← Κύπρος

Limited Liability Company «Antracite Trade» ν. Filippovich Shchukin, Αρ. Αίτησης: 378/17, 31/5/2019

Limited Liability Company «Antracite Trade» ν. Filippovich Shchukin, Αρ. Αίτησης: 378/17, 31/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 378/17 Αναφορικά με τον Κυρωτικό Νόμο της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Νόμος 172

(1)/
  1. Και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/
  2. Και Αναφορικά με την Απόφαση που εκδόθηκε την 28.11.2016 στα πλαίσια της αστικής διαδικασίας υπ' αριθμόν Α27-15083/2016 που διεξήχθη και αποπερατώθηκε από το Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο του Κεμέροβο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Μεταξύ: Limited Liability Company «Antracite Trade» Αιτήτριας Και XXXXX Filippovich Shchukin Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Μαΐου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Χριστοδούλου και κ. Γαλανός. Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Γαβριηλίδης και κ. Αδαμιδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η κυρίως αίτηση Στις 31.05.2017, η εις τον ως άνω τίτλο Αιτήτρια (Limited Liability Company «Antracite Trade», στο εξής «η Αιτήτρια»), καταχώρησε γενική αίτηση, με την οποίαν επιδιώκει, (α) την παροχή άδειας, και (β) την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου, μέσω των οποίων να αναγνωρίζεται και να εγγράφεται στο μητρώο των δικαστικών αποφάσεων που τηρείται στο αρχείο του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η απόφαση που εκδόθηκε από το Περιφερειακό Διαιτητικό Δικαστήριο του Kemerovo της ρωσικής ομοσπονδίας στις 28.11.2016 στην αγωγή υπ' αριθμό Α 27‑15083/2016 (στο εξής «η κυρίως αίτηση»). Υποκατάστατη επίδοση Στις 23.06.2017, η Αιτήτρια καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποίαν επεδίωξε και εν τέλει εξασφάλισε (στις 30.06.2017) διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης, διά επίδοσης της στη δικηγορική εταιρεία Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε, αντί στον, εις τον πιο πάνω τίτλο αναφερόμενο Καθ' ου η Αίτηση (XXXXX Filippovich Shchukin, στο εξής «ο Καθ΄ ου η Αίτηση»). Εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Στις 18.08.2017, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, τονίζοντας επ' αυτού ότι, κατά την ίδια μέρα, καταχώρησε και αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης, καθώς επίσης και για παραμερισμό της επίδοσης της που έγινε στις 21.7.2017, δυνάμει του ρηθέντος διατάγματος. Όντως, στις 18.08.2017, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε την ρηθείσα αίτηση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, και τη θέση ότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση τελεί υπό κατ' οίκο περιορισμό με απαγόρευση λήψης κάθε μορφής αλληλογραφίας και γενικά εγγράφων (δυνάμει διατάγματος που εκδόθηκε από Ρωσικό Δικαστήριο εναντίον του), στη βάση της νομοθεσίας και πρακτικής που διέπει την επίδοση εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών σε Ρώσους υπηκόους, ήταν δυνατή επίδοση σ' αυτόν της κυρίως αίτησης και μπορούσε να επιτευχθεί, εντός του προβλεπόμενου, από τις Συνθήκες που προσυπέγραψαν η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία, τρόπου επίδοσης τέτοιων εγγράφων. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Καθ' ου η Αίτηση προς περαιτέρω υποστήριξη της αίτησης του για παραμερισμό της υποκατάστατης επίδοσης. Στις 16.01.2018, κατόπιν προφορικού αιτήματος, το οποίο αντιμετώπισε την ένσταση της συνηγόρου που εμφανίστηκε για την Αιτήτρια, το Δικαστήριο, κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης κρίσης του, παραχώρησε άδεια στον Καθ' ου η Αίτηση όπως καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για περιορισμένο σκοπό και δη ώστε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου νομική γνωμάτευση από ρωσικό δικηγορικό οίκο, εις αντίκρουση σχετικής νομικής γνωμάτευσης που επισύναψε η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένστασή της. Ως αποτέλεσμα των μόλις πιο πάνω, στις 30.01.2018, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, της οποίας ομνύουσα είναι η XXXXX Γιαπανά, δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια Δ.Ε.Π.Ε, προς την οποία έγινε και η επίδοση της κυρίως αίτησης. Στις 12.3.2018, η Αιτήτρια καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση με την οποία επιζητούσε την παροχή άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς περαιτέρω υποστήριξη της ένστασης της στην αίτηση παραμερισμού της υποκατάστατης επίδοσης. Στην Αίτηση αυτή, ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. Προ της εκδόσεως της επιφυλαχθείσας απόφασης του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των μερών, εκ συμφώνου, ζήτησαν από το Δικαστήριο να μην την εκδώσει και να παραχωρήσει άδεια σε αμφότερες τις πλευρές όπως καταχωρήσουν, έκαστη, μία συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ρώσου δικηγόρου σχετική με το ρωσικό δίκαιο και πρακτική που διέπει τη διαδικασία επίδοσης δικαστικών εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών σε Ρώσους υπηκόους που διαμένουν στη χώρα τους, άδεια η οποία και παραχωρήθηκε. Εκ συμφώνου, επίσης, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα περιορισμένης αντεξέτασης των Ρώσων δικηγόρων. Η επίδικη αίτηση Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, η αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και αυτής τούτης της επίδοσης της κυρίως αίτησης (στο εξής «η επίδικη αίτηση»), οδηγήθηκε σε ακρόαση, στα πλαίσια της οποίας αντεξετάστηκαν και οι Ρώσοι δικηγόροι. Τα επιχειρήματα και οι αιτιάσεις των δύο μερών Τα επιχειρήματα του Καθ' ου η Αίτηση Στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση και γενικά της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς του Καθ' ου η Αίτηση, εκείνα που προβάλλει προς υποστήριξη του αιτήματός του για παραμερισμό του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση είναι τα ακόλουθα: (α) Ότι το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εκδώσει το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης καθότι τα άρθρα 7 και 9 της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου, η οποία κυρώθηκε με τον Νόμο 172/1986 και η οποία, Συνθήκη, διέπει τις σχέσεις των συμβαλλομένων μερών για θέματα, μεταξύ άλλων, και επίδοσης εγγράφων δικαστικών διαδικασιών της μίας χώρας στο έδαφος της άλλης (στο εξής «ο Κυρωτικός Νόμος 172/1986»), προνοούν ειδικό τρόπο για να επιτευχθεί μια τέτοια επίδοση και δεν επιτρέπουν την επίδοση τους με υποκατάστατο τρόπο. (β) Είναι ακριβώς η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι, αν δεν επιτευχθεί η επίδοση με τον τρόπο που τα άρθρα 7 και 9 του Κυρωτικού Νόμου 172/86 προβλέπουν, τότε δεν επιτρέπεται η επίδοση τους δια άλλης μεθόδου. (γ) Διαζευκτικά, προβάλλεται ότι, μόνο στην περίπτωση που ο Αιτήτρια πείσει το Δικαστήριο ότι την υπόθεσή της περιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν παρέκκλιση από τις ρητές σχετικές πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 θα ήταν δυνατό να επιτραπεί η υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτηση, προωθώντας (ο Καθ' ου η Αίτηση), συναφώς, τη θέση ότι, την υπό εξέταση υπόθεση δεν περιβάλλουν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις. (δ) Κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, στη βάση των σχετικών (με θέματα επίδοσης δικαστικών εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών στη Ρωσία) νομικών προνοιών, η επίδοση της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση ήταν δυνατή παρά το απαγορευτικό διάταγμα για κατ' οίκον περιορισμό του, που εκδόθηκε εναντίον του, και παρά την εκεί (επί του εν λόγω διατάγματος) απαγόρευση λήψης αλληλογραφίας και γενικά εγγράφων από τρίτους. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου, που ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας (στα πλαίσια της μονομερούς αίτησής της για έκδοση του υπό αμφισβήτηση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης) περί μη δυνατότητας επίδοσης της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση, ελέγχεται ως λανθασμένος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση ότι την παρούσα διαδικασία περιβάλλουν εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση. (ε) Είναι, επιπροσθέτως, θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι, η κυρίως αίτησης θα μπορούσε να επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση και δυνάμει των προνοιών της Συνθήκης της Χάγης του 1984, στην οποία, τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία, όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι συμβαλλόμενα μέρη, υποστηρίζοντας ότι, και αυτής της συνθήκης οι πρόνοιες δεν επιτρέπουν την υποκατάστατη επίδοση, μιας και εκφεύγει των προνοούμενων σ' αυτή τρόπων επίδοση δικαστικών εγγράφων μιας συμβαλλόμενης χώρας στο έδαφος της άλλης. (στ) Αναφορικά με το μαρτυρικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα σχηματίσει τη κρίση του επί της επίδικης αίτησης, ο Καθ' ου η Αίτηση, δηλώνοντας σεβασμό προς σχετική, ήδη εκφρασθείσα, κρίση του Δικαστηρίου (ως τούτη εκφράστηκε στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.4.2018), ζητά από το Δικαστήριο να επανεξετάσει το ζήτημα και να αναθεωρήσει τούτη, υιοθετώντας τη σχετική εισήγηση των συνηγόρων του, που θέλουν ως μόνη βάση για κρίση περί της ορθότητας ή μη της εκδόσεως του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης, το μαρτυρικό υλικό που υποστήριζε τη μονομερή αίτηση της Αιτήτριας κατά την ημέρα της μονομερούς κρίσης και όχι και τα όσα, ακολούθως, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξή της μέσω επιπρόσθετης μαρτυρίας που προσκόμισε η τελευταία. (ζ) Στη βάση των όσων ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση μόλις πιο πάνω (παράγραφος (στ)), προωθεί τη θέση ότι, το μαρτυρικό υλικό που υποστήριξε τη μονομερή αίτηση της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, δεν διαφώτιζε το Δικαστήριο για το νομικό πλαίσιο του Ρωσικού δικαίου που διέπει τα ζητήματα επίδοσης δικαστικών εγγράφων ξένης χώρας σε υπήκοο της Ρωσικής Ομοσπονδίας στο έδαφος της τελευταίας, και κατά συνέπεια, εξέλιπε το αναγκαίο υπόβαθρο για την έκδοση του υπό αμφισβήτηση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. (η) Είναι, περαιτέρω, η εισήγηση του Καθ' ου η Αίτηση ότι, το γεγονός ότι οι νομοθετικές πρόνοιες της Ρωσίας που διέπουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών σε Ρώσο υπήκοο επιτρέπουν στον τελευταίο να αποφύγει την επίδοση χωρίς να τεκμαίρεται ότι τούτη (η επίδοση) διενεργήθηκε, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μη παραμερισμό του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. (θ) Τέλος, πάντα κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, το γεγονός ότι, με την υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης, τούτη ήρθε στη γνώση του (σχετική δήλωση έγινε από τον συνήγορο του