← Κύπρος

KALIACO PROPERTIES LTD ν. ΑΒΡΑΑΜ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης / Διαχειριστής της ενάγουσας, Αρ. Αγωγής: 4593/2017, 7/5/2019

KALIACO PROPERTIES LTD ν. ΑΒΡΑΑΜ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης / Διαχειριστής της ενάγουσας, Αρ. Αγωγής: 4593/2017, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A235 Αρ. Αγωγής: 4593/2017 Μεταξύ: KALIACO PROPERTIES LTD Ενάγουσας και XXXXX ΑΒΡΑΑΜ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης / Διαχειριστής της ενάγουσας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 10/09/2018 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για προσθήκη εναγομένου και τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2019 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Γ. Σεραφείμ Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Μ. Χαραλάμπους Για προτεινόμενο εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κος Χρ. Ιωσήφ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα ζητά μεταξύ άλλων την ακύρωση του διορισμού του εναγομένου ως παραλήπτη της ενάγουσας και την επιστροφή όσων ποσών κατέβαλε για λογαριασμό της. Αιτείται επίσης, διάταγμα που να επιτρέπει την ακύρωση από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημ. 28.6.1996 για το ποσόν των £100.000,00 (€170.860,14) που ενεγράφη σε βάρος της, στην βάση του οποίου έγινε ο διορισμός τους εναγομένου ως παραλήπτη. Η ενάγουσα αιτείται τέλος, διάταγμα με το οποίον να αναγνωρίζεται ο ενάγοντας ως επεμβασίας (trespasser), αναφορικά με την θέση που συνεχίζει να κατέχει ως παραλήπτης της ενάγουσας. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.12.

  1. Ταυτόχρονα η ενάγουσα ζήτησε προσωρινά διατάγματα με τα οποία ζητούσε προσωρινή θεραπεία ακύρωσης του διορισμού του εναγομένου ως παραλήπτη. Τα αιτήματα αυτά για προσωρινή θεραπεία, απορρίφθηκαν με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 5.7.
  2. Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η παρούσα αίτηση ημ. 10/09/2018, με την οποία η ενάγουσα ζητά την προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εναγομένης 2 στην αγωγή. Αιτείται επίσης την ανάλογη τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη μεταξύ άλλων, αιτητικού για αποζημιώσεις από τους εναγομένους 1 & 2 για συνομωσία προς εξαπάτηση και πρόκληση ζημιάς σε βάρος της ενάγουσας. Διαζευκτικά ζητείται να καταχωρηθούν αιτήματα για αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων λόγω δόλου και ψευδών παραστάσεων κατά τον χρόνο έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της ενάγουσας στις 12.1.2009 και/ή κατά τον χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας διευθέτησης μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας Chris Cash & Carry Ltd, ημερομηνίας 23.12.
  3. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επιζητείται να καταχωρηθεί αίτημα που να διατάσσει την εναγόμενη 2 να επιστρέφει όσα ποσά είσπραξε μέσω του εναγόμενου 1 καθώς και αναγνωριστικό διάταγμα με βάση το οποίο να κηρύσσονται ως άκυρες και χωρίς νομική ισχύ όλες οι πράξεις και ενέργειες του εναγόμενου 1 που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έγιναν κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της ενάγουσας. Αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης της υπόθεσης από τον ίδιο και τον δικηγόρο του, κατάφερε να εντοπίσει κατά ή περί το τέλος Ιανουαρίου 2018 την πολυσέλιδη κατάσταση λογαριασμού που ένας υπάλληλος της τότε Λαϊκής Τράπεζας, καταχώρησε ως τεκμήριο στις 8.12.2011 όταν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 8689/2005 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Η εν λόγω κατάσταση που δεν την είχε στην κατοχή του προηγουμένως, στάλθηκε σε εταιρεία που εξειδικεύεται μεταξύ άλλων, σε υπηρεσίες υπολογισμού χρεώσεων και υπερχρεώσεων των τραπεζών. Τα άτομα που την αποτελούν, ήταν πρώην υπάλληλοι τράπεζας έχοντας μεγάλη πείρα σε αυτά τα θέματα. Ταυτόχρονα αποστάλθηκαν και άλλα έγγραφα που αφορούσαν μεταξύ άλλων την ένσταση που καταχώρησε ο καθ' ου η αίτηση στις 5.2.2018, τα οποία δεν είχε επίσης στην κατοχή του προηγουμένως αφού μεταξύ άλλων αφορούσαν τον καθ' ου η αίτηση και την προτιθέμενη εναγόμενη
  4. Οι οδηγίες που δόθηκαν στην εν λόγω εταιρεία, ήταν αφού λάβει υπόψη τα διάφορα έγγραφα που αφορούν το δάνειο και τον τρεχούμενο λογαριασμό της ενάγουσας καθώς και την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της στα πλαίσια της αγωγής 8689/05, να προβεί σε μελέτη και συγκεκριμένο υπολογισμό τυχόν υπερχρεώσεων που έγιναν από την τράπεζα τόσο πριν τον τερματισμό όσο και μετά, μέχρι την έκδοση της απόφασης και ως την τελευταία μέρα που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία από την Τράπεζα για τα υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών, δηλαδή μέχρι την 28.10.
