← Κύπρος

Peppis Co Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 5527/2007, 7/5/2019

Peppis Co Limited ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 5527/2007, 7/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A236 Αρ. Αγωγής: 5527/2007 Μεταξύ: Peppis Co Limited Ενάγων και

  1. Γενικού Εισαγγελέα,
  2. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25.5.2018 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Ημερομηνία: 7 Μαΐου 2019 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Γιώργος Χριστοφίδης Για εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση: κα Δήμητρα - Έμυ Παπαστεφάνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε £375.597,18 ως ποσόν κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας με την οποία η ενάγουσα ανέλαβε την κατασκευή του δρόμου που ενώνει την Μονή Αγίας Βαρβάρας με την Μονή Σταυροβουνίου. Ο εναγόμενος 1 Γενικός Εισαγγελέας, καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων καθυστέρηση στην παράδοση του έργου και ότι η ενάγουσα κωλύεται να εγείρει οιανδήποτε απαίτηση, αναφορικά με θέματα που προέκυψαν πριν την προσωρινή παραλαβή του έργου εφόσον δεν υπέβαλε προσωρινό τελικό λογαριασμό. Επιπλέον, ανταπαιτεί διάφορα ποσά λόγω της κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στην εκτέλεση και παράδοση του έργου. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων, καταχωρήθηκε στις 12.1.2012 αίτηση από την ενάγουσα για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και παραπομπή της όλης διαφοράς συμπεριλαμβανομένης και της ανταπαίτησης, σε διαιτησία ενώπιον διαιτητού που θα διορίσει το ΕΤΕΚ. Η Δημοκρατία υπέβαλε ένταση στο αίτημα, ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι η μαρτυρία για τεχνικά ζητήματα δεν είναι τόσο πολύπλοκη ώστε να μην μπορεί να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου. Μετά από αρκετές αναβολές και αφού μεσολάβησαν και εκατέρωθεν αλλαγές δικηγόρων, η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης από την ενάγουσα. Στην συνέχεια, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση. Πριν την έναρξη όμως της ακρόασης και μετά που η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε αρκετές φορές, η ενάγουσα καταχώρησε στις 25.5.18 την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητά εκ νέου την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ενώπιον διαιτητή που θα διορίσει το Ε.Τ.Ε.Κ. Η παρούσα αίτηση Η παρούσα αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στα άρθρα 35-39, 41 & 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 10.1(γ) του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ 1-4 και Δ.49 ΘΘ 4,
  3. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Διευθυντή της ενάγουσας. Σε αυτήν αναφέρεται ότι η παρούσα αγωγή αφορά το κατασκευαστικό έργο του δρόμου Μονής Αγίας Βαρβάρας- Σταυροβουνίου που ανέλαβε η ενάγουσα στην βάση συμφωνίας με το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι κατά την διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, παρουσιάστηκαν εξαιτίας της Δημοκρατίας, καθυστερήσεις και προβλήματα. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε η διαφορά των μερών σε σχέση με τις απαιτήσεις τις οποίες η ενάγουσα έχει για αποζημιώσεις και άλλα θέματα για τα οποία κατά καιρούς επιφύλασσε τα δικαιώματα της. Για αυτό και αυξήθηκε ιδιαίτερα ο όγκος της αλληλογραφίας και των εγγράφων που ανταλλάχθηκαν μεταξύ των διαδίκων πέραν από τα έγγραφα τα οποία αφορούσαν την προώθηση του έργου που ως κατασκευαστικό, συνεπαγόταν μεγάλο όγκο εγγράφων. Παρ' όλα αυτά, το έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στην Δημοκρατία χωρίς η ενάγουσα να ικανοποιηθεί στις απαιτήσεις της. Η ενάγουσα για σκοπούς υπολογισμού της απαίτησης της, εργοδότησε τους James R. Knowles ( Cyprus ) Ltd που είναι ειδικοί εμπειρογνώμονες και επιμετρητές ποσοτήτων και ενημέρωσε σχετικά με επιτολή τους εναγόμενους. Οι εν λόγω εμπειρογνώμονες ετοίμασαν την απαίτηση της ενάγουσας, η οποία στάλθηκε στους εναγομένους. Το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων μέσω του Τμήματος Δημοσίων Έργων και του γραφείου του Επαρχιακού Μηχανικού Λάρνακας με επιστολή του προς την ενάγουσα ημερομηνίας 15.11.2006 δεν αποδέχτηκε την απαίτηση της ενάγουσας. Μετά την απόρριψη εκ μέρους των εναγομένων της απαίτησης της ενάγουσας, μεσολάβησε στη συνέχεια και άλλος χρόνος προσπαθειών από πλευράς ενάγουσας για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, η διαφορά των μερών κατέληξε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος ημερ. 31.5.
