011 και εκδόθηκε η απόδειξη, Τεκμήριο 3. Το ποσό αυτό, είπε, αφορούσε την πλήρη αποπληρωμή του λογισμικού προγράμματος περιλαμβανομένων 6 αδειών χρήσης καθώς και τη συντήρηση για το 1ο έτος. Την 1.12.2011, συνέχισε, εκδόθηκαν ακόμα 2 τιμολόγια. Το πρώτο (Τεκμήριο 29) για ποσό €1.150 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. εκδόθηκε στη βάση προσφοράς που είχε δοθεί στην Ενάγουσα σε σχέση με εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στην συμφωνία Τεκμήριο 2. Το δεύτερο (Τεκμήριο 30) για ποσό €1.380 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για υπηρεσίες που επίσης ήταν εκτός της συμφωνίας Τεκμήριο 2, οι οποίες καταγράφονται στον πίνακα που συνοδεύει το τιμολόγιο εκείνο. Πέραν των πιο πάνω, η ΜΥ2 παρουσίασε και αντίγραφα των τιμολογίων με αριθμούς 11/000188 ημερομηνίας 30.12.2011 για ποσό €422,63 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, 12/000057 ημερομηνίας 29.2.2012 για ποσό €322 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, 12/000070 ημερομηνίας 30.3.2012 για ποσό €204,75 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.. Τα τιμολόγια αυτά αφορούσαν υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί από την Εναγόμενη οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στην συμφωνία Τεκμήριο 2. Παρουσίασε επίσης αντίγραφο του τιμολογίου με αριθμό 2-120059 ημερομηνίας 1.2.2012 για ποσό €814, 34 που αφορούσε υπηρεσίες συντήρηση του συστήματος για την περίοδο από 1.10.2012 μέχρι 31.12.2012. Αντίγραφα των τεσσάρων αυτών τιμολογίων κατατέθηκαν ως δέσμη, Τεκμήριο 31. Η ΜΥ2 παρουσίασε και κατάσταση λογαριασμού που διατηρεί η Εναγόμενη σε σχέση με την Ενάγουσα, Τεκμήριο 32, η οποία παρουσιάζει τις διάφορες χρεωπιστώσεις στις συναλλαγές των μερών. Σύμφωνα με αυτή, η Ενάγουσα οφείλει ποσό €11.918,22 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., το οποίο ανταπαιτεί η Εναγόμενη. Πρόσθεσε ότι παρά το ότι ζητήθηκε εξόφληση των εν λόγω ποσών τόσο από την ίδια την Εναγόμενη όσο και μέσω των δικηγόρων της (Τεκμήρια 7, 9, 33 και 34), η Εναγόμενη δεν έχει εξοφλήσει. Κατά την αντεξέταση της ΜΥ2 και ερωτώμενη σχετικά, αυτή ανέφερε ότι Activity Reports εκδίδονταν μόνο για τις επί τόπου επισκέψεις λειτουργών της Εναγόμενης στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας και ότι για κάθε υπηρεσία που παρείχετο γινόταν σχετική καταχώρηση στην καρτέλα του πελάτη. Οι δε εγγραφές γίνονταν από τους υπαλλήλους που παρείχαν την υπηρεσία. Τα τιμολόγια για επιπρόσθετες εργασίες που αφορούσαν επί τόπου επισκέψεις, συνέχισε, εκδίδονταν βάσει των εγγραφών αυτών και οι χρεώσεις γίνονταν με βάση τα ποσά που αναφέρονται στη συμφωνία Τεκμήριο 2. Τελικές αγορεύσεις. Όταν ολοκληρώθηκε η παρουσίαση της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς υποστήριξαν τις θέσεις των αντιδίκων εκατέρωθεν στις τελικές τους αγορεύσεις. Έχω μελετήσει τα όσα ανέφεραν καθώς και τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Αξιολόγηση. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά, κυρίως, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1]. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Όπως επιτάσσει η νομολογία, η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια στα πλαίσια της ακρόασης. Το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης δεν θα κριθεί τόσο από τη δια ζώσης μαρτυρία. Σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα καθορίζεται από την έγγραφη μαρτυρία και από τα γεγονότα που είναι παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Η προφορική μαρτυρία που δόθηκε μάλλον συμπλήρωσε κάποια στοιχεία από το υπόβαθρο των γεγονότων. Με αυτό το δεδομένο, μπορώ εξ αρχής να δηλώσω ότι θεωρώ και τα τρία πρόσωπα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο αξιόπιστα. Δεν διέκρινα ότι προσπάθησαν συνειδητά και επί σκοπού να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Κανένας εξ αυτών δεν απέφευγε να απαντήσει σε ερωτήσεις, κατέθεταν αυθόρμητα και χωρίς υπεκφυγές και έμειναν σταθεροί στις θέσεις τους. Συνεπώς η μαρτυρία τους επί των γεγονότων κρίνεται αποδεκτή. Πέραν αυτού όμως, πρέπει να αξιολογήσω τη βαρύτητα που θα αποδώσω στη μαρτυρία καθενός και την αποδεικτική της αξία σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Αναφορικά με τον ΜΕ1, θεωρώ ότι η σημαντικότητα της μαρτυρίας του έγκειται κατά κύριο λόγο στα διάφορα έγγραφα που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων και των συνηγόρων τους, τα οποία παρουσίασε και τα οποία κατέστησαν Τεκμήρια. Σημαντικό επίσης ότι επιβεβαίωσε ότι υπέγραψε τα διάφορα εκ των εγγράφων αυτών που φέρουν την υπογραφή του, εκ μέρους της Ενάγουσας εταιρείας. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του δεν κρίνεται βοηθητικό. Μεγάλο μέρος αυτής - και ειδικότερα μεγάλο μέρος της γραπτής δήλωσης που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του - αναλώθηκε στην επεξήγηση και ερμηνεία που ο ίδιος έδινε στο περιεχόμενο της συμφωνίας Τεκμήριο 2. Εξήγησε επί μακρού τις πρόνοιες που αυτή περιλαμβάνει και την έννοια που ο ίδιος αποδίδει σε διάφορες πρόνοιες της. Επανέλαβε τα ίδια επιχειρήματα και στη μαρτυρία που έδωσε κατά την αντεξέταση του. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας του όχι μόνο δεν ήταν βοηθητικό αλλά ήταν και αχρείαστο. Η ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ζήτημα νομικό που επιτελείται από το Δικαστήριο και όχι από μάρτυρες γεγονότων. Αντίστοιχη είναι η αντιμετώπιση μου σε σχέση με τις διαπιστώσεις και συμπεράσματα που εξέφρασε για την επάρκεια της λειτουργίας του επίδικου λογισμικού προγράμματος και άλλα σχετικά τεχνικά θέματα. Έχοντας υπόψη την περιγραφή των ακαδημαϊκών και επαγγελματικών του προσόντων κρίνω ότι δεν πρόκειται για άτομο που έχει το απαραίτητο υπόβαθρο ειδικών γνώσεων του αντικειμένου ώστε να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας[3]. Προχωρώ στη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2, οι οποίες επίσης σε κάποια σημεία επεκτάθηκαν σε αντίστοιχες επεξηγήσεις και επιχείρησαν να ερμηνεύσουν πρόνοιες της συμφωνίας Τεκμήριο 2. Οι εν λόγω αναφορές τους δεν κρίνονται βοηθητικές. Επί του υπόλοιπου μέρους της μαρτυρίας τους θεωρώ ότι ήταν σαφείς, εξήγησαν η κάθε μια τον ρόλο και ενέργειες της που σχετίζονται με την υπόθεση και δεν κλονίστηκε η μαρτυρία τους κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης τους. Παρέμειναν σταθερές στα γεγονότα που κατέθεσαν τα οποία αποδέχομαι ως αληθινά. Σημειώνω ότι πέραν από γενικές υποβολές που τέθηκαν από το συνήγορο της Ενάγουσας, δεν παρουσιάστηκε άλλη μαρτυρία επί των ίδιων ουσιαστικών πραγματικών ζητημάτων που να είναι αντίθετη με τη δική τους. Ευρήματα. Έχω παραθέσει στην αρχή της απόφασης μου τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση τα οποία είναι, κατ΄ ουσίαν παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Εκείνα συνιστούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Πέραν εκείνων, με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση, καταλήγω επίσης στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα:

(1)Η συμφωνία Τεκμήριο 2 αποτυπώνει ολόκληρη τη συμφωνία των διαδίκων επί του αντικειμένου αυτής.
