← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, TRICOR LIMITED ν. Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εταιρείας UNIBRAND SECRETARIAL SERVICES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 310/201

Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, TRICOR LIMITED ν. Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εταιρείας UNIBRAND SECRETARIAL SERVICES LIMITED, Αρ. Αίτησης: 310/2013, 24/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 310/2013 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία, TRICOR LIMITED (HE 9769) και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Εταιρείας UNIBRAND SECRETARIAL SERVICES LIMITED από τη Λευκωσία για Εκκαθάριση της Εταιρείας TRICOR LIMITED Ημερομηνία: 24 Μαΐου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Unibrand: κ. Νεοφύτου. Για τον Επίσημο Παραλήπτη: κα Εφραίμ. Για την Eurobank: κα Καραμανλή. Αίτηση Eurobank ημερομηνίας 18.03.2016 Αίτηση Unibrand ημερομηνίας 30.10.2018 Ενδιάμεση Απόφαση Το Διάταγμα Εκκαθάρισης Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης της Unibrand Secretarial Services Ltd (στο εξής «η Unibrand»), στις 13.1.2016, εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας (στο εξής «η Εταιρεία»), και ως εκκαθαριστής της διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Ο Προγενέστερος Διορισμός Προσωρινού Εκκαθαριστή Δέον να σημειωθεί ότι, προ της εκδόσεως του διατάγματος εκκαθάρισης, πάντα όμως στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης εκκαθάρισης, είχε διοριστεί συγκεκριμένο πρόσωπο ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας. Το γεγονός αυτό, οδήγησε στη καταχώριση από την Eurobank Cyprus Ltd (στο εξής «η Eurobank»), αίτησης, στη βάση των προνοιών του άρθρου 220 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (στο εξής «η πρώτη ενδιάμεση αίτηση»), για εξασφάλιση άδειας για συνέχιση της αγωγής της, υπ' αριθμόν 3498/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, εναντίον της εταιρείας, άδεια η οποία της παραχωρήθηκε στις 15.09.

  1. Παρεμβάλλω, εδώ, για να σημειώσω ότι, η επικαλούμενη από την Eurobank ιδιότητά της ως πιστωτής της εταιρείας (στη βάση ότι η εταιρεία εγγυήθηκε υποχρεώσεις τρίτων έναντι της Eurobank και υποθήκευσε περιουσία της για τον ίδιο σκοπό - νομικές βάσεις της αγωγής 3498/2012), τελεί υπό αμφισβήτηση, τόσο από την εταιρεία, όσο και από τη Unibrand. Η Αντίδραση της Unibrand H Unibrand, πάντα προ της εκδόσεως του Διατάγματος Εκκαθάρισης, θεωρώντας ότι η Eurobank δεν νομιμοποιείτο να λάβει τη μόλις πιο πάνω αναφερθείσα άδεια συνέχισης της αγωγής της, καταχώρησε αίτηση (η δεύτερη ενδιάμεση αίτηση) με την οποία επεδίωξε τον παραμερισμό της άδειας που δόθηκε στην τελευταία. Στα πλαίσια της δεύτερης ενδιάμεσης αίτησής, με έτερη, μονομερή, αίτησή της (η τρίτη ενδιάμεση αίτηση), η Unibrand κατάφερε και εξασφάλισε Διάταγμα με το οποίο αναστάλθηκε η ισχύς της άδειας που δόθηκε στη Eurobank μέχρι την εκδίκαση της δεύτερης ενδιάμεσης αίτησης. Η Eurobank, καταχώρησε ένσταση στην δεύτερη ενδιάμεση αίτηση. Αιτήσεις που έπονται χρονικά του Διατάγματος Εκκαθάρισης Στις 29.2.2016, και δη ένα και πλέον μήνα μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η Unibrand καταχώρησε νέα αίτηση (η τέταρτη ενδιάμεση αίτηση), με την οποία επεδίωξε την εξασφάλιση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της δεύτερης ενδιάμεσης αίτησης. Η Eurobank καταχώρησε ένσταση στην τέταρτη ενδιάμεση αίτηση. Στις 18.3.2016, η Eurobank, θεωρώντας ότι, συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης, ήταν αναγκαία η λήψη νέας άδειας για συνέχιση της αγωγής της, καταχώρησε νέα σχετική αίτηση (η πέμπτη ενδιάμεση αίτηση). Τέλος στις 5.4.2016, και προτού το Δικαστήριο εκδικάσει οποιαδήποτε από τις ήδη εκκρεμούσες πέντε ενδιάμεσες αιτήσεις, η Unibrand καταχώρησε νέα αίτηση (η έκτη ενδιάμεση αίτηση), με την οποία επιδίωξε τη διαγραφή και/ή παραμερισμό της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρήθηκε από την Eurobank. H Κρίση Επί των Έξι πιο πάνω Ενδιάμεσων Αιτήσεων Στις 12.4.2016, όταν και όλες οι πιο πάνω αιτήσεις ήταν ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο (πάντα υπό διαφορετική σύνθεση), επιχείρησε να εξεύρει συναινετική επίλυση όλων των αιτήσεων. Δέον να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο δεν έδωσε οδηγίες στη Unibrand να καταχωρήσει ένσταση στην πέμπτη ενδιάμεση αίτηση με την οποία η Eurobank επιδίωκε τη λήψη άδειας για συνέχιση της αγωγής της, εξού και η Unibrand, για να αναχαιτίσει τη ρηθείσα αίτηση, καταχώρησε την έκτη ενδιάμεση αίτηση. Κατ' εκείνη την ημέρα, και αφού η Unibrand, υπό τη διαφωνία της Eurobank, απαιτούσε να ακουστεί στα πλαίσια της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι στα πλαίσια της ρηθείσας ενδιάμεσης αίτησης δεν ήταν αναγκαίος διάδικος η Unibrand, και έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του Επίσημου Παραλήπτη για παροχή της ζητούμενης άδειας, προχώρησε στην παροχή της προς τη Eurobank και ακολούθως, κρίνοντας ότι οι λοιπές τέσσερις εκκρεμούσες αιτήσεις (το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της τρίτης ενδιάμεσης αίτησης είχε καταστεί απόλυτο), κατέστησαν πλέον άνευ ουσίας, απέρριψε τούτες. Η νέα αντίδραση της Unibrand Η Unibrand, με την αίτησή της 148/2017 στο Ανώτατο Δικαστήριο, εξασφάλισε προνομιακό διάταγμα τύπου Certiorari, με το οποίο ανατράπηκε η μόλις αναφερθείσα κρίση του παρόντος δικαστηρίου και αναβίωσαν όλες οι αιτήσεις που κρίθηκαν με αυτή. Πρώτες Επαληθεύσεις Προ της κρίσεως του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αίτηση 148/2017, ο Επίσημος Παραλήπτης, στην προσπάθειά του να αντικατασταθεί από νέο Εκκαθαριστή που θα προέκυπτε κατόπιν ψηφοφορίας των πιστωτών και των μετόχων της εταιρείας, συγκάλεσε σχετικές γενικές συνελεύσεις, αφού προηγουμένως κάλεσε τους διάφορους φερόμενους ως πιστωτές της εταιρείας να προβούν σε επαληθεύσεις των χρεών που τους οφείλοντο. Τέτοια επαλήθευση καταχωρήθηκε και από τη Eurobank, την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης έκανε δεκτή. Στα πλαίσια των συνελεύσεων των πιστωτών, η Unibrand έφερε ένσταση στο να ακουστεί (για σκοπούς διορισμού εκκαθαριστή), η Eurobank, προβάλλοντας διάφορους λόγους, όλοι προς υποστήριξη της θέσης ότι η Eurobank δεν είχε δικαίωμα επαλήθευσης χρεών εναντίον της εταιρείας. Η Προεδρεύουσα, εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη, των συνελεύσεων, αφού κατέγραψε την ένστασή της Unibrand, χωρίς να αποφανθεί επί τούτης, προχώρησε στην αποδοχή της ψήφου της Eurobank και κρίνοντας ότι η τελευταία ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της εταιρείας, υπέδειξε ότι ο Εκκαθαριστής που θα έπρεπε να αντικαταστήσει τον Επίσημο Παραλήπτη ήταν το πρόσωπο που υποδείχθηκε από την Eurobank. Της κατάληξης αυτών των συνελεύσεων, ακολούθησε καταχώριση αριθμού αιτήσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (υπό την παρούσα σύνθεση) από διάφορα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και η Unibrand, με στόχο την ακύρωση της επαλήθευσης της Eurobank, αλλά και των διαφόρων κρίσεων των συνελεύσεων. Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, κατόπιν εκδόσεως της απόφασης στην Πολιτική Έφεση 238/2011 Αναφορικά με την εταιρεία S. M. Tryfon Manufacturing Ltd, απόφαση ημερομηνίας 14.03.2017, η οποία αφορούσε σε γεγονότα παρόμοια με αυτά που διαδραματίστηκαν κατά τις συνελεύσεις των πιστωτών και μετόχων της εταιρείας, εκ συμφώνου αποδέχθηκαν την ακύρωση, τόσο των αποφάσεων των συνελεύσεων, όσο και των επαληθεύσεων. Κατόπιν των μόλις αναφερθεισών ακυρώσεων, ο Επίσημος Παραλήπτης δεσμεύθηκε όπως, προτού συγκαλέσει εκ νέου συνελεύσεις πιστωτών και μετόχων της εταιρείας για σκοπούς αντικατάστασής του από τη θέση του εκκαθαριστή, (α) να προχωρήσει εκ νέου με τη διαδικασία επαληθεύσεων, (β) να εξετάσει κάθε ένσταση που τυχόν θα υποβληθεί σε σχέση με αυτές, καθώς επίσης και (γ) να αναμένει την όποια κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με την όποια ένσταση τυχόν να υποβληθεί επί των επαληθεύσεων. Η εκ νέου εξέταση των αναβιωσάντων αιτήσεων Όσον τώρα αφορά στις πέντε αναβιώσασες ενδιάμεσες αιτήσεις, κατόπιν κοινής εισήγησης όλων ανεξαιρέτως των διαδίκων, το Δικαστήριο όρισε για ακρόαση την πέμπτη εξ αυτών (με την οποία η Eurobank επιδιώκει τη λήψη άδειας για συνέχιση της αγωγής 3498/2012 λόγω εκδόσεως διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας), και τις λοιπές αιτήσεις, για οδηγίες. Στις 19.9.2018, το Δικαστήριο, αφού έλαβε γραπτές αγορεύσεις, τόσο από τη Eurobank (Αιτήτρια), όσο και από τον Επίσημο Παραλήπτη, αλλά και τη Unibrand[1] (Καθ' ων η Αίτηση), επιφύλαξε την απόφασή του, αναφέροντας στους διαδίκους ότι θα ενημερωθούν από το Πρωτοκολλητείο για την ημέρα και ώρα ανακοίνωσής της. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των αγορεύσεων των μερών, διεφάνη ότι ο Επίσημος Παραλήπτης ξεκίνησε τη διαδικασία επαληθεύσεων και η Eurobank είχε, στο μεταξύ, υποβάλει αίτημα για επαλήθευση χρέους εναντίον της εταιρείας (στη βάση των αιτιάσεων και νομικών βάσεων της αγωγής 3498/2012), χωρίς, ωστόσο, δια μαρτυρικού υλικού, να ενημερώνεται το Δικαστήριο για την όποια τύχη του αιτήματος αυτού της Eurobank ή την όποια τυχόν αντίδραση της Unibrand. Η τελευταία χρονικά αίτηση Επανερχόμενος στη χρονική ροή των γεγονότων, στις 30.10.2018, και δη σε χρόνο προ της ανακοινώσεως της απόφασης του Δικαστηρίου στην πέμπτη ενδιάμεση αίτηση, η Unibrand καταχώρησε νέα αίτηση, με την οποία επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα ή/ και Δήλωση του Δικαστηρίου με το οποίο να επανανοίγεται η υπόθεση αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Eurobank Cyprus Ltd ημερομηνίας 18/3/2016 και να αναστέλλεται η διαδικασία λήψης και έκδοσης απόφασης μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης επί της παρούσας Αιτήσεως και διαδικασίας. Β. Διάταγμα Δικαστηρίου ότι είναι άκυρη η οποιαδήποτε επαλήθευση έχει προβεί ο Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769), αναφορικά με οποιαδήποτε απαίτηση ή/και ισχυριζόμενο χρέος, ή/ και ισχυριζόμενη οφειλή απαιτεί η Τράπεζα Eurobank Cyprus Ltd από την εταιρεία TRICOR LIMITED (HE 9769) ή τον Επίσημο Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) ή από την περιουσία της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769). Γ. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται το ισχυριζόμενο χρέος ή ισχυριζόμενη απαίτηση οποιουδήποτε ύψους ή/και ύψους €398.196,53 (τρακόσιων ενενήντα οκτώ χιλιάδων, εκατό ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα τρία σεντ), την οποία αποδέχθηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) και υπέβαλε η Τράπεζα Eurobank Cyprus Ltd προς τον Επίσημο Παραλήπτη και Εκκαθαριστή της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) στις 23/7/2018, με αρχική υποβολή ισχυριζόμενης απαίτησης οποιουδήποτε ύψους ή/και ύψους €405.224,51 (τετρακοσίων πέντε χιλιάδων, διακοσίων είκοσι τεσσάρων ευρώ και πενήντα ένα σεντ) στις 26/6/2018 και ακύρωσης της επαλήθευσης προς όφελος της Τράπεζας Eurobank Cyprus Ltd στις 26/7/2018, από τον Επίσημο Παραλήπτη και Εκκαθαριστή της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) για το ποσό των €233.196,53 (διακοσίων τριάντα τριών χιλιάδων, εκατό ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα τριών σεντ). Δ. Διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται και παραμερίζεται η επιβάρυνση -ΜΕΜΟ στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας ημερομηνίας 9/1/2014, επί του διαμερίσματος της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) ως αναφέρεται στη σχετική επιβάρυνση Διαμέρισμα αρ.8, 1597, 29/07/1994 στην Λάρνακα, Πιαλέ Πασιά, Sandy Beach Apts, Block A, αρ. πόρτας
  2. ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΑΙΤΗΤΙΚΑ Β ΚΑΙ Γ Ε. Διάταγμα με το οποίο να διατάττεται ο Επίσημος Παραλήπτης ή/και ως Εκκαθαριστής της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) όπως καταβάλει προσωπικά προς όφελος, πίστωση και λογαριασμό της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) το ποσό των €398,53 (τριακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων, εκατό ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα τρία σεντ) καταθέτοντας το ποσό των €398.196,53 (τριακοσίων ενενήντα οκτώ χιλιάδων, εκατό ενενήντα έξι ευρώ και πενήντα τρία σεντ) ή οποιοδήποτε ποσό κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις σε Τραπεζικό Λογαριασμό της εταιρείας TRICOR LIMITED (HE 9769) με οδηγίες του Σεβαστού Δικαστηρίου.» Την αίτηση αυτή (στο εξής «η επίδικη αίτηση[2]») συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ανδριάνας Θεμιστοκλέους, η οποία δηλώνει διευθύντρια και αντιπρόσωπος της Unibrand, καθώς επίσης και λήπτης οδηγιών και συμβουλών από τους δικηγόρους της αναφορικά με την ένορκη δήλωση στην οποία προβαίνει. Πρόκειται για πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, την οποία συνοδεύει και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων (επίσης πολυσέλιδων). Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, λεπτομερής παράθεση των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Αρκεί να σημειωθεί ότι, στη βάση του περιεχομένου της, αλλά και του περιεχομένου των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτή, η Unibrand, αφού πρώτα ενημερώνει το Δικαστήριο περί πρόσφατης αποδοχής από τον Επίσημο Παραλήπτη της επαλήθευσής της Eurobank, καθώς επίσης και περί απόρριψης της σχετικής ένστασης που η ίδια υπέβαλε, προωθεί αριθμό λόγων για τους οποίους θεωρεί την αποδοχή της ρηθείσας επαλήθευσης λανθασμένη και στη βάση της αιτίασης αυτής, επιζητεί την ακύρωσή της (βλ. υπό στοιχεία Β και Γ αιτούμενες θεραπείες). Ως βασικό επιχείρημα της για την απαίτησή της αυτή, υποδεικνύει τις προγενέστερες, της επίδικης επαλήθευσης, πράξεις και παραλήψεις του Επίσημου Παραλήπτη υπό την ιδιότητά του ως Εκκαθαριστή της εταιρείας και ειδικότερα το γεγονός ότι τούτος (ο Επίσημος Παραλήπτης), αποτελεί (από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης και εντεύθεν) διάδικο στην αγωγή 3498/2012, ο οποίος, στα πλαίσια της ρηθείσας αγωγής, προώθησε την υπερασπιστική γραμμή της εταιρείας που θέλει την τελευταία να μην οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στη Eurobank. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να υποδείξω ότι, στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, αλλά και γενικότερα των όσων κατά καιρούς έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου[3], τα οποία αποτελούν και κοινό τόπο όλων των διαδίκων, ο Επίσημος Παραλήπτης, μετά που διορίστηκε εκκαθαριστής της εταιρείας, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 3498/2012, με αποτέλεσμα, κατόπιν διαβήματος της Eurobank, να εκδοθεί, ερήμην, απόφαση υπέρ της τελευταίας και εναντίον της εταιρείας. Κατόπιν τούτου, ο Επίσημος Παραλήπτης, πάντα ως εκκαθαριστής της εταιρείας, καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της ρηθείσας, ερήμην εκδοθείσας, απόφασης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, και την υπερασπιστική γραμμή της εταιρείας, στη βάση της Υπεράσπισης που καταχώρησε σε προγενέστερο στάδιο. Δέον, επίσης, να σημειωθεί ότι, προ της καταχώρισης της αγωγής 3498/2012, και, προφανώς, προ της καταχώρισης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτησης, η κύρια μέτοχος της εταιρείας καταχώρησε την αγωγή 489/2011 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της Eurobank με την οποία επιζητεί, στη βάση, μεταξύ άλλων, κατ' ισχυρισμό δόλου και πλαστογραφίας, την ακύρωση της υποθήκης, η οποία αποτελεί τη βάση επί της οποίας η Eurobank εδράζει το επιχείρημά της ότι αποτελεί εξασφαλισμένο πιστωτή της εταιρείας. Επανερχόμενος στην επίδικη αίτηση, αποτελεί θέση της Unibrand ότι, όλα τα πιο πάνω γεγονότα, περιλαμβανομένων και των βασικών θέσεων της εταιρείας ότι (α) η υποθήκευση του μοναδικού ακινήτου της προς εξασφάλιση της Eurobank καθώς επίσης και (β) η όποια βάση επί της οποίας εδράζει η τελευταία τον ισχυρισμό της ότι η εταιρεία αποτελεί οφειλέτη της είναι το αποτέλεσμα πλαστογραφίας και δόλου, ήταν προ πολλού γνωστά στον Επίσημο Παραλήπτη και έτυχαν και από αυτόν χρήσης, με αποτέλεσμα η ενέργειά του να αποδεχθεί την επαλήθευση της Eurobank εναντίον της εταιρείας, ως αν η οφειλή της τελευταίας προς την πρώτη να ήταν αδιαμφισβήτητη, να ελέγχεται ως εσφαλμένη. Η Unibrand, προβάλλει ακόμα ότι, ο Επίσημος Παραλήπτης, σε διάφορες περιπτώσεις, τόσο γραπτώς, όσο και προφορικώς, εξέφρασε άγνοια των όσων προηγήθηκαν χρονικά του διορισμού του ως Εκκαθαριστής της εταιρείας και αδυναμία κρίσης ως προς το κατά πόσο η συμφωνία εγγύησης και η συμφωνία υποθήκης, που επικαλείται