  4. Στην συνέχεια, ο ομνύοντας αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέροντας ότι μέχρι σήμερα όχι μόνο δεν κατέστη δυνατόν η διαφορά των μερών να επιλυθεί αλλά η υπόθεση να παραμένει στάσιμη λόγω των πολλών ιδιομορφιών της και του όγκου των τεκμηρίων και εγγράφων που υπάρχουν και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης και της επιστημονικής υφής και θεματολογίας των εγγράφων, μη αποκλειόμενης της επιτόπιας έρευνας. Ως αποτέλεσμα, επαναφέρθηκε με πρωτοβουλία της ενάγουσας, το θέμα της παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Προς τούτο με άδεια του Δικαστηρίου, ζητήθηκε χρόνος από τους Δικηγόρους της ενάγουσας για να ετοιμασθεί γραπτή δήλωση από τον ομνύοντα που να αποτυπώνει αφενός τον μεγάλο όγκο των εγγράφων και τεκμηρίων των σχετικών με την υπόθεση και αφετέρου την επιστημονική και εξειδικευμένη τεχνική εργασία και τοπική έρευνα που θα χρειαζόταν για εκδίκαση της διαφοράς και τον υπολογισμό των ζητουμένων αποζημιώσεων. Παρόλα αυτά οι εναγόμενοι δεν συναίνεσαν στην παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και δεν έδωσαν προς τούτο πειστικούς λόγους αφού επανέλαβαν την πάγια θέση τους ότι δεν επιθυμούν η υπόθεση να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ως εκ τούτου, η μοναδική επιλογή που παραμένει υπό τας περιστάσεις, είναι η ζητούμενη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραπέμψει την διαφορά των μερών σε διαιτησία, ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι παρήλθε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο του ευλόγου και δεν επιλύθηκε η διαφορά από το Δικαστήριο. Κατά τον ομνύοντα, προκύπτει από τα δικόγραφα και ιδιαίτερα από την έκθεση απαίτησης ότι ο υπολογισμός των καθυστερήσεων στην εκτέλεση του έργου που αποτελεί και το βασικό αίτημα της ενάγουσας για αποζημιώσεις, χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση, εμπειρογνωμοσύνη και πολλά έγγραφα με υπολογισμούς επιστημονικούς και τεχνοκρατικούς για τους οποίους, μόνο εξειδικευμένος διαιτητής θα μπορούσε να επιληφθεί. Η ειδοποίηση ένστασης Ο εναγόμενος 1 Γενικός Εισαγγελέας, καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση καταχωρείται καταχρηστικά και με μεγάλη καθυστέρηση. Επιπλέον, στην επίδικη σύμβαση δεν υπάρχει κανένας όρος για παραπομπή των διαφορών των μερών σε διαιτησία. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά, καθότι το θέμα της παραπομπής σε διαιτησία θα έπρεπε να είχε εξεταστεί αμέσως μετά την ανάληψη της υπόθεσης από τον νυν συνήγορο της ενάγουσας, στις 22.10.
  5. Τεκμαίρεται πως με την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης, ο δικηγόρος της ενάγουσας είχε γνώση του φακέλου ή έλαβε γνώση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης. Δεν δίδεται επί του προκειμένου καμία δικαιολογία για την μεγάλη καθυστέρηση της υπόθεσης η οποία ορίστηκε για ακρόαση ή οδηγίες, 18 φορές από τότε. Αναφέρεται επίσης ότι η επίδικη διαφορά δεν είναι τέτοιας φύσεως που να απαιτούνται εξειδικευμένες γνώσεις για τον χειρισμό της. Τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων δεν απαιτούν μακρά εξέταση εγγράφων ή επιστημονική ή επιτόπια έρευνα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση, toy Επαρχιακού Μηχανικού Λάρνακας στο Τμήμα Δημοσίων Έργων. Σε αυτήν αφού υιοθετούνται αρχικά όλοι οι λόγοι ένστασης, στην συνέχεια γίνεται εκτενής αναφορά στο ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι το συμβόλαιο για την κατασκευή τμήματος του Δρόμου Μονής Αγίας Βαρβάρας - Σταυροβουνίου, υπεγράφη στις 29.09.1995 και το έργο έπρεπε να είχε αποπερατωθεί μέσα σε 36 εβδομάδες. Η έναρξη των εργασιών ορίστηκε στις 13.11.1995 και η ημερομηνία παράδοσης η 19.07.
  6. Στις 27.02.1997, έγινε προσωρινή παραλαβή του έργου με καθυστέρηση 223 ημερολογιακών ημερών. Αφού μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο μηχανικός του έργου ζητούσε από τον εργολάβο να υποβάλει προσωρινό τελικό λογαριασμό, τελικά στις 2.3.2005 ο εργολάβος καταχώρησε έκθεση απαίτησης, ζητώντας παράταση χρόνου 195 ημερών και αποζημιώσεις ύψους £139.085,
  7. O μηχανικός ενημέρωσε τον εργολάβο για τα πιο πάνω, με επιστολή ημερ. 15.11.2006 και στη συνέχεια στις 03.01.2007 εκδόθηκε «απόφαση μηχανικού» με την οποία ο εργολάβος διαφώνησε και καταχωρήθηκε η υπό εκδίκαση αγωγή. Ακολούθως, ο ομνύων παραθέτει το ιστορικό της παρούσας αγωγής. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε στις 31.05.2007, η έκθεση απαίτησης τον Οκτώβριο του 2008 ενώ αλλαγή δικηγόρου έγινε δια ειδοποιήσεως στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 22.10.
