← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα KALDAS ν. AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY, Αρ. Αγωγής: 1931/2011, 15/4/2019

ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα KALDAS ν. AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY, Αρ. Αγωγής: 1931/2011, 15/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1931/2011 Μεταξύ: XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX XXXXX XXXXX KALDAS, από τη Λεμεσό, οδός XXXXX 15, XXXXX CHAMBERS, 3ος - 4ος όροφος, Τ.Κ. XXXXX, XXXXX Ενάγοντας και AMERICAN LIFE INSURANCE COMPANY, από τη Λευκωσία, XXXXX 38, Τ.Θ.XXXXX, XXXXX Λευκωσία Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15.4.2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Νικολάου για κ.κ. Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Κ. Δημητριάδης για κ.κ. Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο αποβιώσας XXXXX XXXXX XXXXX Kaldas διατηρούσε ασφαλιστικό συμβόλαιο με τους εναγόμενους οι οποίοι είναι ασφαλιστική εταιρεία για κάλυψη σε περίπτωση ατυχήματος. Ο ασφαλισμένος απεβίωσε στις 9.7.

  1. Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων ως διαχειριστής της περιουσίας του αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €56.383,
  2. Ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου επήλθε συνεπεία τραυματισμού από βολίδες πυροβόλου όπλου, ότι αποτελεί περίπτωση που το επίδικο συμβόλαιο καλύπτει και πως οι εναγόμενοι, κατά παράβαση των όρων του εν λόγω συμβολαίου, παραλείπουν να του καταβάλουν το ως άνω ποσό το οποίο διεκδικεί. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX XXXXX XXXXX Kaldas και ότι εγείρει την παρούσα αγωγή υπό την ως άνω ιδιότητά του. Ισχυρίζεται ότι ο ως άνω αποβιώσας διατηρούσε ασφαλιστήριο συμβόλαιο προσωπικών ατυχημάτων με τους εναγόμενους το οποίο του παρείχε μεταξύ άλλων και κάλυψη σε περίπτωση θανάτου για το ποσό των €56.383,
  3. Ο ως άνω ασφαλισμένος απεβίωσε στις 9.7.2004 συνεπεία τραυματισμού από βολίδες πυροβόλου όπλου. Ισχυρίζεται ότι κατά την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που διατηρούσε με τους εναγόμενους βρισκόταν σε ισχύ και παρά το γεγονός ότι ο ενάγων ζήτησε την πληρωμή του επίδικου ποσού με επιστολή του ημερομηνίας 22.1.2009 οι εναγόμενοι παραβαίνοντας τους όρους του μεταξύ τους συμβολαίου παραλείπουν να του το καταβάλουν. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι η απαίτηση και/ή αξίωση του ενάγοντα στη βάση του επίδικου συμβολαίου ημερομηνίας 10.3.1992 έχει παραγραφεί και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει δικαστικά αφού παρήλθε χρόνος πέραν των 3 ετών από τις 9.7.2004 που ο ασφαλισμένος έχασε τη ζωή του. Ισχυρίζονται ότι σχετικός είναι ο όρος αρ. 14 του επίδικου συμβολαίου. Ισχυρίζονται επίσης ότι ο ως άνω αποβιώσας διατηρούσε με αυτούς 2 ασφαλιστήρια συμβόλαια, ένα ζωής με αρ. XXXXX5634 και ένα προσωπικών ατυχημάτων με αρ. XXXXX1445 και ότι στη βάση του ασφαλιστηρίου ζωής κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των €13.335,64 που αφορούσε πλήρη εξόφληση της απαίτησης που προέκυπτε από το εν λόγω συμβόλαιο. Ισχυρίζονται επίσης ότι αρνήθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό στη βάση του επίδικου συμβολαίου προσωπικών ατυχημάτων καθότι ο θάνατος του ασφαλισμένου δεν προήλθε από ατύχημα αλλά από εγκληματική ενέργεια τρίτου προσώπου η οποία δεν περιλαμβάνεται στον σχετικό όρο «τραυματισμός» του συμβολαίου. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο ως άνω αποβιώσας συζητούσε έντονα και/ή τσακωνόταν με 2 άλλα άγνωστα πρόσωπα τα οποία και/ή ένας εξ αυτών τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν και ότι απέρριψαν την απαίτηση του ενάγοντα αφού ο αποβιώσας συμμετείχε σε παράνομη πράξη και/ή λόγω του ότι υπήρξε εκ μέρους του απόπειρα διάπραξης ή εκούσια συμμετοχή σε παράνομη πράξη ή παράβαση ή απόπειρα παράβασης του Νόμου κάτι το οποίο σύμφωνα με άλλο σχετικό όρο του επίδικου συμβολαίου αποτελούσε λόγο εξαίρεσης από την υποχρέωσή τους να καλύψουν στη βάση αυτού. Ο ενάγων καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση των εναγομένων την οποία τροποποίησε μεταγενέστερα. Με την απάντησή του ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται να ισχυρίζονται και/ή να επικαλούνται οιαδήποτε παραγραφή εφόσον βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τον ενάγοντα μέχρι την ημέρα καταχώρησης της αγωγής και ζητούσαν από τον ενάγοντα περαιτέρω πιστοποιητικά για να εξετάσουν κατά πόσο θα πλήρωναν το ποσό το οποίο δικαιούταν ο αποβιώσας χωρίς να αναφέρουν οιαδήποτε παραγραφή της αξίωσης. Ισχυρίζεται επίσης ότι σύμφωνα με τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 δεν ισχύει η παραγραφή οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματός του. Ισχυρίζεται ότι ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ίσχυε οιαδήποτε παραγραφή, το χρονικό περιθώριο των 3 ετών που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο δεν ισχύει από την ημέρα θανάτου του αποβιώσαντος αλλά επέρχεται από την ημέρα την οποία ο ενάγων ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του και περιήλθε στη γνώση του ο θάνατος του εν λόγω προσώπου. Ισχυρίζεται επίσης ότι ανεξάρτητα και/ή άνευ βλάβης των πιο πάνω ο όρος 14 του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου Προσωπικών Ατυχημάτων υπ' αριθμό 10471445 