Καθ' ου η Αίτηση κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία), ουδόλως πρέπει να επηρεάσει τη κρίση του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο θα διατάξει ή όχι τον παραμερισμό του υπό κρίση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης Τα επιχειρήματα της Αιτήτριας Στη βάση της ενστάσεως που καταχώρησε, των αναφερόμενων επ' αυτής λόγων ένστασης, και του μαρτυρικού υλικού που τους υποστηρίζει, εκείνα που στην ουσία η Αιτήτρια προβάλλει ως λόγους για απόρριψη της επίδικης αίτησης, είναι τα ακόλουθα: (α) Τα επίδικα ζητήματα της υπό εξέταση αίτησης μπορούν ευκόλως να αποφασιστούν στη βάση κρίσεων της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραπέμποντας, προς τούτο, στα όσα αναφέρθηκαν σε συγκεκριμένες υποθέσεις, (β) Στη βάση της νομολογίας αυτής, η διαδικασία αναγνώρισης και εγγραφής αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, επιτυγχάνεται δια ειδικής δικαστικής διαδικασίας, που αρχίζει με Γενική Αίτηση, η οποία, διαδικασία, διέπεται αποκλειστικά από τους Νόμους και κανονισμούς της χώρας στην οποία διεξάγεται, και εν προκειμένω, της Κυπριακής Δημοκρατίας, και κατά συνέπεια, και η διαδικασία επίδοσης της διέπεται από την κυπριακή νομοθεσία. (γ) Κατά συνέπεια, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως), Νόμου, Ν. 121
(1)/2000, οι οποίες θέλουν τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας για υποκατάστατη επίδοση να τυγχάνουν εφαρμογής (βλ. Αρθρο 5 του Νόμου). (δ) Ακόμα ότι, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Κύπρο, αποτελεί, στη βάση του άρθρου 3 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, παροχή νομικής συνδρομής, η οποία θα πρέπει να παρέχεται «στα πλαίσια που θέτουν οι δικαστικοί νόμοι και κανονισμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας». (ε) Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το άρθρο 26 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 προβλέπει ότι «η διαδικασία εξασφάλισης της άδειας για εκτέλεση, καθώς και η διαδικασία της εκτέλεσης διέπεται από το Δίκαιο του Συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». (στ) Η υποχρέωση για επίδοση της κυρίως αίτησης προς τον Καθ' ου η Αίτηση μέσω των αρμοδίων αρχών ως οι πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 προβλέπουν, θα ήταν ορθή και επιβεβλημένη μόνο αν η κυρίως διαδικασία αφορούσε δικαστική διαδικασία αστικής φύσεως, άλλης από την διαδικασία αναγνώρισης απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης, η οποία διαδικασία διαφοροποιείται, λόγω της φύσης της, και για την οποία διαδικασία προβλέπεται ρητά από το Ν. 121(Ι)/2000ότι, εφαρμογής τυγχάνουν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας για υποκατάστατη επίδοση που ισχύουν στην Κύπρο. (στ) Η πιο πάνω εισήγησή της Αιτήτριας, τόσο για τη διαφορετικότητα της διαδικασίας αναγνώρισης και εγγραφής αλλοδαπών αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων στη Κύπρο, όσο και για το νομικό πλαίσιο που την περιβάλλει, υποστηρίζεται, ως εισηγείται η τελευταία, και από τις πρόνοιες του Άρθρου 26.3 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, προβάλλοντας πως, η όποια νομολογία πρωτόδικου Δικαστηρίου στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καθοδηγητική για την κρίση επί του προκειμένου, μιας και η εκεί κυρίως διαδικασία που θα έπρεπε να επιδοθεί στη Ρωσία, αφορούσε σε κλητήριο ένταλμα ή άλλη διαδικασία που δεν αντιμετωπίζεται, από την κυπριακή νομοθεσία, ειδικά, όπως συμβαίνει με τις αιτήσεις για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπών Δικαστικών αποφάσεων. (ζ) Διαζευκτικά, και να τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να επιδίδονται δικαστικά έγγραφα κυπριακών διαδικασιών στη Ρωσία, και πάλι οι πρόνοιες αυτές δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν εις τρόπο που να αφαιρούν την εξουσία των κυπριακών Δικαστηρίων να παρέχουν άδεια για υποκατάστατη επίδοση, εκεί που κρίνουν τούτο δικαιολογημένο, εξουσία η οποία παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα, με γρήγορο και επαρκή τρόπο, να ικανοποιήσει την απαραίτητη προϋπόθεση της γνωστοποίησης της διαδικασίας προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται. (η) Με δεδομένη την εφαρμογή του Κυπριακού νομικού πλαισίου που διέπει ζητήματα επίδοσης δικαστικών εγγράφων και δεδομένη την αδυναμία των προνοιών των Διαταγών 5 και 5Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να αποτελέσουν τη βάση για να επιτευχθεί η επίδοση της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση, η ενέργεια του παρόντος Δικαστηρίου να διατάξει την υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης, αποτελούσε μονόδρομο και ορθή διαταγή. (θ) Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η προσωπική επίδοση της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η Αίτηση δεν μπορούσε (στη βάση του κατ' οίκον περιορισμού του και της απαγόρευσης για λήψη οποιασδήποτε αλληλογραφίας), να διενεργηθεί και κατά συνέπεια, ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατή η διενέργεια της, ήταν με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ως έπραξε το Δικαστήριο. (ι) Τέλος, το ζητούμενο, όταν εξετάζεται κατά πόσο μια επίδοση θα ακυρωθεί, δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο τούτη επιτεύχθηκε, αλλά το κατά πόσο τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφεται η διαδικασία. Με δεδομένη τη δήλωση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση ότι, με την επίδοση