  8. Τεκμαίρεται κατά τον ομνύοντα ότι με την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης στις 22.10.2013, ο δικηγόρος της ενάγουσας είχε γνώση του φακέλου ή έλαβε γνώση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση ορίστηκε τουλάχιστον 18 φορές για οδηγίες ή και για ακρόαση και η ενάγουσα τήρησε σιγή. Η ενάγουσα ήδη από τον Φεβρουάριο του 2016 όπου στην παρουσία της ενώπιον του Πογιατζή Χ,. Π.Ε.Δ. λέχθηκε ότι ο εναγόμενος δεν συναίνει στην παραπομπή της εν λόγω διαφοράς σε διαιτησία, όφειλε να λάβει τα δικονομικά διαβήματα για την προώθηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Παρόμοια αίτηση καταχωρήθηκε ξανά από τους προηγούμενους δικηγόρους της ενάγουσας, στις 12.01.
  9. Καμία εξήγηση δεν δίνεται κατά τον ομνύοντα για την επανακαταχώρηση παρόμοιας φύσεως αίτησης ούτε για το λόγο που αυτή καθυστέρησε να καταχωρηθεί. Στην συνέχεια, ο ομνύοντας ισχυρίστηκε ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιφέρει καθυστέρηση στη διαδικασία. Τούτο διότι σύμφωνα με τον Θεσμό 49 Διάταξη 10, η διαδικασία ενώπιον του διαιτητή πρέπει όσον τον δυνατό να διεξάγεται με τον ίδιο τρόπο που γίνεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Επομένως θα πρέπει να καταχωρηθούν εκ νέου δικόγραφα επί των οποίων θα στηριχθεί, η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία. Επιπλέον, η διαδικασία που ορίζει η Δ.49 , ήτοι ο ορισμός διαιτητή και η διαδικασία καταχώρησης δικογράφων που ακολουθεί, θα επιφέρει περαιτέρω καθυστέρηση. Αντιθέτως αν το Δικαστήριο απορρίψει το αιτούμενο διάταγμα, η ακροαματική διαδικασία στην αγωγή, δύναται να ξεκινήσει αμέσως. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι δεν ισχύει η θέση ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, καθυστερεί. Η παρούσα αγωγή ορίστηκε κατ' επανάληψη για οδηγίες και ακρόαση, συνολικά 18 και πλέον φορές, πλην όμως η ενάγουσα δεν ήταν σε πραγματική ετοιμότητα να ξεκινήσει την ακρόαση, προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα. Δεν μπορεί κατά τον ομνύοντα η ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση, την στιγμή που διερχόμενος κάποιος τον φάκελο του Δικαστηρίου, εύκολα διαπιστώνει ότι η ενάγουσα δεν επέδειξε γνήσια πρόθεση να προχωρήσει με την ακροαματική διαδικασία, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις ως π.χ. η αλλαγή δικηγόρου ή η ετοιμασία γραπτής δήλωσης. Ο ομνύων επαναλαμβάνει στην συνέχεια την θέση ότι δεν υπάρχει κανένα σημείο στην μαρτυρία για το οποίο να απαιτείται οποιαδήποτε εξειδικευμένη γνώση. Επίσης ούτε στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος εγείρει θέματα τεχνικής φύσεως που το Δικαστήριο να μην δύναται να αποφασίσει όπου βέβαια τούτο χρειάζεται με την βοήθεια ειδικών εμπειρογνωμόνων όπως εξ άλλου πράττει με σωρεία άλλων υποθέσεων. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες καθυστερήσαν να υποβάλουν έγκαιρα, εμπρόθεσμα και ως όριζε ουσιώδης όρος του συμβολαίου, προσωρινό τελικό λογαριασμό και απαίτηση. Επίσης ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν εκ των υστέρων οποιαδήποτε απαίτηση για δικαιολογημένη παράταση χρόνου, λόγω καθυστέρησης. Σε κάθε περίπτωση εξ όσων ο ομνύων πληροφορείται από την δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, ενδεχομένως ο όγκος να είναι μεγάλος όμως κάποια έγγραφα όπως η συμφωνία ή μέρος της αλληλογραφίας, είναι κοινώς αποδεκτά. Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός εγγράφων δεν δικαιολογεί από μόνος του, την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Τούτο διότι, το Σεβαστό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει ότι η εκδίκαση της υπό κρίσης αγωγής, επιβάλλει την μακρά εξέταση εγγράφων η οποία δεν μπορεί να διεξαχθεί καταλλήλως ενώπιον Δικαστηρίου. Ο ομνύων, υπό την ιδιότητά του ως μηχανικός με ειδικότητα επιμετρητή ποσοτήτων, αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα στην παρούσα υπόθεση. Αλλά ακόμη και να υπάρχουν δεν αφορούν τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα κληθεί ενδεχομένως να αποφασίσει επί των όρων του επίδικου συμβολαίου και της τυχόν παραβίασης τους. Αλλά αυτά κατά τον ομνύοντα, είναι νομικά θέματα και όχι θέματα τεχνικής φύσεως που δεν μπορούν να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Κατά τον ομνύοντα σε περίπτωση και όπου απαιτηθεί εξέταση ζητημάτων για τα οποία απαιτείται η προσκόμιση μαρτυρίας ειδικού, αυτή θα είναι σε περιορισμένα θέματα. Εξ άλλου, η προσκόμιση εξειδικευμένης μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι καινοφανής πρακτική. Ως πληροφορείται από την δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, κατ' επανάληψη τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν σχηματίσει δικανική πεποίθηση επί εξειδικευμένων θεμάτων. Υπάρχει η δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας ειδικών κατά την ακρόαση υποθέσεων ενώπιον Δικαστηρίου με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας. Υπό το φως των ανωτέρω και υπό την ιδιότητα του ως μηχανικός με ειδικότητα επιμετρητή ποσοτήτων, ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους: · Δεν υπάρχει όγκος εγγράφων τέτοιος που να δικαιολογεί την παραπομπή σε διαιτησία· · Ο εναγόμενος δεν συναινεί στην παραπομπή των διαφορών των διαδίκων σε διαιτησία· · Δεν υπάρχουν εξειδικευμένα ή τεχνικά θέματα τέτοιας φύσεως που το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει· · Θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Στην συνέχεια, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην αντεξέταση του, ο ομνύων επανέλαβε τις θέσεις ότι δεν υπάρχει στην παρούσα όγκος εγγράφων ή τόσον πολύπλοκα θέματα που το Δικαστήριο δεν θα μπορεί να αποφασίσει. Να σημειώσω εδώ ότι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα που έγινε με συναίνεση των διαδίκων δεν βοήθησε στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Η αντεξέταση του, αφορούσε κυρίως την άποψη του ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής δεν είναι τόσο πολύπλοκα που να χρειάζεται οπωσδήποτε να παραπεμφθούν σε διαιτητή, ειδικό επί κατασκευαστικών θεμάτων. Το στοιχείο όμως αυτό αποτελεί μια άποψη του ομνύοντα επί ζητήματος για το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον του και όχι κατόπιν αντεξέτασης, η οποία θα οδηγήσει σε σχετικό εύρημα. Το κατά πόσον η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που να δικαιολογεί την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, είναι ζήτημα που θα αποφασίσει το Δικαστήριο μελετώντας τα δικόγραφα και το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον του και όχι πραγματικό γεγονός για το οποίο θα αποφασίσει κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και της άποψης συγκεκριμένου μάρτυρα. Κατά την κρίση μου, κακώς υπήρξε συναίνεση των διαδίκων για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, η οποία δεν βοήθησε στην επίλυση των επιδίκων θεμάτων αλλά αντιθέτως, συνέτεινε στην καθυστέρηση εκδίκασης της αίτησης. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν από γραπτό κείμενο που παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως εκτίθεται στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, προκειμένου να γίνουν πλήρως κατανοητές, οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - αιτήτρια Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, ανέφερε ότι 11 χρόνια και πλέον μετά από την καταχώρηση της αγωγής στο Δικαστήριο δεν κατέστη δυνατόν να επιλυθεί η διαφορά και να εκδοθεί απόφαση. Και ασφαλώς, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ευθύνεται εκτός και αν η διαφορά έχρηζε από την αρχή την εμπλοκή ειδικού διαιτητή λόγω της ιδιομορφίας της υπόθεσης. Το γεγονός ότι δεν έγινε αυτό από την αρχή δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να το πράξει στο παρόν στάδιο αφού η ακροαματική διαδικασία δεν έχει αρχίσει. Είναι γι' αυτό που η αιτήτρια επανήλθε με την παρούσα αίτηση για να δώσει την δυνατότητα στην άλλη πλευρά να επανεξετάσει την θέση της και να αναθεωρήσει την συνεχή ένσταση της να παραπεμφθεί η διαφορά σε διαιτησία και σε ειδικό διαιτητή. Παρά όμως την συνεχή ένσταση της Δημοκρατίας, το παρόν Δικαστήριο θα μπορούσε κατά τον συνήγορο να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία, στην βάση των ιδιομορφιών της υπόθεσης. Σε αυτό συνηγορεί και η ανάγκη για μακρά εξέταση εγγράφων και οι εξειδικευμένες επιστημονικές και επιτόπιες έρευνες που, μόνον ο διαιτητής μπορεί να διενεργήσει με τις ειδικές γνώσεις και την εμπειρία του. Κατά τον συνήγορο, το άρθρο 36 (β) & (γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, παρέχει το θεσμικό πλαίσιο και την εξουσία στο Δικαστήριο να αποφασίσει