η Eurobank, ήταν ή όχι το αποτέλεσμα πλαστογραφίας και/ή δόλου. Στη βάση του δεδομένου αυτού, η Unibrand προωθεί τον ισχυρισμό ότι, ο Επίσημος Παραλήπτης, αν όντως δηλώνει άγνοια για τα μόλις πιο πάνω, στη βάση ποιας λογικής προχώρησε στην αποδοχή της επαλήθευσης της Eurobank, η οποία, αποδοχή, θα έπρεπε να γίνει μόνο στη περίπτωση μη αμφισβητούμενης οφειλής της εταιρείας προς τη Eurobank. Η Unibrand υποστηρίζει ακόμα ότι, ο Επίσημος Παραλήπτης, σε γραπτές του δηλώσεις εξέφρασε την άποψη ότι η Eurobank θα μπορούσε να προχωρήσει σε επαλήθευση του όποιου κατ' ισχυρισμό χρέους της εταιρείας, νοουμένου ότι θα αποδείξει ότι έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Με δεδομένη την ενέργεια του Επίσημου Παραλήπτη να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην εναντίον της εταιρείας στα πλαίσια της αγωγής 3498/2012, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι, η όποια κατ' ισχυρισμό οφειλή της εταιρείας εδράζεται επί συμφωνιών που ήταν το αποτέλεσμα δόλου και/ή πλαστογραφίας, πως είναι δυνατόν, προβάλλει η Unibrand, να αποδεχθεί ο Επίσημος Παραλήπτης την επαλήθευση της Eurobank. Μια άλλη θέση της Unibrand είναι ότι, αφ' ης στιγμής η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση εκκαθάρισης καταχωρήθηκε το 2013, στη βάση των προνοιών των άρθρων 216, 217 και 218 του Κεφαλαίου 113, δεν ήταν δυνατή η εγγραφή επιβάρυνσης επί της περιουσίας της εταιρείας και γι' αυτό επιζητεί την υπό στοιχείο Δ αιτούμενη θεραπεία για ακύρωση εγγραφής επιβάρυνσης που έγινε το
  3. Είναι, επιπροσθέτως, η θέση της Unibrand, πάντα στη βάση του περιεχομένου του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, ότι, αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο Επίσημος Παραλήπτης κακώς αποδέχθηκε την επαλήθευση της Eurobank, καθώς επίσης και κακώς αρνείται να υπερασπιστεί την εταιρεία στην αγωγή 3498/2012, τότε καθίσταται προσωπικά υπόλογος έναντι της εταιρείας για κάθε ζημιά που προκαλείται από τις λανθασμένες αυτές πράξεις και/ή παραλείψεις του, και στη βάση αυτής της θεώρησης, επιζητεί την υπό στοιχείο Ε αιτούμενη θεραπεία. Τέλος, θεωρώντας η Unibrand ότι το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης για άδεια συνέχισης της αγωγής 3498/2012 δεν ήταν διαφωτιστικό των τελικών εξελίξεων αναφορικά με την επαλήθευση της Eurobank και θεωρώντας, επίσης, την κρίση του Επίσημου Παραλήπτη επί της ενστάσεώς της ως προς την επαλήθευση της Eurobank (κρίση η οποία εκφράστηκε με ηλεκτρονικό μήνυμα στις 15.10.2018), ως προσδιοριστική της τελικής εικόνας που περιβάλλει τη διαδικασία επαληθεύσεων, ζήτησε από το Δικαστήριο, προτού αποφανθεί επί της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, να συνυπολογίσει και τις εξελίξεις αυτές, και στη βάση της θεώρησης αυτής, με την υπό στοιχείο Α αιτούμενη, στην επίδικη αίτηση, θεραπεία, η Unibrand ζητούσε τη μη έκδοση απόφασης στην πέμπτη ενδιάμεση αίτηση μέχρι την εκδίκαση της επίδικης αίτησης. Οδηγίες για επίδοση Το Δικαστήριο, στις 02.11.2018, όταν και η επίδικη αίτηση τέθηκε ενώπιόν του υπό μορφή μονομερούς αίτησης[4], έκρινε όπως ορίσει τούτη για επίδοση, τόσο στον Επίσημο Παραλήπτη, όσο και στην Eurobank. Κατά συνέπεια μετέβαλε τούτη σε διά κλήσεως αίτηση. Κατά την επόμενη δικάσιμο και δη στις 13 Νοεμβρίου 2018, στη παρουσία των συνηγόρων των διαδίκων της επίδικης αίτησης, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, έχοντας υπόψη τη φύση της υπό στοιχείο Α αιτούμενης θεραπείας, έκρινε όπως η επιφυλαχθείσα απόφασή του στην πέμπτη ενδιάμεση αίτηση, μη εκδοθεί και τεθεί εκτός πινακίου μέχρι την τελική κρίση του, κατά προτεραιότητα, αναφορικά με την υπό στοιχείο Α, της επίδικης αίτησης, θεραπεία. Όρισε δε την επίδικη αίτηση για ακρόαση στις 19.12.2018, δίδοντας σχετικές οδηγίες για καταχώριση ενστάσεων από τον Επίσημο Παραλήπτη και την Eurobank. Στις 19.12.2018, για τους λόγους που αναφέρονται στο πρακτικό, ζητήθηκε αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας, αίτημα το οποίο το Δικαστήριο ενέκρινε, ορίζοντας την αίτηση εκ νέου για ακρόαση στις 4.2.2019, ημερομηνία η οποία μετακινήθηκε λόγω απουσίας του Δικαστηρίου. Στην πορεία, κατόπιν απαίτησης των συνηγόρων των διαδίκων, η οποία προκύπτει και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων που κατέθεσαν, ζητήθηκε από το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει την επίδικη αίτηση στην ολότητά της επί όλων των αιτούμενων με αυτήν θεραπειών. Οι ενστάσεις Τόσο ο Επίσημος Παραλήπτης, όσο και η Eurobank καταχώρησαν ενστάσεις στην επίδικη αίτηση. Ως λόγοι ένστασης επ' αυτών, αναφέρονται οι ακόλουθοι: Ένσταση του επίσημου παραλήπτη «
  4. Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και/ή δεν δικαιούται στην καταχώριση και/ή έναρξη και/ή συνέχιση της παρούσας αίτησης και/ή διαδικασίας για το λόγο ότι δεν εξασφάλισε προηγουμένως σχετική άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το Νόμο.
  5. Η αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται καταστρατήγηση των εξουσιών του Δικαστηρίου.
  6. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου.
  7. Η αίτηση είναι κακόπιστη με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση και την παρακώληση της διαδικασίας.
  8. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν εξυπηρετούν κανένα βάσιμο και/ή αθέμιτο σκοπό.
  9. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης.
  10. Η αίτηση της αιτήτριας δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε και/ή αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο και/ή με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίδεται ικανοποιητική και/ή πλήρης μαρτυρία ως προς τους λόγους για τους οποίους δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  11. Η αίτηση είναι υστερόβουλη, εφ' όσον υποβάλλει τον Επίσημο Παραλήπτη σε αχρείαστες διαδικασίες.
  12. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αστήρικτη.
  13. Η αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης.
  14. Η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι πληρούνται τα συμφέροντα της και κυρίως τα νομικά δικαιώματα της για προσφυγή στο Δικαστήριο με οιονδήποτε τρόπο.
  15. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα και η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η έκδοση των Διαταγμάτων είναι δίκαιη και/ή εύλογη.
  16. Η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική αναγκαιότητα προς τον τρόπο και/ή σκοπό αιτιολόγησης των ζητηθέντων διαταγμάτων της και/ή αιτούμενη θεραπεία είναι αχρείαστη.
  17. Η αιτήτρια παρουσιάζει πλήρη έλλειψη καλής πίστης.
  18. Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης ουδόλως εξυπηρετούνται με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  19. Γενικά η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στα αιτούμενα Διατάγματα.
  20. Περαιτέρω λόγοι αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση του αρμόδιου εξεταστή του Επίσημου Παραλήπτη.» Ένσταση της Eurobank «
  21. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  22. Οι Θεσμοί ή/και νομοθετικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται η αίτηση δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την ουσία της αίτησης ή/και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  23. Η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη, ή/και αντικανονική, ή/και νομικά και πραγματικά αστήρικτη, ή/και αλυσιτελής, ή/και ανυπόστατη, ή/και στερείται νομικού, ή/και δικονομικού, ή/και πραγματικού υπόβαθρου, ή/και με την παρούσα αίτηση επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί, ή/και η παρούσα Αίτηση είναι παρελκυστική.
  24. Οι Αιτητές και/ή η Ενόρκως δηλούσα δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη και αληθή εικόνα, αλλά επικαλούμενοι αποσπασματικά διάφορα περιστατικά δημιουργούν μια παραπλανητική εικόνα σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα, ή/και ενήργησαν κατά παράβαση της υποχρέωσης τους να ενεργούν με την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith) η οποία υφίσταται σε περιπτώσεις μονομερών Αιτήσεων, ή/και ενδιάμεσων Αιτήσεων.
  25. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου στις αποφάσεις Hellington Commodities Ltd κ.α.

(2009)1Β ΑΑΔ 926 και Fileleftheros Ltd
(1998)1 CLR 334, ή/και οι προϋποθέσεις που θέτει σωρευτικά το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ιδίως: 5.
