← Κύπρος

Αριστείδου ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 2259/2018, 16/4/2019

Αριστείδου ν. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 2259/2018, 16/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2259/2018 Μεταξύ :

  1. XXXX Αριστείδου , εκ Λευκωσίας
  2. XXXX Σάββα Εναγόντων -και-
  3. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
  4. Baterfil Enterprises Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.03.2019 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων . Ημερομηνία : 16.04.2019 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Μιχαήλ για Π.Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη - Καθ' ης η αίτηση 1 : κ. Καλλής Για Εναγομένη 2- Καθ' ης η αίτηση : κ. Κούτρης Ενδιάμεση Απόφαση Εισαγωγή Οι Ενάγοντες - Αιτητές με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο αξιώνουν να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση υποθήκης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2, καθότι η υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση άκυρων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι οι ειδοποιήσεις τύπος «Ι» και «Θ» αναφέρονται σε ποσό μη πραγματικά οφειλόμενο από την Εναγομένη
  5. Επιπλέον οι Ενάγοντες αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ως προς το ύψος της οφειλής των Εναγόντων προς την Εναγομένη 2 και ως προς το ότι η τελευταία οφείλει να προβεί στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους Ενάγοντες. Τέλος, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για δόλο και / ή αμέλεια και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αντισυμβατικές ενέργειες των Εναγομένων. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες ζήτησαν, μονομερώς, την έκδοση του ακόλουθου ενδιάμεσου διατάγματος : «Α. Προσωρινό και/ή ενδιάμεσο και/ή παρεμπίπτον διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο θα αναστέλλεται και/ή διακόπτεται η διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου με στοιχεία: Αρ. Εγγραφής 13/XX7, Φ/Σχ. 21/390504, Τμήμα 13, Τεμάχιο 6X1, Μερίδιο 453/541, Καϊμακλί, Λευκωσία.» Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1,2,3,8 και 9, στη Δ.64, στα άρθρα 4,5 και 9 του Κεφαλαίου 6, στα άρθρα 30,31 και 32 του νόμου 14/60, στο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως 2018 και ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, επί του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, επί των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Κανονισμούς του 1956 άρθρα 1- 18 και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30, στο Κοινοδίκαιο (Common Law), τις Αρχές της Επιείκειας (Equity), στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 - Αιτητή. Ο ομνύων δήλωσε ότι στις 12.6.2018 επιδόθηκε στον ίδιο και στη σύζυγό του επιστολή συνοδευόμενη από ειδοποιήσεις τύπου «θ» και «Ι», τις οποίες επισύναψε ως Τεκμήρια 1 και
  6. Τα Τεκμήρια 1 και 2 στάλθηκαν λόγω ισχυριζόμενου υπολοίπου στον λογαριασμό της Εναγομένης 2 υπ' αριθμόν XXXX434-
  7. Για το εν λόγω δάνειο, σύμφωνα με τον ομνύοντα, έχει εγγράφει υποθήκη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με αριθμό δηλώσεως υποθήκης Υ 9XX1/2008 ημερομηνίας 9.7.2008 επί του ακινήτου με τα ακόλουθα στοιχεία: «Αρ. Εγγραφής 13/XX7, Φ/Σχ. 21/390504, τοποθεσία: Λευκωσία, Καϊμακλί, Τμήμα 13, Τεμάχιο 6X1, Μερίδιο 453/541.» Στις 11.1.2012 δυνάμει πωλητηρίου έγγραφου που συνομολογήθηκε με την Εναγόμενη 2, οι Αιτητές αγόρασαν το διαμέρισμα με αριθμό XX1 στο ισόγειο της πολυκατοικίας, η οποία ανεγέρθηκε εντός του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου. Κατέθεσε σχετικά, ως τεκμήριο 3 το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω σύμφωνα με τον ομνύοντα στις 10.12.2018 επιδόθηκαν στους Αιτητές επιστολές τύπος ΙΑ. Κατέθεσε, ο ομνύων, τις σχετικές επιστολές ως Τεκμήρια 4 και
  8. Οι Αιτητές, σύμφωνα με τον ομνύοντα, καταβάλλουν προσπάθειες για εξόφληση του υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, με την Εναγομένη
  9. Ο ομνύων κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήρια 7 και 8 σχετικές επιστολές του δικηγόρου του, ημερομηνίας 6.3.2019 και 21.3.2019 αντίστοιχα. Δήλωσε, επίσης, ότι το ακίνητο το οποίο αγόρασαν από την Εναγομένη 2 είναι η οικογενειακή τους στέγη και ότι με την υλοποίηση της εκποίησης θα βρεθούν στον δρόμο. Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η μονομερής αίτηση επιδόθηκε στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση. Η πλευρά την Εναγομένης 2 κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 5.4.2019 δήλωσε ότι δεν θα καταχωρήσει ένσταση και δεν έχει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενο διατάγματος. Αντίθετα η Εναγομένη 1 ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης και έτσι η αίτηση ορίστηκε στις 10.4.2019 για ακρόαση. Η Εναγομένη 1 στις 8.4.2019, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω:
  10. Καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 πληρείται.
  11. Η έκδοση των Αιτηθέντων Διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες ενώ, αντίθετα, η τυχόν έκδοση τους θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη και/ή δυσανάλογη ζημιά στην Εναγόμενη
  12. Οι αξιώσεις των Εναγόντων αποτιμούνται σε χρήμα και με δεδομένη τη φερεγγυότητα της Εναγόμενης 1 δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
  13. Οι Ενάγοντες κωλύονται να ισχυρίζονται πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς από τη στιγμή που τα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν από τον Εναγόμενο 2 κατόπιν ελεύθερης του συναίνεσης προς όφελος της Εναγόμενης
  14. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφέστατα υπέρ της μη έκδοσης των αιτηθέντων Διαταγμάτων καθότι η Εναγόμενη 1 δεν είναι δίκαιο να αποστερείται του δικαιώματος της για ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών.
  15. Ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, εκείνο που θα αποφασιστεί είναι το ύψος του τελικού οφειλόμενου ποσού και τυχόν παράνομες χρεώσεις δεν ακυρώνουν την επίδικη υποθήκη.
  16. Η καταχώρηση της Αγωγής και της Αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  17. Τυχόν επιτυχία της Αίτησης θα αποστερήσει από την Εναγόμενη 1 την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της.
  18. Η Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και συνεπακόλουθα την επίδικη αίτηση.
  19. Η καταχώρηση της Αίτησης γίνεται σκόπιμα και/ή καταχρηστικά με σκοπό την πλασματική δημιουργία από τους Ενάγοντες του στοιχείου του κατεπείγοντος και την αποτροπή πραγματοποίησης του πλειστηριασμού.
  20. Η παρούσα αίτηση αλλά και η αγωγή είναι καταχρηστική και αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις των εναγόντων, οι οποίοι τεχνηέντως και προσχηματικά προσπαθούν την ύστατη και αφού έχουν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικασίες και ορίσθηκε ημερομηνία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου, να εμποδίσουν την Εναγόμενη 1 από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της.
  21. Η παρούσα αίτηση εγείρεται με μεγάλη καθυστέρηση και με αλλότρια κίνητρα, είναι εκδικητική, καταχρηστική και κακόπιστη και μοναδικό αποκλειστικό σκοπό έχει την παρακώλυση και παρέλκυση της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης που προβλέπεται από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του
  22. Η εναγόμενη 1 έχει συμμορφωθεί και ακολουθήσει όλη τη διαδικασία που προβλέπει το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 για να προχωρήσει με την εκποίηση και/ή πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου και τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει τα νόμιμα δικαιώματα της εναγόμενης 1, καταστρατηγώντας το σκοπό των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965 που διέπουν την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή.
  23. Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι σύμφωνα με τους όρους των Εγγράφων Υποθήκης, η Εναγόμενη 1 έχει καταστεί πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενυπόθηκου οφειλέτη ο οποίο της έδωσε πληρεξουσιότητα να πωλεί το ενυπόθηκο ακίνητο με οποιοδήποτε τρόπο και για οποιοδήποτε ποσό με σκοπό την εξόφληση των υποχρεώσεων που εξασφαλίζει η υποθήκη.
  24. Τα εκτεθέντα γεγονότα και/ή στοιχεία της υπόθεσης δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτηθέντων Διαταγμάτων, και υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου επί ουσιωδών θεμάτων.
  25. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 για την έκδοση των ζητηθέντων διαταγμάτων και δεν δικαιολογείται η έκδοση τους αφού τίποτε το επείγον δεν υπάρχει και η παρούσα αίτηση των Εναγόντων όπως και η αγωγή τους εναντίον της Εναγόμενης 1 είναι άνευ αντικειμένου.
  26. Εφόσον οι Ενάγοντες μπορούν να καλυφθούν και/ή να ικανοποιηθούν με αποζημιώσεις, δεν χωρεί η έκδοση των αιτηθέντων διαταγμάτων.
  27. Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση των αιτηθέντων διαταγμάτων τα οποία είναι δραστικής φύσης και μορφής, δεν δικαιολογείται η έκδοση τους υπό τις περιστάσεις, και οι Ενάγοντες εμποδίζονται (estoppel) στην έκδοση τους από την ίδια την συμπεριφορά τους.
  28. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως η συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 1, ούτε εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι Ενάγοντες ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχουν.
  29. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, ενοχλητική και εκδικητική καθότι καταχωρήθηκε με μοναδικό στόχο και σκοπό την αποστέρηση του δικαιώματος της Εναγόμενης 1 που πηγάζει από την υποθήκη Υ 9891/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και από τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νομός του 1965 (9/1965), την πρόκληση αδικίας σε βάρος της Εναγόμενης 1 και για να την εμποδίσουν από το να ασκήσει νόμιμα τα συμβατικά της δικαιώματα.
  30. Δεν υπάρχει περίπτωση υπό τις περιστάσεις οι Ενάγοντες να υποστούν οποιαδήοτε ζημιά και τα όσα αναφέρουν ότι πιθανόν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι αόριστοι και αβάσιμοι χωρίς αντίκρυσμα και τεκμηρίωση.
  31. Οι Ενάγοντες δεν ικανοποιούν την τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση των αιτούμενων ενδιάμεσων διαταγμάτων ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». Η ένσταση της Εναγομένης 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXX Ανδρέου, πρώην υπαλλήλου της Εναγομένης
  32. Ο ομνύων μέχρι τις 31.1.2018 εργαζόταν στην Εναγομένη
  33. Ο ομνύων για την Καθ' ης η αίτηση 1 επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, στο οποίο φαίνεται ότι το πωλητήριο των Εναγόντων με την Εναγομένη 2 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 10.4.
  34. Το σχετικό πιστοποιητικό κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Η επίδικη υποθήκη δόθηκε από την Εναγομένη 2 ως εξασφάλιση για την παραχώρηση του δανείου υπ' αριθμόν XXXX434-
  35. Μετά την καταχώρηση ένστασης από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 το Δικαστήριο έχει τις θέσεις όλων των πλευρών ενώπιόν του, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου χρειάζεται. Διαδικασία - Γεγονότα Στην υπό κρίση διαδικασία η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, αφού καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Συνεπώς για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης έκαστης πλευράς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις, Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 , Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460 και Α Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα Πολ. Έφεση 277/2007, ημερ. 18.2.2010 . Στις 12.4.2019, ημερομηνία κατά την οποία η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι αντίδικες πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση προκύπτει ότι η Εναγομένη 2 σύστησε υποθήκη υπέρ της Εναγομένης στις 9.7.
  1. Οι Αιτητές δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, μεταγενέστερης ημερομηνίας της εγγραφής της Υποθήκης, συμφωνήσαν να αγοράσουν αγόρασαν το επίδικο διαμέρισμα. Περαιτέρω από το Τεκμήριο Α, επί της δήλωσης του ομνύοντος για την Εναγομένη Καθ' ης η αίτηση 1, διαφαίνεται ότι το επίδικο πωλητήριο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 10.4.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί πώλησης ακινήτων Νόμου το πωλητήριο έγγραφο συνιστά εμπράγματο βάρος, το οποίο λαμβάνει τη σειρά του ανάλογα με τον χρόνο καταχώρησης. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 44Θ
(2)του περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων, εφόσον το επίδικο πωλητήριο είναι μεταγενέστερο της Υποθήκης, η Εναγομένη 1 όφειλε να ενημερώσει τους Ενάγοντες σχετικά με την σκοπούμενη πώληση. Έτσι οι Εναγόντες - Αιτητές ως κάτοχοι μεταγενέστερης , της υποθήκης, εμπράγματης εξασφάλισης καθίστανται ενδιαφερόμενα μέρη στη διαδικασία. Στην υπό κρίση υπόθεση με την αίτηση των Εναγόντων επιδιώκεται η αναστολή του πλειστηριασμού, ο οποίος επιδιώκεται από κάτοχο εμπράγματου βάρους που προηγείται του πωλητηρίου που κατέθεσαν οι Εναγόντες - Αιτητές. Έτσι το ουσιώδες που πρέπει να αποφασισθεί είναι το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος που να αναστέλλει ή ακυρώνει τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου, ο οποίος προγραμματίστηκε από την Εναγομένη 1 και επηρεάζει κάτοχο μεταγενέστερου εμπράγματου βάρους. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στο σύγγραμμα Injunctions, των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns 12th Ed παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα ( injunction) : «An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).» Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, τα διατάγματα, ανάλογα με τη φύση τους, διακρίνονται σε προστακτικά και απαγορευτικά. Στην υπό κρίση υπόθεση από τη φύση της αιτούμενης θεραπείας προκύπτει ότι η αίτηση αφορά σε έκδοση απαγορευτικού διατάγματος. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 Τόσο η έκδοση προστακτικού όσο και απαγορευτικού διατάγματος διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι : α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)και Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263. Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557)το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:
  1. Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
  2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
  3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ 152. Στην απόφαση Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστίνας Σταύρου Χριστοφόρου και άλλων,
(1995), 1 Α.Α.Δ. 248, έχει τονισθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε 143/2015 ημερ 27/3/2017 επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω θα εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και της σχετικής νομολογίας για την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος έχοντας κατά νου ότι δεν απαιτείται εξέταση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται από τους διαδίκους. Σχετική είναι η απόφαση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα. Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης και έτσι το βάθρο για τη χορήγηση της ενδιάμεσης θεραπείας θα αναζητηθεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση σε συνάρτηση με το αιτητικό του κλητηρίου που έχει καταχωρηθεί και τις εκεί επικαλούμενες αιτίες αγωγής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) και Alexander v. Alexander
(2013)1 ΑΑΔ
  1. Στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Διατάγματα σελ 123, αφού καταγράφεται η θέση ότι σε αυτό το στάδιο το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ψηλό, αναφέρονται τα ακόλουθα διαφωτιστικά : «Αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφα του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα του, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζει ο Εναγόμενος και να υποστηρίξει του ισχυρισμούς του με στοιχεία που θα παραθέσει στην 'ένορκη δήλωση του». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ναι μεν το επίπεδο απόδειξης δεν είναι υψηλό αλλά απαιτείται η παράθεση κάποιων στοιχείων στην ένορκη δήλωση που να συνδέονται έστω με τις επικαλούμενες αιτίες αγωγές. Στην υπό κρίση αγωγή οι Ενάγοντες, μέσω των δύο πρώτων αιτητικών της αγωγής, για έκδοση αναγνωριστικών διαταγμάτων, αξιώνουν να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση υποθήκης μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2, καθότι η υποθήκη δόθηκε ως εξασφάλιση άκυρων χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων. Επίσης αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι οι ειδοποιήσεις τύπος « Θ» και «Ι» αναφέρονται σε ποσό μη πραγματικά οφειλόμενο από την Εναγομένη
  2. Προκύπτει από τα τρία πρώτα αιτητικά στο κλητήριο της αγωγής ότι οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την ακυρότητα της συμφωνίας της Υποθήκης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης και την ακυρότητα των ειδοποιήσεων τύπος « Θ» και «Ι». Με την ένορκη δήλωσή του ο Ενάγοντας- Αιτητής 1 δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή δεν προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο, που να σχετίζεται με κατ΄ισχυρισμόν ακυρότητα είτε της υποθήκης είτε των ειδοποιήσεων τύπος « Θ» και «Ι». Ουδεμία αναφορά εντοπίζεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως προς την ακυρότητα της επίδικη σύμβασης Υποθήκης ή των ειδοποιήσεων τύπος «θ» και «Ι». Επιπλέον, με τα αιτητικά 4 και 5, της αγωγής, οι Ενάγοντες αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ως προς το ύψος της οφειλής των Εναγόντων προς την Εναγομένη 2 και ως προς το ότι η τελευταία οφείλει να προβεί στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους Ενάγοντες. Ούτε ως προς τα πιο πάνω εντοπίζεται οτιδήποτε σχετικό στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 Αιτητή. Επίσης, οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις για δόλο και / ή αμέλεια και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή αντισυμβατικές ενέργειες των Εναγομένων. Όπως και για τα υπόλοιπα αιτητικά οι Ενάγοντες κανένα στοιχείο δεν προσκομίζουν που να είναι σχετικό με τις πιο πάνω επικαλούμενες βάσεις αγωγής. Ιδιαίτερα ως προς την προβολή ισχυρισμού περί δόλου σχετική είναι η απόφαση Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά,
(2004)1 Α.Α.Δ.818, όπου κρίθηκε ότι η απλή προβολή του ισχυρισμού περί δόλου δεν είναι αρκετή. Σχετικά παραπέμπω, επίσης, σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) σελ
  1. Συνεπώς από το κλητήριο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά ή στοιχείο περί της ύπαρξης των επικαλούμενων αγώγιμων δικαιωμάτων και θεραπειών και ως εκ τούτου δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Έτσι η εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαιδέυτου συνηγόρου του Αιτητή, στην οποία ανέπτυξε ισχυρισμούς περί προστασίας του Ατομικού δικαιώματος της ιδιοκτησίας, δεν μπορεί να συνδεθεί με οποιαδήποτε από τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής και δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Τονίζεται, παράλληλα, ότι στο παρόν στάδιο απαιτείται αναφορά στο επικαλούμενο αγώγιμο δικαίωμα και ως εκ τούτου η υπό εξέταση διαδικασία διαφοροποιείται από τη διαδικασία αίτησης διαγραφής της αγωγής υπό τη Δ.27 θ. 4 και την νομολογία που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών. Το γεγονός ότι δεν απαγορεύεται να αναζητήσει κάποιος διάδικος δηλωτική θεραπεία δεν συνεπάγεται από μόνο του και ύπαρξη συζητήσιμου θέματος εν τη έννοια του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Ορατή Πιθανότητα επιτυχίας Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετική είναι η απόφαση Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά (ανωτέρω). Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Σχετική είναι η απόφαση T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα σελ 127-128. Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ
  1. Όπως έχει εξηγηθεί στην πρόσφατη απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου (ανωτέρω) δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολ. Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.
  2. Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Στην υπό κρίση υπόθεση έχω διεξέλθει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα Αιτητή 1 και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να παρέχει ενδείξεις περί της ύπαρξης των ουσιαστικών επίδικων δικαιωμάτων. Συνακόλουθα, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς, κρίνει ότι δεν αναδύονται οι απαιτούμενες ενδείξεις περί της ύπαρξης του αγώγιμου δικαιώματος, υπό την έννοια και στον βαθμό που έχει εξηγηθεί στην απόφαση Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ
(557). Η τρίτη προϋπόθεση : Παρόλο που η κατάληξή μου είναι ότι δεν πληρείται η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, θα προχωρήσω να εξετάσω, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, και τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου αυτού. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η έννοια της ζημίας δεν συναρτάται με την υλική ζημία αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791 και Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245. Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες ή επεξήγηση που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης. Απολύτως σχετική είναι η απόφαση της έντιμου Π.Ε.Δ Α. Παναγιώτου στην αγωγή υπ' αριθμόν του Ε.Δ Λευκωσίας 1104/18 Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά, τα οποία υιοθετώ: «Είναι περαιτέρω σαφές από την προαναφερθείσα νομολογία ότι για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο ενάγων έχει καθήκον να πείσει το Δικαστήριο ότι τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ του θα μείνει ανικανοποίητη. Η ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση, απέτυχε σε αυτή της την υποχρέωση. Δεν υπάρχει τίποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα από την εναγομένη 1 σε περίπτωση που πετύχει στις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής.» Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισχυρισμός περί ανεπανόρθωτης βλάβης εγείρεται σε συνάρτηση με τη θέση πως εάν επιτραπεί ο επίδικος πλειστηριασμός οι Εναγόντες θα απολέσουν την κατοικία τους. Το γεγονός της απώλειας της κατοικίας των Εναγόντων από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί ανεπανόρθωτης βλάβης. Εφόσον, στην υπό κρίση υπόθεση η αξία της κατοικίας των Εναγόντων- Αιτητών είναι εύκολα απομιμητή σε χρήμα δεν προκύπτει αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης στο μέλλον. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ότι η οικονομική κατάσταση των Εναγομένων είναι τέτοια που να υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση στο μέλλον. Συνακόλουθα, υπό τα γεγονότα της παρούσας, δεν ικανοποιείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Κατάληξη Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 1, και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα, όμως, στο τέλος της αγωγής. Ως προς την Εναγομένη 2, εφόσον δεν καταχώρησε ένσταση και δεν συμμετείχε στη διαδικασία, δεν μπορεί να κριθεί ως επιτυχών διάδικος και ως εκ τούτου δεν δικαιούται έξοδα. [Υπ............. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.