← Κύπρος

Καλαβά κ.α. ν. Κάνθερ, Αρ. Αγωγής: 947/17, 29/5/2019

Καλαβά κ.α. ν. Κάνθερ, Αρ. Αγωγής: 947/17, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A269 Αρ. Αγωγής: 947/17 Μεταξύ:

  1. XXXXX Καλαβά
  2. XXXXX Καλαβά Εναγόντων και XXXXX Κάνθερ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 28.6.18 υπό εναγόντων - αιτητών για έρευνα της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2019 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Αυγή Κοζάκου για Θ.Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Ανδρέας Χάσικος Εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21/12/2017 η εναγόμενη δέχθηκε απόφαση στην παρούσα αγωγή, με την οποία διατάχθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσό των €632.772,00 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω, δόθηκε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, στην οποία όμως κατά τους ενάγοντες δεν συμμορφώθηκε η εναγομένη. Ακολούθησε η καταχώρηση εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγομένης στις 28/02/2018 με αριθμό
  3. Το εν λόγω ένταλμα, επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Στην συνέχεια, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν όπως η εναγομένη εξεταστεί ως προς την οικονομική της κατάσταση. Ειδικότερα αιτούνται μεταξύ άλλων, την διερεύνηση πιθανής απόκρυψης οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων και οποιουδήποτε άλλου εισοδήματος της εναγομένης προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του χρέους της. . Η παρούσα αίτηση Οι ενάγοντες ζητούν με την παρούσα αίτηση τους όπως η εναγομένη εξεταστεί ενόρκως αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και ειδικότερα αναφορικά: (α) με την ικανότητα της να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις, (β) με την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων τα οποία μπορούν να διατεθούν για την πληρωμή του χρέους της και αναφορικά, (γ) με την διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στα οποία προέβηκε μετά την δημιουργία ή τη γένεση της αστικής ευθύνης της στην πιο πάνω αγωγή, (δ) την αποκάλυψη του ονόματος του εργοδότη της, (ε) λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις απολαβές πραγματικές ή αναμενόμενες, και (στ) για να παρουσιάσει οποιαδήποτε έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία που σχετίζονται με τις απολαβές και τα εισοδήματα της ως και με την περιουσία της που δύναται ή ηδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής του χρέους της. Επιζητείται επίσης μετά την εξέταση της εναγομένης, η έκδοση διαφόρων διαταγμάτων όπως μεταξύ άλλων, διάταγμα εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους με μηνιαίες πληρωμές ύψους €5.000,00 καθώς και διάταγμα ακύρωσης οποιασδήποτε καταδολιευτικής μεταβίβασης ή άλλης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από την εναγόμενη. Η αίτηση αυτή βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ.6) άρθρα 82-90, 91Γ, 91Ε - 91Ζ όπως έχουν τροποποιηθεί με τον Νόμο 134

(1)1999, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 ΘΘ.1 - 3, 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ενάγουσας
  1. Σε αυτήν γίνεται αναφορά στην έκδοση της απόφασης ημ. 21.12.17 με την οποία η εναγομένη διατάχθηκε να πληρώσει στους ενάγοντες το ποσόν των €632,772,00, πλέον τόκο 8% το χρόνο από 14.12.2005 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €3.076,00 έξοδα της απόφασης, πλέον τόκο 3,5% το χρόνο από 02.03.2017 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι η εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τους όρους αναστολής της απόφασης και έτσι ολόκληρο το οφειλόμενο ποσόν, κατέστη άμεσα απαιτητό. Κατά την ομνύουσα επειδή η εναγομένη δεν πλήρωσε κανένα ποσόν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, είναι απαραίτητο όπως εξεταστεί από το Δικαστήριο αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση και/ή σε σχέση με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση και/ή μεταβίβαση και/ή οποιαδήποτε διακίνηση και/ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακών της στοιχείων που είχε ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των εναγόντων στην είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους τους. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η εναγομένη έχει κινητή περιουσία που μπορεί να εκποιηθεί καθώς και εισοδήματα από την εργασία της τέτοια, ώστε να μπορεί να καταβάλει το ποσόν των €5.000,00 μηνιαίως για την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους της. Η ειδοποίηση ένστασης Η εναγομένη καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η εναγομένη δεν εργάζεται και δεν έχει εισοδήματα από οιανδήποτε εργασία. Επιπλέον δεν έχει κανένα εισόδημα από οιανδήποτε άλλη πηγή εκτός της σύνταξης των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύψους €770,00 η οποία δεν αρκεί για να έχει μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ως εκ τούτου, η εναγομένη αδυνατεί να ανταποκριθεί εις την πληρωμή του εξ΄ αποφάσεως χρέος της με την καταβολή μηνιαίων δόσεων. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η εναγομένη είναι ηλικίας 67 ετών, παντρεμένη και διαμένει με τον σύζυγο της. Το πιο πάνω ποσόν της σύνταξης της, είναι απολύτως αναγκαίο δια την αντιμετώπιση των ουσιωδών αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της και είναι κάτω του ορίου της φτώχειας. Ως εκ τούτου, η εναγομένη δεν έχει την οικονομική δυνατότητα και τα μέσα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος της. Ούτε είναι σε θέση να καταβάλλει καμία δόση και κανένα ποσόν μηνιαίως προς εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους της. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι η εναγομένη δεν έχει παραχωρήσει και/ή δεν έχει προβεί σε οιανδήποτε δωρεάν, παράδοση, μεταβίβαση, διακίνηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε περιουσιακού της στοιχείου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της ιδίας της εναγομένης. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρει επίσης ότι το ποσόν της σύνταξης, της είναι απολύτως αναγκαίο δια την αντιμετώπιση των ουσιωδών αναγκών της ιδίας και του συζύγου της. Καταβάλλει μηνιαίως διάφορα ποσά για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας της όπως για την κατανάλωση ηλεκτρισμού €80,00, νερού €30,00, ειδών διατροφής €500,00, μεταφορά των παιδιών στα σχολεία τους €30,00, ένδυση και υπόδηση €40,00, ιατρική περίθαλψη €20,00 και άλλα απολύτως αναγκαία και έκτακτα έξοδα €100,
  2. Σήμερα συντηρείται από την σύνταξη που λαμβάνει και την σύνταξη του συζύγου της. Αναφέρει στην συνέχεια ότι όπως πληροφορείται από τον δικηγόρο της, δυνάμει του άρθρου 11 του Περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμου του 1995 (Ν. 25(Ι)/1995)ως τροποποιήθηκε και/ή του άρθρου 67 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι)/2010)ως τροποποιήθηκε, το ποσόν της σύνταξης της (παροχή) από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και/ή το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας δεν υπόκειται σε κατάσχεση δυνάμει του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και /ή είναι άκυρη η εκχώρηση και/ή η επιβάρυνση της σύνταξης της. Περαιτέρω συμβουλεύεται από τον δικηγόρο της ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 82 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) όπως τροποποιήθηκε, η σύνταξη της δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση της οικονομικής κατάστασης της και εν πάση περιπτώσει, το ποσόν το οποίον δικαιούται ως σύνταξη δεν υπερβαίνει το όριο της φτώχειας όπως υπολογίζεται και δημοσιεύεται από την στατιστική υπηρεσία της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της ομνύουσας ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα και τα μέσα να πληρώνει το εξ' αποφάσεως χρέος της. Η ακροαματική διαδικασία Η εναγομένη εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς την οικονομική της κατάσταση. Δέχθηκε ότι εκδόθηκε η επίδικη απόφαση εναντίον της καθώς και ότι την επισκέφθηκε δικαστικός επιδότης, προκειμένου να καταγράψει την κινητή περιουσία της για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος εκποίησης κινητών. Αρνήθηκε όμως ότι είπε στον επιδότη ότι είχε την δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος της, επιδεικνύοντας του και σχετική επιταγή. Σήμερα είναι 68 ετών και από τα 63 της, παίρνει την σύνταξη των κοινωνικών ασφαλίσεων. Προηγουμένως εργαζόταν ως νοσηλεύτρια. Δεν παίρνει και την κυβερνητική σύνταξη γιατί δεν ήταν μόνιμη δημόσια υπάλληλος. Όταν εκδόθηκε η παρούσα απόφαση εναντίον της, είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί. Της ζήτησε ο σύζυγος της να τον εγγυηθεί, παρότι ή ίδια γνώριζε τότε ότι δεν είχε την δυνατότητα να πληρώσει το χρέος αυτό. Θεωρούσε όμως ότι πιθανόν να μπορούσε ο σύζυγος της. Δεν έχει ακίνητη περιουσία και σήμερα διαμένει σε νοικιαζόμενο διαμέρισμα για το οποίο πληρώνει €550,00 μηνιαίως. Το μεγαλύτερο μέρος του ενοικίου, το πληρώνει η ίδια. Στην συνέχεια, η εναγομένη αντεξετάστηκε επισταμένα, αναφορικά με τα έξοδα που παρέθεσε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επέμενε ότι με την σύνταξη της, πληρώνει αρκετές υποχρεώσεις που έχει με τον σύζυγο της αλλά και για τις δικές της ανάγκες και ότι δεν της απομένουν καθόλου χρήματα για να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος της. Ο σύζυγος της, συνεισφέρει από την δική του σύνταξη βοηθώντας στα κοινά έξοδα αλλά και στα προσωπικά δικά της έξοδα. Ακολούθως ανέφερε ότι έχει καθίζηση σπονδύλου και αυχενικό σύνδρομο. Για τα προβλήματα αυτά χρειάζεται να κάνει φυσιοθεραπείες, οι οποίες στοιχίζουν αρκετά χρήματα. Η εταιρεία Zena Company Ltd ανήκε στην πεθερά της. Της υποβλήθηκε ότι είναι διευθύντρια της εταιρείας αυτής. Αρνήθηκε την υποβολή λέγοντας ότι ανέλαβαν με τον σύζυγο της την εταιρεία όταν η πεθερά της δεν μπορούσε να την διαχειριστεί λόγω της ασθένειας Alzheimer's. Η πεθερά της όμως πέθανε εδώ και 6 χρόνια και έκτοτε ανέλαβαν άλλοι την διαχείριση. Της υποβλήθηκε επίσης ότι στους τελευταίους λογαριασμούς για το 2013 (τεκμ. 1) φαίνεται ότι η εταιρεία αυτή έχει κέρδος €990.935,00 και ότι η ίδια έπαιρνε μισθό ως διευθύντρια. Η εναγομένη αρνήθηκε τις πιο πάνω υποβολές και επέμενε ότι δέχθηκε να οριστεί τυπικά διευθύντρια για να βοηθήσει την πεθερά της χωρίς να έχει εισόδημα. Τους λογαριασμούς τους ετοίμασε ο λογιστής χωρίς η ίδια να έχει καμία ανάμιξη. Η μάρτυρας αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι μπορεί σήμερα να εξεύρει εργασία με ικανοποιητικά εισοδήματα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι στα 68 της χρόνια και με τα ιατρικά προβλήματα στην σπονδυλική στήλη που αντιμετωπίζει δεν μπορεί να εργαστεί πουθενά. Επέμενε δε ότι δεν έχει κανένα άλλο εισόδημα εκτός από τη σύνταξη της. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης της εναγομένης, οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρα την Γ. Ιωάννου. Ανέφερε ότι είναι βοηθός εξεταστής στο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της, είναι και η τήρηση και έλεγχος του φακέλου της εταιρείας Zena Company Ltd τον οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
  3. Κατά την μάρτυρα, προκύπτει από τον εν λόγω φάκελο ότι η εναγομένη είναι μαζί με ακόμα 2 άτομα, διευθύντρια της εταιρείας. Ο διορισμός των ως άνω διευθυντών έχει κοινοποιηθεί στο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών με το έντυπο ΗΕ4, που φέρει σφραγίδα παραλαβής με ημερομηνία 27.02.03 και ημερομηνία διορισμού 25.02.
  4. Η μάρτυρας κατέθεσε στην συνέχεια ότι με βάση τα ενώπιον της στοιχεία και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εταιρεία έχει υποβάλει τις ετήσιες εκθέσεις μαζί με τις οικονομικές καταστάσεις μέχρι και το 2012 και έχει πληρώσει τα ετήσια τέλη της, προκύπτει ότι η αυτή η εταιρεία είναι ενεργή. Κατέθεσε στην συνέχεια ως τεκμήριο 8, τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2009 έως 2012, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα κέρδη της εταιρείας καθώς και οι απολαβές των διευθυντών. Αντεξεταζόμενη από τον συνήγορο της εναγομένης, η μάρτυρας ανέφερε ότι οι οικονομικές καταστάσεις που κατέθεσε, αναφέρονται στο 2011 και
  5. Η ίδια δεν είναι λογιστής - ελεγκτής ώστε να είναι σε θέση να αναλύσει και επεξηγήσει ως ειδικός ενώπιον Δικαστηρίου, τους λογαριασμούς αυτούς. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτό κείμενο αγόρευσης, στο οποίο συνοψίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της εμπεριστατωμένης επιχειρηματολογίας των συνηγόρων ώστε να γίνουν ευχερέστερα κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση της συνηγόρου για τους ενάγοντες - αιτητές. Η συνήγορος των εναγουσών στην αγόρευση της, ανέφερε ότι παρότι στην παρούσα ζητήθηκαν διάφορα διατάγματα από Α έως Ζ, προωθήθηκε τελικά μόνο η εξέταση της εναγομένης για την οικονομική δυνατότητα της να πληρώσει με δόσεις το εξ' αποφάσεως χρέος της καθώς και η έρευνα για απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων της. Στην συνέχεια, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη στην ένορκη της δήλωση αλλά και στην εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε σε έξοδα πολύ μεγαλύτερα από την σύνταξη της, των €770,00 ήτοι ότι χρειάζεται €1.200,00 μηνιαίως. Η συνήγορος δέχθηκε ότι η σύνταξη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί δυνάμει του Νόμου για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης. Ισχυρίστηκε όμως ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει την πληρωμή μηνιαίων δόσεων για το υπόλοιπο ποσόν που η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι ξοδεύει για προσωπικά της έξοδα ήτοι €490,
  6. Πέραν τούτου, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε η εναγομένη στο Δικαστήριο για να αποδείξει την πληρωμή ενοικίων, την πληρωμή φυσιοθεραπειών και την αναγκαιότητα τους και γενικά των ποσών που η ίδια ισχυρίζεται ότι καταβάλλει το μήνα, τα οποία ξεπερνούν το ποσό της σύνταξης της. Περαιτέρω, η εναγομένη δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο που να βεβαιώνει ότι είναι ασθενής και ως εκ τούτου αδυνατεί να εργαστεί. Η ηλικία της δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για να ασκήσει εργασίες στα πλαίσια των δυνατοτήτων της όπως της υποβλήθηκαν κατά την εξέταση της για να εξασφαλίσει ένα εισόδημα και να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος της, το οποίο μαζί με του υπολογισμούς των τόκων φτάνει σχεδόν το €1.000.
  7. Η μαρτυρία της λειτουργού του Εφόρου Εταιρειών, σκοπό είχε να αποδείξει ότι η εναγομένη απέκρυψε εισοδήματα και να φανεί η αναξιοπιστία της, εφ' όσον λέει ψέματα ότι δεν είναι διευθύντρια της εταιρείας Zena Company Ltd. Η μάρτυρας αυτή, κατέθεσε ότι η εταιρεία είναι ενεργή μέχρι σήμερα, εξηγώντας ότι υπάρχουν κατατεθειμένες στον Έφορο Εταιρειών, οι ετήσιες εκθέσεις μέχρι το 2013 και οι οικονομικές καταστάσεις μέχρι το 2012 καθώς και τα ετήσια τέλη μέχρι το
  8. Περαιτέρω, μέσα από το φάκελο της εν λόγω εταιρείας, η μάρτυρας κατέθεσε ενδεικτικά στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 8, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις των τελευταίων ετών από το 2009 μέχρι το 2012 που είναι το τελευταίο έτος που κατατέθηκαν τα προβλεπόμενα από το Νόμο έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών. Τέλος, η μάρτυρας υπέδειξε την σελίδα 14 στην παράγραφο 11 των οικονομικών καταστάσεων όπου καταγράφονταν οι λογαριασμοί μετόχων και συμβούλων και όπου φαίνονται μεταξύ άλλων οι «απολήψεις» των ανωτέρω διευθυντών από την εταιρεία. Δηλαδή, αναγράφονται τα ποσά που πήραν από την εταιρεία το
  9. Πήραν συγκεκριμένα €1.162,934 σε σύγκριση με €1.090,590 που πήραν το
  10. Κατά την συνήγορο προκύπτει από τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις ότι οι διευθυντές και μέτοχοι μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, έλαβαν το 2012 το ποσό των €1.162,934 αφήνοντας χρεωστικά υπόλοιπα στην εταιρεία. Η οικονομική κατάσταση της εταιρείας δείχνει να είναι σταθερή τα τελευταία χρόνια, πράγμα το οποίο καταδεικνύει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι θα συνεχίσει την κερδοφορία της μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκε έγκαιρα για την καταχώρηση των ετήσιων εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων. Η ενδεικτική αυτή κατάσταση φανερώνει κατά την συνήγορο ότι η εναγομένη έχει και άλλα εισοδήματα, τα οποία απέκρυψε από το Δικαστήριο. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει διάταγμα για επιπλέον ποσόν, εκτός από τα ποσά τα οποία κατά την δήλωση η εναγομένη ξοδεύει πέραν του ακατάσχετου της σύνταξης της. Θα πρέπει να υπολογιστεί και το ποσό το οποίο σαν διευθύντρια της "Zena Company Ltd" εισπράττει όπως αυτό φαίνεται μέσα από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του 2011 και του 2012 στην σελίδα 14 στην παράγραφο 11 όπου φαίνονταν καθαρά οι αναλήψεις των διευθυντών. Προκύπτει ότι το 2012, οι 3 διευθυντές εισέπραξαν το ποσό των €72.344 που είναι η διαφορά των χρεωστικών υπολοίπων από το 2011 στο
  11. Εάν πάρουμε τον τελευταίο χρόνο μόνο, αντιστοιχεί στην εναγομένη ποσό €8.050 τον χρόνο ήτοι €670 τον μήνα και ανάλογα το 2011 €11.514 ήτοι €960 τον μήνα. Η αγόρευση του συνηγόρου για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση. Ο συνήγορος της εναγομένης, αναφέρθηκε αρχικά στην νομική πτυχή της υπόθεσης και στην νομολογία που ερμηνεύει τις στις πρόνοιες του Κεφ. 6 που δίνουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εξόφληση εξ' αποφάσεως χρέους μετά από εξέταση της οικονομικής κατάστασης εξ' αποφάσεως χρεώστη. Ήταν δε η θέση του συνηγόρου με παραπομπή σε νομολογία ότι δεν εκδίδεται κανένα διάταγμα εάν αυτό θα επηρεάσει την ικανότητα του χρεώστη να αντιμετωπίσει τις ουσιαστικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του. Κατά τον συνήγορο στην παρούσα περίπτωση, η εναγομένη κατέθεσε ενόρκως και απάντησε με ειλικρίνεια σε κάθε ερώτηση που της υποβλήθηκε. Κατέθεσε αντίγραφο των ετήσιων απολαβών της από την σύνταξη των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και παρέμεινε σταθερή στην μαρτυρία της ότι αυτό είναι το μοναδικό της εισόδημα. Επίσης, με κάθε ειλικρίνεια επεξήγησε στο Δικαστήριο πως το εισόδημα της από την σύνταξη της, το διαθέτει για την κάλυψη των ουσιωδών αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της. Όσον αφορά την εταιρεία Zena Company Ltd, η εναγομένη απάντησε κατά τον συνήγορο με ειλικρίνεια ότι αυτή ανήκε στην πεθερά της και ότι η ίδια διορίστηκε ως διαχειριστής της. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι δεν έχει εισοδήματα από την εν λόγω εταιρεία. Επεσήμανε επί του προκειμένου ότι η μάρτυρας του Εφόρου Εταιρειών, κατέθεσε ότι δεν ήταν σε θέση να μελετήσει και αναλύσει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Ούτε από πλευράς των εναγόντων κλήθηκε ο ελεγκτής της εταιρείας για να αναφέρει αν η εναγομένη είχε οποιονδήποτε εισόδημα από την εταιρεία. Συνεπώς, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ως όφειλαν ότι η εναγομένη έχει οιονδήποτε εισόδημα, πέραν της σύνταξης των κοινωνικών ασφαλίσεων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η σύνταξη των €770,00 τον μήνα, είναι κάτω του ορίου της φτώχειας. Επιπλέον, τέτοιο εισόδημα δεν πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψιν από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 82 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  12. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ρητά κατά τον συνήγορο ότι η σύνταξη δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου δεν λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση της οικονομικής κατάστασης του εξ' αποφάσεως οφειλέτη. Περαιτέρω, ο συνήγορος παρέπεμψε στην υπόθεση Στυλιανού v. Ανδρεάδη
(2005), 1 Α.Α.Δ. 509, σύμφωνα με την οποία, το γεγονός ότι η εναγομένη λαμβάνει επίδομα από το κράτος, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο οικονομικής αδυναμίας. Ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή η εναγομένη δεν έχει επιπρόσθετα εισοδήματα πέραν της σύνταξης της και αδυνατεί να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος της. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ.6) όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 134(Ι)/
  1. Με τον πιο πάνω τροποποιητικό Νόμο, αντικαταστάθηκαν τα μέρη ΧΙΙΙ και ΙΧ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6). Έχει δοθεί μετά την τροποποίηση, εξουσία στο Δικαστήριο να διατάζει μετά από έρευνα, διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων καθώς και διάταγμα αποκοπής απολαβών. Τα πιο πάνω, επιπρόσθετα με την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους με περιοδικές πληρωμές, εξουσία που προέβλεπαν επίσης οι καταργηθείσες διατάξεις του Κεφ.
  2. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 87
(2), κανένα από τα πιο άνω τρία διατάγματα δεν εκδίδεται αν δεν ζητείται με την αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ερμηνεύοντας τις καταργηθείσες διατάξεις του Κεφ.6, έχει καθορίσει τις βασικές αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Στο βαθμό που η ίδια εξουσία για διάταγμα περιοδικών πληρωμών δεν επηρεάστηκε από την πιο πάνω τροποποίηση, θεωρώ τη νομολογία αυτή δεσμευτική για το Δικαστήριο για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Αυτό βέβαια, όσον αφορά μόνο την εξουσία για την έκδοση διατάγματος μηναίων δόσεων για την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Οι εν λόγω νομολογιακές αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η διαδικασία εξέτασης της οικονομικής κατάστασης εξ' αποφάσεως οφειλέτη, λαμβάνει ουσιαστικά ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο να κρίνει, μετά τη διεξαγωγή της δέουσας έρευνας σχετικά με τα οικονομικά μέσα του χρεώστη, κατά πόσον ο χρεώστης είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις ή μέσω άλλου προβλεπόμενου διατάγματος. Ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686). 2. Μέσα από μια τέτοια διερεύνηση, ο εξ' αποφάσεως χρεώστης καλείται ο ίδιος να εκθέσει, να αναλύσει και εξηγήσει τις πηγές εισοδημάτων του και το ύψος τους καθώς και περιουσιακά στοιχεία του στη βάση αποδεικτικών στοιχείων που ο ίδιος οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο (Gesico Photographics Ltd v. J.K. Video Art Co Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 134). 3. Η οικονομική ευχέρεια για την αποπληρωμή χρέους με δόσεις συναρτάται άμεσα με τις ανάγκες του χρεώστη και της οικογένειας του για αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτές περιλαμβάνουν την στέγαση, την διατροφή, την ιατρική περίθαλψη, την μόρφωση των παιδιών εάν υπάρχουν, κάποια ευχέρεια για την κοινωνική διακίνηση του χρεώστη και κάποιο περιθώριο για την αντιμετώπιση εκτάκτων δαπανών (Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ (ανωτέρω) και Νίτσα Χριστάκη ή άλλως Παγωνίτσα Χριστάκη Παναγιώτου v. Μάρω Μιχαήλ
(1998)1 Α.Α.Δ. 422).
  1. Δεν εκδίδεται διαταγή για πληρωμή χρέους δια μηνιαίων δόσεων εάν κάτι τέτοιο επηρεάζει τις ουσιαστικές ανάγκες, του ιδίου του χρεώστη και της οικογένειας του.
  2. Δεν μπορεί ένας οφειλέτης να δημιουργεί υποχρεώσεις, πέραν αυτών που είναι αναγκαίες για την κάλυψη ουσιαστικών βιοτικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του και ακολούθως να τις επικαλείται ως δικαιολογία για την ανικανότητα και αδυναμία του να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του (Anestos Adamou Kokoni v. Xenophon Ioannides
(1963)C.L.R. 468 και Σ.Π.Ε. Αραδίππου v. Έλλη Ιακώβου
(1999)1 Α.Α.Δ. 2032). 6. Δαπάνες σχετικά με την κατανάλωση τσιγάρων και ποτών καθώς επίσης δαπάνες που αφορούν διασκέδαση, καφενεία και άλλα συναφή δεν θεωρούνται ως αναγκαία έξοδα (Soteriades v. Koutsiou (ανωτέρω), Chrysostomou v Athanasiou
(1981)1 C.L.R. 669). 7. Χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών ή τα οποία προκύπτουν από μεταγενέστερες του δικαστικού χρέους υποχρεώσεις δεν έχουν προτεραιότητα απέναντι στο εξ' αποφάσεως χρέος, ιδιαίτερα χωρίς να υπάρχει καν δικαστική απόφαση (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Μ. Κωνσταντίνου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1034).
  1. Εφόσον διαπιστωθεί μετά από συνεκτίμηση όλων των οικονομικών πόρων του χρεώστη και των ουσιαστικών αναγκών του ιδίου και της οικογένειας του ότι αυτός είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με περιοδικές πληρωμές, ο επακριβής καθορισμός του ποσού, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Φλαγκοφάς v. Αταλέζα Λτδ ανωτέρω). Έχει επίσης τονιστεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης ότι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που άπτεται άμεσα του κύρους της δικαστικής διαδικασίας. Επισημάνθηκε ότι η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της, με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Ως εκ τούτου δεν εκδίδεται διάταγμα περιοδικών πληρωμών, μόνο στις περιπτώσεις όπου αποδειχθεί ότι αυτό θα επηρεάσει την αξιοπρεπή διαβίωση του χρεώστη. Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, τα προβλεπόμενα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης όπως το διάταγμα περιοδικών πληρωμών δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις ( βλ. μεταξύ άλλων Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Μ. Κωνσταντίνου ανωτέρω). Παρόλα αυτά, είναι σαφές από τον ίδιο τον Νόμο ότι στην εξέταση του εξ' αποφάσεως χρεώστη δεν λαμβάνονται υπόψιν τα εισοδήματα που έχει για σκοπούς δημόσιου βοηθήματος ή για σκοπούς συνταξιοδότησης του, από την στιγμή που το ποσό της σύνταξης δεν υπερβαίνει το όριο της φτώχειας για μονήρες νοικοκυριό (βλ. την επιφύλαξη (ε) του άρθρου άρθρο 82.1 του Κεφ. 6). Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 67 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (Ν. 59(Ι)/2010)ως τροποποιήθηκε, το ποσόν της σύνταξης της εναγομένης το οποίο θεωρείται ως παροχή από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν υπόκειται σε κατάσχεση δυνάμει του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Συμπεράσματα Οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν ότι το ποσόν της σύνταξης που παίρνει η εναγομένη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς της παρούσας. Ισχυρίστηκαν όμως ότι η εναγομένη έχει επιπλέον εισοδήματα πέραν αυτής της σύνταξης, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς εξόφλησης του εξ' αποφάσεως χρέους. Ανεξαρτήτως του ακατάσχετου της σύνταξης που προβλέπει ο Νόμος, είναι γεγονός ότι το ποσόν των €770,00 που η εναγομένη λαμβάνει ως σύνταξη δεν είναι ικανοποιητικό από μόνο του για εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης με δεδομένα τα μηνιαία έξοδα της, όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ειδικότερα το γεγονός ότι πληρώνει μαζί με τον επίσης συνταξιούχο σύζυγο της, €550,00 μηνιαίως για ενοίκιο. Ως εκ τούτου, το κυρίαρχο στοιχείο που θα εξεταστεί στην συνέχεια, είναι κατά πόσον από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχει αποδειχθεί η θέση των εναγόντων για επιπλέον έσοδα της εναγομένης πέραν της σύνταξης της, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Η ενάγοντες στήριξαν την πιο πάνω θέσεις τους σε δύο επιχειρήματα. Το πρώτο, αφορά το γεγονός ότι η εναγομένη στην εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου, επικαλέστηκε μηνιαία έξοδα που ξεπερνούν το ποσόν της σύνταξης που παίρνει από τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ήταν η θέση της συνηγόρου των εναγόντων ότι το επιπλέον ποσόν που επικαλέστηκε η εναγομένη ως έξοδα πέραν της σύνταξης της, θα πρέπει να το πληρώνει σε μηνιαία βάση για εξόφληση του χρέους της. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Η εναγομένη εξήγησε κατά την εξέταση της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα μηνιαία έξοδα της οικογένειας, τα μοιράζεται με τον σύζυγο της που είναι επίσης συνταξιούχος. Το γεγονός ότι αναφέρθηκε σε έξοδα πέραν των €770,00 μηνιαίως δεν σημαίνει ότι τα επωμίζεται όλα η ίδια. Ούτε βέβαια το γεγονός αυτό αποδεικνύει από μόνο του ότι η εναγομένη έχει έσοδα, άλλα από την σύνταξη της. Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο στηρίζονται οι ενάγοντες για απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού τους, είναι οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Zena Company Ltd, στην οποία η εναγομένη εμφανίζεται ως διευθύντρια. Σύμφωνα με την μαρτυρία της λειτουργού του Εφόρου Εταιρειών, η εταιρεία αυτή είχε το 2011 και 2012 κέρδος. Οι οικονομικές δε καταστάσεις, καταδεικνύουν πληρωμές στους διευθυντές (τεκμ. 8). Όμως η ίδια μάρτυρας από τον Έφορο Εταιρειών, κατέθεσε ταυτόχρονα ότι δεν είναι λογιστής - ελεγκτής ώστε να είναι σε θέση να αναλύσει και επεξηγήσει ως ειδικός ενώπιον Δικαστηρίου, τις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις. Έχω την άποψη ότι δεν πρέπει να είναι κάποιος ειδικός για να αντιληφθεί διαβάζοντας τους εν λόγω λογαριασμούς ότι η πιο πάνω εταιρεία ήταν κερδοφόρο και ότι κάποιες παροχές (απολήψεις), δόθηκαν στους διευθυντές της, τα έτη 2011 και
  2. Όμως είναι γεγονός ότι στους εν λόγω λογαριασμούς δεν υπάρχει σαφής αναφορά για τι ποσά εισέπραξε η εναγομένη, αν εισέπραξε οιαδήποτε ποσά ως διευθύντρια αφού εμφανίζονται και άλλα πρόσωπα ως διευθυντές. Επιπλέον, στην αμοιβή διευθυντών αναφέρεται η φράση "ως εκτελεστικοί διευθυντές" χωρίς να ξεκαθαρίζει ποιοι είναι αυτοί και αν η εναγομένη συγκαταλέγεται μεταξύ τους. Αυτό, σε συνδυασμό με την θέση της εναγομένης ότι ο διορισμός της ήταν τυπικός μετά το θάνατο της πεθεράς της, στην οποία ανήκε η εταιρεία. Περαιτέρω, οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις δεν συνιστούν κατά την κρίση μου επαρκή μαρτυρία, προκειμένου να καταδείξουν ότι η εναγομένη έχει σήμερα έσοδα από την εν λόγω εταιρεία. Κατ' αρχάς, οι οικονομικές καταστάσεις είναι μέχρι το
  3. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία αυτή έχει σήμερα κέρδη. Πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η εναγομένη έχει σήμερα οιονδήποτε εισόδημα ως διευθύντρια της εν λόγω εταιρείας. Τυχόν εισοδήματα του 2011 και 2012 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδείξουν τα σημερινά εισοδήματα της εναγομένης κατά την ημερομηνία εξέτασης της από το Δικαστήριο. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω και από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, ότι δεν έχει αποδειχθεί ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η εναγομένη έχει σήμερα έσοδα ως διευθύντρια της εταιρείας Zena Company Ltd, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, δεν συμφωνώ με την θέση της συνηγόρου για τους ενάγοντες ότι η εναγομένη θα μπορούσε να διεξάγει οιανδήποτε άλλη εργασία προκειμένου να είναι σε θέση να εξοφλήσει το πολύ μεγάλο χρέος της, το οποίο υπερβαίνει τις €600.000,
  4. Η ενάγουσα είναι σήμερα συνταξιούχος ηλικίας 68 ετών. Ούτε η ηλικία της ούτε τα προβλήματα υγείας που επικαλέστηκε, της επιτρέπουν να διεξαγάγει οιανδήποτε εργασία από αυτές που η συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε. Είναι σαφές από όλα τα πιο πάνω, ότι σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η εναγομένη δεν έχει ούτε θα μπορούσε να αποκτήσει από οποιαδήποτε εργασία επιπλέον έσοδα, πέραν από την σύνταξη των €770,00 που παίρνει από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Όπως έχει δε προαναφερθεί, η εν λόγω σύνταξη δεν μπορεί δυνάμει του άρθρου 67 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου 59(Ι)/2010 να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, στην βάση των μέτρων εκτέλεσης που προβλέπει ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος. Αλλά ακόμη και να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το ποσόν των €770,00 της σύνταξης της εναγομένης για σκοπούς εκτέλεσης, βρίσκω ότι αυτό είναι τόσο χαμηλό που δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση για την εναγομένη με δεδομένα τα μηνιαία έξοδα της, όπως αυτά παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και ειδικότερα το γεγονός ότι πληρώνει μαζί με τον επίσης συνταξιούχο σύζυγο της, €550,00 μηνιαίως για ενοίκιο. Υπό τας περιστάσεις, η επιδίκαση οιουδήποτε ποσού για μηνιαίες δόσεις θα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης και θα της στερήσει κατά την κρίση μου, την δυνατότητα αντιμετώπισης των άμεσων αναγκών της ιδίας και της οικογένειας της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Οι ενάγοντες να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.