  1. Δεν έχει προηγηθεί η καταχώριση οποιουδήποτε εναρκτήριου μέσου, ή/και εναρκτήρια Αίτηση, ή/και Γενική Αίτηση στα πλαίσια της οποίας να καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. 5.2 Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου, ή/και εναντίον της Eurobank. Η απαίτηση των Αιτητών πάσχει τόσο από πλευράς νομικής θεμελίωσης, όσο και από πλευράς πραγματικής θεμελίωσης και δεν αποκαλύπτουν καμία βάση αγωγής, ή/και δεν αποκαλύπτουν καλή, ή/και εύλογη και/ή αξιόπιστη βάση αγωγής. 5.3 Οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν, ή/και δεν πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές, ούτε αποκαλύπτουν, ή/και πιθανολογούν βασίμως οποιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας, ή/και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων θεραπειών. 5.4 Άνευ βλάβης των προαναφερθέντων, οι Αιτητές έχουν αποτύχει να παράσχουν επαρκή, ή/και πειστική, ή/και ξεκάθαρη μαρτυρία ως προς το ότι οι Αιτητές δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την αξίωση των Αιτητών με το πέρας της δίκης, χωρίς εν των μεταξύ οποιαδήποτε διατάγματα.
  2. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ή/και οι ισχυρισμοί προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης είναι γενικοί, αόριστοι, ασαφείς και ελλιπείς, ή/και δεν επεξηγείται, ή/και εξειδικεύεται ή αντικανονικότητα της επαλήθευσης χρέους της Eurobank, ή/και δεν εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελος των Αιτητών.
  3. Η επαλήθευση της Eurobank είναι καθόλα νόμιμη και νομότυπη και η απόφαση του Επίσημου Παραλήπτη να αποδεχθεί την επαλήθευση της Eurobank δεν καθόλα ορθή και νόμιμη.
  4. Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, ή/και η υπό κρίση Αίτηση έχει ως μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει, ή/και να παρεμποδιστεί η έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης στην Αίτηση της Eurobank ημερομηνίας 18/03/2016 για άδεια συνέχισης της Αγωγής 3498/12 που εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (η Αίτηση Συνέχισης της Αγωγής), ή/και η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, καθότι οι Αιτητές προωθούν παράλληλες διαδικασίες, προβάλλοντας αντιφατική συμπεριφορά, ή/και η υπό κρίση Αίτηση επιδιώκει να παρακωλύσει την εκδίκαση της Αγωγής 3498/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Λάρνακας.
  5. Δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια που να επιτρέπει το επανάνοιγμα υπόθεσης στα πλαίσια της οποίας επιφυλάχθηκε απόφαση για τους σκοπούς και λόγους που προβάλλουν οι Αιτητές, ή/και η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί τον ενδεδειγμένο τρόπο αναστολής μιας διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας επιφυλάχθηκε απόφαση.
  6. Οι Αιτητές επιδιώκουν να εμποδίσουν την εκδίκαση της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής, ή/και να παρακωλύσουν την εκδίκαση της Αγωγής 3498/
  7. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης και του επανανοίγματος της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ή/και γεγονότα που αναφέρουν οι Αιτητές έλαβαν χώρα προτού επιφυλαχθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής.
  8. Οι Αιτητές κωλύονται (estopped) να καταχωρούν την υπό κρίση, ή/και οι Αιτητές κωλύονται από το να αιτούνται τα υπό κρίση Διατάγματα, ή/και ενώ οι Αιτητές εμφανίστηκαν στα πλαίσια της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής, όπου και καταχώρησαν Ένσταση, ή/και γραπτές αγορεύσεις, εγείροντας ίδιους, ή/και αντίστοιχους ισχυρισμούς, με την υπό κρίση Αίτηση επιδιώκουν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων για αναστολή, ή/και παρεμπόδιση της έκδοσης της επιφυλαχθείσας απόφασης επί της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής, παρά το ότι κατά τις 19/09/2018 που επιφυλάχθηκε η απόφαση επί της Αίτησης Συνέχισης της Αγωγής τα πραγματικά γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση Αίτηση ήταν σε γνώση των Αιτητών.
  9. Υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντα της Eurobank, δεν είναι δίκαιο ή/και πρόσφορο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  10. Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις όπως τίθενται από τον νόμο, τη Νομολογία και τους σχετικούς κανονισμούς που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  11. Η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση δεν επιδόθηκε στα πρόσωπα που έπρεπε να επιδοθεί δυνάμει της νομοθεσίας, ή/και στη Eurobank.
  12. H επαλήθευση χρέους της Eurobank στηρίζεται σε οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο έχει καταστεί απαιτητό δυνάμει σύμβασης εγγύησης, ή/και υποθήκης.
  13. Η επαλήθευση της Eurobank έχει υποβληθεί νομότυπα.
  14. Δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος από τους Αιτητές, ή/και από την Ενόρκως Δηλούσας για τον οποίο η επαλήθευση της Eurobank έγινε αντικανονικά (improperly), ή/και οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διαγράψει την επαλήθευση της Eurobank.
  15. Ta αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης.
  16. Η Ένορκη Δήλωση της XXXXX Θεμιστοκλέους είναι παράτυπη, ή/και γενική, ή/και αόριστη, ή/και ασαφής, ή/και η XXXXX Θεμιστοκλέους δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα, στα οποία αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση.
  17. Σε περίπτωση έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα επηρεαστεί αρνητικά το δικαίωμα της Eurobank να ακουστεί τόσο η Αίτηση Συνέχισης της Αγωγής, όσο και η Αγωγή υπ' αριθμό 3498/12 η υπόθεση της εντός εύλογου χρόνου διαδικασίες ανεξάρτητες από την διαδικασία επαλήθευσης.» Έκαστη ένσταση συνοδεύει μία ένορκη δήλωση, αφενός λειτουργού του Επίσημου Παραλήπτη και αφετέρου λειτουργού της Eurobank, στις οποίες, ούτε λίγο, ούτε πολύ, επαναλαμβάνονται, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια αλλά και σχετική επιχειρηματολογία οι προβαλλόμενοι στη ένσταση, που έκαστη συνοδεύει, λόγοι ένστασης. Αν κρίνεται κάτι σημαντικό να σημειωθεί σε σχέση με τις ενστάσεις, είναι πως, αμφότεροι οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι η διαδικασία επαλήθευσης της Eurobank έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τις καθιερωμένες και νομικώς αποδεκτές διαδικασίες, καθώς επίσης και ότι, οι αιτούμενες με την επίδικη αίτηση θεραπείες δεν δικαιολογούνται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που υποστηρίζει την αίτηση. Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, η Eurobank, με την ένστασή της, εγείρει ζήτημα αναφορικά με το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση αρχικά καταχωρήθηκε ως μονομερής. Είναι η εισήγηση της Eurobank ότι, με δεδομένη την κατά τους ίδιους ανυπαρξία «εναρκτήριου δικογράφου» δεν ήταν δυνατή η καταχώριση μονομερούς αίτησης, και το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν εξέτασε τούτη μονομερώς και έδωσε οδηγίες για επίδοσή της, δεν θεραπεύει την κατ' ισχυρισμό ουσιαστική παρατυπία που την περιβάλλει. Επίσης, κατά τον Επίσημο Παραλήπτη, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της, καθότι, τούτη αποτελεί διαδικασία που, κατά τον Επίσημο Παραλήπτη, για να μπορεί να καταχωρηθεί και να συνεχιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θα έπρεπε προηγουμένως να είχε ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου στη βάση του άρθρου 220 του Κεφαλαίου
  18. Νομική πτυχή Επίδικη αίτηση Η επίδικη αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί των άρθρων 233, 234 και 251 του Κεφαλαίου
  19. Κρίνω απαραίτητο να παραθέσω αυτούσιες, ευθύς αμέσως, τις πρόνοιες των άρθρων αυτών και/ή καλύτερα συγκεκριμένων παραγράφων των άρθρων αυτών που κρίνονται σχετικές με την επίδικη αίτηση. «233.
(1).............................. (1Α)..............................
(2)Ο εκκαθαριστής σε εκκαθάριση από το Δικαστήριο, έχει εξουσία να- (α).............................. (β).............................. (γ) επαληθεύει[5], κατατάσσεται, και αξιώνει στην πτώχευση, αφερεγγυότητα ή κατάσχεση οποιουδήποτε συνεισφορέα για οποιοδήποτε υπόλοιπο εναντίον της περιουσίας του, και λαμβάνει μερίσματα αναφορικά με εκείνο το υπόλοιπο στην πτώχευση, αφερεγγυότητα ή κατάσχεση, ως ξεχωριστό χρέος που οφείλεται από τον πτωχεύσαντα ή τον αφερέγγυο, και κατά ποσοστό με τους άλλους πιστωτές ξεχωριστά· (δ).............................. (ε).............................. (στ).............................. (ζ).............................. (η).............................. (2Α)..............................
(3)Η άσκηση από τον εκκαθαριστή σε εκκαθάριση από το Δικαστήριο των εξουσιών που του παρέχονται από το άρθρο αυτό είναι υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, και οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο σχετικά με οποιαδήποτε άσκηση ή προτεινόμενη άσκηση οποιωνδήποτε τέτοιων εξουσιών. 234.
(1)...............................
(2)...............................
(3)...............................
(4)...............................
(5)Αν οποιοδήποτε πρόσωπο είναι δυσαρεστημένο από οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση του εκκαθαριστή, το πρόσωπο εκείνο δύναται να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο, και το Δικαστήριο δύναται να επικυρώσει ανατρέψει ή τροποποιήσει την πράξη ή την απόφαση για την οποία υπάρχει παράπονο, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα σε σχέση με τα πιο πάνω όπως θεωρεί δίκαιο. 251.
(1)..............................
(2)..............................
(3)..............................
(4)..............................
(5)Κάθε πιστωτής που κατέθεσε επαλήθευση δικαιούται να βλέπει και εξετάζει τις επαληθεύσεις άλλων πιστωτών πριν από την συνέλευση πιστωτών, και σε κάθε εύλογο χρόνο.
(6)..............................
(7)..............................
(8)..............................
(9)..............................
(10)Το Δικαστήριο δύναται να απαλείψει ή να μειώσει το ποσό που απαιτείται- (α) κατόπιν αίτησης του επίσημου παραλήπτη ή εκκαθαριστή, όπου ο εκκαθαριστής πιστεύει ότι η επαλήθευση έχει γίνει. λανθασμένα αποδεκτή ή θα πρέπει να μειωθεί, ή (β) κατόπιν αίτησης πιστωτή, αν ο επίσημος παραλήπτης ή εκκαθαριστής αρνηθεί να ενεργήσει επί του θέματος.
(11)...............................
(12)..............................
(13)Εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει διαθέσει την εξασφάλισή του, δύναται να επαληθεύσει για το υπόλοιπο ποσό χρέους, αφότου αφαιρεθεί το ποσό το οποίο έλαβε με τη διάθεση της εξασφάλισης και, αν ο εξασφαλισμένος πιστωτής παραδώσει την εξασφάλιση του, δύναται να επαληθεύσει για ολόκληρο το χρέος ως να ήταν μη εξασφαλισμένος.
(14)..............................
(15)..............................» Κρίνω επίσης σημαντικό να παραθέσω τις πρόνοιες του άρθρου 168
(5)του Insolvency Act 1986, οι οποίες είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 234
(5)του Κεφ. 113. «
(5)If any person is aggrieved by an act or decision by a liquidator, that person may apply to the court; and the court may confirm, reverse or modify the act or decision complained of, and make such order in the case as it thinks just» Στη βάση της πλήρους ομοιότητας των αγγλικών νομοθετικών προνοιών με τις αντίστοιχες κυπριακές, τα όσα αποφασίστηκαν αναφορικά με τις πρώτες, αποτελούν πηγή καθοδήγησης αναφορικά με τις τελευταίες. Στην υπόθεση Re Hans Place Ltd [1992] B.C.C. 737 αποφασίστηκε ότι για να είναι δυνατή η ανατροπή τη απόφασης ενός εκκαθαριστή στη βάση των προνοιών του άρθρου 168
(5)του Insolvency Act 1986, θα πρέπει ο αιτητής να αποδείξει ότι ο εκκαθαριστής ενήργησε κακόπιστα ή ότι ενήργησε εις τρόπο που ο μέσος λογικός εκκαθαριστής (υπό τις ίδιες συνθήκες) δεν θα ενεργούσε. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Here, as I have said, there is no question of fraud, and, having considered all the evidence which is fairly voluminous and lengthy, I am not satisfied that the liquidator here did not exercise his discretion bona fide; nor am I satisfied that he acted in a way in which no reasonable liquidator could have acted». Ως καταληκτικό, για το ζητούμενο, σχόλιο, στην ίδια υπόθεση, αναφέρθηκε και ότι «It follows that in my judgment, there being no challenge to the bona fides of the liquidator nor suggestion that his decision to disclaim could be categorized as perverse, the court should not interfere with his decision to disclaim the underlease.» Τα ίδια υποστηρίζονται και από τον Robert Pennington στα συγγράμματά του Company Liquidations: The Procedure (σελ. 67 και 68) και Pennington's Corporate Insolvency Law (έκδοση 1997, σελ. 169), στα οποία, ως επιπρόσθετος λόγος για να ανατρέψει (reverse) ή μεταβάλει (modify) το Δικαστήριο μια απόφαση του εκκαθαριστή, είναι και η λανθασμένη από πλευράς του εφαρμογή του νόμου. Οι μόλις πιο πάνω αυθεντίες (συγγράμματα), αναγνωρίζουν στις πρόνοιες του άρθρου 168
(5)του Insolvency Act, τη βάση για αμφισβήτηση της ορθότητας της άσκησης των εξουσιών που παρέχουν σε ένα εκκαθαριστή οι πρόνοιες του άρθρου 167 του ίδιου νόμου (οι οποίες - στο βαθμό που εδώ αφορούν - είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 233 του Κεφ. 113). Ως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 233
(2)(γ) του Κεφ. 113 (ανωτέρω), μία εκ των εξουσιών που παρέχεται στον εκκαθαριστή είναι να επαληθεύει χρέη πιστωτών. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του άρθρου 234
(5)του Κεφ. 113 (αντίστοιχο του 168
(5)του αγγλικού νόμου), παρέχουν τη δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο που νοιώθει δυσαρεστημένο με απόφαση του εκκαθαριστή που λήφθηκε στα πλαίσια άσκησης των εξουσιών που του παρέχει ο νόμος (μεταξύ των οποίων και το άρθρο 233
(2)(γ), για επαλήθευση χρεών) να αποταθεί στο Δικαστήριο για να επικυρώσει ή ανατρέψει ή τροποποιήσει την απόφασή του αυτή. Πρόσβαση στο Δικαστήριο αναφορικά με τις εξουσίες που παρέχει ο νόμος στο εκκαθαριστή, πλην όμως μόνο αναφορικά με τις εξουσίες που παρέχονται από το άρθρο 233 του Κεφ. 113 και μόνο προς πιστωτές και συνεισφορείς, παρέχεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 233
(3). Τέλος, πάντα, όμως, σε σχέση με το δικαίωμα πιστωτή να επιδιώξει, μέσω Δικαστηρίου, την μεταβολή μιας διαδικασίας επαλήθευσης, περιλαμβανομένης και της απαλοιφής της, το άρθρο 251
(10)(β) του Κεφ. 113, παρέχει σχετικό δικαίωμα, νοουμένου ότι ο εκκαθαριστής αρνήθηκε να ικανοποιήσει προγενέστερο σχετικό αίτημα του πιστωτή. Όσον τώρα αφορά στο τρόπο με τον οποίο ένας εκκαθαριστής θα πρέπει να αποφασίζει επί επαληθεύσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο της Νέας Νότιας Ουαλίας (Supreme Court of New South Wales), στη υπόθεση Selim v McGrath [2003] NSWSC 927, υπέδειξε ότι, «A proof of debt, whether for voting purposes or for distribution purposes, must viewed in the whole of its context. It is commonplace for proofs to be supplemented by further information provided by the submitting party. This is sometimes given after a request for further particulars and sometimes volunteered without any such request. In such a case the decision-maker does not say, "I must make my decision solely by reference to the content of the proof document". It would be absurd for him or her to do so. It is equally absurd that such a decision-maker should choose to be blind to pre-existing matters of relevance of which he or she is actually aware.[6] » Πέμπτη ενδιάμεση αίτηση Αναφορικά με τις πρόνοιες του άρθρου 215 και του άρθρου 220 (που εδώ αφορά) του Κεφ. 113, για αναγκαία λήψη άδειας από το Δικαστήριο για έναρξη ή συνέχιση μιας δικαστικής διαδικασίας εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας ή εταιρείας για την οποία διορίστηκε προσωρινός εκκαθαριστής, στη υπόθεση Stefanos & Andreas COLD Stores Trading Ltd vs. KEAN Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ., αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd [1923] 1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63). Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: "... Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a)................................. Where a winding-up οrder has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up.» Παρομοίως, στην υπόθεση Pantrans Navigation Limited v. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 900, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Τα άρθρα 215 και 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, αποσκοπούν στην προστασία της περιουσίας εταιρείας που βρίσκεται υπό διάλυση με απώτερο στόχο την ίση μεταχείριση των πιστωτών τους. Ο Palmer "Company Law" 24η έκδοση παράγραφο 88-69 στις σελ. 1449 και 1450 παρουσιάζει το θέμα ως εξής: "where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding up." Στην παράγραφο 88-75 σελ. 1454 υπό την επικεφαλίδα "Liberty to Proceed" του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι η εξουσία χορήγησης άδειας ασκείται συχνά. Και στη συνέχεια εξειδικεύονται περιπτώσεις που κρίθηκε πως ήταν δικαιολογημένη η άδεια για την αποπεράτωση διαδικασιών. Μεταξύ των περιπτώσεων είναι εκείνες δανειστών των οποίων τα χρέη έχουν εξασφαλιστεί. Στην In re Aro Co. Ltd.