  5. Η πιο πάνω εταιρεία εξέδωσε σχετική έκθεση ημερομηνίας 26.2.2018 (τεκμ. 2) και πραγματεύεται το κατά πόσον κατά την έκδοση της απόφασης εναντίον της ενάγουσας στις 12.1.2009 ο εναγόμενος και η προτιθέμενη εναγόμενη 2, διέπραξαν οποιονδήποτε σφάλμα ή ενέργησαν αμελώς, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν οικονομικές ζημιές στα συμφέροντα της ενάγουσας. Σύμφωνα με το τεκμήριο 2, η διαφορά μεταξύ των ποσών της απόφασης εναντίον της ενάγουσας και των πραγματικών ποσών που θα έπρεπε να περιληφθούν στην απόφαση, ανέρχεται συνολικά σε €2,522,065, μέχρι 28.10.2016, περιλαμβανομένων των τόκων, ποσό το οποίο ζήμιωσε η ενάγουσα συνεπεία των κακών χειρισμών του εναγομένου, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό και προς όφελος της προτιθέμενης εναγόμενης
  6. Κατά τον ομνύοντα, ο λόγος που η πιο πάνω έκθεση δεν ετοιμάστηκε εκ των προτέρων ήταν γιατί λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, δεν μπορούσε να εντοπίσει την πολυσέλιδη κατάσταση λογαριασμού που ο υπάλληλος της τότε Λαϊκής τράπεζας, καταχώρησε ως τεκμήριο στις 8/12/11 όταν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της σχετικής αγωγής 8689/2005 Ε.Δ. Η εν λόγω κατάσταση ήταν αναγκαία για την έκδοση της έκθεσης (τεκμ. 2). Ενόψει της έκθεσης (τεκμ. 2), διαφάνηκε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της ενάγουσας στις 12/01/2009, ο εναγόμενος υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης της ενάγουσας και η προτιθέμενη εναγόμενη 2 με τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις τους, προκάλεσαν τεράστιες οικονομικές ζημιές στα συμφέροντα της ενάγουσας. Μετά από συζήτηση με τους δικηγόρους του και ύστερα από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στις 5.7.18, διαφάνηκε ότι λανθασμένα δεν είχε περιληφθεί και η προτιθέμενη εναγόμενη 2 στην παρούσα αγωγή, δεδομένου ότι υπάρχουν λόγοι που να δικαιολογούν την ύπαρξη ισχυρών αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της. Σχετικές είναι οι σελίδες 10 και 11 της ενδιάμεσης απόφασης ημ. 5/7/18, στις οποίες το Δικαστήριο διερωτάται γιατί δεν περιλήφθηκε στην αγωγή η προτιθέμενη εναγόμενη 2, εφόσον η ενάγουσα εγείρει εναντίον της, διάφορους ισχυρισμούς. Η εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της ενάγουσας εκδόθηκε στις 12.1.2009, στην διαδικασία όπου εκπροσωπείτο από τον εναγόμενο ως παραλήπτη και τον δικηγόρο του. Κανένας από τους δύο δεν τον ενημέρωσε εκ των προτέρων ή ακόμα και αμέσως μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης για το γεγονός αυτό. Ούτε καν μπήκαν στον κόπο να εξασφαλίσουν την συγκατάθεση του αφού προηγουμένως τον ενημέρωναν σχετικά. Ο ίδιος ενημερώθηκε προφορικά για την έκδοση της απόφασης, περίπου 2 χρόνια μετά από τον συνήγορο του εναγομένου. Στις 31.1.2012 χωρίς αν έχει άλλη επιλογή εφόσον ήταν εγγυητής της ενάγουσας στις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, για τις οποίες η ενάγουσα μέσω του εναγομένου είχε εκ συμφώνου αποδεχθεί απόφαση, αναγκάστηκε να αποδεχθεί και ο ίδιος απόφαση εναντίον του όμως με πολύ λιγότερα χρήματα (περίπου €1,000,000 λιγότερα) και με πολύ καλύτερες πρόνοιες. Περαιτέρω όπως ο ομνύων πληροφορείται, η προτιθέμενη εναγόμενη 2 καταχώρησε επιβάρυνση (Memo) εναντίον της περιουσίας της ενάγουσας γύρω στο 2014 ενώ έλαβε χρήματα έναντι της απόφασης ημ. 12.1.2009 αρχές του 2015 μέσω του ποσού των €1,950,000 που κατέβαλε στον εναγόμενο, η εταιρεία Chris Cash & Carry Ltd. Ο ομνύων ανέφερε επίσης ότι το αίτημα τροποποίησης δικαιολογείται πλήρως λόγω του τεράστιου όγκου των εγγράφων και του χρόνου που πέρασε στο μεσοδιάστημα μεταξύ της χορήγησης των πιστωτικών διευκολύνσεων περίπου το 2002 και της καταχώρησης της αγωγής το
  7. Δικαιολογείται επίσης και από το γεγονός ότι διορίστηκαν συνολικά 4 δικηγόροι όλη αυτή την περίοδο για να εκπροσωπήσουν την ενάγουσα και τα έγγραφα δεν ήταν σε ένα συγκεκριμένο χώρο, καθώς και από το γεγονός ότι πολλά σημαντικά έγγραφα, ανακαλύφθηκαν πολύ μεταγενέστερα. Κατά τον ομνύοντα, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ενόψει και της ανάμειξης της προτιθέμενης 2 στην υπόθεση σε συνεργασία με τον υφιστάμενο εναγόμενο. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι είναι ορθό και δίκαιο, όπως οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνουν δεκτές για να μπορέσει η ενάγουσα να παρουσιάσει την υπόθεση της ολοκληρωμένη με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ως διάδικους και να μπορεί να αξιώσει τις κατάλληλες θεραπείες εναντίον των ορθών προσώπων έτσι ώστε το Δικαστήριο αφού ακούσει όλες τις πλευρές να αποφασίσει τελεσίδικα πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα θέματα. Ο ομνύοντας αναφέρει επίσης ότι καμία από τις τροποποιήσεις δεν παραβιάζει οποιαδήποτε από τα δικαιώματα του υφιστάμενου εναγομένου ή της προτιθέμενης εναγόμενης 2, αφού θα έχουν το δικαίωμα να αντικρούσουν όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που θα περιληφθούν στην έκθεση απαίτησης αν και εφόσον οι αιτούμενες τροποποιήσεις εγκριθούν. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κατά τον ομνύοντα καλόπιστα και έγκαιρα και δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με τα έξοδα, εάν και εφόσον το απαιτήσει. Περαιτέρω, το πρόσωπο που ζητείται να προστεθεί ως εναγόμενη 2, είναι αναγκαία διάδικος. Αυτό αναφέρθηκε άλλωστε και στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5/7/
