← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Βιομηχανία Πλεκτών Τρικόζα Λτδ κ.α., Αγωγ

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Βιομηχανία Πλεκτών Τρικόζα Λτδ κ.α., Αγωγή αρ.: 2805/2011, 23/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ. Αγωγή αρ.: 2805/2011 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Βιομηχανία Πλεκτών Τρικόζα Λτδ από Λευκωσία
  2. XXXXX Χριστοδουλίδη από Λευκωσία
  3. XXXXX Τορνάρη από Λευκωσία
  4. XXXXX Βραχίμη από Λευκωσία
  5. XXXXX Χριστοδουλίδης από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 23.5.2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Ρήγας για κ.κ. Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 5: κα Γεωργιάδου για κ.κ. Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 4: κ. Γεωργίου για κ.κ. Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουνεναντίον των εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €97.310,09 ως κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 7.6.2000 και/ή ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και/ή άλλως πως, τόκο 14% ετησίως επί του ως άνω ποσού από 18.3.2011 κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως, έξοδα και Φ.Π.Α. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικούς δικηγόρους, αρνούνται ότι οφείλουν το επίδικο ποσό. Πριν την ακρόαση της υπόθεσης η εναγόμενη 4 τροποποίησε την αρχικώς καταχωρηθείσα υπεράσπισή της. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι τράπεζα και ότι κατά ή περί τις 7.6.2000 παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο για το ποσό των ΛΚ20.
  6. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι εναγόμενοι 2 έως 5 την ίδια ημέρα υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης με την οποία ανέλαβαν προσωπικά και αλληλέγγυα να πληρώσουν προς τους ενάγοντες κάθε ποσό το οποίο θα ήταν οφειλόμενο προς αυτούς από τους εναγόμενους
  7. Δυνάμει της ως άνω συμφωνίας δανείου οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 το ποσό των ΛΚ20.000 και χρέωσαν το ποσό αυτό στον σχετικό λογαριασμό που τους άνοιξαν με αριθμό 520/334588-
  8. Ισχυρίζονται επίσης ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 28.2.2001 ενημέρωσαν τους εναγόμενους 1 ότι από την 1.1.2001 ο λογαριασμός τους θα επιβαρυνόταν με επιτόκιο 10% ετησίως και ότι θα προέβαιναν σε ανατοκισμό σύμφωνα με την εκάστοτε νομοθεσία όπως επίσης ότι θα δικαιούνταν κατά την απόλυτη κρίση τους να καθορίζουν το ύψος του εκάστοτε βασικού και/ή πρόσθετου επιτοκίου τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται επίσης ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 18.3.2011 προς τους εναγόμενους 1, η οποία κοινοποιήθηκε στους εναγόμενους 2 έως 5, οι ενάγοντες ανακάλεσαν την επίδικη πιστωτική διευκόλυνση και τους ενημέρωσαν ότι η οφειλή τους θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 14% κεφαλαιοποιούμενο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με την ίδια επιστολή ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού μεταφέροντας το υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν σε €97.310,09 στις καθυστερήσεις καλώντας τους όπως εντός 7 ημερών καταβάλουν στους ενάγοντες την πιο πάνω οφειλή τους. Ισχυρίζονται τέλος ότι οι εναγόμενοι παρά τα πιο πάνω παρέλειψαν να καταβάλουν το ως πάνω ποσό και οι ενάγοντες προχώρησαν στην καταχώρηση της επίδικης αγωγής. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 5 με την κοινή υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι το επίδικο χρέος δεν κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι δεν έγινε τερματισμός της συμφωνίας δανείου και/ή της συμφωνίας εγγύησης και/ή των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση (Laches) να τερματίσουν τη συμφωνία και/ή να προχωρήσουν στην παρούσα αγωγή. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η συμφωνία δανείου και/ή η συμφωνία εγγύησης και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων δεν είναι έγκυρη ούτε εκτελεστή επειδή ουδέποτε έλαβαν επιστολή στην οποία να καταγράφονται τα σχετικά με την παροχή τους. Ισχυρίζονται επίσης ότι δεν οφείλουν το επίδικο ποσό το οποίο είναι προϊόν τόκων οι οποίοι ανατοκίστηκαν χωρίς οι ενάγοντες να έχουν τέτοιο δικαίωμα. Η εναγόμενη 4 με τη δική της υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι στις 2.12.1986 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. χορήγησε στους εναγόμενους 1 δάνειο ύψους ΛΚ20.000 για την αγορά ενός μηχανήματος και ότι την ίδια ημέρα συστάθηκε πάγια επιβάρυνση προς όφελος της τράπεζας με την οποία επιβαρύνθηκε το εν λόγω μηχάνημα μέχρι του ποσού των ΛΚ20.
  9. Ισχυρίζεται επίσης ότι η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.6.2000 δεν αποτελεί νέα σύμβαση αλλά συμπληρωματικό έγγραφο της συμφωνίας ημερομηνίας 2.12.1986 μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 το οποίο καταρτίστηκε στα πλαίσια της αποχώρησης 2 εκ των 3 μετόχων των εναγομένων 1 και δεν συνιστά επιπρόσθετη και/ή νέα σύμβαση δανείου και/ή παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών της η εναγόμενη 4 ισχυρίζεται επίσης ότι εάν ήθελε φανεί ότι η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 7.6.2000 αποτελεί νέα σύμβαση, οι όροι της είναι παράνομοι και/ή καταπιεστικοί και/ή καταχρηστικοί και/ή ουδέποτε της επεξηγήθηκαν και/ή περιέχει καταχρηστικές ρήτρες και/ή παράνομες και/ή υπερβολικές χρεώσεις ανατοκισμού και/ή εξόδων και/ή προμηθειών και/ή επιβαρύνσεων. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε συμφώνησε στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας εγγύησης και/ή συνήψε αυτή χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε ενημέρωση και/ή πληροφόρησή της για το περιεχόμενο και τους όρους της. Η εναγόμενη 4 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ουδέποτε ενημερώθηκε εγγράφως από τους ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 28.2.2001 για την επιβολή επιτοκίου ύψους 10% ούτε για τις επιβαρύνσεις καθυστερήσεων και/ή ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 18.3.
  10. Ισχυρίζεται επίσης ότι από τις 7.6.2000 που υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία εγγύησης μέχρι και την έγερση της επίδικης αγωγής δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες και/ή ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής και/ή οι ενάγοντες αδράνησαν και δημιούργησαν στην εναγόμενη 4 την εντύπωση ότι αποποιήθηκαν οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματά τους. Οι ενάγοντες με την απάντηση την οποία καταχώρησαν ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης είναι καθόλα νόμιμες, δεσμευτικές και σύμφωνες με τη σχετική νομοθεσία. Ισχυρίζονται επίσης ότι ουδεμία καθυστέρηση υπέδειξαν ως προς τη διεκδίκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους, αφού ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε στις 18.3.2011 και η αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.4.
  11. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης έδωσαν μαρτυρία 4 μάρτυρες. Προς υποστήριξη των θέσεων των εναγόντων κατέθεσε ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου και η κα XXXXX Θεμιστοκλέους ενώ για τους εναγόμενους κατέθεσαν οι εναγόμενοι 2 και
  12. Ο κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.1) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στους ενάγοντες στη Διεύθυνση Διαχείρισης Οριστικών Καθυστερήσεων και παρακολουθεί μεταξύ άλλων την κίνηση των λογαριασμών των εναγομένων
  13. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων, χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων και οι εναγόμενοι ήταν πελάτες τους. Οι εναγόμενοι 1 με αίτησή τους ημερομηνίας 14.3.2000 ζήτησαν από τους ενάγοντες την παραχώρηση δανείου για το ποσό των ΛΚ20.
  14. Η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 1 στη διαδικασία και αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1 ημερομηνίας 7.6.2000 καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
  15. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες στις 7.6.2000 παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο ποσού ΛΚ20.
  16. Η εν λόγω σύμβαση δανείου ημερομηνίας 7.6.2000 καταχωρήθηκε ως τεκμήριο
  17. Ήταν όρος της ως άνω συμφωνίας ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού θα χρεώνεται ετησίως με τόκο 8% καταβαλλόμενο από τους εναγόμενους κάθε 15 Ιουνίου και 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους με δυνατότητα να αυξήσουν το επιτόκιο αυτό κατά την κρίση τους σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εναγόμενοι 2 έως 5 προς εξασφάλιση της εν λόγω συμφωνίας υπέγραψαν με τους ενάγοντες στις 7.6.2000 συμφωνία εγγυήσεως και αποζημιώσεως η οποία είναι ενσωματωμένη στη συμφωνία δανείου. Με την εν λόγω συμφωνία εγγύησης οι εναγόμενοι 2 έως 5 ανέλαβαν προσωπικά και αλληλέγγυα την υποχρέωση να πληρώσουν στους ενάγοντες κάθε οφειλόμενο από τους εναγόμενους 1 ποσό σύμφωνα με τους όρους και τις πρόνοιες της συμφωνίας η οποία συνάφθηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων
  18. Ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 28.2.2001 ενημέρωσαν τους εναγόμενους 1 ότι από 1.1.2001 ο λογαριασμός τους θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 10% ετησίως επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων καταβαλλόμενο στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως τεκμήριο
  19. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 18.3.2011 προς τους εναγόμενους 1 και με κοινοποίηση προς τους εναγόμενους 2 έως 5 ανακάλεσαν την πιστωτική διευκόλυνση που είχαν παραχωρήσει στους εναγόμενους 1 και τους ενημέρωσαν ότι η οφειλή τους θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 14%. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες με την εν λόγω επιστολή ενημέρωσαν τους εναγόμενους ότι τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και ότι μετέφεραν το υπόλοιπό του στις καθυστερήσεις και τους κάλεσαν να καταβάλουν την εν λόγω οφειλή τους εντός 7 ημερών. Κατέθεσε την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011 ως τεκμήριο
  20. Ισχυρίστηκε ότι από τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 οι οποίοι τηρούνται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή και συνιστούν τραπεζικό βιβλίο φαίνεται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγομένων 1 στις 18.3.2011 ήταν €97.310,09 πλέον επιτόκιο 14% ετησίως με κεφαλαιοποίηση 2 φορές τον χρόνο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και ως τεκμήριο 7 τις μεταβολές του επιτοκίου του επίδικου δανείου, τα αντίγραφα των δημοσιεύσεων στον ημερήσιο τύπο καθώς επίσης αντίγραφα επιστολών σχετικών με το θέμα των μεταβολών του επιτοκίου. Κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 από τη δικηγόρο των εναγομένων 1, 2, 3 και 5 ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι με βάση την επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 3, καθορίστηκε ως διεύθυνση επικοινωνίας της εναγομένης 1 η «Λεωφ. Ανδρέα Ζάκου, Παλλουριώτισσα Τ.Κ.21394 Λευκωσία». Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 6, δεν αποστέλλονταν στη διεύθυνση των εναγομένων η οποία αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία τεκμήριο
  21. Σε άλλη ερώτηση αναφορικά με το που αποστάληκε η κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 28.4.2005 η οποία περιλαμβάνεται στο τεκμήριο 6 ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτή δεν στάλθηκε οπουδήποτε κατά την ημέρα έκδοσής της αφού δεν αναγράφεται σε αυτή οποιαδήποτε διεύθυνση και λόγω του ότι αφορούσε την περίοδο κατά την οποία η εναγόμενη 1 εταιρεία είχε διαχειριστή παραλήπτη. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι οι καταστάσεις λογαριασμού, τεκμήριο 6, αποστέλλονταν στην ταχυδρομική θυρίδα 21504 η οποία επίσης ήταν καταχωρημένη στο σύστημα της τράπεζας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το επιτόκιο το οποίο προβλέπεται στην επίδικη συμφωνία είναι 8% και ότι στο τεκμήριο 7 φαίνονται όλες οι μεταβολές του επιτοκίου. Σε άλλη ερώτηση η οποία του τέθηκε αναφορικά με την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 18.3.2011, τεκμήριο 5, ισχυρίστηκε ότι η επιστολή στάλθηκε με το ταχυδρομείο, προσθέτοντας ότι συνήθως οι επιστολές τερματισμού αποστέλλονται ως συστημένες αλλά δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη για αυτό μέσα στον φάκελό του. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο η επιστολή η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 5 είναι η πρωτότυπη, ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιστολές ετοιμάζονται σε πολλά αντίγραφα με πρωτότυπη υπογραφή και ο πελάτης λαμβάνει ένα αντίγραφο με πρωτότυπη υπογραφή. Ισχυρίστηκε τέλος ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν τον επίδικο λογαριασμό το 2011 και αυτό δεν ήταν πιο ζημιογόνο από το να είχαν τερματίσει τον λογαριασμό το 2007 που ο διαχειριστής παραλήπτης της εναγόμενης 1 εταιρείας ολοκλήρωσε τα καθήκοντά του γιατί ο λογαριασμός μετά τον τερματισμό χρεωνόταν με επιτόκιο 14%. Κατά την αντεξέτασή του Μ.Ε.1 από τον δικηγόρο της εναγομένης 4 ο μάρτυρας συμφώνησε με υποβολή του τελευταίου ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική άμεση εμπλοκή με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου ή της συμφωνίας εγγύησης. Συμφώνησε επίσης με άλλη υποβολή του δικηγόρου ότι δεν είχε προσωπική γνώση ή ανάμειξη στα επίδικα γεγονότα και ότι όσα αναφέρει προέρχονται από τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει από που φαίνεται ότι η επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011 πράγματι αποστάληκε παρέπεμψε στο κάτω μέρος της εν λόγω επιστολής όπου αναγράφονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις των 4 εγγυητών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εν λόγω επιστολή ταχυδρομήθηκε αφού η επίδικη σύμβαση αυτό προνοεί. Η κα Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.2) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι είναι υπάλληλος των εναγόντων και ότι από το 2006 εργάζεται στη Διεύθυνση Οριστικών Καθυστερήσεων. Τα στοιχεία των λογαριασμών και των καταχωρήσεων στους λογαριασμούς της εναγομένης 1 τα γνωρίζει από τη μελέτη των διαφόρων εγγράφων που αφορούν την επίδικη υπόθεση μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ο Μ.Ε.
  22. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια δεν γνωρίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες, παραχωρήθηκαν οι επίδικες διευκολύνσεις και τερματίστηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Μελέτησε και έλεγξε τις καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου καθώς και τον επίδικο λογαριασμό ο οποίος τηρείται αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή και συνιστά τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή. Οι καταστάσεις αυτές παράχθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων, τις έλεγξε προσωπικά και διαπίστωσε ότι αυτές όπως έχουν εκτυπωθεί είναι ορθές και σύμφωνες με την εικόνα του λογαριασμού όπως παρουσιάζεται στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό δανείου η μάρτυρας ετοίμασε 4 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 14 έως
  23. Οι εν λόγω καταστάσεις έγιναν με τη βοήθεια συγκεκριμένου προγράμματος που η τράπεζα έχει εγκατεστημένο στο ηλεκτρονικό της σύστημα στο οποίο η μάρτυρας καταχώρησε τα σχετικά στοιχεία και τις εγγραφές που φαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  24. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τα ποσά τα οποία οφείλονται από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες είναι αυτά που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων ως προκύπτουν από το τεκμήριο 6 και εναλλακτικά οποιοδήποτε ποσό το οποίο ήθελε κριθεί ορθό από το Δικαστήριο στη βάση των ως άνω αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού. Κατά την αντεξέτασή της από τη δικηγόρο των εναγομένων 1, 2, 3 και 5, η μάρτυρας, σύμφωνα και με το τεκμήριο 11 το οποίο είναι επιστολή των εναγόντων προς τον διαχειριστή παραλήπτη της εναγόμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 18.6.2002 η οποία της υποδείχθηκε, ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες γνώριζαν από τότε την ύπαρξη του διαχειριστή παραλήπτη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού έλαβε υπόψη της τα επιτόκια τα οποία φαίνονται στο τεκμήριο
  25. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγομένης 4 η Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή με τη σύνταξη της επιστολής ημερομηνίας 28.2.2001, τεκμήριο
  26. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου τεκμήριο 3, το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός ήταν σταθερό 8% λόγω του ότι αυτή υπογράφηκε πριν τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι μετά τη φιλελευθεροποίηση του επιτοκίου οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα σύμφωνα με σχετικό όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας δανείου να τροποποιούν το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός. Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ και η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ίδιος ή οι άλλοι εγγυητές έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους ενάγοντες και λόγω τούτου η επίδικη αγωγή είναι πρόωρη καθότι ουδέποτε έγινε τερματισμός της συμφωνίας δανείου, της συμφωνίας εγγύησης και των πιστωτικών διευκολύνσεων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τον Μάη του 2002 ο κ. XXXXX Αβραάμ διορίστηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ως παραλήπτης διαχειριστής της εναγόμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες αντάλλαξαν διάφορες επιστολές με τον εν λόγω παραλήπτη μεταξύ των ετών 2003 και 2008 που εκείνος έπαψε πλέον να ενεργεί υπό την ως άνω ιδιότητα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες δεν μερίμνησαν για τη διαφύλαξη της περιουσίας της εναγομένης 1 επί της οποίας διατηρούσαν πάγια επιβάρυνση ούτε απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή είτε στον ίδιο είτε στους άλλους εναγόμενους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες αδράνησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα και δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για να πωλήσουν την περιουσία επί της οποίας διατηρούσαν πάγια επιβάρυνση ούτε και ειδοποίησαν τους εναγόμενους όταν το χρέος ήταν χαμηλότερο. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η παροχή της συμφωνίας δανείου και της συμφωνίας εγγύησης και των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέγραψαν οι εναγόμενοι δεν είναι έγκυρη ούτε εκτελεστή για τον λόγο ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν επιστολή με την οποία να καταγράφονται τα σχετικά με την παροχή των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο των εναγόντων ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε από τους ενάγοντες επιστολή τερματισμού του επίδικου δανείου. Αρνήθηκε επίσης υποβολή του δικηγόρου των εναγόντων ότι του κοινοποιήθηκε η επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011, τεκμήριο
  27. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 3, υπογράφηκε και μονογραφήθηκε από όλους τους εναγόμενους και ότι οι εναγόμενοι κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις του επίδικου δανείου μέχρι που διορίστηκε διαχειριστής για την εναγόμενη 1 εταιρεία. Από το έτος 2002 που διορίστηκε ο διαχειριστής μέχρι και το έτος 2011 που κινήθηκε η επίδικη αγωγή ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση από τους ενάγοντες για το συγκεκριμένο χρέος της εναγόμενης 1 εταιρείας το οποίο θεώρησε ότι εξοφλήθηκε λόγω της ύπαρξης πάγιας επιβάρυνσης επί συγκεκριμένου μηχανήματός της. Η εναγόμενη 4 (Μ.Υ.2) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ και η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία ιδρύθηκε το 1964 και στις 2.12.1986 έλαβε δάνειο ύψους ΛΚ20.000 από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. Όταν η ίδια άρχισε να συμμετέχει στη διοίκηση της εναγόμενης 1 εταιρείας εγγυήθηκε δάνειο της τελευταίας ύψους ΛΚ20.000 με το οποίο θα εξοφλείτο το δάνειο το οποίο η εταιρεία είχε λάβει από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. το
  28. Ισχυρίστηκε ότι η μοναδική συμμετοχή της στη διοίκηση της εναγόμενης 1 εταιρείας ήταν όταν υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου και την επίδικη συμφωνία εγγύησης, τεκμήριο
  29. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε της επεξηγήθηκαν από την ενάγουσα οι όροι του εγγράφου εγγυήσεως και αποζημιώσεως το οποίο υπέγραψε ούτε της δόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο για να το μελετήσει προτού υπογράψει. Η εναγόμενη 4 ισχυρίστηκε επίσης ότι τη διαχείριση της εναγόμενης 1 εταιρείας ανέλαβε το έτος 2002 ο κ. XXXXX Αβραάμ και ότι οι ενάγοντες ουδέποτε την ενημέρωσαν για το οφειλόμενο ποσό ή το είδος ή το ύψος των επιτοκίων ούτε της απέστειλαν καταστάσεις λογαριασμού. Η πρώτη φορά που έλαβε γνώση για την απαίτηση των εναγόντων ήταν με την επίδοση στην ίδια της επίδικης αγωγής στις 9.5.
  30. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ενάγοντες εσκεμμένα και καταχρηστικά δεν την ειδοποίησαν νωρίτερα για την επίδικη αξίωσή τους και άφησαν το εν λόγω ποσό να διογκωθεί υπερβολικά. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο των εναγόντων ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε και μονόγραψε την επίδικη συμφωνία, τεκμήριο 3, χωρίς όμως να διαβάσει τους όρους της αφού οι ενάγοντες της ζήτησαν μόνο να υπογράψει χωρίς να της δώσουν οποιοδήποτε αντίγραφο, είτε πριν είτε μετά την υπογραφή της σύμβασης. Της υπέδειξαν μόνο το σημείο που έπρεπε να υπογράψει και να μονογράψει και αυτό έπραξε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ίδια δεν λάμβανε μέρος στη διοίκηση της εναγόμενης 1 εταιρείας και ότι η ίδια υπέγραψε ως εγγυήτρια στο επίδικο δάνειο μαζί με τους άλλους εναγομένους για να βοηθηθεί η οικογενειακή τους επιχείρηση. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε η ίδια ούτε και οι άλλοι εναγόμενοι παρέλαβαν τις επιστολές των εναγόντων τεκμήρια 4 και 5 ούτε και ενημερώθηκε γραπτώς ή προφορικώς από τους ενάγοντες για τις αλλαγές στο επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός των εναγομένων 1 με τους ενάγοντες ούτε ότι το επίδικο δάνειο δεν αποπληρωνόταν. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της ακρόασης οι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει τις εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και αναφερθώ σε αυτές όταν κρίνω ότι είναι απαραίτητο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο Μ.Ε.1 έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες είναι τράπεζα ούτε ότι στις 7.6.2000 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η επίδικη συμφωνία δανείου και η συμφωνία εγγυήσεως. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες σε περίπτωση ελευθεροποίησης του επιτοκίου είχαν το δικαίωμα κατά την απόλυτη κρίση τους να καθορίζουν το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου και τον τρόπο υπολογισμού του επιβεβαιώνεται και από τον σχετικό όρο της επίδικης συμφωνίας δανείου τον οποίο οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν αφού στο μέρος εκείνο της συμφωνίας που ο εν λόγω όρος είναι γραμμένος έθεσαν τη μονογραφή τους. Αναφορικά με το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι απέστειλαν στους εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011 με την οποία τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου και ζήτησαν από αυτούς την αποπληρωμή του επίδικου ποσού κρίνω ότι το μέρος εκείνο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο. Η πιο πάνω επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, ως αναφέρεται από σχετική νομολογία (Χρίστου ν. Khoreva (πιο πάνω) δεν θεωρείται επιλήψιμη. Εξηγώ ευθύς αμέσως γιατί καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα. Πρώτον, ο Μ.Ε.1 ως ισχυρίστηκε κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της εναγομένης 4, δεν είχε καμιά προσωπική εμπλοκή με τον επίδικο λογαριασμό που οι ενάγοντες διατηρούν για τους εναγόμενους παρά μόνο η πληροφόρηση του προκύπτει από όσα πληροφορήθηκε από τους σχετικούς φακέλους των εναγόντων. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν ισχυρίστηκε ότι ταχυδρόμησε ο ίδιος την επίδικη επιστολή τερματισμού ούτε ότι γνωρίζει ότι κάποιος άλλος την ταχυδρόμησε ή του είπε ότι την ταχυδρόμησε. Δεύτερο, ο Μ.Ε.1 σε άλλη ερώτηση που του τέθηκε από τον δικηγόρο της εναγομένης 4, εάν η εν λόγω επιστολή στάλθηκε με κανονικό ταχυδρομείο ή συστημένη απάντησε ότι συνήθως οι επιστολές τερματισμού είναι συστημένες αλλά δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη για τούτο. Έχω εξετάσει την εν λόγω επιστολή και διαπίστωσα ότι σε αυτή δεν αναγράφεται οτιδήποτε υποβοηθητικό για το κατά πόσο αποστάληκε με συστημένο ταχυδρομείο ως είναι ο ισχυρισμός του κ. Κωνσταντίνου. Εάν πράγματι η εν λόγω επιστολή είχε αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο θα ήταν λογικά αναμενόμενο ότι οι ενάγοντες θα λάμβαναν απόδειξη ταχυδρόμησής της ως συστημένη και θα την παρουσίαζαν στο Δικαστήριο κάτι βεβαίως το οποίο δεν έπραξαν. Τρίτο, ο ισχυρισμός του κ. Κωνσταντίνου κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο της εναγομένης 4 ότι η αναγραφή των ονομάτων και της διεύθυνσης των εναγομένων 2 έως 5 στην επιστολή τεκμήριο 5 είναι απόδειξη για την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι επαρκής για να θεωρήσω ότι αποτελεί απόδειξη αποστολής της εν λόγω επιστολής ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού εκλαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο που είναι η αποστολή της εν λόγω επιστολής. Από τα πιο πάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική εμπλοκή ούτε άμεση γνώση ή πληροφόρηση σε σχέση με την αποστολή ή όχι της επιστολής ημερομηνίας 18.3.
  1. Συνεπώς κρίνω ότι η μαρτυρία του για το συγκεκριμένο επίδικο θέμα δεν είναι επαρκής για να στοιχειοθετήσει την αποστολή της εν λόγω επιστολής και ότι είναι ακροσφαλές να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες απέστειλαν την εν λόγω επιστολή τερματισμού προς τους εναγόμενους, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία προς τούτο. Δεν αποδέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ούτε τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες απέστελλαν τις καταστάσεις λογαριασμού προς τους εναγόμενους 1 αφού όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος κατά την αντεξέτασή του αυτές δεν αποστέλλονταν ανελλιπώς είτε επειδή δεν αναγραφόταν πάντα σε αυτές η διεύθυνση του παραλήπτη είτε επειδή ακόμα και σε περιπτώσεις που αναγραφόταν η διεύθυνση, η διεύθυνση αυτή ήταν άλλη από αυτή η οποία δηλώθηκε ως διεύθυνση επικοινωνίας στην επίδικη σύμβαση δανείου. Αναφορικά με τη Μ.Ε.2 κρίνω ότι η παρουσία της ως μάρτυρα στο Δικαστήριο δεν ήταν καλή. Η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι επίδικες συμφωνίες, παραχωρήθηκαν οι επίδικες διευκολύνσεις και τερματίστηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Λόγω τούτου κρίνω ότι η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική σε σχέση με τα πιο πάνω επίδικα θέματα. Κρίνω επίσης ότι ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο η εν λόγω μάρτυρας δεν έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο είναι η ασαφής θέση της αναφορικά με το ποσό το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Παρόλο που η μάρτυρας ετοίμασε και κατέθεσε ως τεκμήρια 4 αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που η καθεμιά δείχνει διαφορετικό υπόλοιπο, όταν της ζητήθηκε να απαντήσει ποιο ποσό διεκδικούν οι ενάγοντες δεν υπέδειξε οποιοδήποτε από αυτά τα τέσσερα αλλά απάντησε ότι οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό το οποίο φαίνεται στην έκθεση απαίτησής τους δημιουργώντας έτσι ερωτήματα αναφορικά με τη χρησιμότητα της ετοιμασίας τους. Η εν λόγω μάρτυρας παρέλειψε επίσης να τοποθετηθεί σε σχέση με το ποια από αυτές πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και για ποιο λόγο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Απαντούσε με ήρεμο τρόπο και εμπεριστατωμένα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την αντεξέτασή του επέμεινε στον ισχυρισμό του ότι οι ενάγοντες δεν είναι τράπεζα και δεν είχαν δικαίωμα να παραχωρούν δάνεια, ισχυρισμός ο οποίος βεβαίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων ουδέποτε αμφισβήτησε αυτά τα θέματα και συνεπώς δεν τέθηκε το υπόβαθρο για να μπορεί ο ίδιος να προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό. Παρά όμως την πιο πάνω διαπίστωσή μου κρίνω ότι το πιο πάνω δεν αποτελεί λόγο για να μην γίνει δεκτός από το Δικαστήριο ο βασικός ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν στον ίδιο και στους εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 18.3.
  2. Ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αντικρούστηκε από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία αφού όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω οι αναφορές του Μ.Ε.1 δεν ήταν επαρκείς για να θεμελιώσουν την αποστολή της εν λόγω επιστολής. Η εναγόμενη 4 (Μ.Υ.2) επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Απαντούσε και αυτή με ήρεμο τρόπο και εμπεριστατωμένα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της ότι υπέγραψε την επίδικη εγγύηση χωρίς να διαβάσει τους όρους της. Κρίνω ότι η πράξη της αυτή φανερώνει μη υπεύθυνη στάση την οποία δεν μπορεί βάσιμα να επικαλείται για να αποφύγει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε. Παρόλο όμως που δεν αποδέχομαι τον ως άνω ισχυρισμό της κρίνω ότι ο βασικός ισχυρισμός της ότι ουδέποτε οι ενάγοντες απέστειλαν στην ίδια και στους άλλους εναγόμενους την επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011 μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία αφού όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω οι αναφορές του Μ.Ε.1 δεν ήταν επαρκείς να θεμελιώσουν την αποστολή της επιστολής. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, των κατά καιρούς δηλώσεων των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς και της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: οι ενάγοντες είναι τράπεζα και ασχολούνται με δανειοδοτήσεις, παροχή πιστώσεων, χορηγήσεις τραπεζικών ευκολιών και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων. Στις 7.6.2000 υπογράφηκε μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 συμφωνία δανείου με την οποία οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο για το ποσό των ΛΚ20.
  3. Οι ενάγοντες άνοιξαν προς τούτο τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX588-
  4. Σύμφωνα με τον όρο 6 της εν λόγω συμφωνίας η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν με μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ350,00 η κάθε μία και η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 1.8.
  5. Σύμφωνα επίσης με τον όρο 9 της εν λόγω συμφωνίας οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να καταστήσουν αμέσως πληρωτέο και απαιτητό ολόκληρο ή μέρος του επίδικου δανείου σε περίπτωση που, μεταξύ άλλων, ο οφειλέτης παρέλειπε να πληρώσει οποιαδήποτε δόση ή μέρος αυτής. Σύμφωνα δε με τον όρο 17 της επίδικης συμφωνίας κάθε ειδοποίηση που θα αποστελλόταν από την τράπεζα στον οφειλέτη, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, θα θεωρείτο ως δεόντως ληφθείσα από τον τελευταίο είτε κατά την ημέρα της παράδοσής της σε αυτόν προσωπικά ή εις τον συνήθη τόπο εργασίας του είτε 24 ώρες μετά την ταχυδρόμησή της εις την διεύθυνσή του στη Λεωφ. XXXXX, Παλλουριώτισσα, Τ.Κ. XXXXX Λευκωσία. Περαιτέρω, από την επίδικη συμφωνία δανείου και συγκεκριμένα από τον όρο εκείνο ο οποίος τέθηκε στο περιθώριο της 2ης σελίδας του εν λόγω τεκμηρίου με μελάνι, τον οποίο οι εναγόμενοι 1 αποδέχθηκαν, προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα σε περίπτωση ελευθεροποίησης του επιτοκίου κατά την απόλυτη κρίση τους με γραπτή ειδοποίηση να καθορίζουν το ύψος του εκάστοτε επιτοκίου ή τον τρόπο υπολογισμού του ή το χρόνο καταβολής του ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη αλλαγή και οι αλλαγές αυτές θα είχαν εφαρμογή στην επίδικη συμφωνία δανείου από την ημερομηνία της γνωστοποιήσεως διά του ημερήσιου τύπου ή της προς τους εναγόμενους ειδοποιήσεως. Συνεπώς κρίνω ότι οι ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να καθορίσουν το βασικό και πρόσθετο επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρυνόταν το επίδικο δάνειο των εναγομένων με ένα από τους πιο πάνω τρόπους που προνοούσε η επίδικη συμφωνία. Τα πιο πάνω βεβαίως δεν επηρεάζουν το συμπέρασμά μου ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος το οποίο έφεραν στους ώμους τους ότι απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 18.3.
  6. Στις 7.6.2000 υπογράφηκε επίσης το «έγγραφον εγγυήσεως και αποζημιώσεως» το οποίο είναι ενσωματωμένο στο τεκμήριο
  7. Με την εν λόγω εγγύηση οι εναγόμενοι 2 έως 5 εγγυήθηκαν γραπτώς τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες οι οποίες απέρρεαν από την επίδικη συμφωνία δανείου. Στην εν λόγω εγγύηση περιέχεται και ο όρος
(9)ο οποίος προνοεί ότι: «η υποχρέωσις μου προς πληρωμήν θα άρχηται αφ' ης στιγμής, ειδοποιηθώ προς τούτο υπό «της Τραπέζης» δι' επιστολής ταχυδρομουμένης εις την διεύθυνσίν μου ή παραδιδομένης προσωπικώς εις εμέ εις τον συνήθην τόπον εργασίας μου ή εις την συνήθη κατοικίαν μας Ελευθερουπόλεως 12, Διαμ. 401 Στρόβολος για τον 1ον, Μιαούλη 6, 2113 Αγλαντζιά για την 2η και 3η και 4ο». Σύμφωνα με τον ως άνω όρο η υποχρέωση των εγγυητών να αποπληρώσουν το ποσό για το οποίο παραχώρησαν την εγγύησή τους αρχίζει όταν οι ενάγοντες τους ειδοποιήσουν σχετικά με επιστολή η οποία ταχυδρομήθηκε στη διεύθυνση την οποία έδωσαν ή όταν τους αυτή η επιστολή τους παραδοθεί προσωπικά. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κρίνω ότι στη βάση των όσων περιέχονται στους όρους
(9)και
(17)της επίδικης συμφωνίας δανείου καθώς και στον όρο
(9)του «Εγγράφου Εγγυήσεως και Αποζημιώσεως» κυρίαρχο στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής του επίδικου ποσού από τους εναγόμενους είναι η εκ μέρους των εναγόντων απαίτηση πληρωμής ολόκληρου ή μέρους του χορηγηθέντος δανείου. Σύμφωνα με τους ως άνω όρους η απαίτηση αυτή θα έπρεπε να δοθεί με σχετική προς τούτο ειδοποίηση των εναγόντων προς τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές τους. Δεδομένης της άρνησης των εναγομένων ότι οι ενάγοντες τους απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 18.3.2011 οι τελευταίοι έπρεπε να προσκομίσουν στο Δικαστήριο μαρτυρία για να αποδείξουν την αποστολή της. Στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν μαρτυρία ικανή να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πράγματι απέστειλαν την εν λόγω επιστολή με την οποία ειδοποίησαν τους εναγόμενους για την απαίτησή τους να τους αποπληρώσουν το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο στη βάση της επίδικης συμφωνίας δανείου ούτε ότι τέτοια ειδοποίηση τους παραδόθηκε προσωπικά. Χωρίς την ειδοποίηση απαίτησης κρίνω ότι δεν γεννήθηκε το δικαίωμα των εναγόντων να ανακτήσουν το επίδικο χρέος από τους εναγόμενους ούτε και η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους ενάγοντες το εν λόγω ποσό. Από τη στιγμή που αυτό δεν έγινε κρίνω ότι το επίδικο ποσό ουδέποτε κατέστη πληρωτέο και απαιτητό από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες και συνεπώς οι ενάγοντες δεν μπορούσαν βάσιμα να καταχωρήσουν την επίδικη αγωγή. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που είναι το απαιτούμενο μέτρο για πολιτικές υποθέσεις (Loizou v. Soleas
(1983)1 C.L.R. 982, Antoniou v. Anayiotos
(1983)1 C.L.R. 648, Χρυσάνθου ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295, Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665) και η αγωγή τους δεν μπορεί να επιτύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.