(1980)2 W.L.R. 453, τονίστηκε ο χαρακτήρας της εξουσίας του δικαστηρίου ως διακριτικής και η ευχέρεια να παραχωρείται άδεια και σε περιπτώσεις που ο δανειστής δεν έχει ασφάλεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Στη σύνοψη του σκεπτικού στη σελ. 454 διαβάζουμε: "Whether or not leave to proceed with an action was given under section 231 was a matter for the discretion of the court and was not dependent on a claimant having established the status of a secured creditor and in the circumstances, even if it were wrong to regard the plaintiffs as secured creditors at the time of winding up, the court ought to exercise its discretion in their favour." Βασιζόμενος στην υπόθεση In re Aro, ανωτέρω, ο εκδότης του Palmer παρατηρεί: "....the discretion conferred by the section gives the court freedom to do what is right and fair in the circumstances." To θέμα απασχολεί και τον Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση τόμος 6 σελ. 698, παράγραφος 1389 "Proceedings will also be allowed to continue where the company is a necessary party to an action against it and other persons; or where an action is the most convenient method of trying a question." Σε μια υπόθεση όπως η παρούσα προμηνύονται αμφισβητήσεις γεγονότων και πολύ πιθανόν και η έγερση νομικών θεμάτων λόγω της φύσης των απαιτήσεων, όπως τις προσδιόρισα στην αρχή της απόφασης. Είναι ορθό ότι η ένορκη δήλωση δεν παρέχει στοιχεία που μπορούσαν να συσχετισθούν με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Προκύπτουν όμως από τη δικογραφία που έχει κατατεθεί στο φάκελο μέχρι τώρα. Κι αυτό αρκεί. Υπό το φως των αυθεντιών στις οποίες αναφέρθηκα, έχω τη γνώμη ότι η δικαστική διαδικασία είναι πιο ενδεδειγμένη από τη διαδικασία διάλυσης για την επίλυση των παραπάνω θεμάτων και για τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων.» Υπαγωγή γεγονότων στο νομικό πλαίσιο Αναφορικά με τη θέση της Eurobank ότι η επίδικη αίτηση είναι παράτυπη καθότι καταχωρήθηκε ως μονομερής εν απουσία εναρκτήριας διαδικασίας, με κάθε σεβασμό, τούτη (η θέση) δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η νομολογία στην οποία παρέπεμψε η Eurobank προς υποστήριξη του επιχειρήματός της, δεν τη βοηθά κατά τη γνώμη μου. Παρά το γεγονός ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, ήταν, καθ' όλη τη διάρκεια που τούτη εξεταζόταν από το Δικαστήριο, ξεκάθαρο στην αντίληψη όλων των παραγόντων της υπόθεσης ότι το μονομερές της αιτήσεως αφορούσε μόνο στην υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία και όχι στις λοιπές θεραπείες που επιζητούνται με την αίτηση. Τούτο προκύπτει αβίαστα από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.11.2018, όπου ακριβώς το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο είναι δυνατή η κρίση επί της αιτήσεως μονομερώς μόνο ως προς την υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία, έχοντας λάβει προηγουμένως τη δήλωση του συνηγόρου της Unibrand ότι η αίτηση δεν προωθείτο μονομερώς για τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες. Είναι δε στη βάση αυτού του δεδομένου, που, κατόπιν της επιδόσεως της αίτησης, τόσο στην Eurobank, όσο και στον Επίσημο Παραλήπτη, έγιναν δηλώσεις των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση στο πρακτικό του Δικαστηρίου, με τις οποίες και αυτοί αναγνώρισαν ως διαφορετικής φύσης την υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία. Όσον τώρα αφορά στο μονομερές της αιτήσεως ως προς την υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία, θέλει ως κυρίως διαδικασία την πέμπτη ενδιάμεση αίτηση της Eurobank, στα πλαίσια της οποίας επιφυλάχθηκε απόφαση του Δικαστηρίου, επιδιώκοντας ακριβώς την αποφυγή εκδόσεως της ρηθείσας απόφασης μέχρι της εκδίκασης της επίδικης αίτησης αναφορικά με τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες. Όπως όμως και να έχουν τα πράγματα, με δεδομένη την ενέργεια του Δικαστηρίου να διατάξει την επίδοση της επίδικης αίτησης στους καθ' ων η αίτηση, τούτη μεταβλήθηκε ήδη σε διά κλήσεως αίτηση και κατά συνέπεια η όποια σχετική αιτίαση της Eurobank κρίνεται, πλέον, ανεδαφική. Ως προς δε την εισήγηση του Επίσημου Παραλήπτη ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της λόγω μη προγενέστερης λήψης άδειας δυνάμει το άρθρου 220 του Κεφ. 113, με κάθε σεβασμό προς τη σχετική εισήγηση, επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι αβίαστα που προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113[7] ότι οι διαδικασίες οι οποίες απαγορεύεται να αρχίσουν ή να συνεχίζουν μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, είναι αυτές που στρέφονται εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας και μόνο (βλέπε «εναντίον της εταιρείας»). Εν πάση περιπτώσει, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Stefanos & Andreas COLD Stores Trading Ltd vs. KEAN Λτδ (ανωτέρω), με αναφορά στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, ένας από τους λόγους που ζητείται η προγενέστερη άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώριση και/ή συνέχιση διαδικασιών εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, είναι η αποφυγή επιβάρυνσης της περιουσίας της από τα έξοδα των δικαστικών διαδικασιών και η παράλληλη ώθηση κάθε προσώπου που απαιτεί χρήματα από την εταιρεία να προχωρά με επαλήθευση του χρέους του. Δεν υπάρχει καμιά απολύτως αμφιβολία ότι με την επίδικη αίτηση δεν απαιτείται οτιδήποτε από την εταιρεία, ούτε και στέφεται εναντίον της, με αποτέλεσμα να μην τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 220 του Κεφαλαίου 113 (βλέπε, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Ν. Χατζηρούσου κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1526). Ούτε και τίθεται θέμα οποιασδήποτε επιβάρυνσης της περιουσίας της εταιρείας. Κατά συνέπεια, η σχετική θέση του Επίσημου Παραλήπτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά με την υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία της επίδικης αίτησης, ως σημειώθηκε ήδη ανωτέρω, το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, στη βάση της φύσεως της θεραπείας αυτής, έκρινε ότι θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση της επίδικης αίτησης και ακολούθως να εκδώσει την απόφασή του αναφορικά με την πέμπτη ενδιάμεση αίτηση, κρίση η οποία εκφράστηκε ήδη στα πρακτικά του Δικαστηρίου από τις 13 Νοεμβρίου 2018, στη παρουσία των συνηγόρων όλων των πλευρών. Κατά συνέπεια, δεν αναμένεται η οποιαδήποτε περαιτέρω απόφανση του Δικαστηρίου ως προς την επιζητούμενη αυτή θεραπεία της επίδικης αίτησης. Ως προς την υπό στοιχείο Β αιτούμενη θεραπεία, είμαι της γνώμης ότι, στον βαθμό που με αυτή επιδιώκεται η ακύρωση της επαλήθευσης της Eurobank, τούτη θα πρέπει να αποδοθεί. Δεν σκοπεύω να ασχοληθώ με κάθε λόγο που η Unibrand προβάλλει προς υποστήριξη της θέσης της ότι η επαλήθευση της Eurobank θα πρέπει να ακυρωθεί. Περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, στη βάση της ιδιότητας του Επίσημου Παραλήπτη ως διάδικου στην αγωγή 3498/2012 (ως εκκαθαριστής της εταιρείας) και των μέχρι τώρα ενεργειών του σε σχέση με την αγωγή αυτή, περιλαμβανομένων των κατά καιρούς επικοινωνιών του με την Unibrand, τους μετόχους της εταιρείας και την Eurobank (βλέπε επιστολές που απεστάλησαν προς τη μέτοχο της εταιρείας κυρία Πετρίδου, επιστολές προς την Unibrand, αλλά και κατά καιρούς αναφορές λειτουργών του Επίσημου Παραλήπτη οι οποίοι προέβαιναν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη ενστάσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του στις διάφορες αιτήσεις που προωθούσαν, είτε η Eurobank, είτε η Unibrand), θεωρώ εντελώς παράλογη την ενέργειά του να αποδεχθεί την επαλήθευση της Eurobank θεωρώντας το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο χρέος της εταιρείας προς αυτήν μη αμφισβητούμενο. Θεωρώ ακριβώς, εντελώς, αντιφατικό, από τη μια ο Επίσημος Παραλήπτης να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 3498/2012 και να προβάλλει την υπεράσπιση της εταιρείας περί δόλου και πλαστογραφίας, επικαλούμενος, συναφώς, ότι η εταιρεία δεν οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στην Eurobank, ούτε και αποτελεί ενυπόθηκο οφειλέτη της, και από την άλλη, στα πλαίσια της επαλήθευσης της Eurobank, να αποδέχεται τούτη (την Eurobank) ως εξασφαλισμένο πιστωτή και ακολούθως να αποδέχεται την επαλήθευση της μειωμένη κατά το ποσό της αξίας καταναγκαστικής πώλησης του κατ' ισχυρισμό ενυπόθηκου ακινήτου, ενέργεια που, εν πάση περιπτώσει, αντίκειται και στις πρόνοιες του άρθρου 251