(2)Στις 11.11.2011 παραδόθηκε από την Εναγόμενη στα γραφεία της Ενάγουσας ο κεντρικός εξυπηρετητής στον οποίο ήταν εγκατεστημένο το επίδικο λογισμικό σύστημα. Επιχειρήθηκε επίσης να παραδοθεί ψηφιακός δίσκος με το λογισμικό ο οποίος όμως δεν έγινε αποδεκτός από τον ΜΕ1 γιατί δεν περιείχε το «αυθεντικό» ή «πρωτότυπο» λογισμικό πρόγραμμα Incadea.
(3)Από τις 15.11.2011 το λογισμικό πρόγραμμα Incadea εγγράφηκε στο όνομα της Ενάγουσας η οποία απέκτησε αποκλειστικό αριθμό άδειας XXXXX0333. Η άδεια αυτή δεν έχει ημερομηνία λήξης.
(4)Ανταλλάχτηκε μεταξύ των διαδίκων η αλληλογραφία στην οποία αναφέρθηκαν οι μάρτυρες, αντίγραφα της οποία παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, με περιεχόμενο όπως περιγράφω πιο πάνω.
(5)Για υπηρεσίες που παρείχε η Εναγόμενη στην Ενάγουσα για τις οποίες απαιτείτο επί τόπου επίσκεψη λειτουργού στα γραφεία της Ενάγουσας, εκδιδόταν Activity Report στο οποίο καταγραφόταν η ώρα εκτέλεσης της εργασίας, η περιγραφή αυτής, η ημερομηνία. Στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκαν τα Activity Reports που παρουσίασαν οι μάρτυρες και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Έκαστο υπογράφεται από το λειτουργό της Εναγόμενης και υπογράφεται επίσης από τον ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας.
(6)Από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων, η Εναγόμενη διατηρούσε κατάσταση με όλες τις υπηρεσίες που παρείχε στην Ενάγουσα περιλαμβανομένων για κάθε υπηρεσία, μεταξύ άλλων, της ημερομηνίας, της φύση εργασίας, του χρόνου που αναλώθηκε και τον υπολογισμό κόστους της. Η κατάσταση αυτή είναι το Τεκμήριο 17.
(7)Για όλες τις περιπτώσει στις οποίες η Ενάγουσα ζήτησε τεχνική υποστήριξη από την Εναγόμενη μετά την εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του συστήματος, η Εναγόμενη τηρούσε την κατάσταση Τεκμήριο 22 στην οποία καταγράφεται η ημερομηνία, φύση της υποστήριξης, τρόπος επίλυσης και αρμόδιος λειτουργός.
(8)Για σκοπούς της συνεργασίας η Εναγόμενη διατηρούσε επίσης κατάσταση λογαριασμού με όλες τις μεταξύ των διαδίκων χρεωπιστώσεις, η οποία είναι το Τεκμήριο 32.
(9)Η Εναγόμενη εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια προς την Ενάγουσα: (α) Τιμολόγιο 11/000122 ημερομηνίας 31.8.2011 για ποσό €914,25 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 26) που εκδόθηκε στη βάση συνημμένων σε αυτό Activity Reports για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που εκεί περιγράφονται. (β) Τιμολόγιο 2-110235 ημερομηνίας 15.9.2011 για ποσό €19.590,25 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 27) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που εκεί περιγράφονται σύμφωνα με τις χρεώσεις που καταγράφονται στη συμφωνία Τεκμήριο 2 για την αγορά και εγκατάσταση/εφαρμογή του λογισμικού και συντήρηση για την περίοδο από 1.10.2011 μέχρι 30.9.