  8. Ο ομνύων αναφέρει τέλος ότι οι επίδικες τροποποιήσεις δεν είναι ούτε καταπιεστικές αλλά ούτε και επιπόλαιες και η ενάγουσα έχει ισχυρή βάση αγωγής, τόσο εναντίον του υφιστάμενου εναγομένου όσο και εναντίον της προτιθέμενης εναγόμενης
  9. Η ένσταση του εναγομένου Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών που ήταν γνωστοί και/ή ήταν δυνατόν να ήταν γνωστοί στην ενάγουσα κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης ημερ. 12/12/2017 και του Κλητηρίου Εντάλματος, χωρίς να έχουν δοθεί οποιοιδήποτε επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν την αρχική παράλειψη να συμπεριληφθούν στα δικόγραφα. Επιπλέον, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα, την ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης και την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής κατά παράβαση της πάγιας σχετικής νομολογίας. Αυτό γιατί επιδιώκεται όχι η τροποποίηση αλλά η πλήρης μετατροπή του κλητηρίου εντάλματος. Αναφέρεται τέλος ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί ως καταχρηστική και/ή ότι γίνεται κακόπιστα με σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης της παρούσας διαδικασίας και ως μέσο αξιολόγησης και αντίκρουσης μαρτυρίας που ήδη κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τον εναγόμενο - καθ' ου η Αίτηση. Με αυτό τον τρόπο, δημιουργείται αδικία και βλάβη στα συμφέροντα του καθ' ου η αίτηση. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Η ένσταση της προτιθέμενης εναγομένης 2 Ένσταση στην αίτηση, καταχώρησε η προτιθέμενη εναγομένη
  10. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η προτεινόμενη εναγομένη 2 δεν είναι αναγκαίος διάδικος στην διαδικασία. Αυτό γιατί στην βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας και των αξιούμενων με το κλητήριο θεραπειών δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προτεινόμενου νέου διάδικου. Εν πάση περιπτώσει, οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ της ενάγουσας και του προτεινόμενου νέου διάδικου, έχουν ολοκληρωθεί στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας, στην οποία έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου, οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί της ενάγουσας - αιτήτριας στην παρούσα αίτηση, προσκρούουν στις αρχές του δεδικασμένου (res judicata). Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς αν επιτραπούν τα αιτούμενα διατάγματα θα επέλθει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης και/ή προσθήκη νέας βάσης αγωγής, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο, την σχετική νομολογία. Αναφέρεται τέλος ότι δεν έχουν δοθεί επαρκείς και ικανοποιητικοί λόγοι εκ μέρους της ενάγουσας που να δικαιολογούν την υπέρμετρη καθυστέρηση την οποία επέδειξε ως προς την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή έχει καταχωρηθεί με αλλότριο σκοπό, ήτοι την δημιουργία πίεσης στην τράπεζα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της προτεινόμενης εναγομένης, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο που παρουσίασαν στο Δικαστήριο, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους όπως πηγάζουν από την αίτηση και τις ενστάσεις αντίστοιχα. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων, προκειμένου να γίνουν πλήρως κατανοητές, οι θέσεις των διαδίκων. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - αιτήτρια Ο συνήγορος για την ενάγουσα - αιτήτρια στην αγόρευση του, ανέφερε ότι η προτεινόμενη εναγομένη 2, αποτελεί αναγκαίο διάδικο στην αγωγή εφόσον δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος συνδέεται άμεσα με την προτεινόμενη εναγομένη καθότι ο ίδιος διορίστηκε για λογαριασμό της και εξυπηρετεί τα συμφέροντα της. Επιπλέον, οι πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου, δεσμεύουν πλήρως την προτεινόμενη εναγομένη 2 τράπεζα. Περαιτέρω, οι οποιεσδήποτε ενέργειες ή παραλείψεις του εναγομένου έγιναν με τις ευλογίες της προτεινόμενης εναγομένης τράπεζας, η οποία τον διόρισε να ενεργεί προς όφελος της με αποτέλεσμα να θεωρείται αναγκαίο όπως αυτοί προστεθούν στην διαδικασία, για τους λόγους που αναφέρονται στην αίτηση. Επίσης, η αναγκαιότητα