την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η διαφορά των μερών παρέμεινε μέχρι σήμερα εκκρεμής γιατί όταν αρχικά έγινε προσπάθεια από πλευράς της ενάγουσας να παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτησία, ο εναγόμενος 1 έφερε ένσταση. Στην βάση του νομικού πλαισίου που έγινε τότε, η αίτηση δεν ήταν δυνατόν να προωθηθεί και αποσύρθηκε με σκοπό να δοθεί χρόνος για να διαπιστωθεί αν η ένσταση της άλλης πλευράς είχε βάση και αν το Δικαστήριο θα μπορούσε να ακούσει την υπόθεση και να επιλύσει τη διαφορά των μερών. Σήμερα, το αδιέξοδο που αντιμετωπίζουν όλες οι πλευρές έντεκα χρόνια και πλέον με την υπόθεση και τη διαφορά των μερών να εξακολουθεί να εκκρεμεί χωρίς καν να έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, η ενάγουσα δεν έχει άλλη επιλογή από το να δώσει την ευκαιρία τόσο στην άλλη πλευρά όσο και στο Δικαστήριο να εξετάσει το θέμα υπό το φως των νέων δεδομένων και του εν λόγω αδιεξόδου που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον καθένα ξεχωριστά στους λόγους ένστασης, ζητώντας την απόρριψη τους από το Δικαστήριο. Ο συνήγορος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς ότι υπήρξε οιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας. Παρέπεμψε στα πρακτικά της υπόθεσης, όπου φαίνεται ότι υπήρξε διαβούλευση ενώπιον του Πογιατζή Π.Ε.Δ για την αναγκαιότητα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Επιπλέον, με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης της ένστασης, ενισχύεται η θέση της ενάγουσας ότι υπάρχει όγκος εγγράφων στο μαρτυρικό υλικό. Ο συνήγορος υπέδειξε επί του προκειμένου ότι η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας (τεκμ. 2 της αίτησης) για την εκτελεσθείσα εργασία δεν έγινε αποδεκτή από την Δημοκρατία. Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο θα αποτελέσει βασικό τεκμήριο που θα χρειαστεί να μελετηθεί από πρόσωπο ειδικών γνώσεων για να αξιολογήσει και κοστολογήσει τις καθυστερήσεις ώστε να υπολογίσει τις αποζημιώσεις που δικαιούται η ενάγουσα. Υπέδειξε επίσης ότι στην παρούσα δεν έχει γίνει αποκάλυψη εγγράφων με την συναίνεση και των δύο πλευρών, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο την ανάγκη παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι με την ένορκη δήλωση της ένστασης, επιχειρείται η απλοποίηση της διαδικασίας και των επιδίκων θεμάτων και η καθυστέρηση αποδίδεται μάλιστα στην αιτήτρια κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού οι καθυστερήσεις προέκυψαν εξαιτίας άλλων εξειδικευμένων θεμάτων για τα οποία υποβάλλεται η παρούσα αίτηση. Αντίθετα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στην ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας ειδικού ως προς τις καθυστερήσεις που εισηγείται η Δημοκρατία ότι παρουσιάστηκαν κατά την κατασκευή του έργου. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αντί να κατατεθεί μαρτυρία ειδικών και από τις δύο πλευρές στο Δικαστήριο θα ήταν πιο βολικό να διοριστεί ένας ειδικός εμπειρογνώμονας διαιτητής να επιλύσει την διαφορά. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ετοιμάστηκε μια δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας με την βοήθεια ειδικών εμπειρογνωμόνων για σκοπούς επισήμανσης της ανάγκης όπως εξετασθεί το θέμα της παραπομπής της παρούσας υπόθεσης σε διαιτησία ενώπιον ανεξάρτητου διαιτητή, ο οποίος θα είναι σε θέση υπό το φως του μεγάλου όγκου των τεκμηρίων, των εξειδικευμένων γνώσεων που χρειάζονται και των πολλών τεχνικών όρων να εξετάσει και επιλύσει την διαφορά των μερών. Η Δημοκρατία όμως δεν συναίνεσε στην παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία χωρίς να δώσει πειστικούς λόγους για τούτο. Υπό τας περιστάσεις, η μοναδική επιλογή που παρέμεινε στην ενάγουσα ήταν η ζητούμενη άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παραπέμψει την διαφορά των μερών σε διαιτησία, ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι παρήλθε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν επιλύθηκε η διαφορά από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει κατά τον συνήγορο, την δυνατότητα να επιβεβαιώσει τα όσα η ενάγουσα αναφέρει στην αίτηση της και ιδιαίτερα ότι η διαφορά των διαδίκων απαιτεί μακρά εξέταση μεγάλου όγκου και αριθμού διαφορετικών εγγράφων. Επιπλέον η υπόθεση απαιτεί επιστημονική, τεχνοκρατική και επιτόπια έρευνα και ότι δεν αναμένεται να επιλυθεί σύντομα, ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι δεν έγινε αποκάλυψη εγγράφων με αποτέλεσμα να χρήζει της άμεσης παραπομπής σε διαιτησία. Σε αυτήν την περίπτωση, η διαφορά θα επιλυθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα από τον διαιτητή. Επιπλέον, η απαίτηση της ενάγουσας αφορά τον τεχνοκρατικό υπολογισμό των ζημιών ως αποτέλεσμα των καθυστερήσεων, τόσο στην έναρξη όσο και στην συμπλήρωση των εργασιών καθώς και στον υπολογισμό του κόστους και ζημιάς που υπέστη η ενάγουσα ως ο εργολάβος του έργου, εξαιτίας της μείωσης στην παραγωγικότητα που οφείλεται σε ενέργειες και παραλήψεις της Δημοκρατίας ως εργοδότη και των εκπροσώπων και υπαλλήλων της. Ως αποτέλεσμα, ο καθορισμός του οφειλόμενου ποσού για την εκτελεσθείσα εργασία εκτός των άλλων, ενέχει και την ανάγκη για υπολογισμούς από τεχνοκράτες επιστήμονες με εξειδικευμένη τεχνοκρατική επιστημοσύνη κάτι που διαθέτει το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), το οποίο στη βάση των ειδικών κανονισμών διαιτησίας που έχει, διασφαλίζει τον τρόπο επιλογής διαιτητού και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να επιλύσει την διαφορά των μερών. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα μέλη του ΕΤΕΚ είναι εμπειρογνώμονες σε κατασκευαστικά θέματα, παρόμοια με αυτά που επιλαμβάνεται η παρούσα αγωγή και είναι η βάση της διαφοράς των μερών. Ήταν η τελική εισήγηση του συνηγόρου ότι η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία με διαιτητή από το ΕΤΕΚ στη βάση της υφιστάμενης νομοθεσίας κανονισμών και πρακτικής, εγγυάται την ανεξαρτησία του διαιτητή κατά την εκδίκαση της διαφοράς ενώπιον του και θα είναι σε θέση να επιλύσει τη διαφορά σε εύλογο χρονικό διάστημα που ήθελε κρίνει δίκαιο υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο. Η αγόρευση της συνηγόρου για τον εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση Η συνήγορος της Δημοκρατίας εισηγήθηκε αρχικά ότι η διαδικασία της διαιτησίας δεν είναι ο συμφωνηθείς τρόπος επίλυσης της διαφοράς. Περαιτέρω, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά. Τούτο διότι, το θέμα της παραπομπής σε διαιτησία θα έπρεπε να είχε εξεταστεί αμέσως μετά την ανάληψη της υπόθεσης από τον νυν συνήγορο της ενάγουσας και όχι μετά που η υπόθεση αναβλήθηκε πολλές φορές και είναι έτοιμη να αρχίσει η ακρόαση της. Κατά την συνήγορο, τεκμαίρεται πως με την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης στις 22.10.2013, ο δικηγόρος της ενάγουσας είχε γνώση του φακέλου ή έλαβε γνώση σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την ανάληψη του χειρισμού της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση ορίστηκε τουλάχιστον 18 φορές για οδηγίες ή και για ακρόαση. Η Δημοκρατία ήδη από τον Φεβρουάριο του 2016, δήλωσε στην παρουσία του συνηγόρου της ενάγουσας ενώπιον του Πογιατζή Π.Ε.Δ. ότι δεν συναίνει στην παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Από τότε, η ενάγουσα όφειλε να λάβει δικονομικά διαβήματα για την προώθηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Εντούτοις δεν έπραξε οτιδήποτε κατά το διάστημα που μεσολάβησε. Ακολούθως, η συνήγορος αναφέρθηκε σε παρόμοια αίτηση που καταχωρήθηκε από τους προηγούμενους δικηγόρους της ενάγουσας στις 12.01.
  10. Καμία εξήγηση δεν δίνεται κατά την συνήγορο για την επανακαταχώρηση αίτησης παρόμοιας φύσεως ούτε για το λόγο που αυτή καθυστέρησε να προωθηθεί. Η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα σημαίνει την έναρξη της διαδικασίας και καταχώρησης δικογράφων εξ αρχής ενώπιον του διαιτητή. Με αυτό τον τρόπο, θα σπαταληθεί περαιτέρω χρόνος και χρήμα. Αντιθέτως αν το Δικαστήριο απορρίψει το αιτούμενο διάταγμα, η ακροαματική διαδικασία της αγωγής δύναται να ξεκινήσει άμεσα. Η συνήγορος αναφέρθηκε στην θέση της ενάγουσας για καθυστέρηση στη εκδίκαση της αγωγής από το Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι παρότι η υπόθεση ορίστηκε κατ' επανάληψη για οδηγίες και ακρόαση, η ενάγουσα δεν ήταν σε πραγματική ετοιμότητα να ξεκινήσει, προβάλλοντας διάφορα επιχειρήματα. Δεν μπορεί η ενάγουσα να ισχυρίζεται ότι η διαδικασία ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων χαρακτηρίζεται από καθυστέρηση, τη στιγμή που διερχόμενος κάποιος τον φάκελο του Δικαστηρίου εύκολα διαπιστώνει ότι με διάφορες προφάσεις ως π.