← Κύπρος

Romalex Exim S.R.L. ν. Κουδούνη, Αρ. Αγωγής: 4099/17, 31/5/2019

Romalex Exim S.R.L. ν. Κουδούνη, Αρ. Αγωγής: 4099/17, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4099/17 Romalex Exim S.R.L. Ενάγουσα και XXXXX Κουδούνη Εναγομένου Ημερομηνία: 31 Μαΐου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Λαδά. Για τον Εναγόμενο: κ. Τσαρδελής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή (δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος), η Ενάγουσα (εταιρεία με έδρα τη Ρουμανία) επιζητεί την έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου, στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης γραπτής συμφωνίας δανείου, για το ποσό των $53.070,87σ. πλέον τόκους, καθώς επίσης και για το πόσο των €5.000.00, πλέον τόκο (ως ποσό που αφορά σε δικηγορικά έξοδα και άλλες δαπάνες που υπέστη η Ενάγουσα κατά τη διαπραγμάτευση, ετοιμασία και εκτέλεση της επικαλούμενης από πλευράς της σύμβασης των μερών), στη βάση σχετικού όρου της επίδικης συμφωνίας. Είναι η βασική θέση της Ενάγουσας ότι, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 01.04.2015, δάνεισε προς την εταιρεία Granite Falls Recycling Corporation το ποσό των $50.000,00, με υποχρέωση της τελευταίας να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό, το οποίο θα έφερε ετήσιο τόκο 5%, εντός ενός έτους από την ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας ότι, τη συμφωνία αυτή υπέγραψε και ο Εναγόμενος ως εγγυητής και συνοφειλέτης της πιο πάνω αναφερόμενης δανειζόμενης εταιρείας. Στη βάση του ισχυρισμού ότι, ούτε η δανειζόμενη εταιρεία, ούτε ο Εναγόμενος εξόφλησαν το δάνειο, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον του τελευταίου και ζητά τις θεραπείες που αναφέρονται ανωτέρω. Σημείωμα Εμφάνισης Ο Εναγόμενος, στις 16.7.2018 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Η επίδικη αίτηση Στις 28.8.2018, η Ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου ως η απαίτησή της. Τούτη (την επίδικη αίτηση), συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Σοφιανού (Διοικητού και κατά νόμο Υπεύθυνου της Ενάγουσας, στο εξής «ο Σοφιανός»), ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωσή του. Σ' αυτή (στην ένορκη δήλωση), ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, τα οποία αποτελούν και τη βάση της αγωγής της Ενάγουσας. Εκείνο που προσθέτει είναι ότι, το ποσό που εν τέλει απαιτείται από την Ενάγουσα ως οφειλόμενο δυνάμει δανείου που παραχωρήθηκε στην Granite Falls Recycling Corporation, είναι το υπόλοιπο οφειλόμενο, μιας και η δανειζόμενη εταιρεία, σε διάφορες ημερομηνίες μετά τη συνομολόγηση της σύμβασης δανείου, κατέβαλε προς την Ενάγουσα διάφορα ποσά έναντι της οφειλής της. Είναι, τέλος, η θέση του Σοφιανού ότι, ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, και ο μόνος λόγος που καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης είναι για να καθυστερήσει την έκδοση της εναντίον του απόφασης. Η Ένσταση Στις 23.11.2018, ο Εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, ως λόγοι ένστασης, προβάλλουν οι ακόλουθοι: «1.Δεν πληρούνται οι καθορισμένες από το νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. 2.ΟΕναγόμενος έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει στην ουσία της αγωγής. 3.Η Ενάγουσα άνευ οποιασδήποτε δικαιολογίας ή/και εξήγησης δεν προσκόμισε την πρωτότυπη επίδικη συμφωνία δανείου. 4.Η Ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει. 5.Ο Εναγόμενος αμφισβητεί την εγκυρότητα και υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου. 6.Τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που εγείρονται μέσω της ένστασης του Εναγομένου είναι κατάλληλο να εκδικαστούν σε κανονική εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, και όχι στο στάδιο της συνοπτικής απόφασης. 7.Η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή/και ασαφής.
  2. Ο ενόρκως δηλών παραλείπει να αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ουσιώδη γεγονότα. 9.Ο Εναγόμενος ουδέποτε οχλήθηκε για το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας. 10.Τα αξιούμενα ποσά της Ενάγουσας είναι γενικά ή/και αόριστα ή/και δεν δικαιολογούνται. 11.Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.18 και Δ.48 θ θ 1-9, καθώς επίσης και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τούτη (την ένσταση) συνοδεύει ένορκη δήλωση του Εναγόμενου, το περιεχόμενο της οποίας, συνοπτικά εκτεθειμένο, είναι το ακόλουθο: Ο Εναγόμενος και ο Σοφιανός συνδέονταν με στενή φιλική σχέση για πολλά χρόνια. Κατά το έτος 2014, εταιρεία συμφερόντων του Εναγομένου και ενός XXXXX Baghi (στο εξής «ο Baghi»), δανείστηκε από την Ενάγουσα το ποσό των $70.000,00, με υποχρέωση αποπληρωμής του εντός ενός έτους. Μέχρι τις 03.12.2014 είχε καταβληθεί, έναντι του δανειζόμενου ποσού και των μέχρι τότε τόκων, το συνολικό ποσό των €52.785,00 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €20.515,
  3. Ο Baghi, επικοινώνησε με τον Σοφιανό και τον ενημέρωσε ότι ο ίδιος θα κατέβαλλε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό προς εξόφληση του δανείου που παραχώρησε η Ενάγουσα προς την εταιρεία συμφερόντων του ίδιου και του Εναγόμενου. Κατά τη συνομιλία τους αυτή, κατόπιν σχετικής εισήγησης του Σοφιανού, ο Baghi έδειξε ενδιαφέρον για να τύχει νέας δανειοδότησης από την Ενάγουσα, δηλώνοντας, ωστόσο, ότι, για να γίνει τούτο θα έπρεπε να συμφωνήσει και ο Εναγόμενος. Ακολούθως, ο Σοφιανός επικοινώνησε με τον Εναγόμενο και ενημέρωσε τον τελευταίο για τη συζήτηση που είχε με το Baghi. Ο Εναγόμενος δήλωσε στο Σοφιανό ότι δεν ενδιαφέρεται για επιπρόσθετες δανειοδοτήσεις και ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να αναζητήσει την εξόφληση του δανείου της από το Baghi. Λίγες μέρες μετά, ο Σοφιανός ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι συμφώνησε με το Baghi, αντί να εξοφλήσει ο τελευταίος το υπόλοιπο της εταιρείας συμφερόντων του Εναγόμενου και του ιδίου προς την Ενάγουσα, να προβεί σε νέα συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και της Granite Falls Recycling Corporation, η οποία είναι εταιρεία αποκλειστικής ιδιοκτησίας του Baghi, και στο δανειζόμενο προς αυτή ποσό θα περιλαμβάνετο και το υπόλοιπο που οφειλόταν στην Ενάγουσα δυνάμει της συμφωνίας δανείου του
  4. Στη συνομιλία, αυτή, μεταξύ του Εναγόμενου και του Σοφιανού, ο τελευταίος ενημέρωσε τον πρώτο ότι η Ενάγουσα δεν έχει πλέον οποιαδήποτε απαίτηση από αυτόν. Περί τις αρχές Ιουνίου 2016, ο Σοφιανός επικοινώνησε εκ νέου με τον Εναγόμενο και τον ενημέρωσε ότι ο Baghi δε συμμορφώθηκε με τις συμβατικές του υποχρεώσεις σε σχέση με τον δανεισμό της Granite Falls Recycling Corporation και τον παρακάλεσε όπως αποστείλει μήνυμα στον τελευταίο και να του αναφέρει ότι δήθεν είναι εγγυητής του δανείου που συνήψε η Granite Falls Recycling Corporation, σε μια προσπάθεια να ευαισθητοποιηθεί και να μεριμνήσει ώστε να εξοφληθεί το δάνειο. Ο Εναγόμενος, λόγω της στενής φιλίας που είχε με το Σοφιανό, αποδέχθηκε την εισήγησή του και απέστειλε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα στις 12.6.2016, το οποίο, ωστόσο, δεν επέφερε τα ποθητά αποτελέσματα, μιας και ο Baghi δεν μερίμνησε να εξοφληθεί το δάνειο. Λόγω της μη εξόφλησης του δανείου, ο Σοφιανός, περί τα τέλη Ιουνίου 2016, επικοινώνησε με τον Εναγόμενο και άρχισε να φωνασκεί και, για πρώτη φορά, απαίτησε από τον Εναγόμενο να εξοφλήσει την οφειλή της Granite Falls Recycling Corporation, επικαλούμενος ότι ο τελευταίος ήταν συνοφειλέτης και εγγυητής των υποχρεώσεών της έναντι της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και ακολούθησε αποστολή από την Ενάγουσα, μέσω δικαστικού επιμελητή, εξωδίκου, με το οποίο καλούσε τον Εναγόμενο να καταβάλει τα απαιτούμενα με την παρούσα αγωγή ποσά. Επί του εν λόγω εξωδίκου, δεν ήταν επισυνημμένη η γραπτή συμφωνία δανείου, την οποία επικαλείται ο Σοφιανός, και επί της οποίας, ως ο τελευταίος ισχυρίζεται, υπέγραψε ο Εναγόμενος ως συνοφειλέτης και εγγυητής της Granite Falls Recycling Corporation. Για πρώτη φορά, ο Εναγόμενος, σύμφωνα πάντα με τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην ένορκή του δήλωση, αντίκρισε τη επίδικη συμφωνία δανείου όταν του επιδόθηκε η αγωγή και η επίδικη αίτηση. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι, η υπογραφή στην τελευταία σελίδα που αποδίδεται στον ίδιο, προσομοιάζει με την υπογραφή του, αλλά ουδέποτε έθεσε τούτη ο ίδιος. Ισχυρίζεται δε ότι, ο Σοφιανός έστησε «ένα καλοστημένο σχέδιο» με σκοπό να του επωμίσει τις υποχρεώσεις της Granite Falls Recycling Corporation, σημειώνοντας, επίσης, ότι, στην ένορκη δήλωση του Σοφιανού δεν αναφέρονται οι συνθήκες υπό τις οποίες δήθεν υπέγραψε τη συμφωνία δανείου, ούτε αναφέρεται ή δίδεται οποιαδήποτε αιτία που να δικαιολογεί την κατ' ισχυρισμό απόφαση του Εναγόμενου να καταστήσει τον εαυτό του συνοφειλέτη ή εγγυητή της Granite Falls Recycling Corporation, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι, ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον από τη συμφωνία δανειοδότησης της Granite Falls Recycling Corporation, με την οποία ουδεμία σχέση έχει. Επίσης, ο Εναγόμενος, πάντα στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του, ισχυρίζεται ότι ο Σοφιανός δεν εξηγεί, ούτε και δικαιολογεί το πώς προκύπτει η απαίτηση της Ενάγουσας για €5.000,00, μιας και κανένα τιμολόγιο ή απόδειξη προσκομίζει προς υποστήριξή του. Ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και της Granite Falls Recycling Corporation, στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τους συνηγόρους του, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τούτο είναι ασαφές σε βαθμό που την καθιστά εξ υπαρχής άκυρη, μιας και, ως ισχυρίζεται, εν απουσία αντιπαροχής της Ενάγουσας προς τον ίδιο, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως συνοφειλέτης, πόσο, μάλλον, όταν, η ιδιότητα αυτή του αποδίδεται τη ίδια στιγμή που του αποδίδεται και η έτερη, εντελώς ασυμβίβαστη, ιδιότητα του εγγυητή, της σύμβασης. Πάντα στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τους συνηγόρους του, ο Εναγόμενος, διαζευκτικά με τη βασική θέση του περί πλαστογραφίας της υπογραφής του, ισχυρίζεται ακόμα ότι, η μη έγερση αγωγής από την Ενάγουσα εναντίον της Granite Falls Recycling Corporation για το επίδικο δάνειο, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η τελευταία έχει απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας, απαλλαγή, η οποία, στη βάση των προνοιών του Περί Συμβάσεως Νόμου, απαλλάσσει και τον ίδιο από την ιδιότητα που του αποδίδει η Ενάγουσα ως εγγυητή της Granite Falls Recycling Corporation. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα, δεν έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που της επιβάλλουν οι πρόνοιες του Περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν. 197(Ι)/2003). Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο Εναγόμενος ζητά όπως η επίδικη αίτηση απορριφθεί. Νομική Πτυχή Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και όπου, ως εκ τούτου, είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones

(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις, τα γεγονότα των οποίων, εμφανέστατα, δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η Δ.18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο Ενάγοντας δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, σωρευτικά, το θέμα του κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή, δεν εγείρεται. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α), την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση, είναι οι ακόλουθοι:
(1)το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6,
(2)ο Εναγόμενος να έχει καταχωρίσει Σημείωμα Εμφάνισης, και
(3)η σχετική αίτηση να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, τα οποία γεγονότα πρέπει να επαληθεύουν ή να επιβεβαιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα και τις αιτίες αγωγής, καθώς επίσης και το ποσό που απαιτείται, και να δηλώνει ο ενόρκως δηλών ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ως προς την τρίτη, ακριβώς πιο πάνω, προϋπόθεση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις ακόλουθες αποφάσεις: Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, με βάση το θ.1, πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει, ουσιαστικά, την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970, στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, και σημειώνει πως, η Δ.39, θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως, το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία παραθέτω αυτούσια: «Το πρώτο θέμα θα κριθεί πάνω στη βάση της ένορκης δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Υπεγράφη από υπάλληλο των εφεσιβλήτων η οποία καθορίζει ως αποκλειστική πηγή της γνώσης της ως προς τα γεγονότα, "έγγραφα που κατέχω λόγω της θέσης μου". Ποιά είναι αυτά τα έγγραφα δεν εξειδικεύεται ούτε και επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση οποιαδήποτε έγγραφα. Ενώ, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται και από τα τεκμήρια στα οποία αναφέρεται η ένορκη δήλωση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα εκλαμβάνοντας πως η υπάλληλος "ισχυρίζεται συγχρόνως ότι είναι γνώστης των γεγονότων που προβάλλονται". Και αφού αναφέρθηκε στη νομολογία ως προς την "επαλήθευση", θεώρησε πως η αναφορά της υπαλλήλου σε δίκαιη απαίτηση που βασίζεται σε μή εξοφληθέντα υπόλοιπα από προεξόφληση συναλλαγματικών, πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια, ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του Κανονισμού. Δεν υπάρχει όμως ισχυρισμός της υπαλλήλου πως είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφερόταν, ούτε προκύπτει τέτοια γνώση. Πολύ λιγότερο αφού ως πηγή της αναφέρονταν έγγραφα που δεν προσκομίστηκαν και τα οποία απλώς φέρονταν να βρίσκονται στην κατοχή της. Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπικη, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Αν ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, σωρευτικά, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτει επαρκή γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των προνοιών της Δ.18, δες, επίσης, και τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Ζεβρός ν. Euroinvestment & Finance LTD
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968, Marketrends Financial Services Limited v. Χατζηκυπριανού
(2004)1 Α.Α.Δ. 1604, Ανδρινίκου κ.α. ν. Τραπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 977 και Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited
(2013)1 A.A.D. 2553. Ακροαματική Διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, ζήτησαν να τους επιτραπεί να αγορεύσουν προφορικά, τόσο για να τονίσουν κάποια μέρη της αγόρευσής τους, όσο και για να προωθήσουν θέσεις που δεν αναφέρονται στις αγορεύσεις τους, αίτημα, το οποίο ικανοποιήθηκε. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο σχετικό με αυτή νομικό πλαίσιο Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή 18, ικανοποιούνται. Επί τούτου, θετικά τοποθετείται και ο συνήγορος του Εναγόμενου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, και παρά την απουσία ρητής θέσης του συνηγόρου του Εναγόμενου περί μη ικανοποίησης της από πλευράς της Ενάγουσας, είμαι της γνώμης ότι τούτη δεν ικανοποιείται. Ως έχει επαρκώς νομολογηθεί (σχετικές αναφορές αναφέρθησαν ανωτέρω), αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, σωρευτικά, τότε το Δικαστήριο δεν αποκτά δικαιοδοσία για να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας της και οφείλει, μονοδρομικά, να απορρίψει τούτη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Η εξέταση ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη προϋπόθεση και δη την καταλληλότητα του Σοφιανού να ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης, συναρτάται από τη φύση της αξίωσης και εξαρτάται, αποκλειστικά, από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του (βλ. νομική πτυχή, ανωτέρω). Κατά συνέπεια, η καταλληλότητα του Σοφιανού θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του, με γνώμονα το γεγονός ότι η αγωγή εδράζεται επί δύο μόνο νομικών βάσεων και δη, από τη μια, της κατ' ισχυρισμό παράβασης γραπτής σύμβασης δανείου, και από την άλλη, της κατ' ισχυρισμό παράβασης γραπτής σύμβασης εγγύησης. Ως υπεδείχθη ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής που διέπει την επίδικη αίτηση, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά και με τους ισχυρισμούς του να επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής. Το μόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Σοφιανού προς επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής, πάντα σε σχέση με την επικαλούμενη από πλευράς της Ενάγουσας ευθύνη του Εναγόμενου, είναι η εξής φράση, η οποία απαντάται στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεώς του: «ο καθ' ου η αίτηση - Εναγόμενος υπόγραψε τη σύμβαση σαν εγγυητής και συνοφειλέτης με τη χρεώστιδα». Καμία άλλη αναφορά γίνεται σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έθεσε ο Εναγόμενος την υπογραφή του επί της σύμβασης και γενικότερα τους όποιους ενδεχόμενους λόγους που οδήγησαν τούτον στο να συνυπογράψει τη σύμβαση. Ο λόγος που το Δικαστήριο υποδεικνύει την ανυπαρξία οποιασδήποτε άλλης σχετικής, επί του προκειμένου, αναφοράς στην ένορκη δήλωση του Σοφιανού, είναι γιατί, αφενός, η σύμβαση, επί των όρων της οποίας εδράζεται και η παρούσα αγωγή, δεν προσφέρει οποιαδήποτε περαιτέρω πληροφορία και αφετέρου, το περιεχόμενό της είναι γενικό, αόριστο και ασαφές, σε βαθμό που προκαλεί σύγχυση ως προς την όποια, ενδεχομένως, ευθύνη του Εναγομένου . Και τούτο γιατί, από μια απλή και μόνο ανάγνωση της επίδικης σύμβασης, προκύπτει ότι η Ενάγουσα παρουσιάζεται ως δανειστής χρημάτων («the Lender») προς τη Granite Falls Recycling Corporation, η οποία και χαρακτηρίζεται ως «the company», με ξεκάθαρες, μεταξύ των δύο αυτών συμβαλλομένων, αντιπαροχές. Αφενός, για την Ενάγουσα, το δανεισμό χρημάτων στην Granite Falls Recycling Corporation και αφετέρου, για την τελευταία, την υποχρέωση επιστροφής του δανειζόμενου ποσού, μετά τόκου, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Καμία αντιπαροχή δεν φαίνεται να δίδεται από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο. Παρά ταύτα, στη μοναδική πρόνοια της σύμβασης που σχετίζεται με τον Εναγόμενο, τούτος, χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, ως συνοφειλέτης «co-debtor»[1], ενώ υπογράφει κάτω από τον τίτλο «The Guarantor». Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων είμαι της γνώμης ότι, ο Σοφιανός δεν κατάφερε, με την ένορκή του δήλωση, να επιβεβαιώσει την αιτία αγωγής που θέλει τον Εναγόμενο συνοφειλέτη της Granite Falls Recycling Corporation, μιας και ελλείπει από τις αναφορές του, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης (το οποίο υιοθέτησε), ισχυρισμός που να θέλει τον Εναγόμενο να έλαβε όποια αντιπαροχή από την Ενάγουσα, αντιπαροχή, η οποία αποτελεί απαραίτητο συστατικό στοιχείο μιας έγκυρης σύμβασης του τύπου και μορφής που επικαλείται η Ενάγουσα (σύμβαση Δανειστή και Οφειλέτη). Τα ίδια, κατά τη γνώμη μου, ισχύουν, και αναφορικά με τη διαζευκτική αποδιδόμενη στον Εναγόμενο ιδιότητα[2] του εγγυητή, μιας και δεν παρέχεται, μέσω της ένορκης δήλωσης του Σοφιανού, πληροφόρηση που να επιβεβαιώνει την σχετική αιτία αγωγής, και δη να δικαιολογεί την απαίτηση της Ενάγουσας να αποζημιωθεί από τον Εναγόμενο, ως εγγυητής της Granite Falls Recycling Corporation. Ούτε η Έκθεση Απαίτησης, ούτε η ένορκη δήλωση του Σοφιανού, μπορούν να κριθούν επαρκές υπόβαθρο για σκοπούς επιβεβαίωσης της συγκεκριμένης αιτίας αγωγής, που θέλει τον Εναγόμενο να παραβίασε συμφωνία εγγύησης με αντισυμβαλλόμενη του την Ενάγουσα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 84 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, «"Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο .». Όπως και να ερμηνευθούν οι σχετικές αναφορές της (α) επίδικης σύμβασης, (β) της ένορκης δήλωσης του Σοφιανού και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης, δεν επαρκούν για να επαληθεύσουν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου, μιας και δεν διαφωτίζουν ως προς το ποιον, και για την εκπλήρωση ποιων υποχρεώσεων του και μέχρι ποιου σημείου (π.χ., μέχρι πιο ποσό ανέλαβε ευθύνη), εγγυήθηκε ο Εναγόμενος. Ως έχει υποδειχθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία, «η τήρηση [...] των προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου (ανωτέρω) και Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης, όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ενόρκου δηλώσεως, έγκειται στην ανάγκη, μια συνοπτική απόφαση να δίδεται μόνο σε εκείνες τις ειδικές περιπτώσεις που είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος, όχι απλά δεν έχει υπεράσπιση επί των γεγονότων που περιβάλλουν την αγωγή, αλλά ούτε και προκύπτουν, στη βάση των όσων τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, «νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση» (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω, η ίδια η μαρτυρία της Ενάγουσας εγείρει αμφιβολία κατά πόσο δικαιούται σε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου. Το αν, εν τέλει, η Ενάγουσα κατέχει μαρτυρία, που αν τη προσκομίσει στο Δικαστήριο μπορεί να δικαιολογήσει την απαίτησή της εναντίον του Εναγομένου, είναι προς το παρόν άγνωστο, και εν πάση περιπτώσει, είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας θα δοθεί το δικαίωμα και στον τελευταίο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας Κατά