της κυρίως αίτησης στους συνηγόρους του τελευταίου, η τούτη περιήλθε στη γνώση του, είναι εισήγηση της Αιτήτριας ότι, η όποια, ενδεχομένως, παρατυπία παρουσιάζεται στον τρόπο που επιτεύχθηκε η επίδοση, δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε δικαστική κρίση για ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης της κυρίως αίτησης. Μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση και την επ' αυτής ένσταση. Την επίδικη αίτηση Η μαρτυρία που προσκόμισε ο Καθ' ου η Αίτηση, θέλει, στη βάση του Ρωσικού δικαίου που διέπει ζητήματα επίδοσης εγγράφων δικαστικών διαδικασιών της Κυπριακής Δημοκρατίας στη Ρωσία, την κυρίως αίτηση να μπορούσε να επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση, παρά το εναντίον του εκδοθέν διάταγμα. Πιο συγκεκριμένα, στη βάση πάντα της μαρτυρίας του Ρώσου δικηγόρου που κατέθεσε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, η επίδοση της κυρίως αίτησης θα έπρεπε να διενεργηθεί μέσω των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσικής Ομοσπονδίας (ως η Συνθήκη της Χάγης ή ο Κυρωτικός Νόμος 172/1986, προνοούν) και ακολούθως τούτη (η κυρίως αίτηση), να καταλήξει σε τοπικό Δικαστήριο της περιοχής που διαμένει ο Καθ' ου η Αίτηση. Έπειτα, το τοπικό Δικαστήριο της Ρωσίας, μέσω της Ομοσπονδιακής Σωφρονιστικής Υπηρεσίας (στο εξής η «FSIN»), υπό την οποία υπάγεται ο Καθ' ου η Αίτηση (ενόψει του εναντίον του εκδοθέντος διατάγματος για κατ' οίκον περιορισμό), θα απέστελλε σχετική Ειδοποίηση στον Καθ' ου η Αίτηση, με την οποία θα ενημερωνόταν για την ημέρα και ώρα που το τοπικό Δικαστήριο της Ρωσίας όρισε συγκεκριμένη διαδικασία για επίδοση της κυρίως αίτησης της παρούσας υπόθεσης σ' αυτόν. Ακολούθως, είτε ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση (κατόπιν αδείας που θα του παραχωρείτο στα πλαίσια σχετικού αιτήματος που δυνατόν να προωθούσε προς το Δικαστήριο), είτε αντιπρόσωπος του (στον οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση θα έδιδε σχετικές οδηγίες και εντολές), θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στο τοπικό Δικαστήριο την ημέρα και ώρα που αναφέρει η Ειδοποίηση και εκεί να παραλάμβαναν τα εναρκτήρια έγγραφα της κυρίως αίτηση της παρούσας υπόθεσης. Τέλος, αποτέλεσε θέση του Ρώσου δικηγόρου που κατέθεσε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης (θέση με τη οποία συμφωνεί και η πλευρά της Αιτήτριας) ότι, ο Καθ' ου η Αίτηση, όπως και κάθε άλλος Ρώσος υπήκοος, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα, παρά την παραλαβή της σχετικής Ειδοποίησης του τοπικού Ρωσικού Δικαστηρίου, να μην παρουσιαστεί για σκοπούς επίδοσης των εναρκτήριων εγγράφων της εναντίον του διαδικασίας, και, κατά συνέπεια, να αποφύγει την επίδοση, χωρίς η παράλειψη του αυτή να θεωρείται και/ή νομικά να εκλαμβάνεται ως αν να διενεργήθηκε η επιζητούμενη επίδοση. Την ένσταση Η προς υποστήριξη της ένστασης μαρτυρία Ρώσου δικηγόρου, θέλει την Ειδοποίηση του τοπικού ρωσικού Δικαστηρίου να μην μπορεί να διενεργηθεί μέσω της «FSIN», και το εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση εκδοθέν, υπό Ρωσικού Δικαστηρίου, διάταγμα περιορισμού, ανυπέρβλητο εμπόδιο για την προς αυτόν επίδοση της κυρίως αίτησης. Θέλει, ακόμα, τα τεκμήρια, που παρουσιάστηκαν μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Καθ' ου η Αίτηση ως αποδεικτικά της θέσης του τελευταίου ότι μέσω της FSIN μπορούν να παραδοθούν δικαστικά έγγραφα στον Καθ' ου η Αίτηση ή στους αντιπροσώπους του, μη υποστηρικτικά της θέσης αυτής και μη συνδεόμενα, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη FSIN. Τουναντίον, πάντα στη βάση της μαρτυρίας του Ρώσου δικηγόρου που κατέθεσε προς υποστήριξη της ένστασης, η FSIN, στα πλαίσια των εξουσιών και καθηκόντων της, δεν αναλαμβάνει την παράδοση οποιωνδήποτε δικαστικών εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών προς τον Καθ' ου η Αίτηση. Προς επίρρωση της θέσης του αυτής, παρουσίασε σχετική επιστολή που απέστειλε σ' αυτόν η FSIN κατόπιν δικού του γραπτού σχετικού ερωτήματος. Παρατηρήσεις επί της μαρτυρίας των Ρώσων δικηγόρων Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία αμφοτέρων των Ρώσων δικηγόρων που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι τούτοι, επί της ουσίας, δεν διαφωνούν. Εκεί που παρατηρείται διαφωνία είναι στη αποδεικτική αξία των εγγράφων/τεκμηρίων που παρουσίασε η κάθε πλευρά, αφενός ο Καθ' ου η Αίτηση για να αποδείξει ότι η κυρίως αίτηση μπορούσε να επιδοθεί στον Καθ' ου η Αίτηση, και αφετέρου η Αιτήτρια για να αποδείξει ότι ο τρόπος που εισηγείται η άλλη πλευρά για σκοπούς επίδοσης της κυρίως αίτησης στον Καθ' ου η αίτηση, και δη μέσω FSIN, δεν είναι εφικτός. Συναφώς, ο δικηγόρος που κατέθεσε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, χωρίς να αρνείται τη θέση ότι η FSIN δεν αναλαμβάνει παράδοση δικαστικών εγγράφων αλλοδαπών διαδικασιών, υποστηρίζει ότι το έγγραφο που θα παραδιδόταν στον Καθ' ου η Αίτηση από τη FSIN είναι Ειδοποίηση τοπικού Ρωσικού Δικαστηρίου και όχι τα έγγραφα της αλλοδαπής δικαστικής διαδικασίας και κατά συνέπεια η FSIN μπορεί να παραδώσει μια τέτοια Ειδοποίηση. Η αντίθετη σχετική μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας, περιορίζεται απλά στο να υποδείξει ότι η FSIN δεν αναλαμβάνει να παραδώσει στον Καθ' ου η Αίτηση δικαστικά έγγραφα αλλοδαπής διαδικασίας, και κατά συνέπεια, παρά τις φραστικές διαφωνίες των δύο Ρώσων δικηγόρων, στην ουσία, επί του προκειμένου, δεν διαφωνούν. Ωστόσο, η μαρτυρία που προσκόμισε ο