(13)του Κεφ. 113, που θέλει την όποια περιορισμένη επαλήθευση στη βάση εξασφάλισης του πιστωτή, να διενεργείται μόνο μετά την αφαίρεση του ποσού που ήδη λήφθηκε από την διάθεσηη της εξασφάλισης και όχι στη βάση της εκτίμησης για καταναγκαστική πώληση. Πάντα σε σχέση με τον τρόπο δράσης του Επίσημου Παραλήπτη στα πλαίσια της επαλήθευσης της Eurobank, συμφωνώ με τη θέση που προβάλλει η Unibrand ότι, ακόμα και να μην γνώριζε ο Επίσημος Παραλήπτης περί της ορθότητας ή μη της υπερασπιστικής γραμμής της εταιρείας στην αγωγή 3498/2012, ως ο ίδιος, κατά καιρούς, προτάσσει[8], και πάλι, με δεδομένη την άγνοιά του αυτή, δεν θα ήταν δυνατή η αποδοχή της επαλήθευσης της Eurobank καθότι, ακριβώς, με αυτήν την επαλήθευση, στην ουσία ο επίσημος παραλήπτης έκρινε, (ως, εν πάση περιπτώσει, οφείλει, ως εκκαθαριστής, να πράξει), τον ισχυρισμό της Eurobank περί οφειλής χρημάτων της εταιρείας προς αυτή, βάσιμο και αδιαμφισβήτητο, ζήτημα για το οποίο, από τη μια δηλώνει άγνοια, και από την άλλη είναι επίδικο ενώπιον Δικαστηρίων, στα πλαίσια, τόσο της αγωγής 489/2011, όσο και της αγωγής 3498/2012. Ως έχει σημειωθεί από τη σχετική με το ζήτημα αγγλική νομολογία (βλέπε Re Kentwood Construction Limited [1960] 1 WLR 646), Δικαστήριο το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτηση/έφεση που βάλλει κατά της εγκυρότητας επαλήθευσης, δεν πρέπει να περιορίζεται απλά στην κρίση ως προς την ορθότητα ή μη της ενέργειας του εκκαθαριστή να επαληθεύσει ή να απορρίψει μια επαλήθευση, αλλά, εξ υπαρχής (de novo), να αποφασίζει αναφορικά με την δυνατότητα επαλήθευσης του φερόμενου πιστωτή. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που θεωρώ ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την απαίτηση της Eurobank έναντι της εταιρείας και ειδικότερα το γεγονός ότι η όποια απαίτησή της εδράζεται επί μιας συμφωνίας εγγύησης υποχρεώσεων τρίτου προσώπου προς την Eurobank, καθώς επίσης και εγγραφής υποθήκης του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, η νομιμότητα των οποίων αμφισβητείται μέσω δύο δικαστικών διαδικασιών, με φερόμενη ήδη εκφρασθείσα κρίση γραφολόγου τη αστυνομίας ότι η υπογραφή που αποδίδεται στη κύρια μέτοχο/γραμματέα της εταιρείας στα πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της στην οποία φαίνεται να λήφθηκε η απόφαση για υποθήκευση της περιουσίας της προς όφελος της Eurobank, δεν είναι γνήσια[9], δεν επιτρέπουν την όποια, σχετική με τις νομικές αυτές βάσεις, επαλήθευση χρέους εναντίον της εταιρείας από πλευράς της Eurobank. Το κατά πόσο όντως οι αιτιάσεις αυτές της εταιρείας και της μετόχου της είναι ορθές ή όχι και το κατά πόσο απαλλάσσουν ή όχι την εταιρεία από την όποια ευθύνη της έναντι της Eurobank, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από τα Δικαστήρια στα πλαίσια των δύο αγωγών που εκκρεμούν ενώπιόν τους. Ωστόσο, το σίγουρο είναι ότι, η ιδιότητα και μόνο του Επίσημου Παραλήπτη ως διάδικου στην αγωγή 3498/12 και η εκεί προώθηση της προβαλλόμενης από την ίδια την εταιρεία υπερασπιστικής γραμμής (στα πλαίσια αίτησής του για παραμερισμό, ερήμην, εκδοθείσας, εναντίον της εταιρείας, απόφασης), δεν συμβαδίζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την ενέργειά του να προχωρήσει και να αποδεχθεί την επαλήθευση της Eurobank ως αν το, κατ' ισχυρισμό, χρέος της εταιρείας να είναι αδιαμφισβήτητο. Η αποδοχή από το Επίσημο Παραλήπτη της επαλήθευσης της Eurobank υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνεται ως ενέργεια που δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική και ειδικότερα κρίνεται ότι ο Επίσημος Παραλήπτης ενήργησε εις τρόπο που ο μέσος λογικός εκκαθαριστής δεν θα ενεργούσε (βλέπε, Re Hans Place Ltd, ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, ενήργησε και κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 251
(13)του Κεφ. 113 για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, αποτελεί κρίση μου ότι η έγκριση της επαλήθευσης της Eurobank έγινε κατά παράβαση των αρχών που διέπουν μια τέτοια διαδικασία, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ακύρωσή της. Η κρίση αυτή, δικαιολογεί, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, την έκδοση του υπό στοιχείο Β αιτούμενου διατάγματος. Στη βάση δε του δεδομένου αυτού, η απόδοση της υπό στοιχείο Γ αιτούμενης θεραπείας δεν εξυπηρετεί κάτι, μιας και με αυτή, υπό διαφορετικό λεκτικό, επιδιώκεται, και πάλι, η ακύρωση της επαλήθευσης της Eurobank. Ως προς την υπό στοιχείο Δ αιτούμενη θεραπεία, θεωρώ τούτη πλήρως δικαιολογημένη. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες των άρθρων 217[10] και 218[11] του Κεφ. 113, κάθε εκτέλεση που αρχίζει εναντίον περιουσίας εταιρείας που εκκαθαρίζεται (και δη σε χρόνο μετά τη καταχώριση της αίτησης εκκαθάρισης), είναι άκυρη. Ως αναφέρθηκε στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και δη στη αίτηση Αναφορικά με την αίτηση του Χριστάκη Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της The Amazon Enterprises Limited
(2013)1 A.A.D. 1371: «Στην υπό εξέταση περίπτωση, η έναρξη της εκκαθάρισης τοποθετείται στις 11.10.2006, ημερομηνία κατά την οποία είχε υποβληθεί η αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας από πιστωτή της εταιρείας. Οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις ενεγράφησαν μετά την ημερομηνία αυτή, θεωρούνται άκυρες. Το ότι η επιβάρυνση συνιστά εκτελεστικό μέτρο, είναι φανερό και από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, σύμφωνα με το οποίο στα εκτελεστικά μέτρα προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης, συγκαταλέγεται και η: «πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης."» Βλέπε και σχετική αναφορά από την απόφαση στην υπόθεση Stefanos & Andreas COLD Stores Trading Ltd vs. KEAN Λτδ (ανωτέρω). Στη βάση των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η Eurobank, φέρεται στις 9.1.2014 να έχει καταχωρήσει επιβάρυνση επί του μοναδικού ακινήτου της εταιρείας και δη σε χρόνο μετά την έναρξη της εκκαθάρισης της εταιρείας. Κατά συνέπεια, δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος για ακύρωση της επιβάρυνσης, η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας στις 9.1.2014, μιας και νομικά κρίνεται άκυρη. Ως προς την υπό στοιχείο Ε αιτούμενη θεραπεία, τούτη δεν είναι δυνατό να αποδοθεί. Και τούτο γιατί, αυτή προωθείται ως διαζευκτική της υπό στοιχείο Β αιτούμενης θεραπείας, η οποία, ως σημειώθηκε ανωτέρω, κρίνεται δικαιολογημένο να αποδοθεί, αλλά και γιατί, για να είναι δυνατό να αποδοθεί θεραπεία ως η υπό στοιχείο Ε αιτούμενη, θα πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση ζημιάς στην εταιρεία συνεπεία της κατ' ισχυρισμό λανθασμένης πράξης και/ή παράληψης του εκκαθαριστή της, πράγμα που δεν συμβαίνει στη παρούσα περίπτωση, ενόψει και της ακύρωσης της επαλήθευσης της Eurobank. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει προκύψει οποιαδήποτε τελεσίδικη οικονομική ζημιά στην εταιρεία από την αποδιδόμενη λανθασμένη και/ή παράνομη πράξη ή παράλειψη του επίσημου παραλήπτη, πόσο μάλλον του εύρους που αναφέρεται στο λεκτικό της υπό στοιχείο Ε αιτούμενης θεραπείας. Ως εκ των ανωτέρω, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι δικαιολογείται η έκδοση των υπό στοιχείων Β και Δ αιτούμενων θεραπειών. Στη βάση της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την Αίτηση της Unibrand, ημερομηνίας 30.10.2018, έχοντας ήδη κατά νου την πέμπτη ενδιάμεση αίτηση (της Eurobank για άδεια συνέχισης της αγωγής 3498/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας), καθώς επίσης και όλους τους, σχετικούς με αυτή, λόγους ένστασης που προβάλλει η Unibrand και ο Επίσημος Παραλήπτης, κρίνω ότι το αίτημα της Eurobank για εξασφάλιση άδειας για συνέχιση της αγωγής 3498/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας είναι δικαιολογημένο. Και εξηγώ: Οι ουσιώδεις αιτιάσεις της Unibrand για απόρριψη της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, εδράζονται στο γεγονός ότι η Eurobank, για τις ίδιες, κατ' ισχυρισμό, οφειλές της εταιρείας, προώθησε, πέραν της υπό συζήτηση αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, και διαδικασία επαλήθευσης, ζήτημα με το οποίο το Δικαστήριο καταπιάστηκε και εξέφρασε τη σχετική κρίση του ανωτέρω. Με γνώμονα, ακριβώς, την κρίση αυτή, που θέλει τη Eurobank, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την απαίτησή της εναντίον της εταιρείας, να μη μπορεί να επαληθεύσει την κατ' ισχυρισμό οφειλή της εταιρείας προς αυτή, καθίσταται έκδηλο ότι θα πρέπει να της επιτραπεί να επιδιώξει μέσω Δικαστηρίου να αποδείξει αν όντως η εταιρεία της οφείλει χρήματα. Και τούτο, προφανώς, μέσω της αγωγής που προωθεί για το σκοπό αυτό. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η θέση της Unibrand ότι η πέμπτη ενδιάμεση αίτηση είναι καταχρηστική, στη βάση του επιχειρήματος ότι η Eurobank, πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, είχε εξασφαλίσει σχετική άδεια συνέχισης της ίδιας αγωγής λόγω διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας. Είμαι της γνώμης ότι, το γεγονός αυτό, ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα της Eurobank να επιδιώξει την εξασφάλιση της επιζητούμενης άδειας. Και τούτο γιατί, η, προ του διατάγματος εκκαθάρισης, εξασφαλισθείσα άδεια συνέχισης της αγωγής, λήφθηκε στη βάση διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή και δη για λόγο άλλο από τον οποίο επιζητείται η άδεια που εδώ αφορά. Απλή ανάγνωση των προνοιών του Άρθρου 220 του Κεφαλαίου 113 οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του τυγχάνουν εφαρμογής, σε δύο, διαφορετικές μεταξύ τους, περιπτώσεις, οι οποίες, εκ των πραγμάτων, αφορούν σε δύο εντελώς διαφορετικές χρονικές περιόδους της πορείας μιας διαδικασίας εκκαθάρισης εταιρείας. Η μια περίπτωση, αφορά στο διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή και κατά συνέπεια σε περίπτωση που προκύπτει πάντα (στη βάση της τελευταίας τροποποίησης του κεφαλαίου 113 με τον τροποποιητικό νόμο 63