της συμπερίληψης της προτεινομένης εναγομένης, προέκυψε από το ίδιο το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση, για προσωρινό διάταγμα. Επιπρόσθετα με την απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 12.12.2017, δημιουργήθηκε η αναγκαιότητα συμπερίληψης των αιτούμενων θεραπειών στην παράγραφο Ζ και Η της παρούσας αίτησης, οι οποίες δεν περιλήφθηκαν στο Κλητήριο Ένταλμα και αποτελούν αναγκαίες θεραπείες. Πρόκειται για αιτήματα έκδοσης διαταγμάτων που να κηρύσσουν ως άκυρες όλες οι πράξεις και ενέργειες του εναγόμενου καθώς επίσης και διάταγμα για να αποκαλύψει ενόρκως στην ενάγουσα και/ή να καταθέσει στον Έφορο Εταιρειών, όλες τις καταστάσεις εισπράξεων και πληρωμών για την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2016 μέχρι την μέρα που θα συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση. Ο συνήγορος σημείωσε ότι με την αίτηση δεν επιζητείται μόνον η προσθήκη της προτεινόμενης εναγομένης 2 αλλά επίσης και η τροποποίηση των θεραπειών του κλητηρίου σε σχέση με τον υφιστάμενο εναγόμενο. Οι τροποποιήσεις δεν αφορούν μόνο γεγονότα που συνέβησαν κατά το στάδιο της έκδοσης απόφασης εναντίον της ενάγουσας το 2009 αλλά και επεκτείνονται στο στάδιο όπου ο εναγόμενος εισέπραξε κατά ή περί τις αρχές 2015, ένα ποσό της τάξης των €2 εκ και το διαμοίρασε κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 113 με αποτέλεσμα προτεινόμενη εναγομένη 2 να επωφεληθεί και ταυτόχρονα να εξασφαλιστεί η επ' άπειρο παραμονή του εναγόμενου στην θέση του παραλήπτη-διαχειριστή της ενάγουσας. Είναι ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι ο εναγόμενος και η προτεινόμενη εναγομένη 2, συνωμότησαν μεταξύ τους τόσο κατά την έκδοση της απόφασης το 2009 όσον και όταν ο εναγόμενος παρέλαβε το ποσό των €2εκ περίπου στις αρχές του 2015 για λογαριασμό της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η αναγκαιότητα τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς και αν ακόμη αποφασιστεί ότι δεν ενδείκνυται η προσθήκη διαδίκου, εντούτοις οι υπόλοιπες τροποποιήσεις του κλητηρίου που αφορούν τον εναγόμενο, δικαιολογούνται πλήρως και θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για να μπορέσει η ενάγουσα να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση της και τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε αυτό να αποφασίσει τελεσίδικα για όλα τα επίδικα θέματα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος απέρριψε όλους τους λόγους ένστασης όπως εμφαίνονται στις ειδοποιήσεις ένστασης των καθ' ων η αίτηση. Επεσήμανε αρχικά ότι οι λόγοι ένστασης του υφιστάμενου εναγομένου εμμέσως πλην σαφώς, συγκεντρώνονται στην προσθήκη διαδίκου και όχι στις αιτούμενες θεραπείες που αξιώνονται με την αίτηση τροποποίησης εναντίον του ίδιου. Κυρίως, οι λόγοι ένστασης του εναγομένου περιορίζονται στην καθυστέρηση και στην προσθήκη νέας βάσης αγωγής, κάτι που δεν αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις Ζ και Η, αφού αυτές συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο του υφιστάμενου κλητήριου. Επιπλέον, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ένσταση ως προς την καθυστέρηση προώθησης της διαδικασίας δεν ευσταθεί αφού η ενάγουσα εξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ήρθαν στην κατοχή της τα έγγραφα και η έκθεση που ετοιμάστηκε στην συνέχεια. Με τις εν λόγω εξηγήσεις, οι οποίες είναι επαρκείς, θα πρέπει να δοθεί στην ενάγουσα το δικαίωμα να μπορεί να προβάλει τους ισχυρισμούς και θέσεις της για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται το αίτημα τροποποίησης, προκύπτουν τόσο από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο όσο και από την ίδια την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει. Εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης δεν μπορεί κατά τον συνήγορο να ευσταθεί η θέση της άλλης πλευράς ότι η αναγκαιότητα προσθήκης διαδίκου προκύπτει μόνο από την έκθεση απαίτησης και ότι η προτιθέμενη παράγραφος Ε πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν αποτελεί μέρος της έκθεσης απαίτησης. Ο συνήγορος επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει η ενάγουσα να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την υπόθεση της ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε αυτό να αποφασίσει τελεσίδικα για όλα τα επίδικα θέματα. Τέλος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος δεν θα πάθει καμία ζημιά από την τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση Ο συνήγορος του εναγομένου, αναφέρθηκε στην νομική πτυχή της υπόθεσης και τις αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφου και προσθήκη διαδίκου. Ακολούθως, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, έχει προκύψει προφανής καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία με την απουσία επαρκών λόγων που να την δικαιολογούν, θα πρέπει να οδηγήσει αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Επιπλέον, με την παρούσα επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών που ήταν πάντοτε σε γνώση της αιτήτριας ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν από αυτήν από τα αρχικά στάδια της παρούσας αγωγής. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε τεκμήρια που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, προκειμένου να καταδείξει ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι τα στοιχεία στα οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση, ήταν άγνωστα προς την αιτήτρια σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής. Προκύπτει επίσης ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποκαλύψει καλούς και επαρκείς λόγους γιατί η έκθεση ημερ. 26.2.2018 δεν συντάχθηκε νωρίτερα και γιατί κατά την διάρκεια όλου αυτού του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από τον διορισμό του εναγομένου ως Παραλήπτη της ενάγουσας μέχρι το 2017 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, δεν προμηθεύτηκε τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν για την σύνταξη της εν λόγω έκθεσης. Συνεπώς, η αιτιολογία που χρησιμοποίησε για να δικαιολογήσει την παράληψη την να συμπεριλάβει τους προτεινόμενους ισχυρισμούς εξ' αρχής στο κλητήριο ένταλμα, εκπίπτει λόγω κακοπιστίας και δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τον λόγο για τον οποίο δεν καταχωρήθηκε προγενέστερα η παρούσα αίτηση. Περαιτέρω, οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί για συνομωσία και εξαπάτηση της ενάγουσας από τον εναγόμενο και την Τράπεζα Κύπρου θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί εξ αρχής στο κλητήριο ένταλμα. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, εντελώς διαφορετικής από την αρχική, κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την ριζική μετατροπή της αξίωσης και όχι την τροποποίηση της, αλλά ουσιαστικά την αντικατάστασή της. Κατά τον συνήγορο, όλοι οι νέοι ισχυρισμοί, όπως και τα αιτούμενα διατάγματα των οποίων επιδιώκεται η προσθήκη, εκφεύγουν της υφιστάμενης βάσης αγωγής και δεν είναι πρόσφορο να εκδικαστούν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των επιδίκων θεμάτων και την ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης, καθ' ότι η ενάγουσα θα διεκδικήσει διαφορετικής φύσης θεραπείες και αξιώσεις από τον εναγόμενο και από την Τράπεζα Κύπρου, από ότι προηγουμένως. Περαιτέρω, η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής θα περιπλέξει την εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων και θα προκαλέσει καθυστέρηση στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας, αφού για την εκδίκαση τέτοιων θεμάτων, απαιτείται η προσκόμιση άλλης μαρτυρίας από ότι θα χρειαζόταν με την υφιστάμενη αγωγή. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε τέλος ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα δημιουργήσει ζημιά στον εναγόμενο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση των εξόδων της τροποποίησης. Κατά τον συνήγορο, στο σύνολο τους τα γεγονότα συντείνουν προς την απόρριψη της παρούσας αίτησης, αφού είναι φανερό ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα εξυπηρετηθεί καλύτερα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η αγόρευση του συνηγόρου για την προτεινόμενη εναγομένη 2 Ο συνήγορος της προτεινόμενης εναγομένης 2, αναφέρθηκε αρχικά στην Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να διατάξει την προσθήκη διαδίκου. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι από απλή ανάγνωση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι ουδεμία αξίωση ή θεραπεία δεν επιζητείται από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αντιθέτως, όλες και κάθε μία από τις αιτούμενες θεραπείες, στρέφονται εναντίον του υφιστάμενου εναγόμενου. Ήταν ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου ότι ελλείπει παντελώς το πραγματικό και δικονομικό υπόβαθρο για να αποφασίσει το Δικαστήριο στη βάση των ενώπιον του δικογραφημένων ισχυρισμών κατά πόσον η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, είναι όντως αναγκαίος διάδικος. Ο συνήγορος ανέφερε ότι η ενάγουσα προσπαθεί να βασίσει το αίτημα της σε ισχυρισμούς που προωθήθηκαν σε άλλη ενδιάμεση αίτηση. Εντούτοις είναι σύμφωνα με τον συνήγορο, το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο το οποίο πρέπει να αποτελεί την δικογραφημένη βάση των ισχυρισμών έναντι προτεινόμενου διαδίκου και όχι άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις. Ο συνήγορος αρνήθηκε την θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος «ενεργούσε για λογαριασμό και προς όφελος της προτεινόμενης εναγόμενης