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση επειδή είναι άκυρος γιατί: α) αντίκειται στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθότι περιορίζει απόλυτα το δικαίωμα πρόσβασης του ενάγοντα στο δικαστήριο με την παρέλευση και μόνο της προθεσμίας τριών ετών από το χρόνο κατά τον οποίον γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί στους εναγομένους, β) αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 καθότι περιορίζει την προθεσμία της επιβολής των δικαιωμάτων του ενάγοντα σε σχέση με το ως άνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο μέσω των συνήθων δικαστικών διαδικασιών και γ) αντίκειται στον Περί Παραγραφής Αγωγών Νόμο Κεφ. 15 καθότι δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση αλλά για παραγραφή έξω από τα πλαίσια του εν λόγω Νόμου. Ισχυρίζεται τέλος ότι ο αποβιώσας πέθανε από ατύχημα και σε κάθε περίπτωση υπό συνθήκες οι οποίες καλύπτονται από το επίδικο συμβόλαιο και ότι ουδέποτε συμμετείχε σε παράνομη πράξη ή απόπειρα διάπραξης ή εκούσια συμμετοχή σε παράνομη πράξη. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία προσκόμισε μόνο η πλευρά του ενάγοντα. Κατέθεσαν 2 μάρτυρες, ο ενάγων και ο κ. XXXXX Λαμπριανίδης. Ο ενάγων (Μ.Ε.1) κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX XXXXX XXXXX Kaldas. Περί τα μέσα Ιανουαρίου 2009 επικοινώνησε μαζί του ο αδελφός του ως άνω αποβιώσαντα και του ανέθεσε να διερευνήσει τι αφορούσαν κάποια έγγραφα τα οποία βρέθηκαν στο διαμέρισμά του αποβιώσαντα στη Λεμεσό. Μεταξύ αυτών των εγγράφων ήταν αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων των εναγομένων. Στις 21.1.2009 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με υπάλληλο των εναγομένων η οποία του ανέφερε ότι ο αποβιώσας διατηρούσε με τους εναγόμενους 2 ασφαλιστήρια συμβόλαια και ο ίδιος στις 22.1.2009 ετοίμασε και απέστειλε στους τελευταίους σχετική επιστολή ημερομηνίας 22.1.2009 με την οποία τους πληροφορούσε ότι έλαβε οδηγίες να αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε επανέκδοση του επίδικου συμβολαίου το οποίο του απέστειλαν οι εναγόμενοι ως τεκμήριο 1 και την επιστολή ημερομηνίας 22.1.2009 ως τεκμήριο
  1. Στην ως άνω επιστολή του έλαβε απαντητική επιστολή από τους εναγόμενους ημερομηνίας 15.4.2009 την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 5, με την οποία τον πληροφορούσαν ότι για να εξετάσουν τις απαιτήσεις του θα έπρεπε να τους υποβάλλονταν όλα τα δικαιολογητικά τα οποία φαίνονταν στη σχετική κατάσταση η οποία ήταν επισυνημμένη στην εν λόγω επιστολή. Στις 19.1.2010 απέστειλε στους εναγόμενους επιστολή ημερομηνίας 19.1.2010, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 7, στην οποία επισύναψε τα αναγκαία έγγραφα και με την οποία ζητούσε από τους εναγόμενους να μελετήσουν τις απαιτήσεις του αναφορικά με τα 2 ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία ως άνω αποβιώσας διατηρούσε με αυτούς. Οι εναγόμενοι στις 22.2.2010 απέστειλαν στους δικηγόρους του ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 22.2.2010, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 8, με την οποία τους πληροφορούσαν ότι ενέκριναν την απαίτηση που αφορά το συμβόλαιο ζωής ωστόσο αδυνατούσαν να μελετήσουν την απαίτηση σε ό,τι αφορά το επίδικο συμβόλαιο λόγω ανεπαρκών στοιχείων και τελικού πορίσματος. Στις 2.3.2010 οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν στους εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 2.3.2010, τεκμήριο 9, με την οποία τους ζητούσαν να τους ενημερώσουν αναφορικά με τα επιπρόσθετα στοιχεία που απαιτούνταν για τη μελέτη της απαίτησης και τι τελικό πόρισμα ανέμεναν. Οι εναγόμενοι απάντησαν με σχετική επιστολή τους ημερομηνίας 24.3.2010, τεκμήριο 10, αναφέροντας ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο αποβιώσας έχασε τη ζωή του δεν θεωρούνταν ούτε ερμηνεύονταν ως ατύχημα, θα ήταν όμως σε κάθε περίπτωση πρόθυμοι να επανεξετάσουν την απαίτηση όταν η υπόθεση θα εξιχνιαζόταν πλήρως από την αστυνομία και υπήρχε σχετική θανατική ανάκριση και τελικό πόρισμα. Σε συνέχεια της ως άνω επιστολής των εναγομένων οι δικηγόροι του ενάγοντα απέστειλαν άλλη επιστολή ημερομηνίας 25.5.2010, τεκμήριο 11, ζητώντας από αυτούς να δώσουν τις τελικές τους θέσεις. Στις 19.1.2011 οι δικηγόροι του ενάγοντα επικοινώνησαν ξανά με τους εναγόμενους αποστέλλοντας τους την επιστολή ημερομηνίας 19.1.2011, τεκμήριο 6, στην οποία επισύναψαν αντίγραφο του πορίσματος της θανατικής ανάκρισης και τους ζήτησαν να έχουν την τελική τοποθέτησή τους αναφορικά με τις αξιώσεις του διαχειριστή της περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι δυνάμει των όρων του εν λόγω συμβολαίου τεκμήριο 1 να καταβάλουν σε περίπτωση θανάτου του ως άνω αποβιώσαντα το ποσό των €56.383,