(1)/2015), πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης και ειδικότερα κατά την εκκρεμοδικία μιας αίτησης εκκαθάρισης (βλέπε Άρθρο 227 του Κεφ. 113[12]), και η άλλη περίπτωση, αφορά στην έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, και δη σε χρόνο μετά την εκδίκαση και επιτυχία μιας τέτοιας αίτησης. Κατά συνέπεια, με την έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης και τον επακόλουθο διορισμό εκκαθαριστή της εταιρείας, παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ ο όποιος προγενέστερος διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή (οι εξουσίες και καθήκοντα του οποίου είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά του εκκαθαριστή κατόπιν διατάγματος εκκαθάρισης και εντελώς περιορισμένα για το χρονικό διάστημα μέχρι την κρίση επί της αίτησης εκκαθάρισης), και μεταβάλλεται το καθεστώς της εταιρείας ουσιωδώς. Τούτο, ως γεγονός, καθιστά αναγκαία, κατά τη γνώμη μου, την εξασφάλιση νέας άδειας του Δικαστηρίου για συνέχιση μιας δικαστικής διαδικασίας, γιατί, ακριβώς, μετά την έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης θα πρέπει, μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο, υπό το οποίο γίνεται η εκκαθάριση, να μην επιτρέπει να προωθούνται χρονοβόρες και δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες που επιβαρύνουν τη περιουσία της εταιρείας, και να επιδιώκονται επαληθεύσεις χρεών μέσω του εκκαθαριστή. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων κρίνω ότι, ανεξαρτήτως της, προγενέστερης της εκδόσεως του διατάγματος εκκαθάρισης, λήψης άδειας από πλευράς της Eurobank για συνέχιση της αγωγής 3498/2012, ορθώς η τελευταία προωθεί την πέμπτη ενδιάμεση αίτηση και επιδιώκει την εξασφάλιση άδειας για συνέχιση της υπό συζήτηση αγωγής στη βάση του νέου δεδομένου και δη της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας. Είμαι της γνώμης ότι, όλες οι πιο πάνω σκέψεις του Δικαστηρίου, τόσο στα πλαίσια της αίτησης της Unibrand ημερομηνίας 30.10.2010, όσο και αναφορικά με την πέμπτη ενδιάμεση αίτηση, απαντούν στους λόγους ένστασης που προβάλλονται από τους καθ' ων η αίτηση σε κάθε μια εκ των δύο αιτήσεων που εξετάζονται με την παρούσα απόφαση. Θεωρώ, δε, ότι η κρίση του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης της Unibrand ημερομηνίας 30.10.2018 περί αδυναμίας της Eurobank να επαληθεύσει οποιοδήποτε χρέος το οποίο απαιτείται (εναντίον της εταιρείας) με την αγωγή 3498/2012, επενεργεί καταλυτικά στην τύχη της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, μιας και τυχόν απόρριψή της, θα ισοδυναμούσε σε περιορισμό του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος εκάστου για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Τέλος, σημειώνω ότι, για την κρίση επί της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, συνυπολογίστηκαν τα δεδομένα ότι (α) η ρηθείσα αίτηση δεν πάσχει για οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο και (β) τα γεγονότα που θεωρούνται ουσιαστικά για την επ' αυτής κρίση έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μέσω των αιτήσεων και ενστάσεων που αναφέρθηκαν ανωτέρω, όσο και μέσω του περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, το οποίο είναι γνωστό στο Δικαστήριο (Pantrans Navigation Limited v. Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays Ltd κ.α. (ανωτέρω)). Ως εκ των ανωτέρω, στα πλαίσια της αίτησης της Unibrand ημερομηνίας 30.10.2018, εκδίδονται διατάγματα ως το Β και Δ της αίτησης, και στα πλαίσια της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, της Eurobank, ημερομηνίας 18.3.2016, παραχωρείται η αιτούμενη άδεια. Ως προς τα έξοδα των δύο αιτήσεων αποφασίζω ως ακολούθως: Τα έξοδα της αίτησης της Unibrand ημερομηνίας 30.10.2018, στη βάση του δεδομένου ότι ελλείπει λόγος που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει τα έξοδα μιας διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμά της, επιδικάζονται υπέρ της Unibrand και εναντίον της Eurobank και του Επίσημου Παραλήπτη, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τα έξοδα της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, της Eurobank, με δεδομένο ότι, για την επιτυχία της, καταλυτικής σημασίας ήταν η κρίση του Δικαστηρίου επί της αίτησης της Unibrand ημερομηνίας 30.10.2018 περί αδυναμίας της Eurobank να επαληθεύσει, τα κατ' ισχυρισμό, χρέη της εταιρείας που απαιτούνται με την αγωγή 3842/12, και δη εξέλιξη που έπεται χρονικά της καταχώρησής της και η οποία προέκυψε μόλις τώρα, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδά της. Κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο, στη βάση, αφενός, του γεγονότος ότι η εκκαθάριση της εταιρείας γίνεται από το Δικαστήριο, και αφετέρου, των δεδομένων που έχουν τεθεί, μέχρι σήμερα, ενώπιον του Δικαστηρίου, να δώσω οδηγίες προς τον Επίσημο Παραλήπτη όπως, έως ότου διατηρεί την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρείας, να εμφανίζεται ενώπιον των Δικαστηρίων σε κάθε αγωγή που αντιμετωπίζει ήδη η εταιρεία, περιλαμβανομένης και της αγωγής 3498/12 και να ενεργεί στη βάση των εξουσιών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι οικείοι νόμοι, κανονισμοί και πρακτική σε εκκαθαριστές εταιρειών, με γνώμονα πάντα την προστασία της περιουσίας της εταιρείας για κάλυψη των οφειλών της προς τους πιστωτές της. Επίσης, με δεδομένη την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ως προς τις δύο ενδιάμεσες αιτήσεις, ο Επίσημος Παραλήπτης, στη βάση των επαληθεύσεων που έγιναν μέχρι σήμερα, εξαιρουμένης της ακυρωθείσας επαλήθευσης της Eurobank, να συγκαλέσει, εντός εύλογου χρόνου[13], τις εκ του Νόμου προβλεπόμενες συνελεύσεις για διορισμό νέου εκκαθαριστή εις αντικατάστασή του. (Υπ.) ....................................... Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Είχαν, στο μεταξύ, δοθεί οδηγίες να επιδοθεί η αίτηση στην Unibrand και να καταχωρίσει ένσταση, ως η επιθυμία της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η έκτη ενδιάμεση αίτηση, της Unibrand, να αποσυρθεί με τη σύμφωνη γνώμη όλων των επηρεαζόμενων διαδίκων. [2] Αν και με την παρούσα απόφαση κρίνεται και η τύχη της πέμπτης ενδιάμεσης αίτησης, της Eurobank, «επίδικη αίτηση» θα καλείται μόνο η αίτηση της Unibrand ημερ. 30.10.2018, μιας και η αίτηση της Eurobank χαρακτηρίστηκε ήδη ως «πέμπτη ενδιάμεση αίτηση». [3] Προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. [4] Διευκρινίστηκε, την ίδια μέρα, από τον συνήγορο της Unibrand ότι το μονομερές της αιτήσεως αφορούσε μόνο στη υπό στοιχείο Α αιτούμενη θεραπεία. [5] Υπογράμμιση δική μου. [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» [8] Βλέπε σχετικές αναφορές λειτουργών του σε αλληλογραφία μεταξύ των μερών και σε ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν ενστάσεις του Επίσημου Παραλήπτη. [9] Βλέπε παραρτήματα 30 και 31 του Τεκμηρίου 6 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. [10] 217. Όταν εταιρεία εκκαθαρίζεται από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε κατάσχεση στα χέρια τρίτου, μεσεγγύηση, κατάσχεση ή εκτέλεση που αρχίζει εναντίον της περιουσίας ή αντικειμένων της εταιρείας μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι εξολοκλήρου άκυρη. [11] 218.-
(1)Όταν, πριν από την υποβολή αίτησης για την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, εγκρίθηκε από την εταιρεία ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση, η εκκαθάριση της εταιρείας λογίζεται ότι αρχίζει το χρόνο έγκρισης του ψηφίσματος, και εκτός αν το Δικαστήριο, με την απόδειξη δόλου ή πλάνης, θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει διαφορετικά, όλα τα μέτρα που λήφθηκαν στην εκούσια εκκαθάριση λογίζονται ότι λήφθηκαν έγκυρα.
(2)Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. [12] 227.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο δύναται να διορίσει ως προσωρινό εκκαθαριστή σύμβουλο αφερεγγυότητας αδειοδοτημένο δυνάμει του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση στο Δικαστήριο για προστασία του ενεργητικού και διατήρησης του καθεστώτος της εταιρείας.
(2)Ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή δύναται να γίνει οποτεδήποτε πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, και είτε ο επίσημος παραλήπτης είτε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο πρόσωπο δύναται να διοριστεί. (2Α) Ο προσωρινός εκκαθαριστής ασκεί τις αρμοδιότητες τις οποίες το Δικαστήριο δυνατό να του αναθέσει.
(3)Όταν εκκαθαριστής διορίζεται προσωρινά από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται να περιορίσει τις εξουσίες του με το διάταγμα που τον διορίζει. [13] Στη βάση των εκ του νόμου προνοούμενων σχετικών χρονοδιαγραμμάτων για ειδοποιήσεις κ.τ.λ.. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.