  1. (γ) Τιμολόγιο 11/000137 ημερομηνίας 30.9.2011 για ποσό €396,75 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 28) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση. (δ) Τιμολόγιο 11/000153 ημερομηνίας 31.10.2011 για ποσό €4.588,50 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 28) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση. (ε) Τιμολόγιο 2-110313 ημερομηνίας 1.12.2011 για ποσό €1.150 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 29) Το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε στη βάση της αρχικής προσφοράς Τεκμήριο 19, η οποία τροποποιήθηκε με την παροχή έκπτωσης κατόπιν αιτήματος του ΜΕ1, Τεκμήριο 20, για αντίστοιχες παρασχεθείσες υπηρεσίες όπως περιγράφονται στις προσφορές. (στ) Τιμολόγιο 11/000177 ημερομηνίας 1.12.2011 για ποσό €1.380 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 30) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση. (ζ) Τιμολόγιο 11/000188 ημερομηνίας 30.12.2011 για ποσό €422,63 (Τεκμήριο 31) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση. Οι χρεώσεις των εν λόγω τιμολογίων έγιναν με βάση γραπτές προσφορές (Τεκμήριο 23) που ο ΜΕ1 αποδέχτηκε για την Ενάγουσα. (η) Τιμολόγιο 2-120059 ημερομηνίας 1.2.2012 για ποσό €814,34 (Τεκμήριο 31) που αφορά χρέωση για υπηρεσίες υποστήριξης για την περίοδο 1.10.2012 μέχρι 31.12.
  2. (θ) Τιμολόγιο 12/000057 ημερομηνίας 29.2.2012 για ποσό €322 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 31) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση. (ι) Τιμολόγιο 12/000070 ημερομηνίας 30.3.2012 για ποσό €204,75 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 31) που εκδόθηκε για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες που περιγράφονται στη συνημμένη σε αυτό κατάσταση.
(10)Οι χρεώσεις για τις υπηρεσίες των προαναφερόμενων τιμολογίων έγιναν με βάση τα ποσά που καθορίζονται στη συμφωνία Τεκμήριο 2 σε σχέση με την απόκτηση και αρχική συντήρηση του επίδικου λογισμικού προγράμματος (παράγραφος 1 της συμφωνίας Τεκμήριο 2) καθώς και με βάση τις χρεώσεις ανά εργατοώρα για επιπρόσθετες υπηρεσίες (additional services) ως η παράγραφος 2.13 και 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 2.
(11)Εκ των ποσών των τιμολογίων υπό 8(α)-(ι) ανωτέρω η Εναγόμενη έχει πληρώσει μόνο το ποσό που αφορά η απόδειξη πληρωμής Τεκμήριο 3. Η Ενάγουσα δεν έχει πληρώσει άλλα ποσά έναντι των τιμολογίων υπό 8(α)-(ι) ανωτέρω παρά το ότι η πληρωμή τους έχει απαιτηθεί με την προαναφερόμενη αλληλογραφία από την ίδια την Εναγόμενη και μέσω των δικηγόρων της.
(12)Το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια είναι ως το περιγράφω πιο πάνω, σε προηγούμενα σημεία της απόφασης μου. Στη βάση αυτού του πραγματικού υπόβαθρου, προχωρώ να εξετάσω εάν τα γεγονότα στοιχειοθετούν επαρκώς την απαίτηση και ανταπαίτηση αντίστοιχα. Απαίτηση Ενάγουσας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα επικαλείται τέσσερα στοιχεία αντισυμβατικής συμπεριφοράς από μέρους της Εναγόμενης τα οποία την οδήγησαν στο να τερματίσει την συμφωνία, Τεκμήριο
  1. Παρέθεσα τα τέσσερα αυτά στοιχεία πιο πάνω, κατά τη σύνοψη της μαρτυρίας του ΜΕ