  11. Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν του ότι δεν δικογραφείται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, είναι κατά τον συνήγορο ανυπόστατος καθώς η προτεινόμενη εναγόμενη 2, αποτελεί ξεχωριστή νομική οντότητα από τον εναγόμενο και καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί που να υποστηρίζει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Ο συνήγορος εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα αποπειράται να εντάξει νέες αιτίες αγωγής, κατά παράβαση της πάγιας νομολογίας για τροποποίηση δικογράφων. Ανέφερε ενδεικτικά, το νέο αιτητικό (Ε) μέσω του οποίου για πρώτη φορά προωθείται ισχυρισμός για «συνομωσία προς εξαπάτηση», για ψευδείς παραστάσεις, δόλου και απάτης. Επίσης στο νέο αιτητικό (Στ.) για πρώτη φορά γίνεται λόγος για κατ' ισχυρισμό παράνομα ποσά που εισπράχθηκαν από την προτεινόμενη εναγόμενη
  12. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι εάν εγκριθεί η παρούσα αίτηση, θα αλλοιωθεί ριζικά η φύση της αγωγής μέσω προσθήκης νέας βάσης έναντι της Τράπεζας Κύπρου, γεγονός που από μόνο του δυνάμει της νομολογίας, οδηγεί στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Ήταν εν πάση περιπτώσει η θέση του συνηγόρου ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου και των μερών στην παρούσα αγωγή, έχουν ρητώς και τελικώς διευθετηθεί μέσω της δικαστικής απόφασης ημερ. 12.1.2009 στην αγωγή 8689/2005 και της αποδοχής χρέους προσωπικά από την ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου την 31.1.
  13. Ως εκ τούτου, όλες οι απαιτήσεις εναντίον της προτεινόμενης εναγομένης όπως προβάλλονται στην παρούσα αίτηση, καλύπτονται από δεδικασμένο. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα περιπλακεί η δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως με την απόρριψη του αιτήματος, τα επίδικα ζητήματα δεν θα περιπλακούν αλλά η ουσία της αγωγής θα παραμείνει απλή, ήτοι εάν το ομόλογο ισχύει και εάν η ενάγουσα δικαιούται στην παύση του Παραλήπτη βάσει αυτού. Σε τέτοια περίπτωση δεν θα χρειαστεί το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία και να αναλύσει την σχέση της ενάγουσας με την προτεινόμενη εναγόμενη
  14. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν έχει αιτιολογήσει επαρκώς τον λόγο για τον οποίον δεν συμπεριέλαβε την Τράπεζα Κύπρου ως διάδικο κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Η απόπειρα που γίνεται κατά τον συνήγορο από την ενάγουσα να δικαιολογήσει την καθυστέρηση και την μη συμπερίληψη της Τράπεζας Κύπρου ως διάδικο κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, είναι ανεπαρκής, καθώς αφ' ενός η έκθεση που επικαλείται δεν ήταν αναγκαία για την καταχώριση σχετικού ισχυρισμού σε ένα Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και αφ' ετέρου, τα εν λόγω έγγραφα κατατέθηκαν ως τεκμήρια σε δικαστική διαδικασία από το
  15. Κατά τον συνήγορο, η έκδηλη καθυστέρηση που επέδειξε η ενάγουσα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης όπως και η μη συμπερίληψη της Τράπεζας Κύπρου ως διαδίκου κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής ενώ είχε την ευχέρεια από το 2011 να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα, είναι παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί σοβαρά από το Δικαστήριο και να το προσανατολίσει στην απόρριψη της παρούσας αίτησης. Νομική Πτυχή Η προσθήκη διαδίκου διέπεται από τη Δ.9, Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η αίτηση. Σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, το Δικαστήριο δύναται σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει την προσθήκη διαδίκου που έπρεπε να είχε ενωθεί στην αγωγή ή του οποίου η παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αναγκαία για την οριστική επίλυση όλων των θεμάτων που σχετίζονται με την βάση της αγωγής. Η εν λόγω διάταξη που αντιστοιχεί στη O.16, R.11 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών (βλ. Παγκυπριακή Ασφαλιστική ν. Χρίστου Μηνά

(2003)1 Α.Α.Δ 1818), έχει ως εξής σε σχέση με την προσθήκη διαδίκου: « .............................. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. ................................. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Λαϊκής Τράπεζας