χ. η αλλαγή δικηγόρου, η ετοιμασία γραπτής δήλωσης κ.λ.π, η ίδια η ενάγουσα δεν επέδειξε γνήσια πρόθεση να προχωρήσει με την ακροαματική διαδικασία. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι το Δικαστήριο δύναται να επιληφθεί και να αποφασίσει επί της παρούσας διαφοράς. Αυτό γιατί οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, αφορούν ουσιαστικά την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου. Δεν υπάρχει κατά την συνήγορο, σημείο το οποίο να απαιτείται οποιαδήποτε εξειδικευμένη γνώση. Ούτε στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος 1 εγείρει θέματα τεχνικής φύσεως που το Δικαστήριο να μην δύναται να αποφασίσει όπου βέβαια τούτο χρειάζεται, με την βοήθεια ειδικών εμπειρογνωμόνων όπως εξ άλλου πράττει με σωρεία άλλων υποθέσεων. Επιπλέον η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα καθυστέρησε να υποβάλει εμπρόθεσμα όπως προέβλεπε ουσιώδης όρος του συμβολαίου, προσωρινό τελικό λογαριασμό και απαίτηση. Είναι επίσης η θέση της Δημοκρατίας ότι η ενάγουσα κωλύεται να εγείρει εκ των υστέρων οποιαδήποτε απαίτηση για δικαιολογημένη παράταση χρόνου λόγω καθυστέρησης. Η συνήγορος επανέλαβε στην συνέχεια με παραπομπή και σε νομολογία, ότι ο μεγάλος αριθμός εγγράφων ως απομονωμένος παράγοντας δεν δικαιολογεί την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Τούτο διότι το Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει ότι η εκδίκαση της υπό κρίσης αγωγής, επιβάλλει την μακρά εξέταση εγγράφων που δεν μπορεί να διεξαχθεί κατάλληλα ενώπιον Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 18.9.2018 η οποία υποστηρίζει την ένσταση δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα στην παρούσα υπόθεση. Αλλά ακόμη και να υπάρχουν δεν αφορούν τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα κληθεί ενδεχομένως να αποφασίσει επί των όρων του επίδικου συμβολαίου, αλλά η συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτό είναι νομικό θέμα και όχι ζήτημα τεχνικής φύσεως που δεν μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Κατά την συνήγορο, ο εναγόμενος 1 δυνάμει του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, σε κάθε αγωγή ενεργεί ως οιονεί ιδιώτης και συνακόλουθα έχει τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει συμφωνήσει σε παραπομπή σε διαιτησία και συνακόλουθα δεν μπορεί να του αποστερηθεί το συνταγματικό του δικαίωμα να ακουστεί από το Δικαστήριο. Επιπλέον, για να τύχει εφαρμογής το άρθρο 35 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, καθορίζεται από το ίδιο το άρθρο ως απαραίτητη προϋπόθεση (conditio sine qua non), η συναίνεση όλων των μερών. Ο εναγόμενος 1 όμως όχι μόνο δεν συγκατατίθεται αλλά ενίσταται στην παραπομπή σε διαιτησία. Επομένως είναι σαφές ότι ελλείψει της δέουσας συναίνεσης δεν μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή η διαδικασία του άρθρου
  11. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η παραπομπή μιας διαφοράς σε διαιτησία από το Δικαστήριο, μπορεί να διαταχθεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος στηρίζεται στις διατάξεις του Περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4), όπου η παραπομπή σε διαιτησία γίνεται στην βάση συνυποσχετικού παραπομπής που υπέγραψαν οι δύο πλευρές. Ο δεύτερος τρόπος, στηρίζεται σε παραπομπή αγωγής σε διαιτησία, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 35 και 36 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και της Δ.49 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει υπογραφεί από τα μέρη συνυποσχετικό ούτε υπήρξε ισχυρισμός για ρήτρα διαιτησίας στην γραπτή σύμβαση των μερών για την κατασκευή του υπό κρίση οδικού έργου. Ενόψει τούτου, κρίνω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να ανασταλεί και παραπεμφθεί σε διαιτητή, δυνάμει των διατάξεων του Κεφ.
  12. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον εφαρμόζονται στην παρούσα οι διατάξεις των άρθρων 35 και 36 του Νόμου 14/60 επί των οποίων επίσης στηρίζεται η αίτηση. Τα εν λόγω άρθρα έχουν ως εξής: 35.—

(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού το δικαστήριον δύναται να παραπέμψη τη συναινέσει πάντων των διαδίκων εν οιαδήποτε διαφορά ή θέματι εις επίσημον ή ειδικόν διαιτητήν δι' έρευναν ή έκθεσιν οιονδήποτε ζήτημα εγειρόμενον εις οιανδήποτε πολιτικήν διαδικασίαν.