  2. Το πρώτο στοιχείο αντισυμβατικής συμπεριφοράς που ισχυρίζεται η Ενάγουσα αφορά τη θέση ότι η Εναγόμενη δεν παρέδωσε «αυθεντικό ψηφιακό δίσκο του λογισμικού, τους σειριακούς αριθμούς του λογισμικού και/ή τους κωδικούς διαχειριστή του λογισμικού». Για να διαπιστωθεί κατά πόσο η Εναγόμενη παρέβη τη συμφωνία Τεκμήριο 2 κατ' αυτό τον τρόπο, πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί εάν οι συγκεκριμένες ενέργειες συμπεριλαμβάνονταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις. Για να αποφασίσω αυτό το ζήτημα, ανατρέχω στο κείμενο της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, που σύμφωνα με τα ευρήματα αποτυπώνει ολόκληρη τη συμφωνία των μερών επί του αντικειμένου αυτής. Από το κείμενο της συμφωνίας Τεκμήριο 2, διαπιστώνω ότι αυτή δεν περιλαμβάνει καμία τέτοια ρητή υποχρέωση της Εναγόμενης ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται. Για να υποστηρίξει τη θέση της, η Ενάγουσα παραπέμπει στην παράγραφο 3 της συμφωνίας η οποία, μεταξύ άλλων, προνοεί τα ακόλουθα: «The amount of EUR 15,535.00 + 15% is for the full payment of the software and party of first year's Maintenance and is payable with the delivery of the CD Package with the software to your premises. Serialisation is provided with the full payment of the above amount.» Η πλευρά της Ενάγουσας εισηγείται ότι αυτή η πρόνοια πρέπει να ερμηνευτεί ώστε να δημιουργεί την υποχρέωση στην Εναγόμενη να παραδώσει στην Ενάγουσα «αυθεντικό ψηφιακό δίσκο του λογισμικού, τους σειριακούς αριθμούς του λογισμικού και/ή τους κωδικούς διαχειριστή του λογισμικού». Κατά την ερμηνεία μιας συμβατικής πρόνοιας, το κριτήριο είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο στον μέσο λογικό άνθρωπο[4]. Οι όροι «CD Package» και «Serialisation» δεν ερμηνεύονται στη συμφωνία. Αναλογιζόμενη όμως τον σκοπό της συμφωνίας όπως αυτός προκύπτει από το σύνολο του κειμένου, διαφωνώ ότι το λεκτικό του άρθρου 3 που έχω παραθέσει πιο πάνω, στο μυαλό του μέσου λογικού ανθρώπου, επεκτείνεται ώστε να σημαίνει αυτό που εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας. Από το περιεχόμενο της συμφωνίας, Τεκμήριο 2, φαίνεται ότι το αντικείμενο αυτής ήταν η αγορά και παράδοση του λογισμικού Incadea και άδειας χρήσης αυτού. Όπως φαίνεται επίσης από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, από 15.11.2011 το λογισμικό πρόγραμμα Incadea εγγράφηκε στο όνομα της Ενάγουσας η οποία απέκτησε αποκλειστικό αριθμό άδειας. Παραπέμπω στην επιστολή Τεκμήριο 12 σύμφωνα με την οποία «we do not provide any CD media with the purchase of the Incadea Software as it is downloadable from the official side from which our partner NetU Consultants Ltd, is authorized to download it and provide you with a copy». Είναι κοινώς αποδεκτή η θέση ότι στις 11.11.2011, κατά την παράδοση του κεντρικού εξυπηρετητή στα γραφεία της Ενάγουσας, επιχειρήθηκε να παραδοθεί και ψηφιακός δίσκος στον οποίο υπήρχε αντίγραφο του λογισμικού. Ο ψηφιακός αυτός δίσκος δεν έγινε αποδεκτός από τον ΜΕ1 για τους λόγους που εξήγησε στη μαρτυρία του. Από τα πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η προαναφερόμενη υποχρέωση της Εναγόμενης υπό τον όρο 3 της συμφωνίας Τεκμήριο 2, έχει εκπληρωθεί. Συνεπώς, δεν διαπιστώνω την συγκεκριμένη παράβαση που επικαλείται η Ενάγουσα. Πέραν των πιο πάνω, συνιστά δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις γιατί δεν ολοκληρώθηκε «η εφαρμογή (implementation) του λογισμικού στα δεδομένα και ανάγκες» της Ενάγουσας και γιατί δεν αναβαθμίστηκε η βάση δεδομένων της Ενάγουσας «ώστε να συμβαδίζει πλήρως με τη βάση δεδομένων των εργοστασίων παραγωγής και προμηθευτών» της με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα στην καταχώρηση