  2. Ο ως άνω ασφαλισμένος απεβίωσε στις 9.7.2004 και σύμφωνα με το πόρισμα ημερομηνίας 24.7.2007 το οποίο εκδόθηκε στη θανατική ανάκριση με αριθμό 74/2004 Ε. Δ. Λεμεσού, το οποίο επισυνάφθηκε στην επιστολή ημερομηνίας 19.1.2011, τεκμήριο 6, ο θάνατός του προήλθε από βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση η οποία προκλήθηκε από βολίδα πυροβόλου όπλου και λόγω διάτρησης καρδίας και πνευμόνων που προκλήθηκαν από βολίδες πυροβόλου όπλου. Στις 24.3.2010 οι εναγόμενοι με επιστολή τους ισχυρίστηκαν ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες προήλθε ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου δεν θεωρούνταν ως ατύχημα και αρνήθηκαν να καταβάλουν στον ενάγοντα το επίδικο ποσό. Οι εναγόμενοι διατήρησαν την ίδια στάση αρνούμενοι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό δυνάμει του επίδικου συμβολαίου και απέστειλαν στον ενάγοντα σχετική επιστολή ημερομηνίας 2.2.2011, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Λόγω της ως άνω άρνησης των εναγομένων στις 18.3.2011 καταχωρήθηκε η επίδικη αγωγή. Κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του αποβιώσαντα δεν είχε στην κατοχή του λεπτομέρειες για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια τα οποία ο τελευταίος διατηρούσε με τους εναγόμενους αλλά μόνο κάποιες τραπεζικές αποδείξεις και αποδείξεις πληρωμής ασφαλιστηρίων τα οποία είχε πάρει από κάποιο φίλο του αποβιώσαντα ο οποίος επισκέφθηκε το διαμέρισμά του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε γνώση των ασφαλιστηρίων εγγράφων τα οποία αναφέρονται σε επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 22.7.2004, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 14, ούτε της απαντητικής επιστολής των εναγομένων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης ημερομηνίας επίσης 22.7.2004, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι οικείοι του αποβιώσαντα δεν γνώριζαν για την ύπαρξη των ασφαλιστηρίων εγγράφων που εκείνος διατηρούσε με τους εναγόμενους μέχρι που ανακάλυψαν τις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων και ζήτησαν από τον ενάγοντα να αναλάβει τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μέχρι το έτος 2009 δεν είχε επικοινωνήσει οποιοσδήποτε μαζί του και αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου των εναγομένων ότι ο αδελφός του αποβιώσαντα του είχε αναθέσει πριν το έτος 2009 την υπόθεση λέγοντας ότι αυτό δεν είχε συμβεί ούτε και είχε οποιοδήποτε λόγο να το αποκρύψει. Κατά τη δικάσιμο που ο ενάγων έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου οι δικηγόροι των διαδίκων προέβηκαν σε μια κοινή δήλωση ότι από τα 12 τεκμήρια τα οποία κατέθεσε ο Μ.Ε.1 δεν αμφισβητείται η αποστολή όσων από αυτά αφορούν αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων. Δήλωσαν επίσης ότι γίνονται δεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους το ασφαλιστικό συμβόλαιο τεκμήριο 1, το πόρισμα του θανατικού ανακριτή ημερομηνίας 24.7.2007 (το οποίο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6), το διάταγμα διαχείρισης ημερομηνίας 7.5.2009 στην Αίτηση Διαχείρισης 166/2009 Ε. Δ. Λεμεσού (τεκμήριο 4), η επισυνημμένη στο τεκμήριο 10 επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης ημερομηνίας 26.5.2009, το πιστοποιητικό ημερομηνίας 15.7.2004, τεκμήριο 13 και η επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ημερομηνίας 22.7.2004, τεκμήριο
  5. Ο Μ.Ε.2 κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος και συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Χαραλαμπίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. και έχει πρόσβαση σε όλους τους φακέλους του γραφείου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και ο φάκελος της διαχείρισης του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX XXXXX Kaldas. Στον εν λόγω φάκελο εντόπισε διάφορα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 18 έως 23 στη διαδικασία. Τα εν λόγω έγγραφα είναι διάφορες αποδείξεις και χρεωστικές σημειώσεις τραπεζικών ιδρυμάτων. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια 18 έως 23 τα εντόπισε στον φάκελο της διαχείρισης του ως άνω αποβιώσαντος και από όσα τον πληροφόρησε ο ενάγων αυτά αποστάληκαν από συγγενικό πρόσωπο του αποβιώσαντα χωρίς όμως να γνωρίζει πότε αυτά καταχωρήθηκαν στον φάκελο. Από κάποιες σημειώσεις που υπάρχουν στον εν λόγω φάκελο υπολογίζει ότι η πρώτη επαφή με την εναγόμενη εταιρεία έγινε στις 22.1.2009 και ότι τα εν λόγω έγγραφα πρέπει να λήφθηκαν εκείνη την περίοδο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσεις τις εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όταν κρίνω ότι είναι απαραίτητο. Ο κ. Νικολάου εισηγήθηκε ότι ο θάνατος του ως άνω αποβιώσαντα οφείλεται σε ατύχημα το οποίο καλύπτεται από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τεκμήριο
  6. Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση των εναγομένων ότι η αξίωση του ενάγοντα στη βάση του επιδίκου συμβολαίου παραγράφηκε, εισηγήθηκε ότι ο όρος 14 του επίδικου συμβολαίου δεν επιβάλλει όπως η αξίωση διεκδικηθεί δικαστικά εντός 3 ετών από τον θάνατο του ασφαλισμένου. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε πληροφόρησαν τον ενάγοντα ότι υπέβαλε καθυστερημένα την απαίτησή του προς αυτούς και η στάση τους να του αναφέρουν ότι θα την εξετάσουν και να του ζητήσουν να τους προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία αποτελεί παραίτησή τους από το δικαίωμά τους να επικαλεστούν τον εν λόγω όρο του συμβολαίου. Ο κ. Δημητριάδης, έχοντας εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη, εισηγήθηκε ότι η επίδικη αγωγή καταχωρήθηκε όταν είχε ήδη παραγραφεί το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα αφού σύμφωνα με τον όρο 14 του επίδικου συμβολαίου είχαν παρέλθει πέραν των 3 ετών από τον χρόνο κατά τον οποίο γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείτο να υποβληθεί. Με αναφορά στον όρο 8 του επίδικου συμβολαίου, ο οποίος κατά την εισήγησή του πρέπει να διαβάζεται μαζί με τον όρο 14 εισηγήθηκε ότι σε αυτόν αναφέρεται ότι ουδεμία απόδειξη θα γίνεται αποδεκτή εάν υποβληθεί μετά την παρέλευση ενός