(2001)1 Α.Α.Δ 1372, λέχθηκαν τα πιο κάτω με αναφορά και στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906 σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου για προσθήκη εναγομένου: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα. (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210). Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η απόφανση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.» Στην υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, λέχθηκε ότι για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 Θ.10 θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Η αναγκαιότητα της προσθήκης διαδίκου, εξετάζεται με βασικό κριτήριο του κατά πόσον θα επηρεαστούν άμεσα από την προσθήκη, τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά συμφέροντα του προτεινόμενου διαδίκου (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 348). Στο σύγγραμμα Digest 1983 αναφέρεται στην σελίδα 374 παρ. 237 ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγομένου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός εάν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη παρά μόνο αν το συγκεκριμένο πρόσωπο προστεθεί ως εναγόμενος στην διαδικασία. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρεία. Σε σχέση με αυτό το ζήτημα, στην πιο πάνω υπόθεση Perihan Mustafa ν. Απόστολου Γεωργίου λέχθηκαν τα εξής: «Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).» Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, μπορεί να αρνηθεί την χορήγηση τέτοιας άδειας όταν η προσθήκη διαδίκου στην αγωγή θα προκαλέσει σοβαρή ταλαιπωρία ή θα εισαγάγει καθ' ολοκληρίαν νέα βάση αγωγής (βλ. Artemis Company Ltd v. The Ship "Sonjia",
(1972)1 CLR 153). Άδεια δεν δίδεται και στην περίπτωση που δεν αποκαλύπτεται ουσιαστική απαίτηση του ενάγοντα εναντίον του προτεινόμενου εναγομένου. Σχετική είναι η υπόθεση Manchester Lines Ltd and another v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 Α.Α.Δ 178) όπου λέχθηκε ότι η προσθήκη θα επιτραπεί αν ο προτεινόμενος εναγόμενος επηρεάζεται ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει και αν έτσι θα εξοικονομηθούν έξοδα. Αν όμως ο ενάγων δεν έχει ουσιαστική απαίτηση από τον προτεινόμενο εναγόμενο τον οποίο δεν θα επηρεάσει το αποτέλεσμα δεν διατάσσεται η προσθήκη. Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο, είναι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης. Τέτοιου είδους αιτήσεις, είναι ορθό και επιθυμητό όπως καταχωρούνται στα αρχικά στάδια της υπόθεσης. Η νομολογία καταδεικνύει ότι σε περιπτώσεις όπου η προσθήκη διαδίκου θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται εναντίον της έγκρισης του αιτήματος (βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 C.L.R. 127, 133-134 και P. T. Kiani Kertas ν Interorient Navigation Company Limited κα (αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 300). Συμπεράσματα Όπως εξηγείται στην πιο πάνω νομολογία, η αναγκαιότητα της προσθήκης εξετάζεται σε σχέση με την βάση αγωγής και τα επίδικα θέματα όπως αποτυπώνονται στα δικόγραφα. Στην παρούσα περίπτωση, με το κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα επιζητεί μεταξύ άλλων την ακύρωση του διορισμού του εναγομένου ως παραλήπτη και την επιστροφή όσων ποσών κατέβαλε για λογαριασμό της. Αιτείται επίσης, διάταγμα που να επιτρέπει την ακύρωση από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, στην βάση του οποίου έγινε ο διορισμός του παραλήπτη. Με την αιτούμενη προσθήκη και την συνεπακόλουθη τροποποίηση του κλητηρίου, η ενάγουσα επιζητεί την επέκταση της απαίτησης της και προς την πλευρά της Τράπεζας Κύπρου που διόρισε τον εναγόμενο ως παραλήπτη. Επιζητεί επίσης επέκταση των απαιτήσεων της και προς την προτεινόμενη εναγόμενη τράπεζα, αιτούμενη και από τους δύο εναγομένους, αποζημιώσεις για συνομωσία προς εξαπάτηση και πρόκληση ζημιάς σε βάρος της. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, επιζητείται να καταχωρηθεί αίτημα που να διατάσσει την εναγόμενη 2 να επιστρέψει όσα ποσά είσπραξε μέσω του εναγόμενου 1 καθώς και αναγνωριστικό διάταγμα, με βάση το οποίο να κηρύσσονται ως άκυρες και χωρίς νομική ισχύ όλες οι πράξεις και ενέργειες του εναγόμενου 1 που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έγιναν κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Περαιτέρω, εναντίον και των δύο εναγομένων, επιζητούνται αποζημιώσεις λόγω δόλου και ψευδών παραστάσεων κατά τον χρόνο έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης εναντίον της ενάγουσας στις 12.1.2009. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν κατά την άποψη μου, την άμεση σχέση που έχουν οι προτεινόμενες νέες θεραπείες με τις υφιστάμενες απαιτήσεις της ενάγουσας όπως αυτές εμφαίνονται στο κλητήριο ένταλμα. Η γενική θέση για παράνομο διορισμό και ενέργειες του εναγομένου ως παραλήπτη, εξειδικεύονται με την αιτούμενη τροποποίηση σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς για συνομωσία με την προτεινόμενη εναγομένη 2 με σκοπό την καταδολίευση της ενάγουσας. Υπό τας περιστάσεις, η προτεινόμενη τράπεζα είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή ακόμα και με το υφιστάμενο κλητήριο και στην περίπτωση που αυτό δεν τροποποιηθεί. Υπενθυμίζω ότι με το υφιστάμενο κλητήριο, επιζητείται η ακύρωση όλων των πράξεων στις οποίες προέβη ο εναγόμενος ως παραλήπτης της ενάγουσας. Σε αυτές, συμπεριλαμβάνεται η αποδοχή εκ συμφώνου απόφασης υπέρ της προτεινόμενης εναγομένης αλλά και η πληρωμή σε αυτήν, ενός σημαντικού ποσού δυνάμει αυτής της απόφασης. Είναι ως εκ τούτου σαφές ότι στην περίπτωση που η ενάγουσα πετύχει στην αγωγή της ακόμη και με το υφιστάμενο κλητήριο, ακυρώνοντας τον διορισμό και όλες τις πράξεις του παραλήπτη, τα συμφέροντα της Τράπεζας θα επηρεαστούν άμεσα. Δεν είναι ως εκ τούτου τυχαία, η αναφορά του Δικαστηρίου σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση ότι είναι απορίας άξιο γιατί η προτεινόμενη εναγομένη 2 δεν συνενώθηκε από την αρχή στην αγωγή. Ανεξαρτήτως τούτου, από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, είναι σαφές ότι οι υφιστάμενες και οι προτεινόμενες απαιτήσεις της ενάγουσας, έχουν πλήρη συνάφεια μεταξύ τους σε βαθμό που θα πρέπει να εκδικαστούν μαζί ώστε να επιλυθεί στο σύνολο της η απαίτηση της ενάγουσας ως προς τον διορισμό και τις πράξεις του εναγομένου ως παραλήπτη. Η προαναφερόμενη νομολογία, διασυνδέει την αναγκαιότητα για προσθήκη διαδίκου, με την ανάγκη για πλήρη και τελειωτική διεκπεραίωση των επίδικων διαφορών. Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι η προτεινόμενη εναγομένη 2, είναι αναγκαία διάδικος, προκειμένου να επιλυθούν οριστικά οι επίδικες διαφορές αναφορικά με την νομιμότητα του διορισμού και των πράξεων του εναγομένου ως παραλήπτη. Δεν θα εξυπηρετούσε τίποτα κατά την κρίση μου, η εκδίκαση ξεχωριστής αγωγής εναντίον της προτεινόμενης εναγομένης για συνομωσία εναντίον της ενάγουσας με τον υφιστάμενο εναγόμενο, στα πλαίσια του διορισμού του ως παραλήπτη. Αντιθέτως με την συνένωση της Τράπεζας Κύπρου στην παρούσα ως εναγομένης 2 θα εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα και θα επιλυθούν οι επίδικες διαφορές που σχετίζονται με τον διορισμό και τις πράξεις του εναγομένου ως παραλήπτη της ενάγουσας. Ούτε η θέση για δημιουργία δεδικασμένου αναφορικά με τις διαφορές της ενάγουσας με την τράπεζα με βρίσκει σύμφωνο. Η εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε υπέρ της Τράπεζας Κύπρου και εναντίον της ενάγουσας για τραπεζικές διευκολύνσεις δεν σχετίζεται με την απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα για συνομωσία από τους εναγομένους 1 & 2 προς εξαπάτηση και πρόκληση ζημιάς σε βάρος της. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, επιδιώκεται μεταξύ άλλων και η ακύρωση της εν λόγω απόφασης, η οποία επιτεύχθηκε κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας κατόπιν πίεσης, δόλου και ψευδών παραστάσεων των καθ' ων η αίτηση. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, κρίνω ότι δεν υπήρξε σημαντική ολιγωρία στην προώθηση της παρούσας αίτησης σε βαθμό που να επηρεάζει την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εναντίον του αιτήματος. Η ενάγουσα έδωσε εξ' άλλου κάποια δικαιολογία για την μη συμπερίληψη της προτεινόμενης εναγομένης στο αρχικό κλητήριο. Περαιτέρω, σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και η αγωγή βρίσκεται στα αρχικά της στάδια. Ως εκ τούτου η πιθανότητα εκτροπής της διαδικασίας μειώνεται σημαντικά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, στα πλαίσια της διακριτικής μου ευχέρειας, θεωρώ την προτεινόμενη εναγομένη ως αναγκαία διάδικο στην παρούσα αγωγή και ως εκ τούτου εκδίδω ανάλογο διάταγμα για την προσθήκη της ως εναγομένης 2 στον τίτλο του κλητηρίου εντάλματος. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ.Phylactou ν. Michael
(1992)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι ο υφιστάμενος εναγόμενος και η προτεινόμενη εναγομένη 2 δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ευθύνονται σε οποιονδήποτε βαθμό για την δημιουργία των εξόδων που προκύπτουν από την τροποποίηση του κλητηρίου. Ως εκ τούτου τα έξοδα της παρούσας αίτησης, θα επιδικαστούν υπέρ των καθ' ων η αίτηση, ήτοι του εναγομένου και της προτεινόμενης εναγομένης
  1. Για τους ιδίους λόγους τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση, τα δικαιούται ο υφιστάμενος εναγόμενος . Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής με την προσθήκη της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως εναγομένης 2 και την αρίθμηση του υφιστάμενου εναγομένου ως εναγομένου
  2. Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως η παρούσα αίτηση. Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να επιδοθεί στην εναγομένη
  3. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας -ενάγουσας και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ήτοι του εναγομένου και της προτεινόμενης εναγομένης
  4. Τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας. Όλα τα πιο πάνω έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της ακρόασης της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.