των δεδομένων στο σύστημα. Επί των δύο αυτών ισχυριζόμενων παραβάσεων πρέπει εν πρώτοις να σημειώσω ότι αφορούν τεχνικά και εξειδικευμένα θέματα. Θεωρώ ότι το πεδίο γνώσεων του μέσου λογικού ανθρώπου δεν του επιτρέπει να κρίνει κατά πόσο έχει ολοκληρωθεί η εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) λογισμικού συστήματος που αφορά τη βιομηχανία μοτοσυκλετών και κατά πόσο οι ενέργειες που έγιναν στην παρούσα περίπτωση, σε σχέση με την εφαρμογή του συστήματος Incadea, συνάδουν με τις ανάγκες της Ενάγουσας. Θεωρώ επίσης ότι τα στοιχεία που συναποτελούν τη βάση δεδομένων των εργοστασίων παραγωγής και προμηθευτών μοτοσυκλετών και ανταλλακτικών και εξαρτημάτων αυτών, είναι εκτός του πεδίου γνώσεων του μέσου λογικού ανθρώπου. Το ίδιο ισχύει και για την υφιστάμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο βάση δεδομένων της Ενάγουσας, όπως και το κατά πόσο μετά την εγκατάσταση/εφαρμογή (implementation) του συστήματος Incadea οι δύο αυτές βάσεις δεδομένων συμβάδιζαν ή όχι, και σε ποιο βαθμό. Κρίνω ότι επί αυτών των ζητημάτων και για να αποδειχτούν οι συγκεκριμένες δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας η μαρτυρία και απόψεις του ΜΕ1 δεν επαρκούν. Απαιτείτο να παρουσιαστεί μαρτυρία εμπειρογνωμοσύνης ώστε να ενημερωθεί το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, για τις διάφορες βάσεις δεδομένων και τις ενδεδειγμένες διαδικασίες και διεργασίες ορθής εγκατάστασης/εφαρμογής (implementation) λογισμικών προγραμμάτων ώστε για να βοηθηθεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε σχετικά συμπέρασμα. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας και, συνακόλουθα, σχετικών ευρημάτων, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει τους συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς της στον απαιτούμενο βαθμό. Να προσθέσω ότι η υποστήριξη και βοήθεια που είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα και παρασχεθεί από την Εναγόμενη μετά τις 16.11.2011 παραπέμπει στο ότι το σύστημα λειτουργούσε και χρησιμοποιείτο από την Ενάγουσα στα πλαίσια των εργασιών της. Να προσθέσω επίσης ότι υποχρέωση της Εναγόμενης για αναβάθμιση της βάσης δεδομένων της Ενάγουσας ώστε να συμβαδίζει πλήρως με τη βάση δεδομένων των εργοστασίων παραγωγής και προμηθευτών της δεν συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνία Τεκμήριο 2 ώστε να τίθεται θέμα παράβασης της. Παραμένει ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη παρέβηκε τις συμβατικές της υποχρεώσεις γιατί δεν ολοκληρώθηκε η εκπαίδευση του προσωπικού της Ενάγουσας στη χρήση του επίδικου λογισμικού προγράμματος με αποτέλεσμα να αδυνατεί το προσωπικό να «χρησιμοποιήσει το λειτουργικό πρόγραμμα επαρκώς με αποτέλεσμα τη μετατροπή του σε σύστημα χωρίς αξία και/ή χρησιμότητα». Επί αυτής της θέσης δεν μπορώ παρά να σημειώσω ότι η ισχυριζόμενη αυτή παράβαση συνιστά αντίφαση με την ταυτόχρονη θέση της Ενάγουσας περί μη εγκατάστασης/εφαρμογής (implementation) του συστήματος. Πέραν τούτου όμως, η παράγραφος 2 της συμφωνίας Τεκμήριο 2 προνοεί για κατ' εκτίμηση υπολογισμό 24 εργατοωρών που θα αφορούσαν «end users training». Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 και τις καταχωρήσεις που αφορούν «end user training», προκύπτει ότι οι εργατοώρες που αναλώθηκαν για αυτή τη διεργασία υπερβαίνουν κατά πολύ αυτές που προνοούσε η συμφωνία Τεκμήριο
  3. Ενόψει αυτού δεν μπορώ να καταλήξω ότι υπήρχε παράβαση της συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης από μέρους της Εναγόμενης. Τα πιο πάνω συμπεράσματα αφήνουν μετέωρη την απαίτηση της Ενάγουσας για απόδοση αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας ή για επιστροφή του ποσού που έχει πληρώσει στα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο 2 στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή ως χρήματα που δόθηκαν άνευ ανταλλάγματος (money had and received). Το ίδιο ισχύει και για την δηλωτική απόφαση που η Ενάγουσα αξιώνει περί νόμιμου τερματισμού της συμφωνίας ένεκα παραβάσεων ουσιωδών όρων της από την Εναγόμενη. Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι κατά την ακρόαση φαίνεται να προωθήθηκε έμμεσα η θέση ότι η Εναγόμενη ενεργούσε εκβιαστικά και αυθαίρετα λόγω του ότι ήταν αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Κύπρο του λογισμικού συστήματος Incadea. Δεν θα εξετάσω τέτοιο ζήτημα αφού είναι εκτός της δικογραφίας και, συνεπώς, δεν είναι επίδικο για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Ανταπαίτηση. Στρέφομαι στην ανταπαίτηση που εγείρει η Εναγόμενη η οποία αξιώνει ποσό €11.918,22 πλέον τόκο καθώς και αναγνωριστική απόφαση ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 είναι έγκυρη και σε ισχύ. Ξεκινώ από την αξίωση για χρηματική αποζημίωση που αυτή διεκδικεί. Συνιστά εύρημα ότι η Εναγόμενη εξέδιδε τιμολόγια για υπηρεσίες που παρείχε και που ήταν εκτός του πλαισίου της συμφωνίας Τεκμήριο
  4. Σε σχέση με τις χρεώσεις που αποτυπώνονται στα τιμολόγια υπό παραγράφους 8(ε) και (ζ) των ευρημάτων που διατυπώνω πιο πάνω, σημειώνω ότι αφορούν χρεώσεις που έγιναν κατόπιν προσφορών που δόθηκαν από την Εναγόμενη και τις οποίες αποδέχτηκε η Ενάγουσα. Η αποδοχή φαίνεται με την προσυπογραφή των σχετικών προσφορών από τον ΜΕ1 και από τη σχετική αλληλογραφία. Παραπέμπω στα Τεκμήρια 19, 20 και
  5. Συνιστά εύρημα ότι οι υπηρεσίες που αφορούν οι εν λόγω χρεώσεις παρασχέθηκαν από την Εναγόμενη ενώ τα αντίστοιχα ποσά δεν πληρώθηκαν από την Ενάγουσα. Συνεπώς, η Εναγόμενη δικαιούται σε αποζημίωση, το ύψος της οποίας συνίσταται στο ποσό της κάθε συμφωνημένης χρέωσης. Σε σχέση επομένως με τις χρεώσεις που αφορούν οι συγκεκριμένες υπηρεσίες καταλήγω ότι η Εναγόμενη έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της. Προχωρώ στα ποσά που αφορούν χρεώσεις για τις οποίες δεν υπάρχουν γραπτές προσφορές. Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι χρεώσεις εκείνες έγιναν για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν και αποτυπώνονται στο Τεκμήριο
  6. Βρίσκονται δε εκτός του πλαισίου της συμφωνίας Τεκμήριο
  7. Στο βαθμό που αφορούν επί τόπου επισκέψεις στις εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, αποτυπώνονται και σε αντίστοιχα Activity Reports. Τα δε ποσά που χρεώνονταν ήταν σύμφωνα με τη συμφωνημένη χρέωση ανά εργατοώρα όπως καθορίζεται στη συμφωνία Τεκμήριο
  8. Η πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει αμφισβητήσει ότι έχουν παρασχεθεί οι συγκεκριμένες υπηρεσίες. Καμία επί μέρους χρέωση δεν έχει αμφισβητηθεί σε αυτή τη βάση. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί ότι έχουν παρασχεθεί οι υπηρεσίες που αφορούν τα Activity Reports τα οποία σημειώνω ότι προσυπογράφονται από τον ΜΕ1 για την Ενάγουσα. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι οι υπηρεσίες που αφορούν τα συγκεκριμένα τιμολόγια καλύπτονται από τις αρχικές χρεώσεις στη συμφωνία Τεκμήριο 2 και δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα του ποσού που χρεώθηκε για κάθε υπηρεσία. Από την περιγραφή των υπηρεσιών στα τιμολόγια, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των Activity Reports και της συμφωνίας Τεκμήρια 2, κρίνω ότι έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς η θέση της Εναγόμενης ότι οι χρεώσεις αυτές αφορούν υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονταν στις αρχικές χρεώσεις της συμφωνίας Τεκμήριο