(1)έτους από τον χρόνο του συμβάντος της απώλειας. Εισηγήθηκε σχετικά ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου συνέβηκε στις 9.7.2004 και ότι η προθεσμία για την υποβολή της απαίτησης έληγε σε κάθε περίπτωση ένα χρόνο αργότερα. Κατά τη θέση του η καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 18.3.2011 έγινε σε χρόνο πέραν των 3 ετών από τη λήξη της προθεσμίας του ενός έτους για την υποβολή της απαίτησης. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου δεν προήλθε από ατύχημα αλλά από εγκληματική ενέργεια τρίτου προσώπου και συνεπώς δεν καλύπτεται από τους όρους του επίδικου συμβολαίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Ο ενάγων παρέμεινε σταθερός στο όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του όσον αφορά τα επίδικα θέματα ήταν ειλικρινής και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Σε κάποια σημεία της ούτε αμφισβητήθηκε. Κρίνω ότι ήταν ειλικρινής όταν ισχυρίστηκε ότι οι οικείοι του αποβιώσαντα μέχρι το έτος 2009 αγνοούσαν για την ύπαρξη των ασφαλιστικών συμβολαίων που διατηρούσε με τους εναγόμενους και ότι μέχρι τότε δεν είχαν επικοινωνήσει μαζί του. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και λογικός αφού δεν θα εξυπηρετούσε σε τίποτα να ήταν εις γνώση του τα πιο πάνω και να μην φρόντιζε να προχωρήσει την υπόθεση το ταχύτερο δυνατό. Σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία από τους εναγόμενους για να ανατρέψει τους ισχυρισμούς του. Κρίνω ότι δεν υπάρχει λόγος να μην αποδεχθεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία του ως αληθή και αποδίδουσα την πραγματική πορεία των γεγονότων. Ο Μ.Ε.2 επίσης υπήρξε σταθερός κατά την παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία του είναι τυπικής μορφής αφού ο μάρτυρας αρκέστηκε στο να καταθέσει στο Δικαστήριο κάποια έγγραφα ως τεκμήρια. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Τα ουσιώδη γεγονότα στην παρούσα αγωγή είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων. Είναι παραδεκτό ότι ο ως άνω αποβιώσας πέθανε στις 9.7.2004 και ότι το τεκμήριο 1 αποτελεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο υπογράφηκε από αυτόν και τους εναγόμενους. Το εν λόγω συμβόλαιο βρισκόταν σε ισχύ σε κάθε ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και το ποσό των €56.383,85 είναι το ποσό το οποίο πρέπει να πληρωθεί στον ενάγοντα σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δικαιούται να εκδοθεί απόφαση υπέρ του. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός το οποίο προκύπτει από το πόρισμα του θανατικού ανακριτή τεκμήριο 6 ότι ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου οφείλεται σε παράνομη θανάτωση η οποία προκλήθηκε από τη χρήση πυροβόλου όπλου. Προκύπτει τέλος από τον δικαστικό φάκελο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.3.2011. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί συμμετοχής του αποβιώσαντα σε παράνομη πράξη και/ή ότι υπήρξε εκ μέρους του απόπειρα διάπραξης ή εκούσια συμμετοχή σε παράνομη πράξη ή παράβαση ή απόπειρα παράβασης του Νόμου κρίνω ότι αυτοί παρέμειναν αστήρικτοι αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξή τους και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα μεταξύ τους γεγονότα κρίνω ότι το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει τα εξής θέματα: κατά πόσο ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου προήλθε από ατύχημα το οποίο καλύπτεται από το επίδικο συμβόλαιο, κατά πόσο η απαίτηση του ενάγοντα είχε παραγραφεί, κατά πόσο ο όρος 14 του συμβολαίου αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149 και κατά πόσο η συμπεριφορά των εναγομένων να μην αναφέρουν στους δικηγόρους του ενάγοντα ότι το δικαίωμα του τελευταίου παραγράφηκε τους εμποδίζει να επικαλούνται τον σχετικό όρο του συμβολαίου περί παραγραφής. Θα εξετάσω πρώτα το θέμα κατά πόσο ο θάνατος του ως άνω ασφαλισμένου εμπίπτει στις περιπτώσεις οι οποίες καλύπτονται από το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το εν λόγω συμβόλαιο ως προκύπτει από το περιεχόμενό του παρέχει ασφάλιση για περίπτωση θανάτου από ατύχημα και για μόνιμη και ολική ανικανότητα και ακρωτηριασμό. Στο Μέρος Ι του επίδικου συμβολαίου ως «τραυματισμός» ορίζεται ο «σωματικός τραυματισμός από ατύχημα επισυμβάν ενώ το παρόν έντυπο βρίσκεται σε ισχύ για τον ονομαζόμενο ασφαλισμένο του οποίου ο τραυματισμός αποτελεί τη βάση της απαίτησης, και συνεπαγόμενο, άμεσα και ανεξάρτητα από όλες τις άλλες αιτίες, σε καλυπτόμενη από το συμβόλαιο απώλεια». Η πλευρά του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου προήλθε από τραυματισμό οφειλόμενο σε ατύχημα και συνεπώς οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι στη βάση του επίδικου συμβολαίου να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό το οποίο αναφέρεται σε αυτό. Η πλευρά των εναγομένων εισηγήθηκε το αντίθετο. Είναι αναγκαίο λοιπόν λόγω των ως άνω εκ διαμέτρου αντίθετων εισηγήσεων να απαντηθεί κατά πόσο ο τραυματισμός του ως άνω αποβιώσαντα οφείλεται σε ατύχημα και κατά το έργο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί η λέξη «ατύχημα» που περιέχεται στο σχετικό συμβόλαιο. Στην υπόθεση Moran v. Railway Passengers Assurance Co.
(1919), 43 O.L.R. 561, στην οποία ένα άτομο τραυματίστηκε σε ένα καβγά στον οποίο δεν ήταν ο επιτιθέμενος αποφασίστηκε ότι τραυματίστηκε σε ατύχημα (by accidental means). Στην υπόθεση Grant v. Southern Cross Assurance Co. Ltd [1928] W.A.L.R. 65, στην οποία κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής διαμάχης ο ασφαλισμένος απειλούσε τον αδελφό του και ο πατέρας του με πρόθεση πυροβόλησε τον ασφαλισμένο στο πόδι το οποίο ακρωτηριάστηκε συνεπεία του πυροβολισμού κρίθηκε ότι ο τραυματισμός ήταν ατύχημα. Στην υπόθεση Istvan v. Merchants Casualty Insurance Co. [1940] 2 W.W.R. 462, στην οποία ο ασφαλισμένος πυροβολήθηκε όταν άνοιξε την πόρτα στις 3:00 π.μ. από ένα άτομο με το οποίο είχε προηγουμένως αντιπαραθέσεις και διαμάχες αποφασίστηκε ότι ο τραυματισμός του ασφαλισμένου ήταν ατύχημα και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να ανέμενε αυτό που συνέβηκε. Στην υπόθεση Letts v. Excess Insurance Co.
(1916), 32 T.L.R. 361, στην οποία προκλήθηκε θάνατος από εσκεμμένη εγκληματική πράξη θεωρήθηκε ότι η βύθιση του πλοίου Lusitania από γερμανικό υποβρύχιο ήταν ατύχημα εν τη εννοία του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Οι πιο πάνω αποφάσεις Καναδέζικων Δικαστηρίων έχουν ως κοινό στοιχείο ότι θεωρήθηκε ως ατύχημα τραυματισμός ο οποίος προκλήθηκε στον ασφαλισμένο από εκ προθέσεως ενέργεια του θύτη. Οι πιο πάνω αποφάσεις μνημονεύονται στο σύγγραμμα Personal Accident, Life and other Insurances του Hardy Ivamy, 1973 και ο συγγραφέας του στις σελίδες 20 και 21 αναφέρει τα ακόλουθα: «Thus, the third person may deliberately drive into the insured for the purpose of injuring him. He may even kill the insured with malice aforethought. It is submitted, however, that it is unnecessary to take into account the third person's state of mind, and that, for the purpose of ascertaining whether the element of accident is present in any given circumstances, the insured is the only person to be considered, and the construction must be determined from his standpoint. The commission of a willful, wrongful act is not an event which can reasonably be said to be capable of being foreseen and expected in the same sense as an event in the ordinary course of nature. Any injury resulting from such an act, done against the insured against the insured without his consent, is, so far as he is concerned, fortuitous and unexpected, and such injury is to be regarded as caused by ''accident'' within the meaning of the policy. If this is so, the quality of the act is immaterial; the policy equally applies whether the act is tortuous or criminal or whether, if the death of the insured is caused thereby, it amounts to murder». Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεώργιου Μπαμπινιώτη η λέξη «ατύχημα» ορίζεται ως το «τυχαίο συμβάν που προκαλεί τραυματισμό, θάνατο ή ζημιά». Στο ως άνω λεξικό δίδεται ως παράδειγμα της λέξης «ατύχημα» το ακόλουθο: «ερευνάται αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα ή ήταν προμελετημένο έγκλημα». Προκύπτει από το πιο πάνω παράδειγμα ότι η λέξη «ατύχημα» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με τη λέξη «προμελετημένο». Δηλαδή η λέξη «ατύχημα» ορίζεται ως το αντίθετο κάποιου συμβάντος το οποίο κάποιο πρόσωπο επεδίωξε να προκαλέσει. Φαίνεται από τα πιο πάνω ότι σύμφωνα με τις ως άνω αποφάσεις οι οποίες αναφέρονται στο ως άνω σύγγραμμα η επίδικη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ως ατύχημα το οποίο καλύπτεται από τους όρους του επίδικου συμβολαίου ενώ το αντίθετο θα συμβεί εάν γίνει αποδεκτή η ερμηνεία την οποία δίδει το λεξικό. Κρίνω ότι πρέπει να επιλέξω την ερμηνεία την οποία δίδουν οι πιο πάνω αναφερθείσες αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν σε υποθέσεις σχετικές με θέματα τα οποία προέκυψαν σε υποθέσεις ασφαλιστικής κάλυψης και ασφαλιστικών συμβολαίων και τα όσα αναφέρονται στο ως άνω σύγγραμμα που αφορά ειδικά σε θέματα ασφαλειών παρά την ερμηνεία που δίδει το λεξικό το οποίο αναφέρεται γενικά στην έννοια που η λέξη «ατύχημα» έχει στην καθημερινή της χρήση στην ελληνική γλώσσα. Ερχόμενος στα επίδικα θέματα και έχοντας υπόψη μου πως αποτελεί παραδεκτό γεγονός μεταξύ των διαδίκων, το οποίο προκύπτει από το πόρισμα του θανατικού ανακριτή, τεκμήριο 6, ότι ο θάνατος του ως άνω αποβιώσαντα οφείλεται σε παράνομη θανάτωση η οποία προκλήθηκε με τη χρήση πυροβόλου όπλου, κρίνω ότι ο τραυματισμός του οφείλεται σε ατύχημα. Κατά συνέπεια πρόκειται για περίπτωση η οποία καλύπτεται από τους όρους του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου. Η ως άνω κρίση μου δεν αρκεί όμως για να πετύχει η επίδικη αγωγή. Προτού καταλήξει το Δικαστήριο στην τελική του ετυμηγορία είναι αναγκαίο να εξεταστεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο όρος 14 του συμβολαίου αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149 και στο άρθρο 30
(3)του Συντάγματος και ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η απαίτηση του ενάγοντα είχε παραγραφεί δυνάμει του ως άνω όρου. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η απαίτηση και/ή αξίωση του ενάγοντα στη βάση του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 10.3.1992 παραγράφηκε και/ή δεν μπορεί να προχωρήσει δικαστικά αφού σύμφωνα με τον όρο 14 του Μέρους IV του εν λόγω συμβολαίου παρήλθε χρόνος πέραν των 3 ετών από τις 9.7.2004 που ο ασφαλισμένος έχασε τη ζωή του ως προνοείται στον σχετικό όρο και η επίδικη αγωγή καταχωρήθηκε μετά την παρέλευση του ως άνω χρόνου. Παραθέτω πιο κάτω τον όρο 14 του επίδικου συμβολαίου: «14) Αγωγές: Καμιά αγωγή με βάση το νόμο ή το δίκαιο της επιείκειας θα εγείρεται για απαίτηση δυνάμει του παρόντος συμβολαίου πριν την εκπνοή εξήντα
(60)ημερών από την υποβολή, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος συμβολαίου, γραπτής απόδειξης απώλειας. Καμιά τέτοια αγωγή θα εγείρεται μετά την εκπνοή τριών
(3)ετών από το χρόνο κατά τον οποίον γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί». Ο ως άνω όρος πρέπει να διαβάζεται μαζί με τον όρο 8 «Χρόνος Υποβολής Εντύπων Απαίτησης» ο οποίος προνοεί ότι «Εν πάση όμως περιπτώσει, ουδεμία απόδειξη θα γίνεται αποδεκτή εάν υποβληθεί μετά την παρέλευση ενός
(1)έτους από τον χρόνο του συμβάντος της απώλειας». Ο ενάγων εισηγείται ότι ο εν λόγω όρος 14 του επίδικου συμβολαίου αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149 το οποίο προνοεί ότι συμφωνίες περιοριστικές της ελευθερίας προς λήψη δικαστικών μέτρων είναι άκυρες. Το σχετικό άρθρο έχει ως εξής: «28.-
(1)Κάθε συμφωνία, στο μέτρο που περιορίζει απόλυτα την ελευθερία οποιουδήποτε από τα μέρη προς επιβολή των δικαιωμάτων αυτού δυνάμει ή σε σχέση με οποιαδήποτε σύμβαση, μέσω των συνήθων δικαστικών μέτρων, ή στο μέτρο που περιορίζει την προθεσμία της επιβολής των εν λόγω δικαιωμάτων, είναι άκυρη». Ο δικηγόρος του ενάγοντος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Κυριάκος Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 1609 και εισηγήθηκε ότι ισχύουν τα ίδια και στην παρούσα υπόθεση όσον αφορά τον όρο 14 του επίδικου συμβολαίου. Στην εν λόγω υπόθεση ο όρος 11 του ασφαλιστηρίου εγγράφου προνοούσε ότι «τα οφέλη δυνάμει του Ασφαλιστηρίου αυτού εκπίπτουν αναφορικά με οποιαδήποτε απαίτηση με την εκπνοή 12 μηνών από την ημερομηνία που συνέβη το γεγονός που αφορά ή σχετίζεται ή βασίζεται η ΖΗΜΙΑ ή η Απαίτηση». Σε εκείνη την υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση των εναγομένων η οποία υποστήριζε ότι η απαίτηση του εφεσείοντα είχε παραγραφεί δυνάμει του όρου 11, εφόσον είχαν παρέλθει πέραν των 12 μηνών από την ημερομηνία του συμβάντος, λέγοντας τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω ο υπό εξέταση όρος δεν ρυθμίζει συμφωνημένη παραίτηση από δικαίωμα καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους θα εθεωρείτο ότι επέρχεται τέτοια παραίτηση, αλλά περιορίζει απόλυτα το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο με την παρέλευση και μόνο της προθεσμίας. Δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση, αλλά για παραγραφή, όπως στο ασφαλιστήριο και στην υπεράσπιση των εναγομένων χαρακτηρίζεται, έξω από τα πλαίσια του περί Παραγραφής Αγωγών Νόμου (Kεφ. 15) και για όρο που προσκρούει στις πρόνοιες του Άρθρου 28
(1)του Κεφ. 149. Μάλιστα, θα μπορούσε να απολήξει σε απώλεια του αγώγιμου δικαιώματος ακόμα και εκκρεμούσης της αγωγής. Οπότε θα επρόκειτο για αθέμιτη παρέμβαση επί δικαιοδοσίας που ήδη ανέλαβε το Δικαστήριο. Έτσι δεν τίθεται μόνο θέμα παράβασης των προνοιών του Άρθρου 28
(1), αλλά και παράβασης αρχών της δημόσιας πολιτικής». Οι εναγόμενοι άσκησαν αντέφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση λέγοντας τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε ότι ο συγκεκριμένος όρος περιορίζει κατά τρόπο απόλυτο το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο και ότι δεν πρόκειται για συμφωνηθείσα παραίτηση δικαιωμάτων. Στην υπό εκδίκαση έφεση, ο όρος 11 προέβλεπε απόλυτα ότι όλα «τα οφέλη» εκπίπτουν με την εκπνοή 12 μηνών «από το συμβάν». Οι υποθέσεις Agathangelou και Πιτταρά, ανωτέρω, δεν βοηθούν, γιατί εκεί οι όροι ήταν διαφορετικοί. Προέβλεπαν ότι εάν ο ασφαλισμένος δεν εγείρει αγωγή μέσα σε 3 μήνες «από της απόρριψης της απαίτησης», όλα τα οφέλη δυνάμει του ασφαλιστηρίου, εκπίπτουν. Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην αγγλική υπόθεση Walker v. Penine Insurance Co. [1980] 2 Lloyd's Rep. 156 στην οποία υπήρχε όρος ότι η απαίτηση του ασφαλισμένου θα θεωρείτο ότι εγκαταλείφθηκε και όλα τα οφέλη θα εκπίπτουν σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος δεν εγείρει αγωγή «μέσα σε 12 μήνες από την απόρριψη της απαίτησης» του από την ασφαλιστική εταιρεία. Το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαιώνοντας το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε τον όρο νόμιμο και απέρριψε την έφεση του ασφαλισμένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο όρος ότι όλα τα οφέλη εκπίπτουν μετά πάροδο 12 μηνών «από το συμβάν», ανεξάρτητα περιστάσεων, είναι τόσο γενικός, απόλυτος και τόσο περιοριστικός των δικαιωμάτων του Εφεσείοντα, που δεν μπορεί παρά να είναι άκυρος. Όπως ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ο όρος θα μπορούσε να απολήξει σε απώλεια ωφελημάτων ακόμη και εκκρεμούσης της αγωγής. Κατά την άποψή μας ο όρος 11, με τον πολύ ευρύ τρόπο που είναι διατυπωμένος, στην ουσία αποσκοπεί στον απόλυτο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, παρά στην παραίτηση του Εφεσείοντος από τα δικαιώματα που έχει δυνάμει του Νόμου». Στην υπόθεση Πιτταρά ν. COSMOS (CYPRUS) INSURANCE CO LTD.,
(1998)1 Α.Α.Δ. 193, κρίθηκε ότι όρος στο συμβόλαιο περιορισμού του χρόνου επιβολής των δικαιωμάτων δυνάμει του συμβολαίου δεν παραβιάζει το Άρθρο 28 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ούτε τα Άρθρα 26, 28 και 30 του Συντάγματος και υιοθετήθηκαν οι αρχές της Agathangelou v. Motor Union
(1984)1 C.L.R. 1. Στην εν λόγω υπόθεση η σχετική πρόνοια του συμβολαίου είχε ως ακολούθως: «If any Claim made upon the Company is rejected by the Company and an Action or Suit be not commenced by the Insured within three Calendar months after such rejection all benefits under this Policy shall be forfeited.» (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη.) «Εάν οποιαδήποτε Απαίτηση η οποία υποβάλλεται στην Εταιρεία απορρίπτεται από την Εταιρεία και η Απαίτηση, ή Αγωγή δεν εγείρεται από τον Ασφαλιζόμενο εντός τριών Ημερολογιακών μηνών αφότου αυτή απορριφθεί όλα τα ευεργετήματα κάτω από το Ασφαλιστικό Έγγραφο θα χάνονται». Η εφεσείουσα στην πιο πάνω υπόθεση υποστήριξε αφενός, ότι ο όρος 6(α) (του ασφαλιστικού εγγράφου) είναι άκυρος βάσει των προνοιών του άρθρου 28
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και αφετέρου, ότι αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη και την ίση προστασία από τον Νόμο, ως θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου (άρθρα 30 και 28 του Συντάγματος.) Οι εφεσίβλητοι απάντησαν ότι το άρθρο 28 δεν καλύπτει και συνεπώς δεν απαγορεύει συμβατικούς όρους που έχουν ως αντικείμενο την αποποίηση συμβατικού δικαιώματος. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από την Agathangelou v. Motor Union (πιο πάνω), στην οποία εξετάστηκε όμοιο ζήτημα με το υπό συζήτηση σε εκείνη την υπόθεση και την οποία επικαλέστηκαν οι εφεσίβλητοι. Αποδοχή του λόγου της Agathangelou τείνει να εκθεμελιώσει το βάθρο στο οποίο στηρίζονται οι ισχυρισμοί για αντισυνταγματικότητα εφόσον όροι όπως ο όρος 6(α) δεν έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο αλλά, την παραίτηση από δικαίωμα, στο πλαίσιο της συναλλαγής, μεταξύ των συμβαλλομένων. Λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα στην υπόθεση Πιτταρά ν. COSMOS: «Στην Agathangelou αποφασίστηκε ότι όρος ανάλογος προς τον όρο 6(α), δεν περιορίζει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Συνιστά, όρο αμοιβαία συμφωνηθέντα συνεπαγόμενο παραίτηση από δικαίωμα. Οδηγούμενο στην απόφασή του, το Ανώτατο Δικαστήριο, άντλησε καθοδήγηση από την Ινδική νομολογία, ερμηνευτική αντίστοιχης νομοθετικής διάταξης προς το άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149, που περιέχεται στον Ινδικό περί Συμβάσεων Νόμο. Δεν έχουμε κληθεί να αποστούμε από το λόγο της Agathangelou, ούτε διαπιστώνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων εκείνων που θα εδικαιολογούσαν τέτοια απόφαση. (Βλ. Νικολάου κ.ά. v. Νικολάου και Άλλοι
(1992)1 Α.Α.Δ. 1338. Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 315). Ο λόγος της Agathangelou δεν πραγματεύεται το συνταγματικό θέμα το οποίο τίθεται προς εξέταση. Προδιαγράφει όμως, η Agathangelou, και την απάντηση στο εγειρόμενο ζήτημά του κατά το Σύνταγμα παραδεκτού του όρου 6(α), εφόσον, αποφασίζει ότι το αντικείμενό του δεν είναι ο περιορισμός του δικαιώματος προσφυγής στο Δικαστήριο αλλά ο καθορισμός των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης. Ούτε τίθεται ζήτημα ισότητας ενώπιον του νόμου ή ίσης προστασίας από τις διατάξεις του εφόσον ο όρος της συμφωνίας αποτελεί επιλογή των συμβαλλομένων αναγόμενη στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος. Σε πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, είχαμε την ευκαιρία να προβούμε σε ανασκόπηση της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι όπως ορίζεται στο Άρθρο 26 του Συντάγματος. Η ελευθερία, όπως υποδεικνύεται, περιλαμβάνει τόσο την προσχώρηση στη σύμβαση όσο και τη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Το δικαίωμα μπορεί να τεθεί κάτω από περιορισμούς ή δεσμεύσεις βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Οι αρχές αυτές ενσωματώνονται στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149. Σύμφωνα με την Agathangelou (ανωτέρω), ο επίμαχος όρος 6(α) δεν προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 28
(1)του Κεφ. 149. Εάν ο όρος αντίκειτο προς αυτές θα ήταν παράνομος, γεγονός που θα καθιστούσε τη σύμβαση στην ολότητά της παράνομη βάσει του άρθρου 23 του Κεφ. 149, εκτός αν ήταν εφικτός ο διαχωρισμός του. . Το εμπόδιο, στην προαγωγή της θέσης της εφεσείουσας παρεμβάλλεται από το γεγονός ότι απεμπόλησε, με τη δική της συμφωνία, το δικαίωμα το οποίο επικαλείται. Το κώλυμα στις διεκδικήσεις της έγκειται στην απώλεια του δικαιώματος και όχι στον περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος να προσφύγει στο Δικαστήριο για τη διεκδίκησή του». Στην υπόθεση LIBERTY LIFE INSURANCE LTD ν. Άντρης Μιχαήλ ως διαχειρίστριας της περιουσίας του Παναγιώτη Μιχαήλ Χαραλάμπους αποβιώσαντος κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 88/2010, ημερομηνίας 6.3.2015, υπήρχε όρος στο επίδικο συμβόλαιο ο οποίος προνοούσε ότι «Κάθε αξίωση, που πηγάζει από το Ασφαλιστήριο, παραγράφεται αν περάσουν δύο
(2)χρόνια από το τέλος του χρόνου μέσα στον οποίο αυτή γεννήθηκε. Αποκλείεται κάθε αναστολή της παραγραφής αυτής. Διακόπτεται μόνον αν ασκηθεί τακτική αγωγή». Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή είχε επιτύχει επειδή διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο της προθεσμίας που προέβλεπε ο σχετικός όρος του επίδικου συμβολαίου. Ερχόμενος στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είναι παραδεκτό ότι ο ασφαλισμένος απεβίωσε στις 9.7.2004 και ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.3.2011. Ο όρος 8 αναφέρεται σε μέγιστη προθεσμία 1 έτους για την υποβολή γραπτής απαίτησης προς τους εναγόμενους από την ημέρα που συνέβηκε το κρίσιμο γεγονός. Ο όρος 14 του επίδικου συμβολαίου αναφέρεται σε προθεσμία 3 ετών μετά την πάροδο της προθεσμίας του ενός έτους εντός της οποίας οποιαδήποτε γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί. Από τον συνδυασμό των προθεσμιών των 2 ως άνω όρων κρίνω ότι παρέχεται στον ενάγοντα μέγιστος χρόνος 4 ετών από την ημέρα κατά την οποία συνέβηκε το κρίσιμο γεγονός (το οποίο ορίζεται ως «απώλεια» στο ασφαλιστήριο) για να καταχωρήσει αγωγή. Κρίνω ότι αυτή η μακρά χρονική προθεσμία των 4 ετών από την ημέρα του θανάτου του ασφαλισμένου για να καταχωρηθεί αγωγή δεν περιορίζει κατά τρόπο απόλυτο και άρα παράνομο, το δικαίωμα του ενάγοντα να ασκήσει το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο όρος 14 του επίδικου συμβολαίου δεν αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149. Η παρούσα υπόθεση λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι διαφοροποιείται από την υπόθεση Κυριάκος Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ (πιο πάνω). Πέραν της ως άνω κρίσης μου ότι ο όρος 14 του συμβολαίου δεν αντίκειται στο άρθρο 28
(1)του Κεφ. 149, κρίνω επίσης ότι ο εν λόγω όρος συνιστά αμοιβαία συμφωνηθέντα όρο συνεπαγόμενο παραίτηση από δικαίωμα του ασφαλισμένου στο πλαίσιο συναλλαγής μεταξύ των συμβαλλομένων. Από τον συνδυασμό των παραγράφων 8 και 14 του Μέρους IV του επίδικου συμβολαίου, τεκμήριο 1, προκύπτει ότι καμία αγωγή σε σχέση με αυτό δεν θα εγείρεται μετά την εκπνοή 3 ετών από τον χρόνο κατά τον οποίο γραπτή απόδειξη απώλειας απαιτείται να υποβληθεί. Κρίνω ότι η καταληκτική ημερομηνία των 2 αυτών προθεσμιών ήταν η 9.7.
  1. Η αγωγή του ενάγοντα δεν εγέρθηκε εντός του χρόνου τον οποίο προβλέπουν οι σχετικοί όροι του επίδικου συμβολαίου. Ο ενάγων απώλεσε το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο γιατί παρέλειψε να υποβάλει την απαίτησή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το χρονικό περιθώριο των 3 ετών που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο δεν ισχύει από την ημέρα θανάτου του ασφαλισμένου αλλά αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία ο ενάγων ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας του και περιήλθε στη γνώση του ο θάνατος του εν λόγω προσώπου. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στις παραγράφους 8 και 14 του Μέρους ΙV του επίδικου συμβολαίου, στις οποίες ορίζεται ως κρίσιμος χρόνος για την έναρξη των εκεί προβλεπόμενων προθεσμιών η ημέρα επέλευσης τους ασφαλισμένου κινδύνου, εδώ του θανάτου του ασφαλισμένου, και όχι η ημέρα την οποία εισηγείται ο ενάγων. Απομένει τέλος να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι εμποδίζονται να ισχυρίζονται και/ή να επικαλούνται οποιαδήποτε παραγραφή αφού βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις με τον ενάγοντα μέχρι την ημέρα της καταχώρησης της αγωγής και ουδέποτε τον πληροφόρησαν ότι η αξίωσή του παραγράφηκε. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής απέστειλαν στους δικηγόρους του ενάγοντα 4 συνολικά επιστολές και συγκεκριμένα την επιστολή ημερομηνίας 15.4.2009, τεκμήριο 5, την επιστολή ημερομηνίας 22.2.2010, τεκμήριο 8, την επιστολή ημερομηνίας 24.3.2010, τεκμήριο 10 και την επιστολή ημερομηνίας 2.2.2011, τεκμήριο
  2. Πράγματι σε καμία από αυτές δεν αναφέρουν προς τον εναγόμενο οτιδήποτε για παραγραφή. Έχοντας υπόψη μου ότι η πρώτη χρονικά επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα προς τους εναγόμενους αποστάληκε στις 22.1.2009 και η απάντηση των εναγομένων προς αυτούς στις 15.4.2009, σε χρόνο δηλαδή που κατά την ως άνω κρίση μου είχε ήδη παρέλθει η καταληκτική ημερομηνία της 9.7.2008, δηλαδή τα 4 χρόνια μετά το θάνατο του ασφαλισμένου που ήταν η προθεσμία εντός της οποίας ο ενάγων μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του να κινήσει αγωγή, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν κωλύονται να επικαλεστούν το θέμα της παραγραφής. Το δικαίωμα του ενάγοντα είχε ήδη παραγραφεί και κρίνω ότι δεν είναι λογικό να θεωρήσω ότι η παράλειψη των εναγομένων να αναφερθούν με τις εν λόγω επιστολές σε θέμα παραγραφής του δικαιώματος καταχώρησης αγωγής θα μπορούσε να αναβιώσει εκ των υστέρων το εν λόγω δικαίωμα του ενάγοντα. Συνεπώς κρίνω ότι η ως άνω εισήγηση του κ. Αντωνίου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγων απώλεσε το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο για να διεκδικήσει δικαστικά τα δικαιώματά του αφού παρήλθε ο χρόνος που προβλέπει ο σχετικός όρος του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.