(2)Η έκθεσις επισήμου ή ειδικού διαιτητού δύναται να υιοθετηθή εν όλω ή εν μέρει υπό του δικαστηρίου, και εάν ούτω υιοθετηθή δύναται να εκτελεσθή ως απόφασις ή διάταγμα έχουσα το αυτό αποτέλεσμα. 36.—
(1)Εις οιανδήποτε πολιτικήν διαδικασίαν— (α) εάν πάντες οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι οίτινες δεν διατελούν υπό ανικανότητα, συναινούν, ή (β) εάν η διαφορά ή άλλη διαδικασία απαιτή μακράν εξέτασιν εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονικήν ή επιτόπιον έρευναν, ήτις δεν δύναται κατά την γνώμην του δικαστηρίου καταλλήλως να γίνη ενώπιον του δικαστηρίου ή να διενεργηθή υπ' αυτού διά των άλλων τακτικών υπαλλήλων, ή (γ) εάν το αμφισβητούμενον ζήτημα συνίσταται εν όλω ή εν μέρει εκ ζητημάτων λογαριασμών, το δικαστήριον δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, να διατάξη όπως η όλη διαφορά ή θέμα, ή οιονδήποτε εν αυτοίς ζήτημα ή αμφισβητούμενον πραγματικόν γεγονός δικασθή ενώπιον ειδικού ή απλού διαιτητού συμφωνηθέντος προς τούτο υπό των διαδίκων, ή εν περιπτώσει ασυμφωνίας αυτών, οριζομένου υπό του δικαστηρίου ή ενώπιον επισήμου διαιτητού ή υπαλλήλου του δικαστηρίου. Περαιτέρω η Δ.49 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο της παραπομπής εκκρεμούσας αγωγής σε διαιτησία. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η συναίνεση των διαδίκων πρέπει να είναι γραπτή και ότι στο διάταγμα θα καθορίζεται μεταξύ άλλων, το όνομα του διαιτητή και η κλίμακα αμοιβής του. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι τα άρθρα 35 και 36.1(α) του Νόμου 14/60, καθορίζουν ως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί η παραπομπή εκκρεμούσας αγωγής σε διαιτησία, την συναίνεση και των δύο μερών. Δεν εφαρμόζονται ως εκ τούτου στην παρούσα αίτηση, δεδομένου ότι η πλευρά της Δημοκρατίας δεν συναινεί στην παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Αντιθέτως, η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να εξεταστεί στην βάση του άρθρου 36.1(β), το οποίο δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να παραπέμψει την αγωγή εν όλω ή εν μέρει σε διαιτητή όπου η διαφορά απαιτεί μακράν εξέταση εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονική επιτόπια έρευνα, που δεν δύναται κατά την γνώμη του Δικαστηρίου να διεξαχθεί κατάλληλα ενώπιον του. Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα, είναι το κατά πόσον τα επίδικα θέματα της αγωγής είναι τέτοια που σύμφωνα με το άρθρο 36.1(β) του Ν.14/60 να απαιτούν μακράν εξέτασιν εγγράφων ή οιανδήποτε επιστημονική ή επιτόπια έρευνα που δεν μπορεί να διεξαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Κρίνω ότι αυτά δεν είναι τέτοιας μορφής όπως απαιτεί το άρθρο 36.1(β) ώστε να δικαιολογείται η παραπομπή της αγωγής ή οιονδήποτε μέρος αυτής ενώπιον διαιτητού. Το ζήτημα των καθυστερήσεων στην εκτέλεση του έργου και το ποιος ευθύνεται για αυτές, είναι θέμα πραγματικό και θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο αφού ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Δεν αποκλείεται βέβαια, μέρος αυτής της μαρτυρίας να προέρχεται από ειδικούς εμπειρογνώμονες. Όμως το γεγονός αυτό δεν καθιστά τα επίδικα θέματα τέτοια που να μην μπορούν να ακουστούν ή αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Είναι σύνηθες άλλωστε, το Δικαστήριο να ακούει μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, σκοπός της οποίας είναι να το καθοδηγήσει να προβεί στα δικά του ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της υπόθεσης. Όπως έχει νομολογηθεί, καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα (βλ. μεταξύ άλλων Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Επιπλέον, παρά τον όγκο εγγράφων που οι διάδικοι προτίθενται να καταθέσουν κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν έχω διαπιστώσει ότι απαιτείται μακρά εξέταση εγγράφων ώστε να ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 36.1(β). Ούτε η παρούσα αγωγή αφορά αποκλειστικά εξέταση λογαριασμών ώστε να δικαιολογείται η παραπομπή της σε διαιτησία. Περαιτέρω, η ερμηνεία των όρων του συμβολαίου που αποτελεί βασική πτυχή της υπόθεσης, αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της ενάγουσας, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η παραπομπή σε διαιτησία θα πρέπει να διαταχθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής από το Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ότι η αδυναμία του συστήματος απονομής δικαιοσύνης να επιλύσει την διαφορά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε συνδυασμό με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, δικαιολογεί την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Κατ' αρχάς δεν εντοπίζεται στο άρθρο 36 του Νόμου 14/60 ούτε και σε οιανδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, ως λόγος παραπομπής αγωγής σε διαιτησία, η μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Επιπλέον, μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, καταδεικνύει ότι η όντως πολύ μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής δεν οφείλεται στην ιδιορρυθμία της υπόθεσης αλλά στις πολλές αναβολές που ζητούσαν οι διάδικοι, της ενάγουσας μη εξαιρουμένης. Σε καμία όμως περίπτωση δεν οφείλεται είτε στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης είτε σε αδυναμία του Δικαστηρίου να διεξαγάγει την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, η πιο πάνω άποψη παραγνωρίζει το γεγονός ότι τυχόν παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία θα οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστέρηση στην επίλυση της διαφοράς των διαδίκων. Η διαδικασία ενώπιον του διαιτητή θα χρειαστεί αρκετό χρόνο να ξεκινήσει αφού θα απαιτηθεί ένα σημαντικό χρονικό διάστημα για το διορισμό του διαιτητή και την εκ νέου καταχώρηση δικογράφων. Αντιθέτως, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν εκκρεμεί πλην της παρούσας, κανένα προδικαστικό διάβημα και η ακρόαση είναι έτοιμη να αρχίσει. Με δεδομένο δε ότι πρόκειται για πολύ παλαιά υπόθεση, αναμένεται να της δοθεί προτεραιότητα, λαμβανομένων πάντοτε υπόψιν, των υπολοίπων υποχρεώσεων του Δικαστηρίου. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει τις προϋποθέσεις του άρθρου 36.1(β) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας και υπέρ του εναγομένου 1 - καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.