  9. Συνιστά εύρημα ότι η τιμολόγηση για τις εν λόγω υπηρεσίες έγινε σύμφωνα με τις χρεώσεις ανά εργατοώρα που καθορίζονται στη συμφωνία Τεκμήριο 2 για «additional services» και ότι τα εν λόγω ποσά δεν πληρώθηκαν από την Ενάγουσα. Επομένως, η απαίτηση της Εναγόμενης για απόδοση των συγκεκριμένων ποσών έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς. Διαφοροποιώ τη θέση μου σε σχέση με το τιμολόγιο υπ' αριθμό 2-120059 ημερομηνίας 1.2.2012 για ποσό €814,34 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α., το οποίο είναι μέρος του Τεκμηρίου
  10. Από την περιγραφή των υπηρεσιών που καταγράφεται σε αυτό φαίνεται ότι αφορά παροχή υπηρεσιών υποστήριξης (maintenance fee) για την περίοδο από 1.10.2012 μέχρι 31.12.
  11. Κρίνω ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί την απαίτηση της Εναγόμενης για το συγκεκριμένο ποσό. Αφορά υπηρεσίες που δεν έχουν παρασχεθεί. Η Εναγόμενη, σύμφωνα με τις θέσεις που έχει προβάλει κατά την ακρόαση, σταμάτησε να παρέχει υπηρεσίες προς την Ενάγουσα από τον Μάιο
  12. Συνεπώς δεν μπορεί να διεκδικεί αμοιβή για υπηρεσίες που έπονται χρονικά του τερματισμού της συνεργασίας και τις οποίες δεν παρείχε. Επομένως, από το ποσό που η Εναγόμενη ανταπαιτεί, αφαιρώ το συγκεκριμένο. Με την ανταπαίτηση η Εναγόμενη ζητά επίσης δηλωτική απόφαση από το Δικαστήριο ότι η συμφωνία Τεκμήριο 2 είναι έγκυρη και σε ισχύ. Η έκδοση δηλωτικής απόφασης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως έχει επιβεβαιωθεί και πρόσφατα από το Εφετείο η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης αντενδείκνυται όταν δεν υπάρχει ουσιαστικό και χειροπιαστό όφελος για την πλευρά που την αξιώνει[5]. Στην παρούσα περίπτωση η απόδοση αποζημιώσεων συνιστά ικανοποιητική θεραπεία για την Εναγόμενη. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι το αντικείμενο της συμφωνίας Τεκμήριο 2 έχει περατωθεί, κρίνω αχρείαστη και εκ του περισσού την έκδοση δηλωτικής απόφασης. Κατάληξη. Συγκεφαλαιώνοντας, για όλους τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει την απαίτησης της και η αγωγή απορρίπτεται. Καταλήγω επίσης ότι η ανταπαίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας για ποσό €11.103,88 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Ανταπαίτησης. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αγωγής και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ 1273 [2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009 [3] Σχετικές οι Vasillico Cement Work v Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746. [4] Saab and Another v Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1C.L.R. 499, Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Chitty on Contracts, General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 1131 [5] Ιωσήφ Σολωμού Πεκρη ν
(1)Αντωνάκη Τζιάνναρου κ.α., Πολιτική έφεση 93/2011, ημερομηνίας 18.1.2016 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.