Καθ' ου η Αίτηση προς υποστήριξη της μόλις πιο πάνω αναφερθείσας θέσης του, δεν κρίνεται επαρκής για απόδειξη της. Από τη μια, κανένα έγγραφο από όσα συνοδεύουν τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι τα όποια δικαστικά έγγραφα τυχόν παραδόθηκαν προσωπικά στον Καθ' ου η Αίτηση, παραδόθηκαν από τη FSIN, ούτε ότι, η τελευταία, ως μέρος των καθηκόντων της έχει και την υποχρέωση ή έστω δυνατότητα να παραδίδει δικαστικά έγγραφα προς πρόσωπα που τελούν υπό περιορισμό και υπό απαγόρευση λήψης αλληλογραφίας και εγγράφων γενικότερα. Τουναντίον, στη βάση των σχετικών αναφορών του Ρώσου δικηγόρου, που κατέθεσε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, η ενδεχόμενη δυνατότητα της FSIN να βοηθήσει το Ρωσικό τοπικό Δικαστήριο δια της επίδοσης της σχετικής Ειδοποίησης προς τον Καθ' ου η Αίτηση, προβάλλεται ως πιθανότητα, στη βάση, κατ' ισχυρισμό, εξυπακουόμενης υποχρέωσής της. Η ακριβής αναφορά του μάρτυρα ήταν: «therefore, assisting the Russian Court with service of the Court summons on Mr. Shchukin who is subject to these restrictions and prohibitions may[1] be considered as implied[2] responsibility of FSIN». Ίδια αβεβαιότητα περιβάλλει και τις αναφορές του ως προς το κατά πόσο τα έγγραφα που φαίνεται να παραδόθηκαν και να υπογράφηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση, όντως παραδόθηκαν μέσω της FSIN, μιας και η θέση του ότι αυτό συνέβη, βασίζεται (βλ. αναφορά του στην παράγραφο 12(ΙΙ) της ένορκής του δήλωσης) στην απουσία εγγράφων που να αποδεικνύουν ότι η FSIN αρνήθηκε ή απέτυχε να ικανοποιήσει τέτοιου είδους αιτήματα του τοπικού Δικαστηρίου σε σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση, χωρίς ωστόσο τα έγγραφα, επί των οποίων ο ίδιος βασίζει τα επιχειρήματα του, να αποδεικνύουν, στο απαραίτητο βαθμό, ότι η FSIN ικανοποίησε ποτέ ένα τέτοιο αίτημα. Στη ουσία, ο ρώσος δικηγόρος που κατέθεσε προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, προς επίρρωση της θέσης του, υπέδειξε έγγραφα/τεκμήρια που θέλουν τοπικό Δικαστήριο της Ρωσίας να ζητά από τη FSIN να παραδώσει Δικαστικά έγγραφα προς τον Καθ' ου η Αίτηση και ακολούθως υπέδειξε έγγραφα που φέρονται να υπογράφτηκαν από τον τελευταίο, χωρίς, ωστόσο, τα έγγραφα αυτά να συνδέονται, καθ' οιονδήποτε τρόπο με την FSIN, ή έστω να φαίνεται ότι τούτα ήταν ποτέ στην κατοχή της ή ακόμα ότι δια της δικής της διαμεσολάβησης παραδόθηκαν στον Καθ' ου η Αίτηση. Είναι στη βάση των πιο πάνω δεδομένων που θεωρώ ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για ασφαλή κρίση ως προς το κατά πόσο θα ήταν δυνατή η παράδοση Ειδοποίησης τοπικού Δικαστηρίου της Ρωσίας προς τον Καθ' ου η Αίτηση, χωρίς, προγενέστερη, ειδική διαταγή του Δικαστηρίου που να εξαιρεί μια τέτοια ενέργεια από την απαγόρευση υπό την οποία τελεί δυνάμει του εναντίον του εκδοθέντος διατάγματος περιορισμού. Το σίγουρο είναι, ωστόσο, ότι, δικαστικά έγγραφα έρχονται στην κατοχή του Καθ' ου η αίτηση, πλην όμως υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά. Εξ αρχής σημειώνω ότι η υπό εξέταση αίτηση, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η βασική θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι η επίδοση της κυρίως αίτησης σ' αυτόν θα μπορούσε να διενεργηθεί μόνο με τον τρόπο που προβλέπει ο Κυρωτικός Νόμος 172/1986 ή η Συνθήκη της Χάγης, χωρίς να επιτρέπεται να επιτευχθεί τούτη δια υποκατάστατης επίδοσης, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ούτε καν ο ίδιος (μέσω του συνηγόρου του, δια της αγόρευσής του), δεν υποστήριξε τη θέση του αυτή. Τουναντίον, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία (βλ. Marashen Limited v. Kenvetti Limited κ.α. [2017] ΕWHC 1706 (Ch.)), με ξεκάθαρο τρόπο εισηγείται ότι, ανεξάρτητα του τρόπου που προβλέπεται από τις Συνθήκες που προσυπέγραψε η Κυπριακή Δημοκρατία και η Ρωσική Ομοσπονδία, τα εθνικά Δικαστήρια συνεχίζουν να έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν την επίδοση δικαστικών τους εγγράφων σε άλλη χώρα δια τρόπου διαφορετικού από τον προβλεπόμενο στις Συνθήκες, εκεί που οι διαδικασίες περιβάλλονται από εξαιρετικές περιστάσεις. Ως αναφέρει στην αγόρευσή του ο συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση «οι θέσεις που διατυπώνονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας στην υπόθεση Marashen αντανακλούν την ορθή νομική θέση τόσο σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο όσο και σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο ...». Κατά συνέπεια, η απόλυτη θέση περί μη δυνατότητας, κάτω από τις όποιες περιστάσεις, επίδοσης εγγράφων Κυπριακής δικαστικής διαδικασίας στη Ρωσική Ομοσπονδία με τρόπο διαφορετικό από ότι προβλέπεται στις δύο σχετικές Συνθήκες, εκλαμβάνεται ως εγκαταληφθείσα. Εν πάση περιπτώσει, καμία δεσμευτική αυθεντία δεν παρουσιάστηκε προς υποστήριξή της, ενώ, ως θα διαφανεί ευθύς αμέσως, τουλάχιστον για την επίδικη διαδικασία, τέτοια απόλυτη θέση κρίνεται ανεδαφική. Και τούτο γιατί, δεν πρέπει να διαφεύγει κανενός το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση αφορά σε αίτηση για αναγνώριση και έγγραφη δικαστικής απόφασης Ρωσικού Δικαστηρίου στο μητρώο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ώστε να μπορεί να εκτελεστεί στην Κύπρο. Ως τέτοια, στη βάση των προνοιών των άρθρων 3 και 23 μέχρι και 29 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, αποτελεί, από μόνη της (η κυρίως διαδικασία), νομική συνδρομή, με Παραγγελλόμενη Αρχή το παρόν Δικαστήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας και Παραγγέλλουσα Αρχή το Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που επιχειρείται να εγγραφεί στη Κύπρο (βλ. Άρθρο 2 του Νόμου 172/1986), και δη διαδικασία, η οποία «διέπεται από το Δίκαιο του συμβαλλόμενου μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης» (βλ. Άρθρο 26.3 του Νόμου).» Ως έχει αναφερθεί στην Έφεση 17/2016 μεταξύ Νίκου Μονογιού και Αναστασίας Μονογιού του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 22.2.2018, «η διαδικασία εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων δεν στοχεύει σε οτιδήποτε άλλο παρά, την απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεσματικής εφαρμογής μιας δικαστικής απόφασης που εκδίδεται σ' άλλη χώρα, συμβεβλημένη, με διεθνή σύμβαση, με την Κυπριακή Δημοκρατία». Ως προς το σκοπό που επιτελείται επί του προκειμένου, στη ίδια απόφαση μνημονεύονται τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Κουντούρη ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1677, τα οποία έχουν ως ακολούθως: «Ποιος είναι ο σκοπός της αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων; Και στις δύο περιπτώσεις η εγγραφή αποβλέπει στην πρόσδοση δικαστικής ισχύος στην απόφαση ή διαταγή του οποίου επιδιώκεται είτε η αναγνώριση είτε η εκτέλεση είτε και τα δύο. Προϋπόθεση αποτελεί η έκδοση της απόφασης από αρμόδιο Δικαστήριο. Συνταυτίζεται έτσι η απόφαση της αλλοδαπής με απόφαση αρμόδιου Δικαστηρίου της Κύπρου και ανάλογα εκτελείται». Συναφώς, στην υπόθεση Alfred C. Toepfer International GΜΒΗ v. Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd
(2012)1A.A.Δ. 1473, με παραπομπή στο άρθρο 5 του Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Έγγραφη και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 Ν.121(Ι)/2000, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, η διαδικασία που ακολουθείται σε αίτηση με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση, έγγραφη και εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου, προβλέπεται από το Νόμο 121(Ι)/2000, υποδεικνύοντας επίσης ότι, με βάση την πρώτη επιφύλαξη του εδαφίου
(1)του άρθρου 5 του Νόμου, «Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί για υποκατάστατη επίδοση, ισχύουν». Αξίζει να σημειωθεί ότι, για τη μόλις αναφερθείσα κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Alfred (ανωτέρω), συνυπολογίστηκαν και οι πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, τις οποίες επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση προς υποστήριξη των επιχειρημάτων του. Η θέση ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμογής τυγχάνουν οι πρόνοιες του Νόμο 121(Ι)/2000, περιλαμβανομένης, προφανώς, και της πρόνοιας του που θέλει τους διαδικαστικούς κανονισμούς για υποκατάστατη επίδοση να τυγχάνουν εφαρμογής, ενισχύεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 6, αυτού, τούτου του Κυρωτικού Νόμου 172/1986, οι οποίες προβλέπουν ότι, η παροχή νομικής συνδρομής διέπεται από το Δίκαιο του Συμβαλλόμενου μέρους που παρέχει τη συνδρομή και δη της Κυπριακής Δημοκρατίας από την οποία ζητείται η αναγνώριση και εγγραφή της Ρωσικής απόφασης. Είμαι της γνώμης ότι, εντός της έννοιας των προνοιών «Η Παραγγελλόμενη Αρχή θα παρέχει νομική συνδρομή σύμφωνα .» (εναρκτήρια πρόνοια του εδαφίου 1 του άρθρου 6 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986) και η πρόνοια «η διαδικασία εξασφάλιση της άδειας για εκτέλεση [.] θα διέπεται .» (εναρκτήρια πρόνοια του εδαφίου 3 του Άρθρου 26 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986), εμπίπτει και η διαδικασία επίδοσης των εναρκτήριων εγγράφων της αναγκαίας αίτησης. Κατά συνέπεια, οι πρόνοιες του διαδικαστικού Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη διαδικασία αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης (Ν. 121(Ι)/2000)που επιτρέπει τη διαταγή για επίδοση, μιας τέτοιας διαδικασίας, να διενεργείται με υποκατάστατο τρόπο, δεν κρίνονται ως συγκρουόμενες με τον Κυρωτικό Νόμο 172/1986, ως η εισήγηση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση, αλλά ως συμβαδίζουσες με αυτόν. Και αυτό γιατί, στη προκειμένη περίπτωση, Παραγγελλόμενη Αρχή (βλέπε άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου 172/1986[3]) είναι το Παρόν Δικαστήριο λόγω της φύσης της κυρίως αίτησης, με την οποία επιδιώκεται η παροχή νομικής συνδρομής προς το Ρωσικό Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση δια της εγγραφής της στη Κύπρο. Στη βάση, ακριβώς, των πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι, το δικαίωμα των Κυπριακών Δικαστηρίων, όταν παρέχουν νομική συνδρομή στα πλαίσια αιτήματος εγγραφής, αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης, να διατάσσουν, εκεί που κρίνουν τούτο δικαιολογημένο, την επίδοση των εναρκτήριων εγγράφων της ρηθείσας διαδικασίας δια υποκατάστατης επίδοσης, είναι αναφαίρετο και υπόκειται μόνο στους περιορισμούς υπό τους οποίους θα ήταν δυνατή η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος σε κάθε άλλη περίπτωση. Ανεξαρτήτως και επιπροσθέτως των πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι οι πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου 172/1986 και της Συνθήκης της Χάγης, δεν αναιρούν τις εξουσίες των Δικαστηρίων των συμβαλλόμενων μερών να επιτρέπουν, στη βάση των εσωτερικών τους διαδικαστικών κανονισμών, υποκατάστατη επίδοση δικαστικών εγγράφων, νοουμένου ότι τίθεται το απαραίτητο υπόβαθρο. Με το ζήτημα αυτό, καταπιάστηκε και η Δικαστής Τ. Ψαρα-Μυλτιαδου (ως Πρόεδρος, τότε, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού), στην Αγωγή 3463/2013, το σκεπτικό της οποίας, με το οποίο συμφωνώ απόλυτα, παραθέτω ευθύς αμέσως, αυτούσιο: «Είναι χρήσιμη η αναφορά εν προκειμένω στην υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765 όπου τέθηκε ότι "το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (βλ. Τhe Annual Practice, 1960, Vol. 1, παραγ. 133-134)". Στη κρινόμενη περίπτωση το Δικαστήριο, αφού είχε ενώπιον του όλα τα δεδομένα, που αφορούσαν την ισχυριζόμενη εμπλοκή των Εναγομένων 9 αλλά και το θέμα της καταλληλότερης επίδοσης προς αυτούς στη Ρωσία, αποφάσισε ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίδοσης, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, ήταν ο πλέον κατάλληλος. Η επείγουσα υφή της διαδικασίας δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράλογη από το στάδιο εκείνο απλώς επειδή η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα δεν αφορούσε τους Εναγόμενους 9. Η ύπαρξη διατάγματος, κατά το χρόνο εκείνο, δηλαδή στις 20.08.2013, κατά τη κρίση μου, έθετε το όλο θέμα της αγωγής ως επείγουσας, αφού η όλη στάση του Ενάγοντα στη προώθηση της αγωγής είναι ένα απόλυτα σχετικό θέμα σε συνάρτηση με το διάταγμα. Ακριβώς, ακολουθώντας την αιτιολογική βάση της υπόθεσης Φραγκέσκου (ανωτέρω) αλλά και των συναφών αναφορών στο Annual Practice, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο διαταχθείς τρόπος επίδοσης να θέσει, κατά λογική προοπτική, τη διαδικασία υπόψη του Εναγομένου. Πράγμα, που εδώ, έχει συντελεστεί αφού η διαδικασία έχει γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους 9 αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα, την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, μαζί με το σχετικό διάταγμα και τη μονομερή αίτηση, με βάση την οποία εκδόθηκε το διάταγμα που αφορούσε την επίδοση. Επίσης, περιλαμβανόταν στα δοθέντα έγγραφα, τόσο η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση όπως επίσης και τα σχετικά τεκμήρια. Σημειώνεται ακόμη- και είναι πολύ σημαντικό- ότι όλα τα έγγραφα ήταν μεταφρασμένα στη Ρωσική γλώσσα. Στη παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, γίνεται ρητή παραδοχή ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα έγγραφα στις 26.08.2013, με αποτέλεσμα ο σκοπός της επίδοσης να επιτευχθεί, σύμφωνα με τη πιο πάνω νομολογία. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους του Ενάγοντα ότι η Σύμβαση της Χάγης και η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρούν τις εξουσίες του Δικαστηρίου, εφόσον βέβαια δοθεί το κατάλληλο υπόβαθρο, να ασκήσει τις εξουσίες που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας αλλά και με βάση τις συμφυείς εξουσίες. Το Δικαστήριο αυτό έπραξε, αποφασίζοντας για τη μορφή επίδοσης, η οποία υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα ήταν αρκούντως γρήγορη και ικανοποιητική ως προς την πλήρωση της απαραίτητης προϋπόθεσης της γνωστοποίησης της διαδικασίας στον Εναγόμενο. Πράγμα το οποίο έχει συντελεστεί. Άλλωστε η θεώρηση μου είναι ότι η ένσταση της Ρωσίας για τον τρόπο επίδοσης με ταχυδρομείο ή άμεσα σε πολίτη της, όπως προβλήθηκε από τον Αιτητή, ακριβώς δεν ισχύει όταν υπάρχει σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, όπως εν προκειμένω. Ωστόσο και αν ακόμη δεν είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση μου και αν όντως υπήρξε λάθος ή παρατυπία στην συντελεσθείσα επίδοση, κρίνω ότι αυτό δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε ακύρωση της επίδοσης, αφού ακριβώς καμία ζημιά δεν φάνηκε να προκαλείται στον Εναγόμενο (βλ.Pat Jones ν. Ξένια Δημητρίου κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1526. Άλλωστε, αναρωτιέται εύλογα κανείς τι νόημα θα υπήρχε αν ακυρωνόταν η επίδοση και λάμβαναν χώρα άλλα διαβήματα για γνωστοποίηση εκ νέου στον Εναγόμενο μιας διαδικασίας που ήδη γνώριζε. Αυτό δεν θα ήταν λογικό και θα είχε ως αποτέλεσμα απλώς την καθυστέρηση της διαδικασίας της αγωγής. Ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα θέματα αυτά, κρίνω, προσφέρει η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Sisenh Dau (Π.Ε. 23/13, ημερομηξνίας 13.9.2013), η οποία, αν και αφορούσε μόνο επίδοση με βάση τον Ε.Κ. 1393/07, προβαίνει σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάσθηκαν. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα της απόφασης αυτής: «.. Πρόκειται για τυπολατρική εισήγηση που έρχεται σε αντίθεση, όχι μόνο με το όλο πνεύμα του Κανονισμού 1393/2007/ΕΚ, αλλά και με τους δικούς μας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σημασία έχει ότι τόσο το κλητήριο, όσο και η ειδοποίηση που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των εφεσιβλήτων.» .................................. «Επομένως στις περιπτώσεις υποκατάστατης επίδοσης δυνάμει του Καν. 1393/2007, η Δ.48 Θ. 13 αποκτά ιδιαίτερη δυναμική, ανάλογα με το αν η παράλειψη διασυνδέεται με ερημοδικία του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια διασύνδεση. Κατά την κρίση μας, η διαπιστούμενη παράλειψη ήταν θεραπεύσιμη, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με το πνεύμα του Καν. 1393/2007 και τους τρόπους που προβλέπονται στο Τμήμα 2 του Κανονισμού. Εναπόκειτο πλέον στους Εφεσείοντες να αιτηθούν από το δικαστήριο την κατάλληλη θεραπεία δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. σχ. Dasaki Entertainment Co. Ltd ν. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 356 και Olympia Designs (properties) Limited v. Unique UK Inc.
(2010)1Β ΑΑΔ 1395) . Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα υποβολής αίτησης για περαιτέρω θεραπεία, αφού η μονομερής αίτηση έχει πλέον περιέλθει εις γνώσιν των Εφεσιβλήτων και στην πράξη έχει αυτοθεραπευτεί.» ................................... «Βέβαια σε περίπτωση που οι Εφεσίβλητοι δεν εμφανίζονταν εγκαίρως και λόγω της παράλειψης τους εκδίδετο απόφαση εναντίον τους, τότε η παράλειψη των Εφεσειόντων να συμπεριλάβουν και μετάφραση του διατάγματος, ενδεχομένως να αποκτούσε εντελώς διαφορετική διάσταση. .................................. Όμως στην προκειμένη περίπτωση οι Εφεσίβλητοι δεν ερημοδίκησαν, αλλά εμφανίστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, έστω και υπό διαμαρτυρία. Για αυτό θεωρούμε ότι και η συγκεκριμένη παράλειψη θα μπορούσε να θεραπευθεί για τους ίδιους λόγους που έχουμε αναφέρει, με την εκ των υστέρων αποστολή πιστής μετάφρασης του διατάγματος στους Εφεσιβλήτους.» .................................. «Κατά την κρίση μας τα μέρος των επτά πρωτόδικων αποφάσεων που αφορά στην ακύρωση της επίδοσης για λόγους που άπτονται παραλείψεων σε σχέση με το εθνικό δίκαιο, είναι εσφαλμένο, καθότι οι όποιες παραλείψεις θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις των συγκεκριμένων υποθέσεων να θεραπευθούν, σύμφωνα με το πνεύμα που καθορίζει ο ΕΚ 1393/2007. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που εντοπίστηκαν στον τρόπο που έγινε η επίδοση δεν προκύπτει από τα έγγραφα που αποστάληκαν για επίδοση πραγματική παραπλάνηση των Εφεσιβλήτων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, οι Εφεσίβλητοι δεν προσδιόρισαν τη φύση της κατ' ισχυρισμό παραπλάνησης τους, αλλά και πιο σημαντικά τις επιπτώσεις σ' αυτούς από οποιαδήποτε πιθανή παραπλάνηση. Επομένως, δεν θα ακυρώναμε την επίδοση εκτός αν κριθεί από το ΔΕΕ ότι η επίδοση της τυποποιημένης βεβαίωσης είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση επίδοσης εγγράφων δυνάμει του ΕΚ 1393/2007 και ότι τυχόν παράλειψη επίδοσης της δεν είναι θεραπεύσιμη και συνιστά λόγο ακυρότητας της επίδοσης.» Στη βάση λοιπόν αυτής της αποκρυσταλλωμένης και καθαρής αρχής που εξηγείται στη υπόθεση Alpha Bank (ανωτέρω), δεν έχω αμφιβολία ότι και αυτή η πτυχή της αίτησης ως εντελώς τυπολατρική πρέπει να αποτύχει. Η ίδια αντίληψη φανερώνεται και στη υπόθεση V.K.C. Quality Investments v. Shammusi Deen Alabi, Sitta Bey Πολ. Εφ. 113/2012, ημερομηνίας 4.3.2-13» Επαναλαμβάνεται, ωστόσο, ότι, τα μόλις πιο πάνω, αποφασίστηκαν σε σχέση με υποκατάστατη επίδοση αγωγής και όχι αίτησης για αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπής απόφασης στο μητρώο των κυπριακών Δικαστηρίων στα πλαίσια παροχής νομικής συνδρομής, που εν προκειμένω αφορά, που, εν πάση περιπτώσει, πρόκειται για διαδικασία, που, ως εκ της φύσης της και του σκοπού που επιδιώκουν τα συμβαλλόμενα κράτη να εξυπηρετηθεί μέσω της μεταξύ τους Συνθήκης, επιτρέπει φιλελεύθερη και ευρεία ερμηνεία των προνοιών μιας τέτοιας Συνθήκης για ευόδωση του στόχου της, που δεν είναι άλλος από την παροχή της νομικής συνδρομής (βλ. κατά αναλογία, τα όσα αναφέρθηκαν στη Αναφορικά με την Αίτηση του Vladimir Petrov (Πολ. Εφ. Αρ.9697, ημερομηνίας 01.08.1996) και Αναφορικά με την Αίτηση του Serge Efimov
(2009)1 Α.Α.Δ. 326). Με δεδομένο το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση, κατά το χρόνο που επιδιωκόταν η σ' αυτόν επίδοση της κυρίως αίτησης τελούσε υπό κατ' οίκον περιορισμό με απαγόρευση λήψης κάθε είδους αλληλογραφίας, και με δεδομένη, επίσης, τη θέση ότι, το μόνο που θα μπορούσε να παραδοθεί (δια εντελώς αδιευκρίνιστης οδού) στον Καθ' ου η Αίτηση θα ήταν μια Ειδοποίηση ενός τοπικού Δικαστηρίου της Ρωσίας περί εκκρεμούσας διαδικασίας για επίδοση της κυρίως αίτησης σ' αυτόν, διαδικασία, που, εν πάση περιπτώσει, θα είχε δικαίωμα να αγνοήσει και με τον τρόπο αυτό να αποφύγει την επίδοση της κυρίως αίτησης, και, τέλος, με δεδομένη τη θέση του συνηγόρου του Καθ' ου η Αίτηση ότι η κυρίως αίτηση, δια της υποκατάστατης επίδοσής της στου δικηγόρους του, ήρθε στη γνώση του Καθ' ου η Αίτηση και μπορεί να παρουσιάσει τη θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός του διατάγματος του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.6.2017 για υποκατάστατη επίδοση της κυρίως Αίτησης, ούτε, κατά συνέπεια, και αυτής τούτης της επίδοσης. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι τα επίδικα ζητήματα της παρούσας διαδικασίας θα πρέπει να αποφασιστούν στη βάση των όσων η Αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης της (μέσω της οποίας εξασφάλισε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης) και όχι των όσων μετέπειτα παρουσίασε προς υποστήριξή της ένστασής της επί της επίδικης αίτησης. Επί του προκειμένου, το Δικαστήριο εξέφρασε ήδη την κρίση του στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης του ημερομηνίας 26.4.2018, όπου, με παραπομπή στα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Έλλη Νικολαϊδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1Α.Α.Δ. 1620 και Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Κρίνου Μακρίδη κ.α.
(2012), 1 ΑΑΔ 1218, έκρινε ότι, όταν το Δικαστήριο βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτημα για παραμερισμό διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση δυνάμει των προνοιών της διαταγής 48 θεσμός 8
(4)«είναι απαράδεκτο να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του ή άλλου Ομοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε και θα πρέπει να εξετάζει αν ορθώς και ευλόγως εκδόθηκε το υπό αμφισβήτηση διάταγμα μονομερώς. Εκείνο που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο, είναι αν στα πλαίσια της αίτησης του προσώπου που θεωρεί ότι τα δικαιώματα του επηρεάστηκαν από το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, έχει τεθεί, ενώπιον του, επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούν τον παραμερισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος[4]». Κατά συνέπεια, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] 7. 1. «Η παραγγελλόμενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής .» [4] Αυτούσια καταγραφή της σχετικής κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου στα πλαίσια της ενδιάμεσής του απόφαση ημερομηνίας 26.04.2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.