← Κύπρος

Δήμος Στροβόλου ν. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 1230/2017, 31/5/2019

Δήμος Στροβόλου ν. Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού, Αρ. Αγωγής: 1230/2017, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1230/2017 Μεταξύ: Δήμος Στροβόλου Εναγόντων και Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2018 31 Μαΐου, 2019. Για τους ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χριστοδούλου για Γ. Λεοντίου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Αγγελίδου για Σ. Σαμψών & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτησή τους, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων. Τη νομική βάση της αίτησης αποτελούν, μεταξύ άλλων, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ.1(α) και 2-9. Την πραγματική βάση της Αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Αναστασιάδη, ημερομηνίας 11.10.2019. Με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερομηνίας 15.2.2019, οι εναγόμενοι ενίστανται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, βασιζόμενοι στους οκτώ λόγους ένστασης που συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης υπό (α) έως (στ) (
  2. i)(
  3. ii)(iii). Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης αποτελεί η ένορκη δήλωση του XXXXX Μαρκίδη, ημερομηνίας 15.2.2019, στην οποία παραθέτει τους ισχυρισμούς του προς αμφισβήτηση της έκδοσης συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων και προς υποστήριξη της δικής του θέσης ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους εναγόμενους να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων οι οποίοι ανέλυσαν την επιχειρηματολογία τους στο Δικαστήριο με αναφορά και σε σχετική νομολογία. Έχω μελετήσει με προσοχή και έχω λάβει υπόψη τις εισηγήσεις των συνηγόρων κατά τη μελέτη μου και έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, όπου ο εναγόμενος καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο ενάγων δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης και απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Άφθονη είναι η νομολογία επί του υπό κρίση θέματος και ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις R.C.K. Sports ν. Persona Advertising Ltd

(1996)I(B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 και J&Μ Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 322/2008, ημερ.14.7.2011. Η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της υπεράσπισης του, τότε θα πρέπει να δίδεται το δικαίωμα αυτό στον εναγόμενο. Εφόσον ο ενάγων ικανοποιήσει τις δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγόμενου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση ή τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Όπως αναφέρεται στην ως άνω υπόθεση J&Μ. Loizides Agencies Ltd κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ανωτέρω): «Όμως δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R.897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ.818). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελίδα 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para. 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (αρ.1)
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος)». Με αναφορά στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία, η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων είναι για συνολικό ποσό €113.379,87 ως οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού επιβληθέντος τέλους θεάματος από τις πληρωμές που εισπράχθηκαν υπό ή εκ μέρους του Εναγομένου για την είσοδο σε δημόσιους ποδοσφαιρικούς αγώνες που έλαβαν χώρα στο Στάδιο ΓΣΠ στο Στρόβολο, εντός των δημοτικών ορίων Στροβόλου, κάτω από την επίβλεψη ή/και φροντίδα ή/και διεύθυνση ή/και αιγίδα ή/και εξουσία ή/και διοργάνωση του Εναγόμενου ή/και σύμφωνα με τις οδηγίες του, κατά την περίοδο 01/01/2015 μέχρι 31/12/2015 ή/και ως χρήματα εις χείρας του Εναγόμενου που εισπράχθηκαν ή/και έπρεπε να εισπραχθούν υπό ή εκ μέρους του ή/και υπό τις οδηγίες, διεύθυνση, φροντίδα ή/και επίβλεψή του, προς όφελος ή/και δια λογαριασμό του Ενάγοντα ή/και που βρίσκονται στην κατοχή ή/και στον έλεγχο ή/και εξουσία ή/και διαταγή του Εναγομένου ή/και αντιπροσώπων του ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση νομικής υποχρέωσης ή/και καθήκοντος ή/και κανονιστικής διάταξης ή/και ως εκκαθαρισμένος η/και παραδεδεγμένος λογαριασμός (account stated). Περαιτέρω, αξιώνεται νόμιμη προεπιβάρυνση 10% επί του πιο πάνω ποσού και νόμιμος τόκος. Προκύπτει περαιτέρω ότι το αξιούμενο ποσό και θεραπείες απαιτούνται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε στις 15.3.2017 και στο οποίο οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στις 22.3.
  1. Όσον αφορά την Αίτηση για συνοπτική απόφαση, δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει. Αρκεί να λεχθεί ότι ο ενόρκως δηλών παραθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αξίωση των εναγόντων, επισυνάπτοντας παράλληλα και τεκμήρια προς υποστήριξη των ισχυρισμών. Αναφέρει δε, ότι είναι ο Οικονομικός Διευθυντής των εναγόντων και ως εκ της θέσης του έχει πλήρη και προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας αγωγής, τόσο από προσωπικό χειρισμό της παρούσας υπόθεσης, όσο και από πληροφορίες που έχει ο ίδιος συγκεντρώσει, από έγγραφα και αρχεία που είναι υπό τον έλεγχό του. Είναι, ως αναφέρει, πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκή του δήλωση. Με βάση τα πιο πάνω, αλλά και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν το θέμα, ικανοποιούμαι ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ικανοποιούμαι, επίσης, ότι με τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τα όσα αναφέρει, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και τέλος, δηλώνει την πίστη του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις τις οποίες οι ενάγοντες υποχρεούνται να ικανοποιήσουν έχουν ικανοποιηθεί. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Η αξίωση των εναγόντων, ως προκύπτει, αφορά κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο λογαριασμού επιβληθέντος τέλους θεάματος. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι ουσιαστικά προτάσσουν ισχυρισμό ότι οι ίδιοι δεν είναι οι διοργανωτές των ποδοσφαιρικών αγώνων στο ΓΣΠ και δεν είναι το πρόσωπο από το οποίο οι ενάγοντες θα έπρεπε να απαιτήσουν με αγωγή την είσπραξη του φόρου θεάματος. Η αγωγή, ισχυρίζονται, στρέφεται εναντίον λανθασμένου προσώπου. Περαιτέρω δε, θέτουν τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν στο ακέραιο το φόρο θεάματος που νόμιμα δικαιούντο για την περίοδο 1.1.2015-31.12.
  2. Τέλος, τίθεται η εκκρεμότητα της Προσφυγής 254/2016 στην οποία προσβάλλεται η επίδικη επιβολή φόρου θεάματος. Και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν με λεπτομέρεια τις θέσεις και ισχυρισμούς τους, πραγματικούς και νομικούς. Εμφανώς προκύπτει ότι πρόκειται για πολυετή διαφορά η οποία απασχόλησε τα δικαστήρια επανειλημμένως. Σε σχέση με την εκκρεμότητα Προσφυγής, αρκεί πιστεύω να υποδειχθεί ότι κάθε διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωσή της. Ως δε, υποδείχθηκε, στις Πολιτικές Εφέσεις 3/2008 και 60/2008 Αντένα Λίμιτεδ v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερομηνίας 12.7.2010: «Κατά την κρίση μας, εκτός κι αν υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο μετά από εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί η διαδικασία που θα ακολουθείτο.» Συνεπώς, η ύπαρξη Προσφυγής, δίχως άλλο, δεν ανατρέπει την πορεία πραγμάτων, ούτε προσδίδει στοιχείο υπεράσπισης στην παρούσα. Όμως, η προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι δεν αποτελεί τη συνηθισμένη περίπτωση τέτοιας φύσης. Ως προκύπτει, όχι μόνο από τα προβαλλόμενα γεγονότα, αλλά και από δεσμευτική νομολογία, τη διοικητική πράξη που αφορά τα υπό εξέταση θέματα αποτελεί το τι εμφαίνεται στην επιστολή των εναγόντων προς τους εναγομένους, ημερομηνίας 30.9.
  3. Ως εξηγείται στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 168/11, Κυπριακός Οργανισμός Αθλητισμού v. Δήμου Στροβόλου, ημερομηνίας 2.11.2017: «. ο Εφεσίβλητος το 2002 κοινοποίησε στον Εφεσείοντα απόφαση του, βασισμένη στην περί Δήμων Νομοθεσία (Ν111/85) και Κανονισμούς, με την οποία τον πληροφορούσε ότι στο εξής θα υπολόγιζαν και θα επέβαλλαν φόρο θεάματος επί της συνολικής αξίας του εισιτηρίου εισόδου, για τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις στο Γ.Σ.Π., μη αφαιρουμένης της αξίας του αθλητοσήμου. Η επιστολή αυτή είναι ημερ. 30.9.2002 και επισυνάφθηκε πρωτόδικα στην ένσταση ως Τεκμήριο Α
  4. Όπως είναι παραδεκτό με την πιο πάνω απόφαση ο Εφεσείων δεν συμφώνησε, διαμαρτυρήθηκε, αλλά δεν καταχώρισε αίτηση ακυρώσεως με αποτέλεσμα η απόφαση αυτή να παραμείνει νόμιμη και εκτελεστή. Η απόφαση ημερ. 30.9.2002 συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη. Οι επιβληθείσες φορολογίες για τα έτη 2002-2008 είναι το απότοκο της πιο πάνω απόφασης ημερ. 30.9.2002 και η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 10.2.2009 δεν είναι τίποτε άλλο παρά αξίωση ποσών τα οποία προέκυψαν ως οφειλόμενα δυνάμει της ανωτέρω και σε καμία περίπτωση η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 10.2.2009 δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη.» Στη βάση λοιπόν των ως άνω, σαφώς προκύπτει ότι, τα προβαλλόμενα από τους εναγόμενους, τα οποία σαφώς εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν λόγο ακύρωσης της υπό κρίση επιβολής τέλους θεάματος. Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση για τη συγκεκριμένη περίοδο, δεν αποτελεί αφενός εκτελεστή διοικητική πράξη, ενώ τα όσα προβάλλονται από τους εναγόμενους δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία υπεράσπισης στην παρούσα αγωγή, αφού δεσμεύονται ως υπόλογοι για την απόδοση του εν λόγω τέλους θεάματος. Αναπόφευκτα καταλήγω ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Η Αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη, αφού κρίνω ότι ουδείς από τους λόγους ένστασης έχει έρεισμα. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως η Παράγραφοι Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.