συνέπεια, ως εξ άλλου αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δεν ικανοποίησε το τρίτο κριτήριο της Δ.18 θ.1, και με δεδομένη τη νομολογιακή επιταγή που θέλει την εκπλήρωση των τριών κριτηρίων να αποτελεί προϋπόθεση για να αποκτήσει το Δικαστήριο δικαιοδοσία για να εξετάσει μια αίτηση για συνοπτική απόφαση επί της ουσίας της, μονοδρομικά, κρίνω ότι, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Παρά τη μόλις εκφρασθείσα κρίση μου, η οποία σφραγίζει και την τύχη της επίδικης αίτησης, κρίνω ορθό, στην περίπτωση που ήθελε εφετειακά ή άλλως πως ανατραπεί τούτη, να καταγράψω την άποψή μου ως προς το κατά πόσο ο Εναγόμενος κατάφερε ή όχι να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Για να μπορέσω να τοποθετηθώ επί του προκειμένου, καθίσταται επάναγκες να εξετάσω πρώτα τη θέση της Ενάγουσας ότι η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που συνοδεύει την ένσταση, πάσχει, σε τέτοιο βαθμό, που δεν θα πρέπει το περιεχόμενό της να ληφθεί υπόψη. Η θέση αυτή της Ενάγουσας, εδράζεται στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος, για ετοιμασία της, ορκίστηκε ενώπιον προξενικής λειτουργού, η οποία κατονομάζεται επί της ενόρκου δηλώσεως του στο προξενείο στην Αθήνα, Ελλάδα. Κατά την Ενάγουσα, μια ένορκη δήλωση για να είναι αποδεκτή θα πρέπει να ετοιμάζεται στη βάση των προνοιών του Περί Όρκων Νόμου, Κεφ. 18, και υπό συνθήκες που δεν εκφεύγουν των σχετικών προνοιών της Δ.39. Ως εισηγείται η Ενάγουσα, ούτε το Κεφ. 18, ούτε η Δ.39 επιτρέπουν ένορκη δήλωση να ετοιμαστεί και να επιβεβαιωθεί ο όρκος της από οποιοδήποτε προξενικό λειτουργό, παρά μόνο στην περίπτωση (βλ. Δ.39 Θ.17) που ο προξενικός λειτουργός θα εργαζόταν σε προξενείο που βρίσκεται σε «μέρος των υπό κυριαρχία της Αυτής Μεγαλειότητας Μερών», πράγμα που δεν συμβαίνει στην υπό εξέταση υπόθεση, μιας και ο όρκος του Εναγόμενου επιβεβαιώθηκε από προξενικό λειτουργό στην Αθήνα. Είμαι της γνώμης ότι, η πιο πάνω εισήγηση της Ενάγουσας δεν είναι ορθή. Παραγνωρίζει, τούτη, τις πρόνοιες του άρθρου 17 του Περί Αποδείξεως Νόμου, που επιτρέπουν την αποδοχή, για σκοπούς απόδειξης, εγγράφων που καταρτίστηκαν σε οποιαδήποτε ξένη χώρα και επί των οποίων έχει τεθεί σφραγίδα ή υπογραφή οποιουδήποτε, μεταξύ άλλων, προξένου, υποπρόξενου ή προξενικού αντιπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας που ασκεί τις αρμοδιότητες του στη ξένη αυτή χώρα, προς επιμαρτύρηση ένορκης δήλωσης που έγινε ενώπιόν του. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι στην έννοια «προξενικός αντιπρόσωπος» περιλαμβάνεται, προφανώς, και κάθε προξενικός λειτουργός που παρουσιάζεται ως έχων εξουσιοδότηση να επιβεβαιώνει όρκο που τίθεται επί ένορκης δήλωσης ενώπιόν του, και κατά συνέπεια, η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου που συνοδεύει την ένσταση, κρίνεται αποδεκτή μαρτυρία, και το περιεχόμενο της δυνάμενο να τύχει αξιοποίησης από το Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της μόλις εκφρασθείσας κρίσης του Δικαστηρίου περί δυνατότητας του να συνυπολογίσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου, είμαι της γνώμης ότι ο Εναγόμενος, έστω και αν η ένορκή του δήλωση δεν γινόταν δεκτή, θα είχε το δικαίωμα να ακουστεί και να επιχειρηματολογήσει προς αντίκρουση της επίδικης αίτησης επί αμιγώς νομικών ζητημάτων. Σε μια τέτοια περίπτωση, προωθώντας υφιστάμενο λόγο ένστασης, ο Εναγόμενος θα μπορούσε, όπως και έπραξε, απλά να υποδείξει ότι το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση είναι τόσο ασαφές και ανεπαρκές (ως υπεδείχθη, ανωτέρω, κατά τη εξέταση της εκπλήρωσης ή μη της τρίτης προϋπόθεσης της Δ.18,) που του επιτρέπει να ισχυριστεί ότι την αγωγή περιβάλλουν νομικά ζητήματα που εγείρουν, τουλάχιστον, εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, θέση που με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, ως προκύπτει από τη σχετική κρίση μου, ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας, ωστόσο, και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου, το οποίο έκρινα αποδεκτό, είμαι της γνώμης ότι, ο Εναγόμενος, πέραν της υπεράσπισης στην οποία αναφέρθηκα στην προηγούμενη παράγραφο, κατάφερε να αποδείξει ότι έχει και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και επί των γεγονότων που περιβάλλουν την αγωγή. Ως νομολογιακά αποφασίστηκε, η ένορκη δήλωση ενός Εναγομένου, πρέπει απλά να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που επιθυμεί να προβάλει, και η διαδικασία μιας αίτησης για εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης δεν αποτελεί τη δική της υπόθεση για να οφείλει να προσκομίσει όλη τη μαρτυρία που διαθέτει. Αυτό που αναμένεται από τον Εναγόμενο να δείξει μέσω της ένστασης του είναι απλά ότι έχει υπεράσπιση, σε τέτοιο βαθμό, που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά η υπεράσπιση του ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης (βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd (ανωτέρω)). Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, τα όσα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του, και ειδικότερα η θέση του ότι ουδέποτε υπέγραψε την επικαλούμενη από την Ενάγουσα σύμβαση, και ότι η φερόμενη επ' αυτής δική του υπογραφή, αν και προσομοιάζει με την υπογραφή του, τέθηκε από τρίτο πρόσωπο, εν αγνοία του, αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, επαρκή μαρτυρία που του επιτρέπει να αιτιάται δικαίωμα για να προβάλει την υπεράσπισή του. Τα όσα, εν αντιθέσει, υποδεικνύει η συνήγορος της Ενάγουσας ως αδυναμίες στη μαρτυρία του Εναγόμενου, ή ως ισχυρισμούς που προβάλλονται από το τελευταίο κατόπιν δεύτερων σκέψεών του με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, για να οδηγήσουν στην απόρριψή της προβαλλόμενης υπεράσπισης του Εναγομένου, θα πρέπει το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, να επιδιώξει να επιλύσει, στην ουσία, δυσεπίλυτα θέματα και να προβεί σε αξιολόγησή του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού, ενέργειες που εκφεύγουν της περιορισμένης δικαιοδοσίας που έχει στα πλαίσια μιας αίτησης, ως η επίδικη. Ως, συναφώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Ελένης Χατζηκυπριανού (ανωτέρω), «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18» (βλ. επίσης, Ανδρονίκου (ανωτέρω)). Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η Ενάγουσα ικανοποίησε και τα τρία κριτήρια που θέτει η διαταγή Δ.18 θ.1, και πάλιν η παρούσα αίτηση θα απορριπτόταν στη βάση της πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου ότι ο Εναγόμενος, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, θα κατάφερνε να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1]«Guarantor of this loan agreement and co-debtor with Granite Falls Recycling Corporation ltd is Mr. Patroklos Koudounis, resident of Tsibrikidi 33 Street, Melissia Attikis, Greece, with Greek Identity Card Number Al 666227». [2] Μόνο διαζευκτική μπορεί να είναι, μιας και είναι άγνωστο στο Νόμο, πως ένας οφειλέτης στα πλαίσια μιας σύμβασης, μπορεί να είναι και εγγυητής του εαυτού του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.