Χρίστου κ.α. ν. Bank of Cyprus Public Company Limited κ.α., Αγωγή αρ.2240/2015, 23/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A261 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.2240/2015 Μεταξύ:
- XXXXX Χρίστου
- XXXXX (XXXXX) Χρίστου
- XXXXX Χρίστου Ενάγουσες και 1.Bank of Cyprus Public Company Limited 2.Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου Εναγόμενοι 23 Μαΐου, 2019 Για τις ενάγουσες αρ.1 έως και 3, εμφανίζεται ο κ. Κ. Χατζηϊωάννου για τους κ.κ. Α. Κ. Χατζηϊωάννου και Σία Για τους εναγομένους αρ.1, εμφανίζεται η κα Κλ. Πολυβίου για τους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ.2, εμφανίζεται η κα Θ.Ραφτοπούλου-Παναγίδη για τους κ.κ.Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Διά της αγωγής τους, την οποίαν κατεχώρισαν στις 14.5.2015, οι ενάγουσες αρ.1 έως και 3 («οι ενάγουσες», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστης), διεκδικούν (α) την ακύρωση σύμβασης αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου έκδοσης 2007 («τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου Έκδοσης 12/2007»), την οποίαν συνήψε η ενάγουσα αρ.1 με τους εναγομένους αρ.1, (β) την ακύρωση της μεταγενέστερης μετατροπής των Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/ 2007 σε μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου έκδοσης 2011 («τα Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011»), η οποία συνετελέστηκε επί τη βάσει σύμβασης που συνήψε η ενάγουσα αρ.1 με τους εναγομένους αρ. 1, και (γ) την ακύρωση της μεταγενέστερης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές. Η τελευταία αυτή μετατροπή συνετελέστηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)και συνακόλουθων πράξεων, αποφάσεων και διαταγμάτων που διενεργήθηκαν, ελήφθηκαν και εξεδόθηκαν από τον Υπουργό Οικονομικών και τους εναγομένους αρ.2 στο πλαίσιο εξυγίανσης τραπεζικών ιδρυμάτων τα οποία εδραστηριοποιούντο στην Κυπριακή Δημοκρατία («η Δημοκρατία»). Περαιτέρω, οι ενάγουσες διεκδικούν την επιδίκαση υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 2 («οι εναγόμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου), από κοινού και/ή κεχωρισμένως, γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, τόκων και εξόδων. Ως ειδικές αποζημιώσεις, οι ενάγουσες διεκδικούν το συνολικό ποσόν των €600.000-, κατανεμημένο ως εξής: η ενάγουσα αρ.1 διεκδικεί το ποσόν των €250.000 και, εκάστη των εναγουσών αρ.2 και 3, διεκδικεί το ποσόν των €175.000-. Διά των δικογράφων τους, οι ενάγουσες εγκαλούν τους εναγομένους αρ.1 ισχυριζόμενες πως αυτοί (α) επέτυχαν τη σύναψη της αρχικής σύμβασης αγοράς Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 ως, επίσης, και της μεταγενέστερης σύμβασης για την μετατροπή αυτών σε Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και (β) τους παρέσχαν επενδυτικές υπηρεσίες κατά παράβασιν της σχετικής νομοθεσίας. Οι ενάγουσες εγκαλούν τους εναγομένους αρ.2 για κακόπιστες παραλείψεις και/ή επίδειξη αμέλειας και/ή παράβαση θεσμικού καθήκοντος εν σχέσει με την άσκηση εποπτικού ελέγχου επί των εναγομένων αρ.1 κατά τη δραστηριοποίηση των τελευταίων στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, και όσον αφορά στην εγκαλούμενη μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές, οι ενάγουσες ισχυρίζονται πως η από κοινού απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και των εναγομένων αρ.2, ως η Αρχή Εξυγίανσης (άρθρο 2 του Ν.17
(1)/2013) ημερ. 25.3.2013 και η σωρεία διαταγμάτων, που εξεδόθηκαν επί τη βάσει των προαναφερθέντων, είναι νομικά ανίσχυρα και/ή ανυπόστατα γιατί παραβιάζουν τόσον τον Ν.17
(1)/2013), ως επίσης, διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα»), διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης») καθώς και διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («η Ε.Σ.Δ.Α», κυρωθείσα δια του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια της Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1962, Ν.39/1962)και Πρωτοκόλλων αυτής (δείτε στην παρά.29Α της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης). Ως αντίθετα με διατάξεις του Συντάγματος, του Χάρτη, της Ε.Σ.Δ.Α και Πρωτοκόλλων της, εγκαλούν οι ενάγουσες και άρθρα του ίδιου του Ν.17(Ι)/
- Κρίνεται ευχερέστερο να σημειωθούν εξ αρχής τα ακόλουθα εν σχέσει με τα όσα περιβάλλουν τη θέσπιση και εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013: Η εισαγωγή του Ν.17(Ι)/2013, η διενέργεια πράξεων, η λήψη αποφάσεων, ως, επίσης, και η έκδοση διαταγμάτων για την εξυγίανση τραπεζικών ιδρυμάτων, τα οποία εδραστηριοποιούντο στη Δημοκρατία, δεν προέκυψαν στο κενό. Προέκυψαν εντός των συνθηκών της σοβαρότατης οικονομικής κρίσης, η οποία ξέσπασε στη Δημοκρατία τον Μάρτιο του έτους
- Οι περιστάσεις της κρίσης αποτυπώνονται στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αρ.551/2013 κ.ά. Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά., ημερ.7.6.2013, και αυτές αποτελούν δικαστική γνώση. Από την απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω), η οποία αφορά σε προσφυγές που κατεχώρισαν καταθέτες των υπό εξυγίανση τραπεζικών ιδρυμάτων, παρατίθεται το κάτωθι εκτενές απόσπασμα: «.Από το Μάϊο του 2011 η Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, απεκλείσθη από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Τον Οκτώβριο του 2011 επήλθε η απομείωση των ομολόγων της Ελλάδος, η οποία επηρέασε την κεφαλαιακή βάση τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Λαϊκής Τράπεζας, κατάσταση η οποία επεδεινώθη ως εκ της δυσμενούς εξέλιξης των χαρτοφυλακίων τους στην Ελλάδα και μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά και ως εκ της συνεχούς υποβάθμισης των Ελληνικών και Κυπριακών ομολόγων. Εδόθη μάλιστα και κρατική στήριξη στη Λαϊκή ύψους €1.800.000.000 το Μάϊο του
- Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
- Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ' όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
- Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
- Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
- Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
- Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
- The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
- The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
- BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
- The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
- All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
- The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus." Ήταν σε αυτή τη βάση που η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Νόμου 17(Ι)/2013, εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα: - Το περί Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 93/2013, 25.3.2013). - Το περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013, 25.3.2013). - Το περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 96/2013, 26.3.2013). - Το περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 97/2013, 26.3.2013). - Το περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013, 29.3.2013). - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013, 29.3.2013). - Το περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 105/2013, 1.4.2013). Να εξηγηθεί ότι τα Διατάγματα 93 και 94 προνοούν γενικώς ότι εφαρμόζεται το μέτρο της πώλησης εργασιών της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας αντιστοίχως. Το Διάταγμα 96 προνοεί για την πώληση των εργασιών της Τράπεζας Κύπρου στην Ελλάδα προς την Τράπεζα Πειραιώς. Το Διάταγμα 97 προνοεί για την πώληση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα προς την Τράπεζα Πειραιώς. Το Διάταγμα 105 προνοεί για την πώληση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Αγγλία προς την Bank of Cyprus UK Limited. Το Διάταγμα 104 προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου. Το Διάταγμα 103 προνοεί για την με ίδια μέσα διάσωση της Τράπεζας Κύπρου. Αμέσως μετά, άρχισε η καταχώριση προσφυγών καταθετών των εν λόγω Τραπεζών κατά των εν λόγω διαταγμάτων, στα πλαίσια των οποίων κατεχωρήθησαν και αιτήσεις για ενδιάμεσα διατάγματα.». Για το ίδιο ζήτημα γίνεται παραπομπή και στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αρ.1034/2013 κ.ά. Βίας Δημητρίου κ.ά. ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά., ημερ.9.10.
- Η απόφαση αυτή αφορά σε προσφυγές που κατεχώρισαν μέτοχοι των υπό εξυγίανση τραπεζικών ιδρυμάτων. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται πως για τις συνθήκες της σοβαρότατης οικονομικής κρίσης, η οποία ξέσπασε στη Δημοκρατία το Μάρτιο του έτους 2013, εδόθηκε μαρτυρία από την πλευρά των εναγομένων αρ.
- Η μαρτυρία αυτή υπήρξε ευθυγραμμισμένη με τα όσα σχετικά διαπιστώνονται στην απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) καθώς και στην απόφαση Βίας Δημητρίου κ.ά. ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) και δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας.
- Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: (Ι) Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο: (α) Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούσαν δημόσια εταιρεία και διέθεταν άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών. (β) Οι εναγόμενοι αρ.2 ασκούσαν επί των εναγομένων αρ.1, δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας, εποπτικό έλεγχο. (γ) Οι ενάγουσες ήσαν πελάτιδες των εναγομένων αρ.1 και διατηρούσαν καταθέσεις συνολικού ύψους Λ.Κ.316.789,25-. (δ) Η ενάγουσα αρ.1, η οποία ασκούσε το επάγγελμα της αισθητικού, τυγχάνει σύζυγος του XXXXX Χρίστου, υπαλλήλου των εναγομένων αρ.
- (ε) Η ενάγουσα αρ.2 ήταν ειδικευμένη Ιατρός και κατοικούσε στη Σουηδία. Η ενάγουσα αρ.3 ήταν Ακτινολόγος, υπηρετούσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και κατοικούσε στη Λευκωσία. Οι ενάγουσες αρ. 2 και 3 τυγχάνουν θυγατέρες του ζεύγους. (στ) Ο XXXXX Χρίστου ενεργούσε ως ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της ενάγουσας αρ.
- (ζ) Οι ενάγουσες δεν διέθεταν τις απαραίτητες γνώσεις για επενδύσεις και επενδυτικά προϊόντα. (ΙΙ) Κατά ή περί τις 5.12.2007 οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδωσαν Πληροφοριακό Μνημόνιο όσον αφορά στην έκδοση των Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/
- Για τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η απόδοση τόκων με σταθερό επιτόκιο 6% για τις δύο
(2)πρώτες περιόδους τοκοφορίας και, ακολούθως, με επιτόκιο βασιζόμενο στο euribor. (ΙΙΙ) Επί τη βάσει συστάσεων και προτροπών, εκ μέρους των εναγομένων αρ.1, οι οποίες έγιναν προς τον XXXXX Χρίστου, ως αντιπρόσωπο της ενάγουσας αρ.1, η τελευταία υπέγραψε τη σχετική αίτηση και απέκτησε Αξιόγραφα Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007, αξίας €292.700-. (ΙV) Κατά ή περί τις 5.4.2011 οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδωσαν Ενημερωτικό Δελτίο δια του οποίου προσέφεραν Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011. Για τα Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η απόδοση τόκων με σταθερό επιτόκιο 6,5% για τα πρώτα πέντε
(5)έτη και, ακολούθως, με επιτόκιο βασιζόμενο στο euribor. (V) Επί τη βάσει συστάσεων και προτροπών εκ μέρους των εναγομένων αρ.1, οι οποίες έγιναν προς τον Χρίστο Χρίστου, ως αντιπρόσωπο της ενάγουσας αρ.1, η τελευταία υπέγραψε αίτηση για την μετατροπή των Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 σε Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011, ως, επίσης, και για την απόκτηση πρόσθετων τέτοιων αξιογράφων. Εν τέλει, η ενάγουσα αρ.1 απέκτησε Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 συνολικής αξίας €600.
- (VΙ) Κατά ή περί τις 6.3.2013, η ενάγουσα αρ.1, για προσωπικούς και/ή οικογενειακούς λόγους, μετεβίβασε, σε εκάστη των θυγατέρων της, δηλαδή σε εκάστη των εναγουσών αρ.2 και 3, Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 αξίας €175.
- (VII) Από την αγορά των Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 καθώς και των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 (εφεξής «τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστης κατηγορίας) έως και τις 31.12.2011, οι εναγόμενοι αρ.1 κατέβαλλαν στην ενάγουσα αρ.1 τους τόκους αυτών. (VIII) Με ειδοποίηση που εξέδωσαν στις 10.5.2012, οι εναγόμενοι αρ.1 έπαυσαν να καταβάλλουν τους τόκους των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου. (ΙX) Κατά το στάδιο της διάθεσης και πώλησης των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 προέβηκαν στις ακόλουθες δόλιες και/ή ψευδείς και/ή απατηλές παραστάσεις και/ή απεσιώπησαν τα ακόλουθα κρίσιμα γεγονότα: (α) Παρέστησαν προς την ενάγουσα αρ.1, διαμέσου του αντιπροσώπου της XXXXX Χρίστου, ως αληθή την, κατ'ακρίβειαν, ψευδή παράσταση πως η απόκτηση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου θα της παρείχε, ως όφελος, εγγυημένα επιτόκια ετησίως και ότι στο τέλος αυτή θα ανακτούσε το αρχικό κεφάλαιο που θα κατέβαλλε για την απόκτησή τους. (β) Απεσιώπησαν και/ή δεν έδωσαν έμφαση στους κινδύνους που ενείχε η αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και, ιδίως, αυτοί απεσίωσαν και/ή δεν έδωσαν έμφαση στον κίνδυνο απώλειας του κεφαλαίου που θα κατεβάλλετο για την απόκτησή τους. (γ) Με σκοπό να δελεάσουν την ενάγουσα αρ.1 και τον αντιπρόσωπό της XXXXX Χρίστου και να τους εξωθήσουν στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, τα επαρουσίασαν ως ένα καταθετικό προϊόν και όχι ως μίαν επένδυση. (δ) Δεν παρέσχαν κατάλληλη και επαρκή πληροφόρηση, σε κατανοητή γλώσσα, όσον αφορά στην πραγματική φύση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, ούτως ώστε οι ενάγουσες να δυνηθούν να λάβουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους με επίγνωση όλων των κρίσιμων δεδομένων. (ε) Επαρουσίασαν τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου ως μίαν ασφαλή τοποθέτηση χρημάτων, σε ένα καταθετικό προϊόν, το οποίο διεσφάλιζε αφ'ενός την ακεραιότητα του κεφαλαίου που θα κατεβάλλετο για την απόκτησή τους και αφ'ετέρου την απόδοση τόκων. (Χ) Περαιτέρω, κατά την διάθεση και πώληση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέβηκαν τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμο του 2007 (Ν.144(Ι)/2007, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια), καθώς και σχετικές Οδηγίες. Συγκεκριμένα, κατά τη διάθεση και πώληση των επίδικων αξιογράφων, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέσχαν στις ενάγουσες τις εξής τρεις
(3)διακεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες: (α) λήψη και διαβίβαση εντολών τους, (β) εκτέλεση εντολών για λογαριασμό τους και (γ) παροχή επενδυτικών συμβουλών. Όμως, όταν ένα τραπεζικό ίδρυμα (ως οι εναγόμενοι αρ.1) αναλαμβάνει να παράσχει τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών πελάτη του καθώς και της εκτέλεσης των εντολών αυτών για λογαριασμό του, οφείλει να διενεργήσει αξιολόγηση της συμβατότητάς του, ως το άρθρο 36
(1)του Ν.144(Ι)/2007 ορίζει. Η αξιολόγηση της συμβατότητας σκοπόν έχει να διακριβωθεί κατά πόσον ο πελάτης διαθέτει την αναγκαία πείρα και τις απαιτούμενες γνώσεις προκειμένου να κατανοήσει τους κινδύνους που συνδέονται με το προσφερόμενο ή ζητούμενο επενδυτικό προϊόν ή υπηρεσία. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι αρ.1, οι οποίοι οπωσδήποτε παρέσχαν στις ενάγουσες τις συγκεκριμένες επενδυτικές υπηρεσίες, παρεβίασαν την νομοθεσία εφ'όσον (αα) παρά το ό,τι τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου αποτελούν περίπλοκα χρηματοοικονομικά προϊόντα, εντούτοις, δεν προέβηκαν σε αξιολόγηση της συμβατότητας των εναγουσών, (ββ) δεν υπάρχει ένδειξη ότι ενημέρωσαν τις ενάγουσες σχετικώς και (γγ) παρέσχαν αυτές τις επενδυτικές υπηρεσίες σε καταστήματά τους, όπου υπήρχαν σαφείς συγκρούσεις συμφερόντων και απουσίαζαν διαδικασίες και μέτρα για τη διαχείρισή τους. Εκτός από τις υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης εντολών καθώς και εκτέλεσής τους, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέσχαν στις ενάγουσες και την επενδυτική υπηρεσία της παροχής επενδυτικής συμβουλής, εν τη εννοία του άρθρου 2 του Ν.144(Ι)/
- Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι αρ.1 όφειλαν να εξηγήσουν λεπτομερώς στην ενάγουσα αρ.1 την ακριβή φύση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και τους ειδικούς, εγγενείς κινδύνους, ούτως ώστε, αυτή να λάβει τις επενδυτικές της αποφάσεις βασιζομένη σε επαρκή και ορθή ενημέρωση. (ΧΙ) Οι εναγόμενοι αρ.2 υπήρξαν, εν προκειμένω, κακόπιστοι, αμελείς και/ή παρέβηκαν τα θεσμικά καθήκοντά τους ως εποπτική αρχή δυνάμει του Ν.144(Ι)/2007 γιατί, ενώ εγνώριζαν πως οι εναγόμενοι αρ.1 εξέδιδαν αξιόγραφα κεφαλαίου, ως τα επίδικα, τα διέθεταν και τα επωλούσαν διαμέσου των καταστημάτων τους, παρέχοντας στους αγοραστές και επενδυτικές υπηρεσίες, παρέλειψαν να διενεργήσουν οιονδήποτε προληπτικό έλεγχο όσον αφορά στις διαδικασίες και τις μεθόδους που οι εναγόμενοι αρ.1 ακολουθούσαν σχετικώς. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αρ.2 όφειλαν να παρακολουθούν συνεχώς τους εναγομένους αρ.1 όταν αυτοί παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες στους αγοραστές αξιογράφων κεφαλαίου, ως τα επίδικα, και να ελέγχουν κατά πόσον οι υπεύθυνοι για την προσέλκυση αγοραστών αξιογράφων κεφαλαίου, ως τα επίδικα, είχαν την απαιτούμενη κατάρτιση και εκπαίδευση και ακολουθούσαν τις νόμιμες διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας, οι εναγόμενοι αρ.2 κατέληξαν πως, όσον αφορά στην διάθεση αξιογράφων, οι εναγόμενοι αρ.1 παρέβηκαν τη σχετική νομοθεσία. (ΧΙΙ) Η διαμέσου της κείμενης νομοθεσίας και της λήψης και εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1 μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 αρχικώς σε μετοχές Τάξης Δ΄ και, ακολούθως, σε μειωμένο αριθμό συνήθων μετοχών είναι ανυπόστατη, άκυρη και στερείται οιασδήποτε νομικής ισχύος. Η μετατροπή αυτή βασίζεται σε πράξεις που διενεργήθηκαν, σε αποφάσεις που ελήφθηκαν καθώς και σε διατάγματα που εξεδόθηκαν κατά παράβασιν του Ν.17(Ι)/2013 και/ή αναρμοδίως και/ή καθ΄ υπέρβασιν εξουσίας και/ή από όργανα κακώς συντεθειμένα και/ή κακώς συγκροτημένα. Επιπλέον, η μετατροπή αυτή βασίζεται σε νόμο (διατάξεις του Ν.17(Ι)/2013), πράξεις, αποφάσεις και διατάγματα τα οποία παραβιάζουν τα Άρθρα 23, 24, 25, 26, 28, 30, 33 και 179 του Συντάγματος, το Άρθρο 47 του Χάρτη, τα Άρθρα 6 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α και Πρωτόκολλά της. (XIII) Οι ενάγουσες δεν απεδέχθηκαν την μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές των εναγομένων αρ.
- Οι μετοχές αυτές ουδέποτε εζητήθηκαν από τις ενάγουσες και εξακολουθούν να παραμένουν στο κεντρικό αποθετήριο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Οι εναγόμενοι απορρίπτουν τις μομφές, τις αιτιάσεις και τις αξιώσεις των εναγουσών: Διά του δικογράφου τους, οι εναγόμενοι αρ.1 ισχυρίζονται πως ουδέποτε προέβηκαν στις δόλιες, απατηλές και/ή ψευδείς παραστάσεις, τις οποίες τους αποδίδουν οι ενάγουσες, ουδέποτε απέκρυψαν οιονδήποτε ουσιώδες γεγονός, ουδέποτε εξώθησαν την ενάγουσα αρ.1 ή τον αντιπρόσωπό της XXXXX Χρίστου στην αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και ουδέποτε παρέσχαν επενδυτικές υπηρεσίες. Η ενάγουσα αρ.1 συνήψε τις επίδικες συμβάσεις αγοράς αξιογράφων κεφαλαίου αυτοβούλως και εν πλήρη γνώσει των όρων και των προνοιών τους. Υπέγραψε δε σειρά σχετικών εντύπων για κάθε απαραίτητη ενέργεια και ανεγνώρισε τους σχετικούς κινδύνους. Αυτοβούλως και εν πλήρει γνώση των όρων και των προνοιών των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου ενήργησε και ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας αρ.1 XXXXX Χρίστου. Για τους λόγους αυτούς οι ενάγουσες κωλύονται να ισχυρίζονται τώρα τα αντίθετα (estopped by deed). Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρ.1 ισχυρίζονται πως, εν προκειμένω, οι ίδιοι ενήργησαν απλώς και μόνον ως οι εκδότες των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και πως δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144(Ι)/
- Διά του δικογράφου τους οι εναγόμενοι αρ.2 ισχυρίζονται πως δεν υπήρξαν κακόπιστοι και ούτε αμελείς και ούτε παρέβηκαν τα θεσμικά καθήκοντά τους, ως εποπτική αρχή, εν σχέσει με πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων αρ.1, εφ'όσον: (α) μερίμνησαν ώστε τα διάφορα τραπεζικά ιδρύματα (των εναγομένων αρ.1 συμπεριλαμβανομένων) να ενημερωθούν, να επιμορφωθούν και να βοηθηθούν για τα ζητήματα στα οποία αφορά ο Ν.144(Ι)/2007, (β) έλαβαν τα ενδεικνυόμενα και εύλογα μέτρα ελέγχου για να διασφαλιστεί ότι, η εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου, ως τα επίδικα, έγινε κατ'εφαρμογήν της σχετικής νομοθεσίας και των σχετικών εγκυκλίων που οι ίδιοι (οι εναγόμενοι αρ.2) εξέδιδαν και απέστελλαν αμέσως στους ενδιαφερομένους, (γ) επόπτευαν τακτικά τους εναγομένους αρ.1 διαμέσου της αναζήτησης, λήψης και ελέγχου σχετικών στοιχείων, της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων, της προφορικής τηλεφωνικής συνεννόησης με λειτουργούς αυτών (των εναγομένων αρ.1) και της έκδοσης οδηγιών, ως η Κ.Δ.Π.557/2008 και η Κ.Δ.Π.558/2008, και (δ) μόλις έλαβαν συγκεκριμένα γραπτά παράπονα για την εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παροχή, σε υποκαταστήματά τους, επενδυτικών συμβούλων από μη πιστοποιημένα πρόσωπα, διενήργησαν επιτόπιο ειδικό έλεγχο και εμελέτησαν τα παράπονα αυτά. Περαιτέρω, και όσον αφορά στο Ν.17(Ι)/2013, τις δυνάμει τούτου διενεργηθείσες πράξεις, τις δυνάμει τούτου ληφθείσες αποφάσεις και τα δυνάμει τούτου εκδοθέντα διατάγματα, οι εναγόμενοι αρ.2 ισχυρίζονται τα εξής: Η θέσπιση και η εφαρμογή του Ν.17(Ι)/2013, η δυνάμει τούτου διενέργεια πράξεων, η δυνάμει τούτου λήψη αποφάσεων και η δυνάμει τούτου έκδοση διαταγμάτων (των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1 και της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένων), υπήρξαν απολύτως αναγκαία και ανάλογα της σοβαρότατης οικονομικής κρίσης, η οποία έπληξε τον τόπο το έτος 2013 και η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί. Η απόφαση του Eurogroup ημερ. 25.3.2013, δια της οποίας απεκλείσθηκε η δυνατότητα ανακεφαλαιοποίησης των εναγομένων αρ.1 καθώς και της «Cyprus Popular Bank Public Company Ltd» (οντότητας η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε, επίσης, κρίσιμος παράγοντας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δημοκρατίας, εφεξής «η Λαϊκή Τράπεζα») από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς και ο άμεσος κίνδυνος για πλήρη αποσταθεροποίηση του χρηματοοικονομικού συστήματος της χώρας και κατάρρευση του συνόλου του χρηματοπιστωτικού τομέα, κατέστησαν επιβεβλημένη την εκ μέρους της Αρχής Εξυγίανσης άσκηση των εξουσιών που της παρείχε ο Ν.17(Ι)/
- Ιδίως, τα γεγονότα αυτά κατέστησαν επιβεβλημένη τη λήψη και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές. Τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, ήσαν επιβεβλημένα και τα μόνα εφικτά και αποτελεσματικά υπό τις περιστάσεις εφ΄όσον, μεταξύ άλλων, αυτά δεν απαιτούσαν νέα χρηματοδότηση των εναγομένων αρ.
- Επιπλέον, αυτά υπήρξαν αναγκαία και ανάλογα προς το σκοπό εξυπηρέτησης υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος. Η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, κατέστησε δυνατή τη διατήρηση και την συνέχιση της προσφοράς των βασικών και κρίσιμων τραπεζικών εργασιών, τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος, την προστασία των ασφαλισμένων καταθέσεων και τη διατήρηση χιλιάδων θέσεων εργασίας στον τραπεζικό τομέα. Επιπλέον, η εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, εμπόδισε την μετακύληση του κόστους εξυγίανσης αυτών ως, επίσης, και της «Λαϊκής Τράπεζας» στους Κύπριους φορολογούμενους. Διά της απάντησής τους στην υπεράσπιση των εναγομένων αρ.2, οι ενάγουσες, κατ΄ ουσίαν, επαναλαμβάνουν το αρχικό δικόγραφό τους. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς τους περί της αντισυνταγματικότητας, της παρανομίας, του άκυρου, του νομικώς ανυποστάτου και ανισχύρου των επίδικων μέτρων εξυγίανσης, οι ενάγουσες επικαλούνται την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να προβεί στο σχετικό έλεγχο, αναφέροντας τα εξής: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να εξετάζει την υπόσταση, ισχύ ή εγκυρότητα των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων» (δείτε στην παρά.2 στην απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων αρ.2).
- Για την απόδειξη της αγωγής κατέθεσαν ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), ο XXXXX Νικολάου (Μ.Ε.2), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ευρίσκετο στην υπηρεσία των εναγομένων αρ.1 και κατείχε τη θέση του Υποτμηματάρχη και Υπευθύνου Συναλλαγών, ο XXXXX Κωνσταντίνου (Μ.Ε.3), Γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.4), Εγκεκριμένος Λογιστής/Ελεγκτής (Chartered Accountant), ο XXXXX Τέρλας (Μ.Ε.5), Πρωτοκολλητής, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Αστικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6), η XXXXX Χατζηϊωάννου (Μ.Ε.7), δικηγόρος, συνεργαζομένη με τον δικηγορικό οίκο ο οποίος εκπροσωπεί τις ενάγουσες, και ο XXXXX Παυλίδης (Μ.Ε.8), κάτοχος ακαδημαϊκών προσόντων στα Νομικά και τα Οικονομικά και μεταπτυχιακού τίτλου στο χρηματοοικονομικό δίκαιο. Για την προώθηση της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.1 κατέθεσαν ο XXXXX Σχίζας (Μ.Υ.1), Λογιστής, η XXXXX Σωφρονίου (Μ.Υ.2) και ο XXXXX Κατσαμπάς (Μ.Υ.3), οι οποίοι ευρίσκονται στην υπηρεσία αυτών και κατέχουν τις θέσεις της Διευθύντριας του Τμήματος Διαχείρισης Ακινήτων και του Αναπληρωτή Διευθυντή Διεύθυνσης Λιανικής Τραπεζικής και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, αντιστοίχως. Για την προώθηση της υπεράσπισης των εναγομένων αρ.2 κατέθεσαν ο XXXXX Τρικούπης (Μ.Υ.4) και ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5), λειτουργοί τους, οι οποίοι κατέχουν, ο μεν πρώτος, τη θέση του Ανώτερου Λειτουργού και είναι επικεφαλής της Υπηρεσίας Μακροπροληπτικής Επίβλεψης του Τμήματος Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, ο δε δεύτερος, τη θέση Βοηθού Διευθυντή και είναι Προϊστάμενος του Τμήματος Εξυγίανσης. Μέρος της κυρίως εξέτασης του XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), του XXXXX Νικολάου (Μ.Ε.2), του XXXXX Γεωργιάδη (Μ.Ε.4), της ενάγουσας αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6), της XXXXX Χατζηϊωάννου (Μ.Ε.7), του XXXXX Παυλίδη (Μ.Ε.8), του XXXXX Κατσαμπά (Μ.Υ.3), του Κωνσταντίνου Τρικούπη (Μ.Υ.4) και του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5) διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης, ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ.9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Πρόκειται για τα έγγραφα αρ.1 έως και 9, αντιστοίχως. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και σωρεία εγγράφων. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν η εντολή της ενάγουσας αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) προς το σύζυγό της XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) να ενεργεί ως αντιπρόσωπός της (τεκμήριο 2), τα έντυπα διά των οποίων υπεβλήθηκαν οι αιτήσεις για την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου (τεκμήρια 7 και 14), το Πληροφοριακό Μνημόνιο και το Ενημερωτικό Δελτίο, τα οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι αρ.1 εν σχέσει με τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου (τεκμήρια 6 και 11, αντιστοίχως), η ανακοίνωση των εναγομένων αρ.1 για την ακύρωση πληρωμής τόκου εν σχέσει με τα Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 (τεκμήριο 18), επιστολή της ενάγουσας αρ.1 προς το Διοικητικό Συμβούλιο των εναγομένων αρ.1 ημερ. 21.5.2013 (τεκμήριο 19), η ετήσια οικονομική έκθεση των εναγομένων αρ.1 για το έτος 2012 (τεκμήριο 29), σωρεία εγκυκλίων και επιστολών των εναγομένων αρ.2 προς τραπεζικά ιδρύματα (των εναγομένων αρ.1 συμπεριλαμβανομένων), εν σχέσει με την διάθεση αξιογράφων κεφαλαίου και την πιστοποίηση προσώπων αρμοδίων για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (τεκμήρια 42, 47, 51, 56, 57, 59, 61, 62, 67 έως και 69), επιστολές των εναγομένων αρ.2 προς όλα τα τραπεζικά ιδρύματα ημερ.20.12.2007, με συνημμένα τα κείμενα της Οδηγίας για τις Προϋποθέσεις Παροχής Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και Άσκησης Επενδυτικών Δραστηριοτήτων από τις Τράπεζες (Κ.Δ.Π.557/2007) και της Οδηγίας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π. 558/2007) (τεκμήρια 48 και 49, αντιστοίχως), και επιστολή των εναγομένων αρ.2 προς όλα τα τραπεζικά ιδρύματα ημερ. 14.6.2011 εν σχέσει με την τροποποίηση της Κ.Δ.Π. 557/2007 (τεκμήριο 50). Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η σύνοψη και ο σχολιασμός του κρίσιμου μέρους της μαρτυρίας θα γίνει τμηματικά, κατά τη συζήτηση που ακολουθεί. Η συζήτηση είναι εκτενής γιατί η δικογραφία επεκτείνεται σε ποικίλα ζητήματα. Για τη συζήτηση λαμβάνονται υπ'όψιν και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγούνται διά των τελικών, γραπτών αγορεύσεών τους:
- Στις αστικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή του επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην απόφαση Σοφοκλέους v. Κυριάκου
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 665, 675-7 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ'επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003), όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that this case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Η στην πράξη εφαρμογή του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, δόθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Rhesa Shipping Co S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R.948, όπου λέχθηκε ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν και δεν ήταν υποχρεωμένο να επιλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι προωθήθηκε κάποια εξήγηση ως προς την πιθανή αιτία της βλάβης που είχε εκεί παρουσιαστεί στο πλοίο. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» (δέστε και την απόφαση στην Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1(B) Α.Α.Δ.1275, όπου τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία). Τα ίδια κατ'ουσίαν λέχθηκαν όσον αφορά το τι συνιστά απόδειξη στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και στην απόφαση Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.1858, όπου εξηγήθηκε στη σελ. 1868, ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας.)» Ο ενάγων οφείλει να τεκμηριώσει τη συνδρομή των συστατικών στοιχείων των αγώγιμων δικαιωμάτων τα οποία επικαλείται. Οφείλει, επίσης, να στηρίζεται στην δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι να στηρίζεται στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα ν. Κονναρή κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1785, 1797). Δεν είναι αρκετό για τον ενάγοντα να ισχυρίζεται γεγονότα και να διεκδικεί θεραπείες. Οφείλει να παρουσιάσει θετική, συγκροτημένη, επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξει τις δικογραφημένες θέσεις και αξιώσεις του (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.1171, Πιτάλλης κ.ά. ν. Savina Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.814, 827).
- Επί τη βάσει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων και λαμβανομένων υπ'όψιν των ορίων της αστικής δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, οι εγκαλούμενες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων αρ.1 θα εξετασθούν υπό το πρίσμα, πρώτον, των επίδικων συμβατικών σχέσεων και, δεύτερον, των νόμιμων καθηκόντων τους έναντι των εναγουσών. Οι εγκαλούμενες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις των εναγομένων αρ.2 θα εξετασθούν υπό το πρίσμα, πρώτον, των εποπτικών και άλλων νόμιμων καθηκόντων τους εν σχέσει με συμπεριφορές και ενέργειες των εναγομένων αρ.1 και, δεύτερον, της παρέμβασής τους στη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.
- Υπενθυμίζεται πως τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1 ελήφθηκαν κατ'εφαρμογήν του Ν.17(Ι)/2013, ο οποίος εισήχθηκε στην Κυπριακή έννομη τάξη προς το σκοπό αντιμετώπισης, αφ' ενός, της δεινής κατάστασης αυτών (δηλαδή των εναγομένων αρ.1) και της «Λαϊκής Τράπεζας» και, αφ'ετέρου, της ανάγκης χρηματοδότησης της Δημοκρατίας (δείτε στην απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) και στην απόφαση Βίας Δημητρίου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω)). Περαιτέρω, σημειώνεται πως τα μέτρα αυτά ήχθηκαν ήδη ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως δικαστηρίου αρμόδιου για τον αναθεωρητικό έλεγχο ατομικών διοικητικών πράξεων, διαμέσου των συνεκδικασθεισών υποθέσεων αρ. 551/2003 κ.ά. Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) καθώς και διαμέσου των συνεκδικασθεισών υποθέσεων αρ. 1034/2013 κ.ά, Βίας Δημητρίου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω)). Αντικείμενο εξέτασης θα αποτελέσουν και οι ισχυρισμοί περί αντίθεσης των άρθρων 12
(16), 25, 26 και 29 του Ν.17
(1)/2013) με Άρθρα του Συντάγματος, του Χάρτη, της Ε.Σ.Δ.Α και Πρωτοκόλλων της (δείτε στην παρά. 29Α(ε)(vi) έως και (viii) στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης).
- Η εξέταση των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της εγκαλούμενης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, θα γίνει εντός των ορίων της αστικής δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Ζητήματα που αφορούν στα μέτρα αυτά και που ανάγονται στον αναθεωρητικό έλεγχο πράξεων που διενεργήθκαν, αποφάσεων που ελήφθηκαν και διαταγμάτων που εξεδόθηκαν από διοικητικά όργανα κατά την άσκηση της εκτελεστικής τους εξουσίας, δεν μπορούν να σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα και ούτε μπορούν να εξετασθούν από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο έχει μόνον αστική δικαιοδοσία. Δεδομένου του τρόπου χειρισμού της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγουσών και δεδομένου του περιεχομένου της τελικής, γραπτής αγόρευσής του, φαίνεται πως αυτός έχει αντίθετη άποψη. Ο κ. Χατζηϊωάννου καλεί το παρόν Δικαστήριο να ακυρώσει τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της εγκαλούμενης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, ως νομικώς ανυπόστατα, ανίσχυρα και άκυρα. Επικαλούμενος δε την απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) ως, επίσης, και την απόφαση Βίας Δημητρίου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) ισχυρίζεται πως το παρόν Δικαστήριο έχει σχετική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα. Η θέση αυτή είναι εσφαλμένη. Η νομιμότητα και η συνταγματικότητα των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, ως αυτά απεφασίσθηκαν και εφαρμόσθηκαν επί τη βάσει του Ν.17(Ι)/2013 και δυνάμει του περί Πώλησης Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 93/2013, 25.3.2013), του περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 94/2013, 25.3.2013), του περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 96/2013, 26.3.2013), του περί Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 97/2013, 26.3.2013), του περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 103/2013, 29.3.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013, 29.3.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 105/2013, 1.4.2013), του περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Τροποποιητικού) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 132/2013, 21.4.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικού) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 133/2013, 21.4.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών στη Ρουμανία της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 135/2013, 25.4.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 156/2013, 14.5.2013), του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 275/2013, 30.7.2013), του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 276/2013, 30.7.2013), του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Τροποποιητικού) (Αρ. 3) Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 278/2013, 30.7.2013) και του περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013, 30.7.2013) (εφεξής «τα Διατάγματα», δείτε στην παρά.29Α στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης), δεν μπορούν να ελεγχθούν από το παρόν Δικαστήριο. Τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, ως αυτά καθορίζονται στα Διατάγματα, δεν αποτελούν κανονιστικές διοικητικές πράξεις, ως ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγουσών (δείτε στην παρά.2 στην απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων αρ.2). Τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, ως αυτά καθορίζονται στα Διατάγματα αποτελούν ατομικές διοικητικές πράξεις. Η διαδικασία για τον αναθεωρητικό έλεγχο ατομικών διοικητικών πράξεων, προς το σκοπό διαπίστωσης της συμφωνίας τους με το Σύνταγμα και τους νόμους, ανήκει αποκλειστικά στα διοικητικά Δικαστήρια (Άρθρο 146 του Συντάγματος). Μάλιστα, ο αναθεωρητικός δικαστικός έλεγχος ατομικών διοικητικών πράξεων προχωρεί μόνον εφ΄ όσον πληρούνται συγκεκριμένες, αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού. Μεταξύ των προϋποθέσεων παραδεκτού περιλαμβάνονται η συνδρομή, στο πρόσωπο του αιτητή, ενεστώτος, άμεσου εννόμου συμφέροντος, ως, επίσης, και η εκτελεστότητα της εκάστοτε ελεγχόμενης (προσβαλλόμενης) πράξης. Ο χαρακτήρας των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1 ως ατομικών διοικητικών πράξεων προκύπτει από το γεγονός πως αυτά συνιστούν κυριαρχικές πράξεις διοικητικών αρχών δια των οποίων ρυθμίζεται εφ΄άπαξ συγκεκριμένη περίπτωση, εντασσομένη στο πεδίο της εκτελεστικής/διοικητικής αρμοδιότητας των αρχών αυτών. Αυτές οι κυριαρχικές πράξεις έχουν εξωτερικές έννομες συνέπειες και άμεση νομική ισχύ. Αποφασίζοντας και ενεργώντας διαμέσου των Διαταγμάτων, ο Υπουργός Οικονομικών και οι εναγόμενοι αρ.2, ως η Αρχή Εξυγίανσης (διοικητικές αρχές), ερύθμισαν, κατά τρόπον μονομερή και ασκώντας τις δημόσιας φύσης εκτελεστικές/διοικητικές αρμοδιότητές τους, το ζήτημα της δεινής οικονομικής κατάστασης των εναγομένων αρ.1 και της «Λαϊκής Τράπεζας» ως, επίσης, και το ζήτημα της ανάγκης χρηματοδότησης της Δημοκρατίας ως τα ζητήματα αυτά προέκυψαν κατά το έτος
- Η ρύθμιση έγινε εφ΄άπαξ και μονομερώς, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης δια του Ν.17(Ι)/2013 δημόσιας εξουσίας του Υπουργού Οικονομικών και των εναγομένων αρ.2, ως Αρχής Εξυγίανσης, χωρίς την ανάγκη συμφωνίας των εναγομένων αρ.1 και της «Λαϊκής Τράπεζας». Επιπλέον, η ρύθμιση αυτή έχει ως αποδέκτες της και απευθύνεται σε ιδιώτες (στους εναγομένους αρ.1 και την «Λαϊκή Τράπεζα»), τους οποίους δεσμεύει νομικά κατά τρόπον άμεσο, δηλαδή χωρίς την ανάγκη άλλης μεσολαβητικής πράξης ή απόφασης (δείτε Π. Δ. Δαγτόγλου, Γενικό Διοικητικό Δίκαιο, τρίτη έκδοση, εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα - Κομοτηνή, 1992, σελ. 217 επ.). Συναφώς σημειώνεται πως το γεγονός ότι τα Διατάγματα εξεδόθηκαν υπό την μορφή κανονιστικών διοικητικών πράξεων (Κ.Δ.Π.) δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα τους. Κρίσιμο είναι το γεγονός πως τα Διατάγματα απευθύνονται σε συγκεκριμένους ιδιώτες (τους εναγομένους αρ.1 και την «Λαϊκή Τράπεζα») και ρυθμίζουν εφ΄άπαξ συγκεκριμένη περίπτωση. Τα Διατάγματα αυτά δεν αφορούν σε καταστάσεις γενικές, αόριστες και απρόσωπες και ούτε προορίζονται να ρυθμίζουν μελλοντικές καταστάσεις. Κατά συνέπειαν, ο αυτοπροσδιορισμός των Διαταγμάτων ως «κανονιστικές διοικητικές πράξεις» (Κ.Δ.Π.), δηλαδή ως κανόνες δικαίου γενικής και απρόσωπης εφαρμογής, η οποία δύναται να επεκταθεί και στο μέλλον, είναι αδιάφορος. Η θέση του κ. Χατζηϊωάννου περί του χαρακτήρα των επίδικων μέτρων εξυγίανσης, τα οποία καθορίζονται στα Διατάγματα, ως κανονιστικών διοικητικών πράξεων, τα οποία μπορούν να ελεγχθούν από πλευράς νομιμότητας και συνταγματικότητας από το παρόν Δικαστήριο, αστικής δικαιοδοσίας, δεν ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω), ούτε στην απόφαση Βίας Δημητρίου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω). Δια της απόφασης Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά. (ανωτέρω) απερρίφθηκαν, ως απαράδεχτες, προσφυγές τις οποίες κατεχώρισαν καταθέτες των υπό εξυγίανση τραπεζικών ιδρυμάτων (των εναγομένων αρ.1 συμπεριλαμβανομένων) εναντίον των μέτρων που ελήφθηκαν δυνάμει κάποιων από τα Διατάγματα. Εκρίθηκε πως οι αιτητές καταθέτες δεν είχαν το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου αυτών των μέτρων και των Διαταγμάτων. Περαιτέρω, εκρίθηκε πως, εν σχέσει με τους αιτητές καταθέτες, αυτά τα μέτρα και τα Διατάγματα δεν ενείχαν το απαιτούμενο στοιχείο της εκτελεστότητας. Δια της απόφασης Βίας Δημητρίου κ.ά. v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά (ανωτέρω) απερρίφθηκαν, ως απαράδεκτες, προσφυγές τις οποίες κατεχώρισαν μέτοχοι των εναγομένων αρ.1 εναντίον μέτρων εξυγίανσης που ελήφθηκαν δυνάμει των Διαταγμάτων. Παρομοίως, μεταξύ άλλων, εκρίθηκε πως οι αιτητές μέτοχοι δεν είχαν το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον για σκοπούς αναθεωρητικού ελέγχου αυτών των μέτρων και των Διαταγμάτων. Το γεγονός πως, επιλαμβανομένη των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά (ανωτέρω) και των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Βίας Δημητρίου κ.ά v Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά (ανωτέρω), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου απέρριψε τις σχετικές προσφυγές και για λόγους απουσίας άμεσου έννομου συμφέροντος των αιτητών καταθετών και των αιτητών μετόχων ως, επίσης, και για λόγους απουσίας εκτελεστότητας των προβαλλόμενων μέτρων εξυγίανσης και των Διαταγμάτων όσον αφορά σε αυτούς, δηλώνει την ταξινόμηση των μέτρων εξυγίανσης και των Διαταγμάτων στην κατηγορία των ατομικών διοικητικών πράξεων. Και αυτό γιατί εξέταση της συνδρομής του άμεσου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή καθώς και η εξέταση της συνδρομής της εκτελεστότητας της εκάστοτε προβαλλόμενης πράξης της Διοίκησης γίνεται μόνον στο πλαίσιο αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου ατομικών διοικητικών πράξεων. Η συνδρομή του άμεσου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του εκάστοτε αιτητή ως, επίσης, και η εκτελεστότητα της εκάστοτε προσβαλλόμενης πράξης της Διοίκησης, αποτελούν προϋποθέσεις παραδεκτού του αναθεωρητικού ελέγχου των ατομικών διοικητικών πράξεων και εξετάζονται κατά προτεραιότηταν από το αρμόδιο, για τον αναθεωρητικό έλεγχο, Δικαστήριο. Οι απορριπτικές αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά (ανωτέρω) και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Βίας Δημητρίου κ.ά v Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.ά, (ανωτέρω) και η συνακόλουθη ανεπιτυχής προσβολή, επί ακυρώσει, των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, ως αυτά καθορίζονται δια των Διαταγμάτων, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, κατέστησε αυτά συνταγματικά, νόμιμα, έγκυρα και ισχυρά. Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται από την πλευρά των εναγουσών περί του αντιθέτου (δείτε στις παρά.40 έως και 58 στην τελική, γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους) είναι αβάσιμη.
- Το γεγονός πως τα Διατάγματα και τα δυνάμει τούτων ληφθέντα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, τεκμαίρονται πλέον ως συνταγματικά, νόμιμα, έγκυρα και ισχυρά, δεν απαλλάσσει, άνευ άλλου τινός, τους εναγομένους αρ.2 από την αστική ευθύνη για ζημίες που αυτά τυχόν προεκάλεσαν. Σημειώνονται συναφώς τα εξής: Κατ΄ αρχήν, τα όργανα του δημόσιου τομέα δεν ευθύνονται για ζημίες που προκαλούνται από νόμιμες πράξεις και/ή αποφάσεις τους. Όμως, τέτοια ευθύνη δημιουργείται εάν νόμος την προβλέπει ειδικώς (Π. Δ. Δαγτόγλου (ανωτέρω), σελ. 823 επ.). Εν προκειμένω, πράγματι, ο Ν.17(Ι)/2013, δια των άρθρων 25 και 26, προβλέπει ειδικώς ευθύνη των εναγομένων αρ.2 (ως η Αρχή Εξυγίανσης) για τέτοια αποζημίωση. Τα άρθρα αυτά διαλαμβάνουν τα εξής: «ΜΕΡΟΣ VII: ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ
- Διασφάλιση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας μετόχου και πιστωτή. Σε περίπτωση που το εφαρμοζόμενο μέτρο εξυγίανσης επηρεάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας μετόχου, πιστωτή ή άλλου αντισυμβαλλόμενου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης διασφαλίζει ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο, στο σύνολό του, απευθείας σε εκκαθάριση: Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο
- Αμφισβήτηση πράξεων και αποκατάσταση.
(1)Το δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται.
(2)Σε περίπτωση που μέτοχος, πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, θεωρεί ότι η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή, στην οποίαν θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση, η απαίτηση του οικονομικά θιγόμενου προσώπου περιορίζεται στην απαίτηση για καταβολή αποζημιώσεων για ζημιά την οποίαν έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης..» Επιπλέον της προϋπόθεσης τα εγκαλούμενα μέτρα εξυγίανσης να προεκάλεσαν στο θιγόμενο πρόσωπο μεγαλύτερη ζημία από αυτήν που θα προέκυπτε εάν «το επηρεαζόμενο πιστωτικό ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση» (άρθρο 26
(2)του Ν.17
(1)/2013), η αστική ευθύνη των εναγομένων αρ.2 τελεί και υπό την προϋπόθεση ότι οι εγκαλούμενες ζημιογόνες πράξεις και/ή παραλείψεις τους να έγιναν με κακή πίστη ή δόλο ή με επίδειξη βαριάς αμέλειας (άρθρα 26
(3)(α) και 29 του Ν.17(Ι)/2003). Το άρθρο 29 του Ν.17(Ι)/2013 ορίζει τα εξής: «ΜΕΡΟΣ VIII: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ 29. Ευθύνη της Αρχής Εξυγίανσης. Η Αρχή Εξυγίανσης δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη, σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της, που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της». Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφ΄ όσον οι ενάγουσες, δια της αγωγής τους, επιδιώκουν την αποκατάσταση ζημιών τις οποίες φέρονται να υπέστηκαν συνεπεία συμπεριφορών, πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων αρ. 2 και με επίκεντρο τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, αυτές όφειλαν να δικογραφήσουν με τον απαιτούμενο τρόπο και να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τα εξής: (α) τις συγκεκριμένες συμπεριφορές, πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες υπήρξαν ζημιογόνες, (β) τη φύση και την ακριβή έκταση αυτής της ζημίας την οποίαν κατ΄ ισχυρισμόν υπέστηκαν, (γ) τους λόγους για τους οποίους υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εγκαλούμενων συμπεριφορών, πράξεων και παραλείψεων και της ζημίας την οποίαν οι ίδιες, κατ΄ ισχυρισμόν, υπέστησαν, (δ) τα γεγονότα τα οποία καθιστούν τα μέτρα εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, περισσότερο ζημιογόνα απ΄ ότι θα ήταν η απευθείας θέση των εναγομένων αρ.1 σε εκκαθάριση και (ε) την εκ μέρους των εναγομένων 2 επίδειξη κακής πίστης, δόλου ή βαριάς αμέλειας (άρθρα 26
(3)και 29 του Ν.17(Ι)/2013). 9. Η λογική του πράγματος δικαιολογεί την κατά προτεραιότηταν εξέταση της αιτίας αγωγής η οποία συνίσταται στην αντίθεση των άρθρων 12
(16), 25, 26 και 29 του Ν.17(Ι)/2013 με τα Άρθρα 30, 33 και 179 του Συντάγματος, με το άρθρο 47 του Χάρτη και με τα Άρθρα 6 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α. Σχετικώς σημειώνονται τα εξής: 9.1. Στην προκείμενη αγωγή το ζήτημα της συνταγματικότητας των άρθρων 12
(16), 25, 26 και 29 του Ν.17(Ι)/2013 και της συμφωνίας τους με διατάξεις του Χάρτη και της Ε.Σ.Δ.Α είναι κεντρικό και θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο. Η τυχόν αποδοχή των θέσεων των εναγουσών θα απέβαινε καθοριστική για την έκβαση της αγωγής. Συνεπώς, ασχολούμενο με το συγκεκριμένο ζήτημα, το Δικαστήριο δεν θα το πράξει in abstracto αλλά θα το πράξει με σκοπό να επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας v. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45, 49: «Το άρθρο 144 του Συντάγματος το οποίο, καθιερώνει τον κατασταλτικό συνταγματικό έλεγχο ορίζει ότι εξετάζονται παρεμπιπτόντως σε αστική ή ποινική διαδικασία, θέματα που άπτονται της συνταγματικότητας νόμων εφόσον η επίλυσή τους είναι ουσιώδης για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ΄εφαρμογή της διάταξης, πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφανση είναι απαραίτητα για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. (βλ. The Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 CLR 640, The Improvement Board of Eylenja v. Constantinou
(1967)1 CLR 167, 183, Aθηνής v. Δημοκρατίας
(1989)2 CLR 71 και Δημοκρατία v. Kirmouyan
(1996)2 ΑΑΔ 126.» H μέθοδος την οποίαν το Δικαστήριο ακολουθεί κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου «σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό» (Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339). Στην απουσία προσδιορισμού των άρθρων του νόμου τα οποία εγκαλούνται ως αντισυνταγματικά, στην απουσία προσδιορισμού των σχετικών Άρθρων του Συντάγματος και στην απουσία σαφούς εξήγησης περί του πώς τα συγκεκριμένα άρθρα του νόμου αντίκεινται στις συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις η θέση περί αντισυνταγματικότητας είναι ανεπίδεκτη δικαστικής κρίσης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Hunter κ.α. v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731, 740 «Το Δικαστήριο κατά την εξέταση ζητημάτων αντισυνταγματικότητας νόμου, δεν μπορεί να προβαίνει σε υποθέσεις και εικασίες». Η αυστηρή μεθοδολογία η οποία ακολουθείται κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας νόμου συνάδει με το τεκμήριο συνταγματικότητας το οποίο περιβάλλει κάθε νομοθέτημα, με αποτέλεσμα αυτό να κηρύσσεται αντισυνταγματικό μόνον εάν το Δικαστήριο πεισθεί περί τούτου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γιασεμίδου v. Δημοτικού Συμβουλίου κ.α.
(1996)3 Α.Α.Δ. 491). Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:
(1)Νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται ως αντισυνταγματική εκτός εάν η αντισυνταγματικότητά της αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
(2)Κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας μίας νομοθετικής διάταξης, το Δικαστήριο δεν ενδιαφέρεται για τα κίνητρα του νομοθέτη, ούτε για την σοφία του, ούτε για την σκοπιμότητα την οποίαν θέλησε να εξυπηρετήσει. Το Δικαστήριο ενδιαφέρεται αποκλειστικώς και μόνον να διαπιστώσει κατά πόσον η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη βρίσκεται ή όχι σε αντίθεση με συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη.
(3)Εάν η διατύπωση της συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης αφήνει περιθώρια ερμηνείας της κατά τρόπον ώστε να διασώζεται η συνταγματικότητά της, τότε το Δικαστήριο προκρίνει αυτήν την ερμηνεία προκειμένου να διασωθεί η ισχύς της νομοθετικής διάταξης.
(4)Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης αποφασίζεται μόνον εάν αυτό είναι, πράγματι, αναγκαίο για την επίλυση συγκεκριμένης εκκρεμούσας διαφοράς.
(5)Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσον συνταγματικές όσον και αντισυνταγματικές διατάξεις, κατ΄αρχήν μόνον οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες. Όμως, εάν η σύνδεση μεταξύ συνταγματικών και αντισυνταγματικών διατάξεων είναι τόσον στενή ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός, τότε ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός (The Board of the Registration of Archtects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640).
(6)Υφίσταται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο πρόθεση του νομοθέτη είναι να θεσπίζει κανόνες δικαίου εντός του πλαισίου του Συντάγματος και όχι εκτός αυτού. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται, και προκύπτει ζήτημα αντισυνταγματικότητας συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης, μόνον όπου το λεκτικό της το αποκλείει (Κυριακίδης κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 485). 9.2. Από τα καταγεγραμμένα στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης προκύπτει πως οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων 12
(16), 25, 26 και 29 του Ν.17(Ι)/2013, σε όση έκταση αυτοί αφορούν στα Άρθρα 30, 33 και 179 του Συντάγματος, το άρθρο 47 του Χάρτη και τα Άρθρα 6 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α δεν προεβλήθηκαν κατά τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο. Παρά το ότι προσδιορίσθηκαν τα άρθρα του Ν. 17(Ι)/2013, τα οποία εγκαλούνται, και παρά το ότι προσδιορίσθηκαν τα σχετικά Άρθρα του Συντάγματος, του Χάρτη και της Ε.Σ.Δ.Α, εντούτοις, δεν εξηγήθηκε, με την απαιτούμενη εξειδίκευση, σαφήνεια και επάρκεια, γιατί τα εγκαλούμενα άρθρα θεωρούνται ως αντίθετα με τις συγκεκριμένες διατάξεις υπέρτερης ισχύος. Κατά συνέπειαν, δεν είναι πρόσφορος ο επιδιωκόμενος συνταγματικός έλεγχος. Επισημαίνεται πως τα όσα σχετικά προβάλλονται από την πλευρά των εναγουσών είναι γενικά και υποτυπώδη και περιορίζονται στα εξής: «.Οι ρήτρες περιορισμού ευθύνης και αποκατάστασης/αποζημίωσης που περιέχονται στα άρθρα 12
(16), 25, 26
(1)-
(3)και 29 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου αποτελούν κατάφορη παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και των άρθρων 6 και 13 της Σύμβασης και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφού με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά εκμηδενίζεται το δικαίωμα της των εναγόντων για δικαστική προστασία και/ή αποτελεσματική προσφυγή στη δικαιοσύνη και/ή πρόσβαση στα δικαστήρια καθώς για διεκδίκηση αποκατάστασης της πραγματικής ζημίας που έχουν υποστεί. Περαιτέρω έρχονται σε αντίθεση και με το άρθρο 3
(2)(ζ) και 26 του ίδιου νόμου τα οποία προνοούν ότι, (α) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις πρόνοιες του Συντάγματος και της Σύμβασης και (β) ότι το δικαίωμα δικαστικής αμφισβήτησης της ληφθείσας από την Αρχή Εξυγίανσης απόφασης σχετικά με το προσδιοριζόμενο αντάλλαγμα για το θιγόμενο δικαίωμα ιδιοκτησίας και το δικαίωμα αναζήτησης οικονομικής επανόρθωσης του θιγόμενου προσώπου από τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζονται. (VII) Παραβιάζεται το δικαίωμα των εναγουσών να απολαμβάνουν τα δικαιώματα του ΜΕΡΟΥΣ ΙΙ Περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών του Συντάγματος εκτός σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που καταχωρούνται από το άρθρο 33 του Συντάγματος. (VIII) Τέλος, παραβιάζεται το άρθρο 179 του Συντάγματος που επιβάλλει την τήρηση από τις Διοικητικές Αρχές των Προνοιών του Συντάγματος» (δείτε στην παρά. 29Α(ε)(VI) έως και (VIII) της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και στις σελ. 34 και 35 της τελικής, γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγουσών). 9.3. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως οι ισχυρισμοί περί αντίθεσης των συγκεκριμένων διατάξεων του Ν.17(Ι)/2013 με το Σύνταγμα, το Χάρτη, την Ε.Σ.Δ.Α και Πρωτόκολλά της προεβλήθηκαν ως η νομολογία ορίζει, αυτοί κρίνονται ως αβάσιμοι επί της ουσίας: Εφ΄ όσον το άρθρο 26 του Ν.17(Ι)/2013 ρητώς αναγνωρίζει και θεσπίζει το δικαίωμα του θιγομένου, από μέτρο εξυγίανσης τραπεζικού ιδρύματος, να καταχωρίσει αγωγή για αποζημιώσεις και να επιτύχει εάν, μεταξύ άλλων, αποδείξει πως «η οικονομική του θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με αυτή την οποίαν θα βρισκόταν αν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης και το επηρεαζόμενο ίδρυμα τίθετο απευθείας σε εκκαθάριση» (άρθρο 26
(2)του Ν.17(Ι)/2013), δεν τίθεται ζήτημα παρεμπόδισης θιγόμενου προσώπου να προσφύγει στη δικαιοσύνη. Το γεγονός πως το άρθρο 26
(2)του Ν.17(Ι)/2013 περιορίζει την δικαστική θεραπεία σε αποζημιώσεις, αποκλείοντας την ακύρωση πράξης που έχει διενεργηθεί ή απόφασης που έχει ληφθεί στο πλαίσιο ολοκληρωθείσας διαδικασίας εξυγίανσης, δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Και ούτε συνιστά παραβίαση του δικαιώματος αυτού ο περιορισμός της αστικής ευθύνης των εναγομένων αρ.2 στις περιπτώσεις της εκ μέρους τους επίδειξης κακής πίστης, δόλου ή βαριάς αμέλειας. Ο δια νόμου καθορισμός του είδους της εκάστοτε δικαστικής θεραπείας καθώς και ο δια νόμου καθορισμός διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιηθούν και γεγονότων που πρέπει να αποδειχθούν για να αποδοθεί η θεραπεία αυτή, δεν συνιστούν, άνευ άλλου τινός, παραβίαση του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Τα συστήματα απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι και ούτε επιτρέπεται να είναι άναρχα. Η εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία τους ως, επίσης, και η θεμελιώδης αρχή περί της ανάγκης ασφάλειας του δικαίου καθιστούν ανεκτή και επιτρέπουν τη θεσμοθέτηση ρυθμίσεων και περιορισμών που αφορούν τόσον στο είδος και την ουσία των αγώγιμων δικαιωμάτων όσον και στη διαδικασία προώθησής τους. 9.4. Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην αντίθεση των άρθρων 12
(6), 25, 26 και 29 του Ν.17(Ι)/2013 με διατάξεις του Συντάγματος, του Χάρτη, της Ε.Σ.Δ.Α και Πρωτοκόλλων της δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αυτή η αιτία αγωγής απορρίπτεται.
- Όσον αφορά στους ισχυρισμούς των εναγουσών περί της σύναψης των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου συνεπεία δόλου, απάτης ψευδών, παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και την επακόλουθη αξίωσή τους για ακύρωση των συμβάσεων αυτών, σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 10.
- Απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη νομικά έγκυρης και δεσμευτικής σύμβασης είναι και η «ελεύθερη συναίνεση» των συμβαλλομένων (άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Συμβαλλόμενος δεν ενεργεί με «ελεύθερη συναίνεση», μεταξύ άλλων, στις περιπτώσεις απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων (άρθρα 17 έως και 19 του Κεφ.149). «Απάτη» συντρέχει, μεταξύ άλλων, όταν ο ένας συμβαλλόμενος (α) παριστά στον αντισυμβαλλόμενό του ένα αναληθές γεγονός ως αληθές, ενώ ο ίδιος δεν πιστεύει στην αλήθειά του, ή (β) αποκρύπτει, από τον αντισυμβαλλόμενό του, ένα γεγονός, σχετικό με τη συναλλαγή, το οποίον ο ίδιος γνωρίζει (άρθρο 17 του Κεφ.149). Όταν πρόσωπο συνομολογεί σύμβαση ως αποτέλεσμα της εξαπάτησής του από τον αντισυμβαλλόμενό του, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ'εκλογήν του αθώου, εξαπατηθέντος μέρους. «Ψευδής παράσταση» είναι η θετική βεβαίωση κάποιου γεγονότος που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και/ή δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα. Όταν πρόσωπο συνομολογεί σύμβαση ως αποτέλεσμα των εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του ψευδών παραστάσεων, τότε η σύμβαση αυτή είναι ακυρώσιμη κατ'εκλογήν του αθώου μέρους. Το αθώο μέρος, το οποίο εξαπατήθηκε ή στο οποίο απευθύνθηκε ψευδής παράσταση, δικαιούται να ζητήσει ακύρωση της σύμβασης (και, στην κατάλληλη περίπτωση, αποζημιώσεις) (α) εάν αυτή η εξαπάτηση ή η ψευδής παράσταση υπήρξε ουσιώδης, υπό την έννοια ότι αυτή, εξ αντικειμένου, θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ανθρώπου και (β) εάν η συναίνεσή του, για τη συνομολόγηση της σύμβασης, πράγματι, εβασίστηκε στην εξαπάτηση ή την ψευδή παράσταση, αναλόγως (άρθρο 19
(4)του Κεφ.149). Όμως, το αθώο μέρος, το οποίο εξαπατήθηκε διά της εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου του τήρησης σιωπής ή προβολής ψευδούς παράστασης, δεν δικαιούται να ακυρώσει τη συνομολογηθείσα σύμβαση εάν «ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια» (άρθρο 19
(3)του Κεφ.149). Η ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος εκ μέρους προσώπου που το γνωρίζει συνιστά, δυνάμει του άρθρου 17
(1)(β) του Κεφ.149, μορφή απάτης και έλκει τη συνέπεια του άρθρου 19, δηλαδή την ακύρωση της σύμβασης κατ'εκλογήν του αθώου μέρους. Όμως, κατά κανόναν, απλή σιωπή δεν αρκεί. Απλή σιωπή συνιστά περίπτωση απάτης εάν οι περιστάσεις επιβάλλουν στο συμβαλλόμενο την υποχρέωση να δηλώσει το γεγονός (όπως, για παράδειγμα, στις περιπτώσεις συμβάσεων ύψιστης πίστης-uberrima fides - π.χ. σύμβαση ασφάλισης) ή εάν η σιωπή του συμβαλλομένου εκληφθεί ως δήλωση ή ισοδυναμεί με δήλωση. Ως «ενεργός» απόκρυψη νοείται η απόκρυψη η οποία εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση (Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. Acunc Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ.1527, 1546-9). 10.2. Σύμφωνα με τον κανόνα του κωλύματος (estoppel), υπό ορισμένες συνθήκες, ένας διάδικος εμποδίζεται να εγείρει ένα γεγονός ή να αρνηθεί την ύπαρξή του. Το κώλυμα δυνατόν να οφείλεται σε δεδικασμένο (κώλυμα λόγω δεδικασμένου- estoppel by record) ή σε καταχώριση σε έγγραφο (κώλυμα λόγω καταχώρισης σε έγγραφο - estoppel by deed) ή σε συμπεριφορά (κώλυμα λόγω συμπεριφοράς - estoppel by conduct or estoppel in pais). Ειδικότερα, το κώλυμα λόγω δήλωσης σε έγγραφο βασίζεται στην αρχή πως μία σαφής δήλωση ή μια σαφής ανάληψη υποχρέωσης, η οποία καταγράφεται, είναι δεσμευτική και, κατ'αρχήν, δεν υπάρχει δυνατότητα αμφισβήτησής της. Στην απόφαση Χατζηστυλλή v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2012)1(Β) Α.Α.Δ.989,993, αναφέρονται τα εξής: «Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee
(1971)A.C.1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou
(1982)1 C.L.R.182)». 10.
- Στην προκείμενη περίπτωση, αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής: Για την αγορά των Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007, η ενάγουσα αρ.1 υπέβαλε ενυπόγραφη αίτηση ημερ.18.12.2007 (τεκμήριο 7). Για την αγορά των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 η ενάγουσα αρ.1 υπέβαλε ενυπόγραφη αίτηση ημερ. 16.5.2011 (τεκμήριο 14). Η ενυπόγραφη αίτηση ημερ.18.12.2017 (τεκμήριο 7) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακόλουθη βεβαίωση εκ μέρους της ενάγουσας αρ.1: «ΒΕΒΑΙΩΣΗ Με την παρούσα βεβαιώνω/. ότι έχω/. την γνώση και τις ικανότητες να προβώ/. στην αξιολόγηση της επένδυσης σε Αξιόγραφα Κεφαλαίου έκδοσης 12/2007 και δηλώνω/. ότι αποδέχομαι/. τις πρόνοιες των Όρων Έκδοσης όπως περιέχονται στο πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 5 Δεκεμβρίου
- Επίσης δηλώνω/. ότι δεν μου/. έχει παρασχεθεί επενδυτική συμβουλή από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιοδήποτε υπάλληλο της για τα Αξιόγραφα της παρούσας έκδοσης ...». (Σημείωση: Υπογραμμίζονται οι φράσεις λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους). Η ενυπόγραφη αίτηση ημερ. 16.5.2011 (τεκμήριο 14) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και την ακόλουθη βεβαίωση εκ μέρους της ενάγουσας αρ.1: «Βεβαιώνω/. ότι έχω/. τη γνώση και τις ικανότητες να προβώ/. στην αξιολόγηση της επένδυσης μου/. σε Μ.Α.Ε.Κ και δηλώνω/. ότι αποδέχομαι/. τους Όρους Έκδοσης και αναγνωρίζω/. τους Παράγοντες Κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου
- Επίσης δηλώνω ότι δεν μου/. έχει παρασχεθεί οποιαδήποτε συμβουλή ή παρότρυνση από την Τράπεζα Κύπρου ή από οποιοδήποτε αξιωματούχο, υπάλληλο ή εκπρόσωπο αυτής αναφορικάμε τα Μ.Α.Ε.Κ της παρούσας έκδοσης και/ή την απόφαση μου/. για υποβολή της παρούσας Αίτησης για Εγγραφή». (Σημείωση: Υπογραμμίζονται οι φράσεις λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους). Σημειώνεται, κατ΄αρχάς, η σαφής και ρητή διατύπωση των ως άνω βεβαιώσεων. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως, εξέταση του περιεχομένου του Πληροφοριακού Μνημονίου και του Ενημερωτικού Δελτίου (τεκμήρια 6 και 11, αντιστοίχως), στα οποία οι βεβαιώσεις παραπέμπουν, καταδεικνύει πως αυτά δίδουν, επίσης, σαφείς και ρητές πληροφορίες, διατυπωμένες σε απλή και κατανοητή γλώσσα, για τα εξής γεγονότα:
(1)Αποκλειστικός σκοπός έκδοσης όλων των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου υπήρξε η ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης των εναγομένων αρ.1. Στη σελ.20 του τεκμηρίου 6 καταγράφονται ρητώς τα εξής: «ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: το καθαρό προϊόν από την έκδοση Αξιογράφων Κεφαλαίου θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της κεφαλαιακής βάσης της Τράπεζας και του Συγκροτήματος για την ανάπτυξη και επέκταση των εργασιών». Στη σελ.19 του τεκμηρίου 11 καταγράφονται τα εξής: «Προϊόν της Έκδοσης .. τα κεφάλαια που θα αντληθούν από την παρούσα έκδοση Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίου θα ενισχύσουν την κεφαλαιακή επάρκεια του Συγκροτήματος και συγκεκριμένα την ενίσχυση των πρωτοβάθμιων κεφαλαίων .. του Συγκροτήματος».
(2)Σε όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία εξέδωσαν οι εναγόμενοι αρ.1, τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου χαρακτηρίζονται κατ΄ επανάληψιν ως «επένδυση» και όχι ως «κατάθεση» (τεκμήρια 6, 7, 11 και 14). Καταγράφεται δε ρητώς πως αυτά δεν είναι εξασφαλισμένα και πως αυτά διατρέχουν συγκεκριμένους, ποικίλους και σοβαρούς κινδύνους, σχετικούς και με την φύση τους ως επενδυτικό προϊόν. Μάλιστα, οι κίνδυνοι αυτοί καταγράφονται αναλυτικά (δείτε στις σελ.5, 18 και 19 του τεκμηρίου 6, και στις σελ.28 επ. του τεκμηρίου 11). 10.
- Οι σαφείς και ρητές βεβαιώσεις, τις οποίες ενυπογράφως δίδει η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) όσον αφορά στο γεγονός πως αυτή έχει τις γνώσεις και τις ικανότητες να προβεί στην αξιολόγηση της επένδυσης στα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου καθώς και όσον αφορά στο γεγονός πως αυτή αποδέχεται το περιεχόμενο του σχετικού Πληροφοριακού Μνημονίου και του σχετικού Ενημερωτικού Δελτίου (τεκμήρια 6 και 11, αντιστοίχως), σε συνδυασμό με το, επίσης, σαφές, ρητό και σε κατανοητή γλώσσα διατυπωμένο κείμενο των εγγράφων αυτών, εμποδίζει τις ενάγουσες να προβάλλουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί δόλου, εξαπάτησης, ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Λόγω των συγκεκριμένων, ενυπόγραφων, ρητών και σαφών καταχωρίσεών της ενάγουσας αρ.1 σε έγγραφα (τεκμήρια 7 και 14), οι ενάγουσες εμποδίζονται (are estopped by deed) να ισχυρίζονται τώρα τα αντίθετα. 10.
- Εν πάση περιπτώσει, η εικόνα του ευπειθούς υψηλόβαθμου τραπεζικού υπαλλήλου ο οποίος δεν γνωρίζει, δεν μελετά και δεν προετοιμάζεται πριν μεταφέρει στη σύζυγό του ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) συμβουλές και παροτρύνσεις για τη διαχείριση της μεγάλης οικογενειακής περιουσίας (της ανερχόμενης σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ) και ο οποίος επηρεάζεται από δηλώσεις και παραστάσεις πρώην συναδέλφων του τραπεζικών υπαλλήλων, εικόνα την οποίαν επεχείρησε να προωθήσει για τον εαυτό του ο σύζυγος της ενάγουσας αρ.1 και πατέρας των εναγουσών αρ. 2 και 3 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), δεν είναι πειστική: Κατ΄αρχάς, παρατηρείται πως ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) αναφέρεται ακροθιγώς σε αυτές τις συμβουλές, τις παροτρύνεις και/ή τις ψευδείς παραστάσεις. Η μαρτυρία του XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) για το ζήτημα αυτό δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη θετικότητα και επάρκεια. Ο μάρτυς δεν έδωσε ακριβείς και σταθερές πληροφορίες εν σχέσει με τα πρόσωπα τα οποία τον εξαπάτησαν και/ή προέβαλαν ψευδείς παραστάσεις, και ούτε έδωσε συγκεκριμένες και σταθερές πληροφορίες εν σχέσει με το ακριβές περιεχόμενο και το χρόνο αυτών των δηλώσεων και συμπεριφορών. Περαιτέρω, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), ως αυτά ανεδείχθηκαν κατά την ακρόαση της αγωγής, ως, επίσης, και η μακρά και η ευδόκιμη σταδιοδρομία του στην υπηρεσία των εναγομένων αρ.1, επιμαρτυρούν πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, αυτός είχε πλήρη αντίληψη των κρίσιμων γεγονότων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος πως τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου αποτελούσαν ένα επενδυτικό προϊόν και όχι ένα καταθετικό προϊόν. Και ως επενδυτικό προϊόν αυτά ενείχαν κινδύνους: Ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), άνδρας ώριμης ηλικίας, άσκησε ευδόκιμα το επάγγελμα του τραπεζικού υπαλλήλου, ευρισκόμενος στην υπηρεσία των εναγομένων αρ.1 για τριανταπέντε
(35)έτη. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρξε Τμηματάρχης Α΄ και Διευθυντής Συναλλαγών (δείτε στην παρα.4 στο έγγραφο αρ.1). Ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) δεν υπολείπεται αντίληψης μόρφωσης και ικανοτήτων. Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτός ανέγνωσε γραπτή κατάθεση (έγγραφο αρ.1), διά της οποίας επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τις δικογραφημένες θέσεις των εναγουσών και η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλή ποιότητα λόγου. Κατά δε την αντεξέτασή του απήντησε στις ερωτήσεις κατά τρόπον που δηλώνει την επαρκή ενημέρωση και εμπειρία του για τα επίδικα ζητήματα. Παρομοίως, δεν είναι πειστική η εικόνα της αφελούς και απλοϊκής συζύγου, η οποία αποφασίζει να διαχειριστεί το τεράστιο ποσόν των €600.000, που μάλιστα «αφορούσε την εργασία (της) και τον κόπο 34 χρόνων στο επάγγελμα της αισθητικού» (δείτε στο τεκμήριο 19), βασιζομένη μόνον στα όσα ο σύζυγος και αντιπρόσωπός της XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) (τεκμήριο 2) της μετέφερε. Επί τη βάσει της μαρτυρίας της και της εντύπωσης που εδημιούργησε, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται πως η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) είναι μια εγγράμματη γυναίκα, ώριμης ηλικίας, δραστήρια και δημιουργική, η οποία, επί σειρά ετών, άσκησε με ζήλο, σύνεση και επιτυχία το προσοδοφόρο επάγγελμα της αισθητικού. Την εικόνα αυτή ενισχύει η δήλωση της ίδιας της μάρτυρος πως, από τα έσοδα από την εργασία της, κατάφερε να αποταμιεύσει το τεράστιο ποσόν των €600.000 (τεκμήριο 19). Λαμβανομένων υπ΄όψιν των κρίσιμων γεγονότων καθώς και των προσωπικοτήτων του XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) και της ενάγουσας αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) διαπιστώνεται πως αυτοί δεν υπήρξαν θύματα δόλου, εξαπάτησης, ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των εναγομένων αρ.1: Διαπιστώνεται πως ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) δεν μετέφερε στην σύζυγό του, εν αγνοία του, μίαν πεπλανημένη, ψευδή και ελλειπή εικόνα όσον αφορά στα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου. Περαιτέρω, διαπιστώνεται πως η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) δεν δέχθηκε απερίσκεπτα μίαν τέτοια εικόνα. 10.
- Εν πάση περιπτώσει, ο XXXXX Κατσαμπάς (Μ.Υ.3) εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, τα ακόλουθα, στα οποία επέμεινε, με σταθερότητα (έγγραφο αρ.7): «....
- Έχω αναγνώσει τη Γραπτή Δήλωση του κυρίου XXXXX Χρίστου και έχω προσέξει ότι αναφέρει το όνομα μου στις παραγράφους 19 και 34 σε σχέση με συγκεντρώσεις στελεχών που είχαν γίνει στην παρουσία μου. Να αναφέρω ότι σε σχέση με τα αξιόγραφα Κεφαλαίου του 2007 δεν είχε γίνει οποιαδήποτε συνάντηση ή συγκέντρωση στελεχών το 2007 καθότι τα εν λόγω αξιόγραφα δεν ήταν διαθέσιμα στο ευρύ κοινό αλλά μόνο σε επαγγελματίες επενδυτές ή και σε όσους θα επένδυαν ποσό μεγαλύτερο των €50.
- Οπόταν δεν πραγματοποιήθηκε η οποιαδήποτε συγκέντρωση στελεχών για τα αξιόγραφα αυτά.
- Όσον αφορά τα μετατρέψιμα χρεόγραφα του 2008, τα μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου του 2009 και τα μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου του 2011, πραγματοποιήθηκαν πράγματι κάποιες συγκεντρώσεις στελεχών. Δεν θυμούμαι να σας πω πόσες πραγματοποιήθηκαν και πότε και ούτε και ποιοί παρευρέθηκαν σε αυτές. Ο λόγος είναι ότι πέρασε πολύς καιρός από τότε αλλά και κυρίως γιατί δεν είχα εγώ τον οποιονδήποτε ρόλο στις συγκεντρώσεις αυτές. Συνήθως παρευρίσκονταν Διευθυντικά Στελέχη και Διευθυντές Καταστημάτων της Τράπεζας. Η παρουσία μου σε αυτές ήταν καθαρά διότι ήμουν ένας εκ των διευθυντών και όχι γιατί σχετιζόμουν με το εν λόγω θέμα και γιατί ήταν άλλωστε συνηθισμένο να παρευρίσκονται όλοι οι διευθυντές όταν προκύπτει ένα ουσιαστικό για την Τράπεζα θέμα.
- Όπως ανάφερα ήδη, δεν είχα εγώ κάποιο ρόλο στις συγκεντρώσεις αυτές. Στις συγκεντρώσεις, τον λόγο είχαν πιστοποιημένα άτομα που γνώριζαν τα χαρακτηριστικά των αξιόγραφων και τα λοιπά ζητήματα που σχετίζονταν με αυτά. Θυμούμαι όμως πολύ καθαρά ότι μας περιέγραφαν τα άτομα αυτά τα χαρακτηριστικά των εν λόγω αξιών, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Διαφωνώ ότι αναφερόταν μόνο το «καλό επιτόκιο» και ότι δεν αναφέρονταν σε λεπτομέρεια οι παράγοντες κινδύνου και τονίζω ότι δινόταν ιδιαίτερη έμφαση σε αυτούς. Επίσης διαφωνώ ότι τα προϊόντα αυτά μπορούσαν με τον οποιονδήποτε τρόπο να συγχιστούν με την απλή κατάθεση. Ουδεμία σχέση είχαν με την απλή κατάθεση και ούτε και ήταν δυνατό να αφεθεί να εννοηθεί ότι είχαν την οποιανδήποτε σχέση με την απλή κατάθεση, βάση των όσων μας είχαν επεξηγηθεί κατά τις συγκεντρώσεις αυτές και βάση των όσων αναγράφονταν στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία.
- Το τι τονιζόταν ξεκάθαρα στις συγκεντρώσεις αυτές, ήταν ότι το προσωπικό της Τράπεζας που θα αποδεχόταν τις αιτήσεις απόκτησης των αξιόγραφων δεν θα έπρεπε σε οποιονδήποτε στάδιο και με τον οποιονδήποτε τρόπο να παροτρύνει, προτρέπει ή να καθοδηγεί τους πελάτες στο να αποκτούν τα αξιόγραφα ή να προβαίνει σε προσωπικές συστάσεις και να παρέχει επενδυτικές συμβουλές. Σε περίπτωση που οι πελάτες επιθυμούσαν περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με τους όρους των εν λόγω αξιόγραφων, τότε θα έπρεπε οι πελάτες να παραπέμπονται σε ειδικά πιστοποιημένα στελέχη ή στο τηλεφωνικό κέντρο της Τράπεζας, που είχε ακριβώς δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό. Αυτό διατυπώνεται άλλωστε ξεκάθαρα στις σχετικές εγκυκλίους που δίνονταν στο προσωπικό. .............». Αυτές οι δηλώσεις του XXXXX Κατσαμπά (Μ.Ε.3) διετυπώθηκαν με λόγο άμεσο και σταθερό και παρουσιάζουν λογική συνοχή. Οι δηλώσεις αυτές κρίνονται ως αξιόπιστες, με αποτέλεσμα να ανατρέπουν την περί του αντιθέτου μαρτυρία της πλευράς των εναγουσών. 10.
- Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως όσα ο XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) και η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) ισχυρίζονται περί δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 είναι αληθή, το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αστήρικτο εφ΄όσον διαπιστώνεται πως αυτοί ήσαν «σε θέση να ανακαλύψουν την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια» (άρθρο 19
(3)του Κεφ. 148). Ο συνετός και επιμελής αναγνώστης των αιτήσεων ημερ. 18.12.2007 και 16.5.2011 (τεκμήρια 7 και 14, αντιστοίχως), του Πληροφοριακού Μνημονίου (τεκμήριο 6) και του Ενημερωτικού Δελτίου (τεκμήριο 11) θα μπορούσε με ευκολία και βεβαιότητα να αντιληφθεί τη φύση και τους κινδύνους της επένδυσης στα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) και της XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6), ως αυτά καταγράφονται ανωτέρω, δηλώνουν την ικανότητά τους να αντιληφθούν τη φύση των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου και τους κινδύνους που ενείχαν οι σχετικές επενδύσεις. Οι δύο αυτοί μάρτυρες θα μπορούσαν να ενημερωθούν για τα κρίσιμα γεγονότα και να τα κατανοήσουν, εάν κατέβαλλαν την προσοχή που είναι σε θέση να καταβάλει ο μέσος, συνετός άνθρωπος υπό παρόμοιες συνθήκες. 10.
- Όσα διαπιστώνονται εν σχέσει με τον XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) και την ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) αναπόδραστα επηρεάζουν και τις ενάγουσες αρ.2 και
- Αυτές επέλεξαν να μην καταθέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξουσιοδότησαν δε τον XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) να δώσει μαρτυρία και εξ ονόματος και προς όφελός τους (δείτε στην παρά.3 του εγγράφου αρ.1). 10.
- Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην σύναψη των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν έχει αποδειχθεί. Αυτή η αιτία αγωγής απορρίπτεται.
- Όσον αφορά στην αιτία αγωγής η οποία βασίζεται στην θέση πως, εν σχέσει με την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, οι εναγόμενοι αρ.1 παρείχαν στις ενάγουσες επενδυτικές υπηρεσίες, κατά παράβασιν της κείμενης νομοθεσίας, σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 11.
- Ο Ν.144(Ι)/2007δημοσιεύεται στο φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας ημερ. 16.10.2007, είναι εναρμονιστικός με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και σκοπόν έχει να ρυθμίσει την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση στη Δημοκρατία, την λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών καθώς και άλλα συναφή θέματα (άρθρο 3 του Ν.144(Ι)/2007). Ο Ν.144(Ι)/2007μεριμνά και για την προστασία των επενδυτών, καθιερώνοντας συγκεκριμένες και αυστηρές διαδικασίες ως, επίσης, και ασφαλιστικές δικλείδες όσον αφορά στην παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από τα αδειοδοτημένα πρόσωπα. Το πεδίο εφαρμογής του Ν.144(Ι)/2007 δεν είναι απεριόριστο. Το άρθρο 3
(2)αυτού ρητώς εξαιρεί διάφορες κατηγορίες προσώπων από το πεδίο εφαρμογής του όταν τα πρόσωπα αυτά δραστηριοποιούνται με συγκεκριμένους τρόπους. 11.2. Όσα η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται εν σχέσει με την εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παροχή τριών
(3)διακεκριμένων επενδυτικών υπηρεσιών, και συγκεκριμένα της λήψης και διαβίβασης εντολών τους σχετικών με τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου, της εκτέλεσης των εντολών αυτών για λογαριασμό τους καθώς και της παροχής επενδυτικών συμβουλών (άρθρο 2 και Τρίτο Παράρτημα, Μέρος 1, του Ν.144(Ι)/2007) τα εντάσσει στο εξής πλαίσιο: Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούν τραπεζικό ίδρυμα, και, κατά τα έτη 2007 και 2011 εξέδωσαν τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου, τα οποία διέθεσαν. Υπάλληλοι των εναγομένων αρ.1 παρότρυναν τον XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1) και, διαμέσου αυτού, τη σύζυγό του ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) να αγοράσει τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου, παρουσιάζοντάς τα ως μίαν συμφέρουσα και ασφαλή κατάθεση χρημάτων. Επί τη βάσει αυτών των προτροπών και παραστάσεων, και με τη διαμεσολάβηση του συζύγου της XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.1), υπαλλήλου των εναγομένων αρ.1, η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) υπέβαλε τις σχετικές αιτήσεις (τεκμήρια 7 και 14) και συνήψε τις συμβάσεις αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου. Ας σημειωθεί πως οι ενάγουσες δεν ισχυρίζονται και, εν πάση περιπτώσει, αυτές δεν απέδειξαν πως για τα όσα οι εναγόμενοι αρ.1 διενήργησαν εν σχέσει με τη σύναψη των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου έλαβαν οιανδήποτε ειδική αμοιβή. Περαιτέρω, επί τη βάσει των σχετικών με την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου Πληροφοριακού Μνημονίου και του Ενημερωτικού Δελτίου (τεκμήρια 6 και 11, αντιστοίχως) προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα: (α) Οι εναγόμενοι αρ.1 αποτελούν δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία βάσει του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) και αποτελούν τον «ηγετικό χρηματοοικονομικό οργανισμό της Κύπρου» (δείτε στη σελ. 21 του τεκμηρίου 6 και στη σελ. 6 του τεκμηρίου 11). (β) Τα επίδικα αξιόγραφα κεφαλαίου εξεδόθηκαν από τους εναγομένους αρ.1 και προσεφέρθηκαν στο κοινό δυνάμει του περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου του 2005 (Ν.114(Ι)/2005, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια - τεκμήρια 6 και 11). 11.3. Αυτό το πλαίσιο γεγονότων καταδεικνύει πως, στην προκείμενη περίπτωση και ως έχουν εξελιχθεί τα κρίσιμα γεγονότα, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.144(Ι)/2007εφ΄όσον το άρθρο 3
(2)(ζ) και (ι) αυτού ρητώς εξαιρεί, από το πεδίο εφαρμογής του, μεταξύ άλλων, «τα πρόσωπα που παρέχουν παρεμπιπτόντως επενδυτική υπηρεσία ως δευτερεύουσα εργασία μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της εν λόγω εργασίας» καθώς και «τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του ., υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών». Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το προαναφερθέν πλαίσιο γεγονότων (δείτε ανωτέρω την υπό την παρά.11.2.), όσα οι εναγόμενοι αρ.1 έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση και εν σχέσει με τη σύναψη των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, και τα οποία οι ενάγουσες χαρακτηρίζουν ως «λήψη και διαβίβαση εντολών» τους, ως «εκτέλεση των εντολών» αυτών και ως «παροχή επενδυτικών συμβουλών», τα έπραξαν «παρεμπιπτόντως», ως «δευτερεύουσα εργασία» και «μέσα στα πλαίσια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας», δηλαδή της έκδοσης αξιογράφων και της προσφοράς τους στο κοινό, ως ο Ν.144(Ι)/2005ορίζει. Ο δε Ν.114(Ι)/2005δεν απαγορεύει τη διενέργεια των πράξεων αυτών εκ μέρους των εναγομένων αρ.
- Περαιτέρω, ως προκύπτει από το προαναφερθέν πλαίσιο γεγονότων (δείτε ανωτέρω υπό την παρά.11.2), όσα οι εναγόμενοι αρ.1 έπραξαν στην προκείμενη περίπτωση και εν σχέσει με τη σύναψη των συμβάσεων αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, τα οποία οι ενάγουσες χαρακτηρίζουν ως «παροχή επενδυτικών συμβουλών», τα έπραξαν στο πλαίσιο «άσκηση(ς) άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας (τους) μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του» Ν.144(Ι)/
- Συγκεκριμένα, τα έπραξαν στο πλαίσιο της έκδοσης αξιογράφων και της προσφοράς τους στο κοινό ως ο Ν.114(Ι)/2005ορίζει. Για δε τις πράξεις τους αυτές δεν έλαβαν ειδική αμοιβή. 11.
- Εν πάση περιπτώσει, οι σαφείς και ρητές βεβαιώσεις, τις οποίες ενυπογράφως δίδει η ενάγουσα αρ.1 XXXXX Χρίστου (Μ.Ε.6) όσον αφορά στο γεγονός πως αυτή ουδεμία επενδυτική συμβουλή και/ή παρότρυνση έλαβε από τους εναγομένους αρ.1 εν σχέσει με τις επίδικες επενδύσεις (τεκμήρια 6 και 11, δείτε ανωτέρω υπό την παρά.10.3.) εμποδίζει τις ενάγουσες να ισχυρίζονται τώρα τα αντίθετα. Τα όσα αναπτύσσονται ανωτέρω περί της αρχής του κωλύματος λόγω καταχώρισης σε έγγραφο (estoppel by deed - ανωτέρω υπό την παρά.10.2.) εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν. 11.
- Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην εκ μέρους των εναγομένων αρ.1 παράβαση των προνοιών του Ν.114(Ι)/2007 περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών απορρίπτεται ως αβάσιμη.
- Όσον αφορά στους ισχυρισμούς περί της εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 επίδειξης κακοπιστίας, αμέλειας και παράβασης θεσμικού καθήκοντος άσκησης εποπτικού ελέγχου επί των εναγομένων αρ. 1 σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 12.
- Το αστικό αδίκημα της αμέλειας επαγγελματία (άρθρο 51
(1)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) συνίσταται στην εκ μέρους του επαγγελματία ζημιογόνο παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας επαγγελματία περιλαμβάνει την δεξιότητα και την επιμέλεια την οποίαν, καθ'υπόθεσιν, θα επεδείκνυε ο λογικός και σωστός επαγγελματίας, ο οποίος έχει όλα τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος, του επιτηδεύματος ή της ασχολίας του, υπό περιστάσεις παρόμοιες με τις επίδικες. Το κατά πόσον συγκεκριμένος επαγγελματίας θα κριθεί υπεύθυνος για αμέλεια εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να επιδείξει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ο λογικός, συνετός, ειδικευμένος, ικανός και έμπειρος επαγγελματίας. Μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος επαγγελματίας». Περαιτέρω, η εκάστοτε αμελής ενέργεια πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογικήν πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από τις ενέργειες ενός επαγγελματία (proximity). Η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος του επαγγελματία γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης. Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο εναγόμενος επαγγελματίας το έχει εκπληρώσει. Το γεγονός ότι ορισμένο πρόσωπο, ζημιώθηκε από πράξεις ή παραλείψεις επαγγελματία δεν εξυπακούει, άνευ άλλου τινός, αμέλεια του δευτέρου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.614, 621: «Το καθήκον . κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του . . Συνίσταται στην στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα .». Στην απόφαση Beaumont κ.α. v. Παπακλεοβούλου
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.525, αναφέρονται και τα εξής: «Το επίπεδο (επιμέλειας) είναι του συνήθους, επιμελούς και ικανού επαγγελματία. Δεν είναι ούτε εκείνο του πολύ προσοντούχου, ούτε εκείνο ενός επαγγελματία που κατέχει τα ελάχιστα προσόντα. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος μπορεί να παρέχει κάποια κάλυψη αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά.» Το καθήκον επιμέλειας επαγγελματία, όπως, άλλωστε, και το καθήκον επιμέλειας εν γένει, συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου (foreseeability) καθώς και την εγγύτητα του επηρεαζομένου (proximity). Όπως αναφέρεται στην απόφαση March Rich and Co. A.G. v. Bishop Rock Marine Co. Ltd and Others
(1996)1 A.C.211, 212 «.whatever harm a plaintiff suffered, in order to determine the defendant's liability in tort for negligence the court had to consider the elements of foreseeability and proximity and whether it was fair, just and reasonable to impose a duty of care on the defendant .». Η δυνατότητα πρόβλεψης εκ μέρους του επαγγελματία (foreseeability) συναρτάται με τις ειδικές γνώσεις και εμπειρίες του. Εφ'όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Το καθήκον για επίδειξη επιμέλειας είναι ανάλογο με την πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις. Εάν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι τέτοια ώστε θα μπορούσε με ασφάλεια να αγνοηθεί, τότε δεν συντρέχει καθήκον για επίδειξη επιμέλειας. Στην, κατ'αναλογίαν εφαρμοζομένη, απόφαση Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1861, 1865 αναφέρονται τα εξής: «. αν η πιθανότητα εμφάνισης κινδύνου είναι λογικά εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης των αναγκαίων προφυλάξεων συνιστά αμέλεια. Αντίθετα, αν η πιθανότητα κινδύνου είναι τέτοια που ουδέποτε θα εγειρόταν στην σκέψη ενός λογικού ανθρώπου, τότε η παράλειψη λήψης ασυνήθιστων προφυλάξεων δεν συνιστά αμέλεια .». Η απόδοση ευθύνης σε πρόσωπο το οποίο εγκαλείται για επαγγελματική αμέλεια συναρτάται με δύο παράγοντες: πρώτον, το μεμπτό της επαγγελματικής συμπεριφοράς του (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας ως αυτό διαγράφεται πιο πάνω, και, δεύτερον, την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς που προέκυψε (causative potency) (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Αλεξάνδρου v. Λεβέντης
(1996)1 Α.Α.Δ.420, 426, Χριστοφόρου v. Τρύφωνος
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1516, 1520 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ.1420). Το ερώτημα τι συνιστά, υπό τις περιστάσεις, εύλογη επαγγελματική επιμέλεια αποφασίζεται από το Δικαστήριο και όχι από την εκάστοτε επαγγελματική ομάδα. Όμως, η πρακτική ορισμένου επαγγέλματος, όπως αυτή αποδεικνύεται με μαρτυρία εμπειρογνώμονος, τυγχάνει πάντοτε σεβασμού. Αυτό σημαίνει ότι εάν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος συνεμορφώθηκε με τα επίπεδα που απαιτεί το επάγγελμά του, το Δικαστήριο, μάλλον, θα αποφανθεί υπέρ του. Αποδίδεται βαρύτητα στην καθιερωμένη επαγγελματική πρακτική, με αποτέλεσμα το βάρος του ενάγοντος να αποδείξει την επαγγελματική αμέλεια του αντιδίκου του να είναι μεγάλο (Wienfield and Jolowich on Tort, sixteenth edition, Sweet and Maxwell, 2002, σελ.196). 12.2. Δυνάμει των προνοιών των άρθρων 126
(1)και 118 του Ν.144(Ι)/2007, οι εναγόμενοι αρ.2 είναι υπεύθυνοι να εποπτεύουν τα τραπεζικά ιδρύματα όταν αυτά παρέχουν επενδυτικές και παρεπόμενες υπηρεσίες και/ή όταν αυτά ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες. Όπως αναφέρεται στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 228/2009 Δήμος Πάφου v. C. & N. Kyriakou Ltd, ημερ. 23.3.2017: «Ο κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει γενικό αγώγιμο δικαίωμα όπου ο Νόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβασή του. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ΄ αυτήν, έχει αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Flourentzou v. Christodoulou
(1988)1 CLR 791) και (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης (βλ. Κουππαρής v. Οργανισμός Γεωργικής Ασφάλισης
(1997)1 ΑΑΔ 1780, όπου υιοθετήθηκε η υπόθεση Lonrho Ltd & Others v. Shell Petroleum Co. Ltd & Others
(1981)1 All ER 456)». 12.3. Συγκεφαλαιωμένη η μαρτυρία των δύο
(2)υψηλόβαθμων λειτουργών των εναγομένων αρ.2, του XXXXX Τρικούπη (Μ.Υ.4), Ανώτερου Λειτουργού και επικεφαλής της Υπηρεσίας Μακροπροληπτικής Επίβλεψης του Τμήματος Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, και του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5), Βοηθού Διευθυντή και Προϊστάμενου του Τμήματος Εξυγίανσης, η οποία εδόθηκε με λόγο άμεσο, θετικό, αναλυτικό, κατατοπιστικό και σταθερό, έχει ως εξής: Οι εναγόμενοι αρ.2, ως η διά νόμου εποπτική αρχή επί των τραπεζικών ιδρυμάτων όταν αυτά παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, προέβηκαν και εξακολουθούν να προβαίνουν σε σειρά ενεργειών και ελέγχων προς το σκοπό διασφάλισης της συμμόρφωσης αυτών (των τραπεζικών ιδρυμάτων) με τα όσα ο Ν.144(Ι)/2007διαλαμβάνει. Συγκεκριμένα, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι αρ.2
(1)Εξέδωσαν την Οδηγία για τις Προϋποθέσεις Παροχής Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και Άσκησης Δραστηριοτήτων από τις τράπεζες, η οποία εδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π.557/2007, ως, επίσης, και την Οδηγία για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, η οποία εδημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π.558/2007 και τις απέστειλαν σε όλα τα τραπεζικά ιδρύματα (τεκμήρια 48 έως και 50).
(2)Εξέδιδαν σχετικές εγκυκλίους και προεκήρυξαν και διενήργησαν εξετάσεις για την σχετική πιστοποίηση προσώπων που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα (τεκμήρια 42, 47, 51, 56, 57, 59, 61, 62, 67 έως και 69).
(3)Απαντούσαν σε προφορικά και γραπτά ερωτήματα τα οποία υπέβαλλαν τα τραπεζικά ιδρύματα.
(4)Διοργάνωσαν οι ίδιοι ή συμμετείχαν σε σχετικές με τα ζητήματα του Ν.144(Ι)/2007 διαλέξεις και σεμινάρια.
(5)Συνέλεγαν πληροφορίες διαμέσου τηλεφωνικών επικοινωνιών και προέβηκαν σε επιτόπιους ελέγχους. Αρχικώς το μόνο παράπονο το οποίο έλαβαν οι εναγόμενοι αρ.2 εν σχέσει με το ενδεχόμενο μη συμμόρφωσης τραπεζικών ιδρυμάτων με τα όσα ο Ν.144(Ι)/2007διαλαμβάνει ήταν ένα γενικό, αόριστο και προφορικό παράπονο εκ μέρους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Λόγω ακριβώς της αοριστίας του, το παράπονο αυτό δεν μπορούσε να διερευνηθεί. Τα πρώτα γραπτά παράπονα, εν σχέσει με τη συμπεριφορά των εναγομένων αρ.1, υπεβλήθηκαν κατά το έτος 2012 και αφού αυτοί ανεκοίνωσαν πως δεν θα κατέβαλλαν τόκους στους κατόχους αξιογράφων (τεκμήριο 18). Κατ΄ακολουθίαν αυτών των παραπόνων, οι εναγόμενοι αρ.2 ενημέρωσαν τους εναγομένους αρ.1 για την απόφασή τους να διεξαγάγουν σχετικό επιτόπιο έλεγχο. Τα αποτελέσματα του διεξαχθέντος αυτού ελέγχου καταγράφονται στη σχετική έκθεση. Ας σημειωθεί πως, επιπλέον των υψηλών ακαδημαϊκών και επαγγελματικών τους προσόντων (ο XXXXX Τρικούπης (Μ.Υ.4) είναι εγγεγραμμένος λογιστής στο Ινστιτούτο Λογιστών της Αγγλίας και Ουαλλίας και μέλος του Συνδέσμου Λογιστών Κύπρου, ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5) είναι μέλος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου/ ACCI) και της μακρόχρονης και ευδόκιμης υπηρεσίας τους, οι μάρτυρες αυτοί έπεισαν πως ασκούν τα καθήκοντά τους με επάρκεια, κατά τρόπον ανεξάρτητο και ανεπηρέαστο και κατεχόμενοι από αίσθημα ευθύνης. 12.
- Μελέτη των ως άνω ενεργειών, στις οποίες προέβηκαν οι εναγόμενοι αρ.2, καταδεικνύει πως αυτές ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του θεσμικού τους καθήκοντος να ασκούν εποπτικό έλεγχο επί των τραπεζικών ιδρυμάτων, στις περιπτώσεις που ο Ν.144(Ι)/2007ορίζει. Αποδεικνύουν δε την επιμελή συμπεριφορά τους. Άλλωστε, η ουσία της σταθερά διατυπωθείσας και αιτιολογημένης θέσης του XXXXX Τρικούπη (Μ.Υ.4) και του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5), σύμφωνα με την οποία η «εποπτεία» έχει την έννοια της επίβλεψης, δηλαδή της παροχής οδηγιών και κατευθυντηρίων γραμμών καθώς και του ελέγχου της σωστής εκτέλεσης των εργασιών αμέσως μόλις παραληφθεί ένα συγκεκριμένο παράπονο ή αμέσως μόλις εντοπισθεί μία συγκεκριμένη ατασθαλία, είναι λογική και εύλογη. Λογική και εύλογη είναι, επίσης, η θέση των μαρτύρων αυτών πως η «εποπτεία», δεν ταυτίζεται και, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να ταυτίζεται με έναν μικροσκοπικό και επί καθημερινής βάσης έλεγχο του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών σε κάθε υποκατάστημα τραπεζικού ιδρύματος. 12.
- Επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία αφορά στην εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 κακοπιστία και/ή αμέλεια και/ή παράβαση του θεσμικού καθήκοντός τους να ασκούν εποπτεία επί των εναγομένων αρ.1, ως ο Ν.144(Ι)/2007, ορίζει δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αυτή η αιτία αγωγής απορρίπτεται.
- Όσον αφορά, τέλος, στην ευθύνη των εναγομένων αρ.2 να αποζημιώσουν τις ενάγουσες για τυχόν ζημία που αυτές υπέστησαν συνεπεία των (κατά τεκμήριον πλέον) συνταγματικών νόμιμων, έγκυρων και ισχυρών μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2001 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης (δείτε ανωτέρω υπό τις παρά.6 και 7), σημειώνονται και διαπιστώνονται τα εξής: 13.
- Για την επιτυχία αυτής της αιτίας αγωγής απαιτείται να αποδειχθούν τα εξής: (α) η φύση και η ακριβής έκταση της ζημίας την οποίαν οι ενάγουσες, κατ΄ ισχυρισμόν, υπέστηκαν και εξακολουθούν να υφίστανται, συνεπεία των συγκεκριμένων μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των μέτρων αυτών και της ζημίας αυτής, (γ) τα γεγονότα τα οποία, κατ΄ισχυρισμόν, καθιστούσαν την θέση των εναγομένων αρ.1 απευθείας σε εκκαθάριση λιγότερο ζημιογόνα απ΄ ό,τι τα επίδικα μέτρα εξυγίανσης (άρθρο 26
(2)του Ν.17(Ι)/2013) και (δ) η εκ μέρους των εναγομένων αρ.2 επίδειξη κακής πίστης και/ή δόλου και/ή βαριάς αμέλειας, κατά τη συμμετοχή τους στη λήψη και εφαρμογή των επίδικων μέτρων εξυγίανσης (άρθρο 29 του Ν.17(Ι)/2013). 13.2 Όσον αφορά στο ζήτημα της φύσης και της ακριβούς έκτασης της ζημιάς, την οποίαν οι ενάγουσες, κατ΄ ισχυρισμόν, υπέστηκαν και εξακολουθούν να υφίστανται συνεπεία των συγκεκριμένων μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ. 1, η μαρτυρία την οποίαν αυτές προσέφεραν είναι ελλειπής. Η πλευρά των εναγουσών περιορίσθηκε να προσφέρει μαρτυρία μόνον όσον αφορά στην συνολική τιμή αγοράς των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου την οποίαν και διεκδικεί. Όμως, η τιμή αυτή δεν αποτελεί τον δείκτη της ακριβούς έκτασης της ζημιάς των εναγουσών εφ΄ όσον, σύμφωνα με δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, από την αγορά των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου εώς και τις 31.12.2011 οι εναγόμενοι αρ. 1 κατέβαλλαν στην ενάγουσα αρ. 1 τους τόκους αυτών. Η καταβολή των τόκων, το ύψος των οποίων παραμένει άγνωστο, συνέβαλε στην μείωση της όποιας τυχόν ζημιάς των εναγουσών. Η παράλειψη αποκάλυψης του ύψους των τόκων τους οποίους η ενάγουσα αρ. 1 εισέπραξε ως κάτοχος των επίδικων αξιογράφων κεφαλαίου, αφήνει το ζήτημα της ακριβούς έκτασης της επίδικης ζημιάς των εναγουσών ανοικτό και αναπόδεικτο. 13.
- Εν σχέσει με τα υπόλοιπα προς απόδειξιν ζητήματα, σχετικά είναι τα όσα κατέθεσε ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.4). Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυς περιορίστηκε να δηλώσει τα εξής (έγγραφο αρ.3): «..2.Είμαι εγκεκριμένος Λογιστής/Ελεγκτής. Κατέχω το επαγγελματικό προσόν του Chartered Accountant και είμαι μέλος του Association of Chartered Accountants (ACA) της Αγγλίας. Είμαι επίσης μέλος του Σ.Ε.Λ.Κ Κύπρου. Ασκώ το επάγγελμα του Λογιστή Ελεγκτή συνεχώς από το 2009 με δικό μου ελεγκτικό γραφείο. Προηγουμένως εργάστηκα ως Διευθυντής Ελέγχου στην Price Waterhouse από το 1986 έως 1994 και στην Grant Thorton Ελλάδος από το 1994 έως 1996 και από το 1997 μέχρι το 2009 εργάστηκα ως Οικονομικός Διευθυντής στην Woolworth/Hermes Department stores του Ομίλου Σιακόλα.Μου ζητήθηκε από τους δικηγόρους των εναγουσών να μελετήσω τους εξηλεγμένους λογαριασμούς της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα) του 2012 και να εκφέρω γνώμη ως προς το αν η Τράπεζα ετίθετο υπό εκκαθάριση τότε θα εξοφλούντο οι πιστωτές της ιδιαίτερα οι καταθέτες και οι κάτοχοι αξιόγραφων.Κατά την γνώμη μου με βάση τους εξηλεγμένους λογαριασμούς του 2012 αν η Τράπεζα ετίθετο υπό εκκαθάριση θα εξοφλούντο όλοι οι πιστωτές της Τράπεζας περιλαμβανομένων και των κατόχων αξιόγραφων και θα παρέμενε και ένα ποσό ύψους €258.477.000 για να διανεμηθεί στους μετόχους ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στο κεφάλαιο της Τράπεζας υπό την αίρεση της είσπραξης όλων των λογιστικών αξιών. Τούτο προκύπτει ευθέως από την σελ.22 των λογαριασμών όπου παρουσιάζεται ο ισολογισμός.Σημειώνω ότι στους λογαριασμούς αυτούς υπάρχουν νέες προβλέψεις για επισφάλειες ύψους 2,306 δισεκατομμύρια ένα ιδιαίτερα ψηλό ποσό συγκρινόμενο με το 1,880 δις που αναφέρετο στα προκαταρκτικά αποτελέσματα του 2012, και €426 εκατομμύρια το 2011 όπως αναφέρεται και στην Υπεράσπιση της Κεντρικής Τράπεζας παρ. 17.12 έως 17.
- Έτσι οι συνολικές προβλέψεις ανήλθαν στα €3.676 δις. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης το ποσό που θα ήταν διαθέσιμο για τους μετόχους θα αυξάνετο κατά το ποσό που θα εισπράττετο από τις επισφάλειες.» (δείτε στις παρά.2,3,5 και 6 του εγγράφου αρ.3). (Σημείωση: Υπογραμμίζονται οι φράσεις λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους). Η ετήσια οικονομική έκθεση των εναγομένων αρ.1 για το έτος 2012 κατετέθηκε και εσημειώθηκε ως τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή του, ο XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.4) επέμεινε στην καταλληλότητα του μέτρου της απευθείας εκκαθάρισης των εναγομένων αρ.
- Διευκρίνησε, όμως, πως η εκτίμησή του αυτή προϋποθέτει απαραιτήτως τη δυνατότητα είσπραξης όλων των λογιστικών αξιών των εναγομένων αρ.1, ως αυτές καταγράφονται στο τεκμήριο
- Επί των συγκεκριμένων ζητημάτων, ο μάρτυς των εναγομένων αρ.2 XXXXX Στυλιανού (Μ.Ε.5) αντέτεινε τα εξής (έγγραφο αρ.9): «.Ενόψει της απόφασης του Eurogroup της 25/03/2013 που απέκλεισε την περίπτωση ανακεφαλαιοποίησης της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας από το πρόγραμμα χρηματοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΕ/ΔΝΤ, καθώς και της αδυναμίας της Κυπριακής Δημοκρατίας να εξεύρει χρηματοδότηση από τις διεθνείς αγορές, επιλέχθησαν μέτρα εξυγίανσης για τα οποία δεν απαιτείτο χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους.Η λήψη του μέτρου εξυγίανσης της διάσωσης με ίδια μέσα (bail in) στη στην Τράπεζα Κύπρου έγινε με σκοπό την απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας, ούτως ώστε να είναι σε θέση να συνεχίσει εργασίες ως δρώσα οικονομική μονάδα και, συνεπώς, να προστατευτούν πλήρως οι ασφαλισμένοι καταθέτες και η χρηματοοικονομική σταθερότητα. Για επίτευξη αυτού του σκοπού, ακολουθήθηκε η σειρά απομείωσης που προβλέπεται από το άρθρο 12
(8)του Νόμου 17(ι)/2013. Δηλαδή, απομειώθηκε πρώτα το μετοχικό κεφάλαιο και τα δικαιώματα απόκτησης μετοχών, στη συνέχεια απομειώθηκε η αξία των αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και έπειτα απομειώθηκαν οι χρεωστικοί τίτλοι και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων. Δεδομένου ότι η συνολική μείωση των πιο πάνω στοιχείων δεν επαρκούσε για την απορρόφηση όλων των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας και με βάση την προκαταρκτική αποτίμηση κατά το άρθρο 22
(1)του Ν.17
(1)/2013 ... και την Έκθεση τελικής αποτίμησης του ανεξάρτητου οίκου KPMG LLP UK η Αρχή Εξυγίανσης .... αποφάσισε την μετατροπή 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχικό κεφάλαιο.Ως αποτέλεσμα του Διατάγματος Κ.Δ.Π.103/2013, οι μετοχές που αντιπροσώπευαν το μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου, πριν από την έναρξη ισχύος του Διατάγματος, ορίστηκαν ως «συνήθεις μετοχές» και όλα τα απορρέοντα εξ αυτών δικαιώματα ή σε σχέση με αυτά, αναστάλησαν μέχρι την ημερομηνία επαναμετατροπής των Μετοχών Τάξης Δ, κατά την έννοια του Μέρους 4 του Παραρτήματος Γ του Διατάγματος Κ.Δ.Π.103/
- Η Αρχή Εξυγίανσης, ασκώντας τις εκ του Νόμου εξουσίες της, λαμβάνοντας υπόψη το Σημείωμα του Τμήματος Εποπτείας και Ρύθμισης Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ημερομηνίας 23/07/2013, και με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το Διάταγμα Κ.Δ.Π.278/2013, με το οποίο τροποποιήθηκαν τα περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διατάγματα του
- Με την παράγραφο 5 του Διατάγματος Κ.Δ..278/2013, η ονομαστική αξία των Μετοχών Τάξεως Β, Τάξεως Γ, Τάξεως Δ, και των Συνήθων Μετοχών, μειώθηκε από €1 σε 1-3 σεντ. Το ποσό της μείωσης χρησιμοποιήθηκε για τη διαγραφή συσσωρευμένων ζημιών της Τράπεζας Κύπρου μέχρι και την 29/03/
- Κατ΄ ακολουθίαν των παραγράφων 6 και 7 του ιδίου Διατάγματος, επήλθε διαδοχικώς υποδιαίρεση της ονομαστικής αξίας του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου και μετατροπή όλων των τάξεων μετοχών, σε μετοχές μιας και μοναδικής Τάξης Μετοχών, με τις συνήθεις μετοχές.Σύμφωνα με την Έκθεση του ανεξάρτητου οίκου KPMG UK LLP, η εύλογη καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου ήταν κατά €1.721εκ. μικρότερη από την λογιστική αξία των περιουσιακών της στοιχείων κατά τις 31/03/
- «Εύλογη αξία» («fair value») είναι η τιμή που αναμένεται να εισπραχθεί για την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου ή να καταβληθεί για τη μεταβίβαση μιας υποχρέωσης σε μια κανονική συναλλαγή υπό ομαλές συνθήκες της αγοράς μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Με την εφαρμογή του μέτρου της διάσωσης με ίδια μέσα και για επίτευξη των σκοπών της εξυγίανσης, οι συσσωρευμένες ζημιές που είχε υποστεί η Τράπεζα Κύπρου διαγράφηκαν/εκμηδενίστηκαν με την απομείωση του μετοχικού κεφαλαίου και των αξιογράφων/ομολόγων της Τράπεζας Κύπρου και ακολούθως η τράπεζα ανακεφαλαιοποιήθηκε με τη μετατροπή 47.5% των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές..Σε περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση και έχοντας υπόψη ότι η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό συνθήκες πίεσης είναι αβέβαιη και η τιμή πολύ χαμηλότερη από την εύλογη αξία που αναφέρεται πιο πάνω, προκύπτει ότι οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα κατέληγαν σε μεγάλες ζημιές για τους ανασφάλιστους καταθέτες, καθώς επίσης σε πλήρη απώλεια του συνόλου της επένδυσης των κατόχων αξιογράφων και μετόχων. Περαιτέρω, έχοντας υπόψη το τεράστιο μέγεθος των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου (πέραν των €22 δις σύμφωνα με την Έκθεση της KPMG UK LLP) καθώς και την επικρατούσα οικονομική κατάσταση στην Κύπρο, η οποία θα επιδεινωνόταν δραματικά με τυχόν απόφαση για να τεθεί η Τράπεζα Κύπρου σε καθεστώς εκκαθάρισης, θα ήταν αδύνατο αυτά να εκποιηθούν σε σύντομο χρονικό διάστημα και να αποπληρωθούν, έστω και μερικώς, μόνο οι καταθέτες. Η εκκαθάριση τράπεζας του μεγέθους της Τράπεζας Κύπρου θα απαιτούσε πολύχρονη διαδικασία και τεράστια έξοδα με τις ζημιές για τους πιστωτές να μεγαλώνουν με την πάροδο του χρόνου.Επίσης, .., σε περίπτωση εκκαθάρισης της Τράπεζας Κύπρου θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα, πριν από τους μετόχους, όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €12,2 δις περίπου, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31/12/
- ... Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων διέθετε κεφάλαια μόνο €126 εκ. περίπου τα οποία ήταν σε θέση να καλύψουν μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ασφαλισμένων καταθετών της Τράπεζας Κύπρου. Συνεπώς, θα ήταν παντελώς αδύνατο να αποζημιωθούν έστω οι ασφαλισμένοι καταθέτες, θα δημιουργείτο κοινωνική αναταραχή, οικονομική αποσταθεροποίηση και χρηματοοικονομική αστάθεια, γεγονότα τα οποία θα οδηγούσαν σε πλήρη κατάρρευση της αγοράς και των τιμών και θα μείωνε σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα την αξία εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Παράλληλα, η οφειλή της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα που της είχε παρασχεθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα, για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών και των μετόχων..Επιπλέον, εκατοντάδες χιλιάδες πελάτες της Τράπεζας Κύπρου θα έχαναν την πρόσβαση στα χρήματά τους και σε τραπεζικές υπηρεσίες και δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων της τράπεζας και άλλων επιχειρήσεων θα βρίσκονταν στην ανεργία. Σε κάθε περίπτωση και έχοντας υπόψη και την κατάσταση που βρισκόταν κατά την ίδια χρονική περίοδο και η Λαϊκή Τράπεζα, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες, λοιπούς πιστωτές, κατόχους αξιογράφων, όπως οι Ενάγουσες, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή.Έχοντας υπόψη τα γεγονότα και τα δεδομένα όπως προέκυψαν μετά την πολιτική συμφωνία του Eurogroup της 25ης Μαρτίου 2013, καθώς επίσης τα εργαλεία και τις πρόνοιες του Νόμου 17(Ι)/2013, .., ικανοποιούνταν πλήρως οι αρχές που επιβάλλονται με το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου. Υπό τις περιστάσεις, τα μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου λήφθηκαν με σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και αφού λήφθηκε υπόψιν η αρχή ότι οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4 του Νόμου 17(Ι)/
- Σε κάθε περίπτωση, οι καταθέτες αλλά και οι κάτοχοι αξιογράφων σε περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου τον Μάρτιο του 2013 τίθετο σε εκκαθάριση θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση από αυτήν που βρέθηκαν με τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην πιο πάνω τράπεζα. ....». (δείτε στις παρά.30,32,33,35 έως και 40, στο έγγραφο αρ.9). (Σημείωση: Υπογραμμίζονται οι φράσεις λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους). 13.
- Εξέταση του περιεχομένου της μαρτυρίας του XXXXX Γεωργιάδη (Μ.Ε.3), εν σχέσει με τα απαραίτητα να αποδειχθούν ζητήματα και γεγονότα, ως αυτά καταγράφονται ανωτέρω, καταδεικνύει την ελλειπτικότητα και την αδυναμία της μαρτυρίας αυτής. Ο μάρτυς των εναγουσών εξέτασε το ζήτημα της απευθείας εκκαθάρισης των εναγομένων αρ. 1 κατά τρόπον αποσπασματικό και βασιζόμενος αποκλειστικώς, στην υπόθεση «της είσπραξης όλων των λογιστικών αξιών» των εναγομένων αρ.
- Όμως, όπως καταδεικνύει η μαρτυρία της πλευράς των εναγομένων αρ. 2, το ζήτημα της απευθείας εκκαθάρισης των εναγομένων αρ. 1 έπρεπε να εξετασθεί σφαιρικά και σε συνάρτηση με πληθώρα γεγονότων (μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που αυτά ρευστοποιούνται υπό τις πιεστικές συνθήκες της εκκαθάρισης, χρονοβόρες και δαπανηρές οι διαδικασίες εκκαθάρισης, εφ΄ όσον ξεκινήσει η διαδικασία εκκαθάρισης ενεργοποιούνται διατάξεις περί ικανοποίησης συγκεκριμένων υποχρεώσεων κατά προτεραιότητα κ.ά.) Εξέταση του περιεχομένου της μαρτυρίας του XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5) και της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου οδηγεί στη διαπίστωση πως πρόκειται για μαρτυρία η οποία χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, αμεσότητα, πληρότητα, τεκμηρίωση και, κατ΄ ακολουθίαν, πειστικότητα. Με την πλήρη, τεκμηριωμένη και αξιόπιστη μαρτυρία του ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5) καταδεικνύει πως τα όσα ο μάρτυς των εναγουσών XXXXX Γεωργιάδης (Μ.Ε.4) ισχυρίζεται περί της καταλληλότητας της απευθείας εκκαθάρισης των εναγομένων αρ.1 είναι αβάσιμα και πως το μέτρο αυτό θα ήταν το πλέον καταστροφικό. Χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθούν, οι θέσεις τις οποίες ο XXXXX Στυλιανού (Μ.Υ.5) προέβαλε και ανέπτυξε ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν πως οι παρεμβάσεις των εναγομένων αρ.2 στη λήψη των μέτρων εξυγίανσης των εναγομένων αρ.1, της επίδικης μετατροπής των Μ.Α.Ε.Κ έκδοσης 2011 σε μετοχές συμπεριλαμβανομένης, υπήρξαν οι ενδεδειγμένες και, εν πάση περιπτώσει, αυτές δεν συνδέονται με την όποια τυχόν ζημία υπέστηκαν οι ενάγουσες. 13.
- Επί τη βάσει των ανωτέρω διαπιστώνεται πως η αιτία αγωγής η οποία σχετίζεται με την καταλληλότητα του μέτρου της απευθείας εκκαθάρισης των εναγομένων αρ.1 δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Αυτή η αιτία αγωγής απορρίπτεται. Η αποτυχία της πλευράς των εναγουσών να τεκμηριώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και να αποδείξει τις αιτίες αγωγής που προβάλλει οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ.1 και 2 και εναντίον των εναγουσών αρ.1, 2 και
- (Υπ.) ........... Α.Κ.Λυκούργου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο