ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αγωγή αρ. 4587/2012, 10/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A244 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4587/2012 Μεταξύ: XXXX ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Ενάγοντα και XXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία:10, Μαΐου 2019. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα : κ. Ν. Γεωργίου Για τον Εναγόμενο : κ. Γ. Αγγελίδης με κα Ρ. Παπαδοπούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου στη βάση κατ' ισχυρισμόν γραμματίου συνήθους τύπου. Δικογραφημένοι ισχυρισμένοι Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
- Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2010 υπέγραψε και εξέδωσε προς όφελός του γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €16.721= με τόκο προς 8% ετησίως από 15.06.
- Ήταν ρητός ο όρος του εν λόγω γραμματίου ότι αυτό θα εξοφλείτο μέχρι τις 15.06.
- Ο Ενάγοντας μέσω επιστολής του δικηγόρου του, ημερομηνίας 18.05.2012, ζήτησε όπως του καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως ο Εναγόμενος ουδέν ποσόν κατέβαλε. Ο Εναγόμενος στην τροποποιημένη Υπεράσπισή του αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας δεν διατηρεί εναντίον του οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι στις 17.07.08 υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο με την εταιρεία Σπύρος Αριστείδου Οικοδομική Λτδ, για την ανέγερση της οικίας του στο χωριό Αγία Βαρβάρα, στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας του ζήτησε να υπογράψει το επίδικο έγγραφο, ώστε να το χρησιμοποιήσει, για να εξασφαλίσει δάνειο από την Τράπεζα. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφτηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων ή απάτης του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η ψευδής παράσταση έγκειτο στο ότι ο Ενάγοντας παρέστησε στον Εναγόμενο ότι το επίδικο γραμμάτιο θα χρησιμοποιείτο μόνο για σκοπούς δανειοδότησής του από την Τράπεζα και εξασφάλισης ρευστότητας για την επιδιόρθωση κακοτεχνίων στην οικία του Εναγομένου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Ενάγοντας. Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα κατατέθηκε αντίγραφο του γραμματίου ως Τεκμήριο 1 και ως Τεκμήριο 2 επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 18.05.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Εναγόμενος κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2010, έναντι νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε και εξέδωσε προς όφελός του γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €16.721=, με ημερομηνία πληρωμής την 15.06.
- Σε περίπτωση μη πληρωμής του, το γραμμάτιο θα έφερε τόκο 8% ετησίως από την πιο πάνω ημερομηνία. Το εν λόγω γραμμάτιο υπογράφτηκε στην παρουσία δύο μαρτύρων. Στις 18.05.12 ζήτησε μέσω επιστολής του δικηγόρου του όπως του καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό του γραμματίου. Σε σχέση με την υπεράσπιση του Εναγομένου παραδέχτηκε ότι στις 17.07.08 υπεγράφη συμφωνητικό έγγραφο μεταξύ της εταιρείας του και του Εναγομένου. Αρνήθηκε, όμως, ότι η εν λόγω οικία παρουσίαζε κακοτεχνίες. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι οι αιτιάσεις του Εναγομένου για κατ΄ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις είναι προϊόν ύστερων σκέψεων, ώστε να αποφύγει ο Εναγόμενος τις υποχρεώσεις του. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι επί του επιδίκου γραμματίου υπέγραψαν δύο μάρτυρες. Αναγνώρισε το συμβόλαιο για την ανέγερση της οικίας του Εναγομένου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, και δήλωσε ότι το ποσό που αναφέρει η συμφωνία, Τεκμήριο 3, εξοφλήθηκε από τον Εναγόμενο. Δέχθηκε, επίσης, ότι η εταιρεία Σπύρου Αριστείδου Οικοδομική Λτδ είναι ιδιοκτησίας δικής του. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί υπογράφτηκε το επίδικο έγγραφο, απάντησε ότι αυτό υπογράφτηκε, επειδή ο ίδιος έδωσε λεφτά στον Εναγόμενο και το επίδικο γραμμάτιο υπογράφτηκε ως εγγύηση για τα χρήματα που έδωσε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι για τη συμφωνία ανέγερσης της κατοικίας είχε κατακρατηθεί από τον Εναγόμενο το ποσό των €16.720=. Επιπλέον αρνήθηκε την υποβολή ότι το πιο πάνω ποσό κατακρατήθηκε, επειδή υπήρχαν κακοτεχνίες. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε, γιατί ο ίδιος ανέφερε στον Εναγόμενο ότι το χρειαζόταν, ώστε να δανειοδοτηθεί και να μπορέσει να διορθώσει τις κακοτεχνίες που υπήρχαν στην οικία του Εναγομένου. Σε ερώτηση αν γνωρίζει κάποιο πρόσωπο ονόματι XXXX Χριστοδούλου, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Δήλωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε συναντήθηκε ή μίλησε με τον κ. XXXX Χριστοδούλου. Δήλωσε, επιπλέον, ξεκάθαρα ότι το επίδικο έγγραφο ήταν γραμμάτιο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος εξαπάτησε τον Εναγόμενο, καθώς επίσης και την υποβολή ότι ουδέν ποσόν του οφείλει ο Εναγόμενος. Επόμενος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο XXXX Δημοσθένους, Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Μ.Ε.2 δήλωσε ότι είναι ηλικίας 48 ετών και εργάζεται στις οικοδομές. Αναγνώρισε την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 στο σημείο που υπογράφουν οι μάρτυρες. Διευκρίνισε ότι η υπογραφή του ήταν η πρώτη εκ των δύο. Σε ερώτηση ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έθεσε την υπογραφή του, δήλωσε ότι τότε εργαζόταν στην Αγία Βαρβάρα και σε κάποιο στάδιο τον φώναξε ο Ενάγοντας για να υπογράψει επί ενός εγγράφου ως μάρτυρας. Μετέβη στον χώρο μαζί με ακόμα ένα συνάδελφό του, υπεγράφη το επίδικο έγγραφο στην παρουσία τους, ακολούθως υπέγραψαν και αυτοί επί του εγγράφου και μετά αποχώρησαν. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι το εν λόγω συμβάν έλαβε χώρα, από ό,τι υπολογίζει, περί τις αρχές του
- Δεν θυμόταν το όνομα των ιδιοκτητών του έργου στο οποίο εργαζόταν. Δήλωσε, όμως, ξεκάθαρα ότι υπέγραψε το επίδικο έγγραφο ενώπιον των δύο προσώπων που αυτό αφορούσε. Επόμενος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο XXXX Χρίστου, Μ.Ε.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι είναι ηλικίας 60 ετών και εργάζεται ως Μπογιατζής. Επί του Τεκμηρίου 1 αναγνώρισε την υπογραφή του στο σημείο που υπογράφουν οι μάρτυρες. Δήλωσε ότι το έγγραφο υπογράφτηκε ενώπιόν του και ο ίδιος υπέγραψε μαζί με τον Μ.Ε.2 ως μάρτυρας. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι εργαζόταν 2-3 σπίτια παρακάτω από το σπίτι στο οποίο υπέγραψε. Στο στάδιο της υπογραφής δήλωσε ότι δεν είδε τον Ενάγοντα να δίδει οποιαδήποτε χρήματα. Το μόνο που είδε είναι τις υπογραφές. Τέλος, αρνήθηκε την υποβολή ότι ουδέποτε είδε τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο να υπογράφουν. Μετά το πέρας της υπόθεσης της μαρτυρίας για τον Ενάγοντα τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά του Εναγομένου. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος, Μ.Υ.
- Κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό έρευνας από τον Έφορο Εταιρειών, ως Τεκμήριο 5 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από σειρά φωτογραφιών, ως Τεκμήριο 6 βεβαίωση απολαβών Εναγομένου, ως Τεκμήριο 7 πιστοποιητικό από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερ. 28.04.2016, ως Τεκμήριο 8 πιστοποιητικό αποδοχών για το έτος 2010 για τη σύζυγο του Εναγομένου, ως Τεκμήριο 9 απόδειξη πληρωμής δανείου, ως Τεκμήριο 10 απόδειξη κατάθεσης, ημερ. 18.10.10, ως Τεκμήριο 11 απόδειξη κατάθεσης, ημερομηνίας 18.10.2010 και ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση επιστολή ημερ.28.06.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι στις 15.07.2008 ανέθεσε την ανέγερση της κατοικίας του στη εταιρεία Σπύρος Αριστείδου Οικοδομική Λτδ. Ο ίδιος πλήρωσε κανονικά ολόκληρο το κόστος που προνοείτο από τη συμφωνία πλην του ποσού των €16.721=, το οποίο κράτησε, διότι διαπιστώθηκαν διάφορες κακοτεχνίες στην οικοδομή. Η κατοικία αποπερατώθηκε τον Ιανουάριο του 2010 και ο ίδιος με την οικογένειά του μετακόμισε σε αυτήν τον Ιούνιο του
- Σύμφωνα με τον ίδιο οι κακοτεχνίες επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και τις σχετικές φωτογραφίες, Τεκμήριο
- Ο ίδιος τηλεφώνησε πολλές φορές στον Ενάγοντα και του έλεγε ότι μόλις διόρθωνε τις κακοτεχνίες θα του εξοφλούσε και το υπόλοιπο ποσό. Σε μία από αυτές τις επικοινωνίες ο Ενάγοντας του ζήτησε να του υπογράψει ένα έγγραφο, ώστε να μπορέσει να λάβει χρήματα από την Τράπεζα και να αγοράσει τα υλικά, για να διορθώσει τις κακοτεχνίες. Δήλωσε ότι ο ίδιος υπέγραψε το επίδικο έγγραφο για να μπορέσει ο Ενάγοντας να λάβει χρήματα από την Τράπεζα. Ανέφερε ότι εξαπατήθηκε από τον Ενάγοντα και ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε του δάνεισε οποιοδήποτε ποσό. Την επίδικη περίοδο ο ίδιος μαζί με τη σύζυγό του είχαν καθαρό μηνιαίο εισόδημα ύψους €4.700= και αν είχε ανάγκη από χρήματα θα πήγαινε στην Τράπεζα. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι το συμβόλαιο για την ανέγερση της κατοικίας του, Τεκμήριο 3, συνομολογήθηκε με την εταιρεία Σπύρος Αριστείδου Λτδ. Σε ερώτηση εάν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή προς την εταιρεία σε σχέση με τις κατ΄ισχυρισμόν κακοτεχνίες, απάντησε ότι επικοινώνησε επανειλημμένα τηλεφωνικώς με τον Ενάγοντα. Δέχθηκε παράλληλα ότι ο ίδιος χρωστούσε λεφτά στον Ενάγοντα με βάση τη συμφωνία, Τεκμήριο
- Επανέλαβε ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο, ώστε να μπορέσει ο Ενάγοντας να λάβει δάνειο. Σε ερώτηση να απαντήσει γιατί τότε το γραμμάτιο εκδόθηκε στο όνομα του Ενάγοντα και όχι στο όνομα της Εταιρείας του, απάντησε ότι ήταν μια καθαρή εξαπάτηση εκ μέρους του Ενάγοντα. Εξήγησε παράλληλα ότι ο ίδιος δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι έπρεπε να προσέχει για οτιδήποτε και ούτε τον ενδιέφερε. Εφόσον του ανέφερε ο Ενάγοντας ότι είχε πρόβλημα, έλαβε ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας είχε οικονομικό πρόβλημα και ότι αυτό θα λυνόταν με την υπογραφή του γραμματίου. Δέχθηκε, όμως, ότι διάβασε το γραμμάτιο και είδε ότι ανέγραφε το όνομα του Ενάγοντα αλλά δεν έδωσε σημασία. Σε ερώτηση γιατί αναγράφτηκε η ημερομηνία 15.06.2011 ως ημερομηνία πληρωμής, απάντησε ότι αυτό έγινε, επειδή έπρεπε να μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη διόρθωση των κακοτεχνιών. Αναφορικά με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 5 δέχθηκε ότι δεν φαίνεται σ΄ αυτές ο αριθμός της οικίας του. Αρνήθηκε, όμως, την υποβολή ότι αυτές δεν απεικονίζουν την οικία του. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXX Χριστοδούλου, Μ.Υ.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι από το 1991 εργάζεται ως Αρχιτέκτονας Μηχανικός. Σε σχέση με την οικία του Εναγομένου δήλωσε ότι ο ίδιος έκανε τα σχέδια και τις μελέτες. Σε ερώτηση εάν με την ολοκλήρωση του έργου παρατήρησε οτιδήποτε στο συγκεκριμένο σπίτι, δήλωσε ότι παρατήρησε ότι υφίσταντο κακοτεχνίες και παραλείψεις από τον Εργολάβο. Ο ίδιος τις ανέφερε στον ιδιοκτήτη και ο ιδιοκτήτης στον Εργολάβο, καθότι επέβλεπε την επίδικη κατοικία μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο κατέστη Τεκμήριο
- Δήλωσε ξεκάθαρα ότι ουδέποτε γνώρισε από κοντά τον Εργολάβο, ο οποίος όμως από ό,τι θυμάται ονομαζόταν Σπύρος. Κατά την αντεξέτασή του συμφώνησε ότι ουδέποτε είδε τον Εργολάβο. Συμφώνησε ότι ο ίδιος εξέδιδε σχετικά διατακτικά. Σε ερώτηση αν έχει στη κατοχή του οποιοδήποτε διατακτικό που να καταγράφει παρατηρήσεις ή να αναφέρεται σε κακοτεχνίες, απάντησε ότι δεν έχει τέτοιο διατακτικό. Θεωρούσε, όμως, ότι ο Εναγόμενος μετέφερε τις παρατηρήσεις στον εργολάβο. Σε ερώτηση να απαντήσει σε σχέση με την προκαταρκτική εκτίμηση που αναφέρει στο Τεκμήριο 12, απάντησε ότι δεν υπάρχει τέτοια εκτίμηση. Σε ερώτηση αν κοινοποίησε το Τεκμήριο 12 στον Εργολάβο, απάντησε όχι και ότι υποθέτει πως θα το κοινοποίησε ιδιοκτήτης. Σε ερώτηση εάν υπάρχει κάποιο διατακτικό που δεν εκδόθηκε, απάντησε ότι νομίζει ότι δεν έχει εκδοθεί διατακτικό για τελική παραλαβή και εξόφληση του έργου. Εισηγήσεις των διάδικων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. Αγγελίδης κάλεσε το Δικαστήριο να κάνει δεκτή τη μαρτυρία της πλευράς της Υπεράσπισης και να απορρίψει τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί ότι η υπογραφή του επίδικου γραμματίου επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού ή απάτης. Στον αντίποδα, ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν απέδειξε το υπόβαθρο του ισχυρισμού περί απάτης και έτσι ο Εναγόμενος δεν απέδειξε την Υπεράσπισή του. Αντίθετα, εισηγήθηκε ότι η αξίωση του Ενάγοντα αποδείχθηκε στο ακέραιο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Επίσης σε περίπτωση που κατά τη μαρτυρία εμφιλοχωρεί μη αποδεκτή μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σχετικές είναι οι αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162 και Μελάς v Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1 Ο ΜΕ 1 κατέθεσε με σταθερότητα και πειστικότητα και η μαρτυρία του συνάδει τόσο με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και με την ολότητα της μαρτυρίας. Οι θέσεις του επί των ουσιαστικών επίδικων ζητημάτων έμειναν ουσιαστικά ακλόνητες και συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο έγγραφο ήταν γραμμάτιο. Επίσης, η θέση του ότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφτηκε ενώπιον δύο μαρτύρων, επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 3 και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπλέον η θέση του ότι ουδέποτε είδε τον αρχιτέκτονα του έργου, επιβεβαιώνεται από τη μαρτύρια του ίδιου του αρχιτέκτονα Μ.Υ.2, ο οποίος δήλωσε ότι ουδέποτε οι δυο τους συναντήθηκαν. Επιπρόσθετα η θέση του ότι η επίδικη οικία ουδέποτε παρουσίαζε κακοτεχνίες, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία, αλλά επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 , ο ποίος δέχθηκε ότι ουδέποτε έστειλε παρατηρήσεις προς τον εργολάβο σχετικά με κακοτεχνίες. Περαιτέρω δέχομαι τη θέση του Ενάγοντα ότι η εταιρείας Σπύρος Αριστείδου Οικοδομική Λτδ είναι ιδιοκτησίας δικής του και ότι αυτή συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο για την ανέγερση της κατοικίας του τελευταίου. Το πιο πάνω προκύπτει από το Τεκμήριο 3 αλλά και από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι η εν λόγω εταιρεία είναι δική του. Παράλληλα η θέση του ότι αποστάληκε η επιστολή των δικηγόρων, ημερομηνίας 18.5.2012, δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση του ότι με το επίδικο γραμμάτιο εξοφλήθηκε η όποια οφειλή του Εναγομένου προς την εταιρεία του Ενάγοντα, επειδή δεν συνδέεται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα, δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της εκδοχής του Μ.Ε.
- Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.2 Ο Μ.Ε.2 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα. Παράλληλα η θέση του ότι υπέγραψε ως μάρτυρας επί του επίδικου γραμματίου δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.3 Ο Μ.Ε.3, επίσης, έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα. Παράλληλα η θέση του ότι υπέγραψε ως μάρτυρας επί του επίδικου γραμματίου δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Η μαρτυρία του Μ.Υ.
- σε κάποια σημεία δεν είχε την απαιτούμενη πειστικότητα και συνοχή και η εκδοχή του παρουσιάζει κενά. Ιδίως η ουσιαστική του θέση περί εξαπάτησής του, κατά τη συνομολόγηση του επίδικου γραμματίου, στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα η βάση της κατ΄ ισχυρισμόν εξαπάτησης ήταν ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας του παρουσίασε, πως η υπογραφή του επίδικου γραμματίου ήταν αναγκαία, για να μπορέσει ο τελευταίος να λάβει δάνειο, ώστε να αγοράσει υλικά προς επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Επομένως, η βασική θέση του Εναγομένου εδράζεται στον ισχυρισμό περί ύπαρξης κακοτεχνιών. Η πιο πάνω θέση στερείται λογικής και πειστικότητας, αφού δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ως προς την ύπαρξη συγκεκριμένων κακοτεχνιών. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η αρχή, η οποία καθιερώθηκε στην απόφαση Χαραλάμπους Χαράλαμπος ν. Decostone Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 747, ότι η ύπαρξη ελαττωμάτων σε έργο που ανέλαβε να κατασκευάσει ένας διάδικος δεν δημιουργεί, χωρίς άλλο, θέμα κακοτεχνιών και δεν εξουδετερώνει ή μειώνει την υποχρέωση εκείνου που εγείρει θέμα ευθύνης να στοιχειοθετήσει την αμέλεια που καταλογίζει στον διάδικο ή την ύπαρξη και παράβαση συμβατικού όρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης. Τονίζεται ότι οι φωτογραφίες, που αποτελούν το Τεκμήριο 5, πέραν του ότι είναι δυσδιάκριτες, δεν φανερώνουν από μόνες τους την ύπαρξη κακοτεχνιών, ως η νομολογία απαιτεί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα περί ύπαρξης κακοτεχνιών. Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε, η οποία να καταλογίζει στην εταιρεία του Ενάγοντα αμέλεια ή παράβαση συμβατικού όρου στην κατασκευή της οικίας του Εναγομένου, ώστε να στηριχθεί ο ισχυρισμός περί ύπαρξης κακοτεχνιών. Εφόσον, λοιπόν, δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία που να θεμελιώνει την ύπαρξη κακοτεχνιών, εν τη εννοία του Νόμου, καταρρέει και το βάθρο της κατ΄ ισχυρισμόν εξαπάτησης. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, ο Μ.Υ.1 παρέλειψε να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το ύψος που απαιτείτο για την επιδιόρθωση των κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνιών. Η πιο πάνω παράλειψη δεν επιτρέπει να αξιολογηθεί το κατά πόσο το ποσό του γραμματίου μπορούσε λογικά να επαρκεί για την επιδιόρθωσή των κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνιών, ώστε να καθίσταται λογικό το ενδεχόμενο να χρησιμοποιείτο αυτό προς εξασφάλιση δανείου για αγορά των αναγκαίων υλικών. Τονίζεται ότι το Τεκμήριο 12, στο οποίο παρέπεμψε ο Εναγόμενος, δεν βοηθά την υπόθεσή του, γιατί αφενός το Τεκμήριο 12 είναι μεταγενέστερης ημερομηνίας από το επίδικο γραμμάτιο και άρα το περιεχόμενό του δεν ήταν υπόψιν των μερών τον ουσιώδη χρόνο και αφετέρου αναφέρεται σε ποσά μεγαλύτερα του επίδικου γραμμάτιου. Ταυτόχρονα δεν υφίσταται μαρτυρία ότι ο Ενάγοντας σκόπευε να επιδιορθώσει τις κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες, αφού δεν υφίσταται μαρτυρία ότι τέθηκε υπόψιν του από τον Αρχιτέκτονα, κατά τον χρόνο συνομολόγησης του επίδικου γραμματίου, οποιοδήποτε έγγραφο ή διατακτικό που να περιέχει απαίτηση για επιδιόρθωση κακοτεχνιών. Η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν τουλάχιστον να γνώριζε ο Ενάγοντας ότι απαιτούντο συγκεκριμένες ενέργειες ή επιδιορθώσεις, ώστε να αποκτά νόημα η ανάγκη δανειοδότησης για το συγκεκριμένο ποσό που καταγράφει το γραμμάτιο. Η απουσία των πιο πάνω δεδομένων καθιστά μη λογική την εκδοχή του Εναγομένου, ότι του ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο για τον συγκεκριμένο σκοπό. Παράλληλα η πιο πάνω θέση στερείται λογικής και πειστικότητας και για τον λόγο ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε ήταν υπεύθυνος προσωπικά για την επιδιόρθωση των όποιων κακοτεχνιών, αλλά υπεύθυνη για τυχόν επιδιόρθωση τέτοιων ήταν η εταιρεία που συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο. Συνεπώς εάν υφίστατο ανάγκη για επιδιόρθωση, αυτή θα γινόταν μέσω της εταιρείας που ανάλαβε την κατασκευή του έργου και η όποια ανάγκη δανειοδότησης θα προέκυπτε προς το πρόσωπο της εταιρείας και όχι του Ενάγοντα προσωπικά. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ακόμα και εάν γίνει δεκτή η θέση ότι ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να του υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο με σκοπό την δανειοδότηση προς αγορά υλικών για επιδιόρθωση των κακοτεχνιών, δεν προκύπτει ότι η πιο πάνω δήλωση ήταν ουσιαστική για τη σύναψη του γραμματίου, αφού ίδιος ο Εναγόμενος δήλωσε ότι δεν είχε λόγο να προσέχει για οτιδήποτε και ούτε τον ενδιέφερε. Παράλληλα, ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι πρόσεξε πως το επίδικο γραμμάτιο είχε σαν δικαιούχο τον Ενάγοντα προσωπικά, αλλά δεν τον ενδιέφερε. Έτσι η εκδοχή του Εναγομένου παρουσιάζει λογική αντίφαση, αφού από τη μία προβάλλει τη θέση ότι υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο, κατόπιν κάποιων παραστάσεων, και από την άλλη δηλώνει ότι δεν τον ενδιάφερε το εάν το επίδικο γραμμάτιο ήταν ικανό να επιτύχει τον σκοπό για τον οποίο του παρουσιάσθηκε ότι προορίζετο. Η πιο πάνω εκδοχή συνολικά ορωμένη αφίσταται της λογικής, αφού η έννοια της εξαπάτησης προϋποθέτει ότι ο εξαπατώμενος προβαίνει συνειδητά σε κάποια πράξη, για να επιτύχει κάποιο σκοπό ή αποτέλεσμα ή στόχο και δεν ενεργεί με αδιαφορία. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Εναγομένου Μ.Υ.1, περί εξαπάτησής του, όπως τέθηκε, στερείται λογικής και πειστικότητας εξ αυτού του λόγου και μόνο. Σε άλλα σημεία η μαρτυρία του Εναγομένου, Μ.Υ.1 δεν έχει αμφισβητηθεί και υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η θέση του ότι λάμβανε με τη σύζυγο του την επίδικη περίοδο μισθούς συνολικού ύψους €4.700= δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπακόλουθα πλην του αμέσως πιο πάνω σημείου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 σε κάποια βασικά της σημεία έμεινε μετέωρη. Συγκεκριμένα , ενώ στην επιστολή Τεκμήριο 12 καταγράφεται κάποιο ποσό ως εκτιμημένο κόστος επιδιόρθωσης κακοτεχνιών, ο ίδιος δήλωσε ότι δεν υπάρχει εκτίμηση. Επίσης ο Μ.Υ.2 δεν ήταν σε θέση να υποδείξει εάν υφίστατο κάποιο διατακτικό το οποίο δεν πληρώθηκε λόγω κακοτεχνιών. Το μόνο που ανέφερε είναι ότι νομίζει ότι δεν έχει εκδοθεί διατακτικό για τελική παράδοση και εξόφληση. Όμως η πιο πάνω δήλωση δεν συνδέθηκε με οποιοδήποτε ισχυρισμό περί κακοτεχνιών. Παράλληλα ο Μ.Υ.2 έκανε μεν λόγο για ύπαρξη κακοτεχνιών, αλλά δεν είχε οποιαδήποτε επιστολή ή διατακτικό ή έγγραφο παρατηρήσεων να υποδείξει. Συνεπώς η θέση του περί ύπαρξης κακοτεχνιών δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης, η θέση του ότι νομίζει πως δεν έχει εκδοθεί ακόμα διατακτικό για τελική παραλαβή του έργου, επειδή τέθηκε υπό μορφή εικασίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ως προς το ότι ουδέποτε είχε απευθείας επαφή με τον εργολάβο του έργου συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και μπορεί να γίνει δεκτή. Επίσης τα προσόντα του και η ιδιότητά του ως Αρχιτέκτονας της οικίας του Εναγομένου δεν αμφισβητήθηκαν. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασισθεί μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, για εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο Εναγόμενος στις 15.07.2008, μέσω γραπτής συμφωνίας, ανέθεσε την ανέγερση της κατοικίας του στη εταιρεία Σπύρος Αριστείδου Οικοδομική Λτδ. Η εταιρεία Σπύρος Αριστείδου Οικοδομική Λτδ, ανήκει στον Ενάγοντα. Τον Δεκέμβριο του 2010, ο Εναγόμενος υπέγραψε και εξέδωσε προς όφελος του Ενάγοντα γραμμάτιο για το ποσό των €16.721=, με ημερομηνία πληρωμής την 15η .06.2011. Σε περίπτωση μη πληρωμής το επίδικο γραμμάτιο θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 8% ετησίως και ο Εναγόμενος θα επιβαρυνόταν με τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε στην παρουσία δυο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το ποσό του γραμματίου, πλην όμως ο Εναγόμενος ουδέν έπραξε. Ο Εναγόμενος και η σύζυγός του λάμβαναν, την επίδικη περίοδο, μισθούς συνολικού ύψους €4.700=. Ο Αρχιτέκτονας του έργου επιθεωρούσε αυτό μόνο Σάββατα και Κυριακές και ουδέποτε ήρθε σε απευθείας επαφή με τον Ενάγοντα. Νομική Πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Βaloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Ενώ, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση η απαίτηση του Ενάγοντα ερείδεται επί γραμματίου συνήθους τύπου, το οποίο αποτελεί εκ του νόμου μίαν ιδιότυπη ρύθμιση και χωρούν μόνο συγκεκριμένες υπερασπίσεις. Η έννοια του γραμματίου συνήθους τύπου παρέχεται στο άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.» Παράλληλα στο άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου ορίζεται ότι το περιεχόμενο του γραμματίου συνήθους τύπου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και επιτρέπονται μόνο συγκεκριμένες υπερασπίσεις. Η ύπαρξη των πιο πάνω πλεονεκτημάτων επιβάλλει όπως οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 78 τηρούνται απαρέγκλιτα. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11. Στην απόφαση Φούλη ν. Μιχαήλ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1144, συνοψίσθηκαν οι σχετικές αρχές και λέχθηκαν τα ακόλουθα : «το γραμμάτιο συνήθους τύπου έχει πολλά πλεονεκτήματα. Για παράδειγμα σε κάθε δικαστική διαδικασία το περιεχόμενό του αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ' αυτό. Ακόμα, από τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ. 15, παρεχόταν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ισχύος για σκοπούς αγωγής πάνω σ' αυτό, παρά στα συνήθη γραμμάτια. Αυτά τα πλεονεκτήματα έφεραν την ανάγκη όπως οι τυπικότητες που αφορούν την έκδοση γραμματίου συνήθους τύπου να τηρούνται απόλυτα (Papastratis v. Economou
(1970)1 C.L.R. 11, Παύλου κ.ά. ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483. Βλέπε ακόμα άρθρα 79 και 80 του Κεφ. 149).» Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν να καθιερωθεί η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη, στο γραμμάτιο, αντιπαροχή. Σχετική είναι η απόφαση Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη
(2012)1 ΑΑΔ 1694, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1971)1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 733.» Οι πιο πάνω αρχές επανεπιβεβαιώθηκαν στις πρόσφατες αποφάσεις Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 ΑΑΔ 148 και Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, Πολ. Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 1.3.2016. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το επίδικο έγγραφο συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου ή ότι είναι άκυρο. Η γραμμή που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την ακρόαση ήταν ότι η υπογραφή επ' αυτού επιτεύχθηκε, κατόπιν εξαπάτησης του Εναγομένου. Άλλωστε και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου επικέντρωσε την επιχειρηματολογία του στο πιο πάνω ζήτημα μόνο. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι το επίδικο έγγραφο συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του γραμματίου συνήθους τύπου. Ειδικότερα, καταγράφει συγκεκριμένο ποσό, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί σε προσδιορισμένο χρόνο σε συνάρτηση με ποσοστό επιτοκίου εντός του πλαισίου που ορίζει ο Νόμος. Παράλληλα καταγράφει τον σκοπό για τον οποίο δίδεται η αντιπαροχή και διαλαμβάνει πρόνοια για την καταβολή των δικαστικών και δικηγορικών εξόδων. Παράλληλα η ύπαρξη δυο υπογραφών στο τέλος του γραμματίου σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 3, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτό υπογράφτηκε στην παρουσία δυο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Συνεπώς, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας απέδειξε ότι το επίδικο έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του Νόμου. Δοθέντος του πιο πάνω συμπεράσματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη στο γραμμάτιο αντιπαροχή και το μόνο που μπορεί να εξετάσει είναι το εάν συντρέχουν οι υπερασπίσεις που προνοεί ο Νόμος. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο και έτσι απομένει να εξεταστεί το εάν η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του προσδιόρισε ότι η υπογραφή του επίδικου γραμματίου επιτεύχθηκε, επειδή ο Ενάγοντας παρέστησε στον Εναγόμενο ψευδώς ότι αυτό θα χρησιμοποιείτο μόνο για σκοπούς λήψης δανείου από την Τράπεζα, ώστε να καταστεί δυνατή η επιδιόρθωση των κακοτεχνιών που παρουσιάστηκαν στην οικία του Εναγομένου. Προκύπτει, συνεπώς, ότι το θεμέλιο της επικαλούμενης απάτης ήταν η πιο πάνω κατ΄ισχυρισμόν παράσταση. Συνακόλουθα αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί η έννοια της ψευδούς παράστασης. Η έννοια της ψευδούς παράστασης ερμηνεύτηκε στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ραπτόπουλος ν. Alpha Bank Ltd Πολ., Έφεση 337/11, ημερομηνίας 11.4.2017, ως ακολούθως : «Το βασικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως αποτέλεσμα της οποίας το αθώο μέρος συνομολογεί σύμβαση με το μέρος που προέβη στην αναληθή παράσταση (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Π. Πολυβίου Τόμος Α σελ. 333, 334).» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έγινε δεκτό ότι ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο με σκοπό να λάβει δάνειο προς επιδιόρθωση των κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνιών. Συνεπώς δεν υφίσταται μαρτυρία που να υποστηρίζει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί ψευδούς παράστασης και της συνακόλουθης εξαπάτησης του Εναγομένου. Ακόμα, όμως, και εάν γινόταν δεκτό ότι ο Ενάγοντας ζήτησε από τον Εναγόμενο να υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο με σκοπό τη λήψη δανείου, στη μαρτυρία του ο Εναγόμενος δήλωσε ρητά ότι δεν το ενδιέφερε το κατά πόσο ο Ενάγοντας θα λάμβανε όντως δάνειο από την Τράπεζα χρησιμοποιώντας το επίδικο γραμμάτιο. Όμως, όπως προκύπτει από την απόφαση Ραπτόπουλος (ανωτέρω), η εκάστοτε ψευδής παράσταση πρέπει να είναι καθοριστική για την συνομολόγηση της σύμβασης. Συνεπώς, εφόσον δεν απασχόλησε τον Εναγόμενο το εάν όντως το επίδικο γραμμάτιο θα ήταν αρκετό για τη λήψη δανείου, έπεται ότι η πιο πάνω παράσταση δεν ήταν καθοριστική για τη συνομολόγηση του επίδικου γραμματίου. Έτσι, σε κάθε περίπτωση δεν θα αποδεικνυόταν η κατ' ισχυρισμόν ψευδής παράσταση, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της επικαλούμενης απάτης. Συνακόλουθα από τα γεγονότα της παρούσας δεν μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση ότι το επίδικο γραμμάτιο υπογράφτηκε συνεπεία απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε απάτη. Τέλος το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το επίδικο γραμμάτιο Τεκμήριο 1 δεν έχει χαρτοσημανθεί δεόντως. Το πιο πάνω γεγονός δεν το καθιστά άνευ σημασίας, αλλά το Δικαστήριο έχει εξουσία να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες. Σχετική είναι η απόφαση Maximos Court Ltd v. Χριστόφορου Πιερή κ.ά
(2001)- Α.Α.Δ
- Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των € €16.721=, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 15.6.
- Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η απόφαση να μην συνταχθεί μέχρι το επίδικο γραμμάτιο χαρτοσημανθεί δεόντως και κατατεθεί χαρτοσημασμένο αντίγραφο στον φάκελο του Δικαστηρίου. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο