← Κύπρος

Φιούρη ν. Παπαχριστοφόρου, Αρ. Αγωγής: 1185/2009, 3/6/2019

Obsah (5)§1§17§5§3§4

Φιούρη ν. Παπαχριστοφόρου, Αρ. Αγωγής: 1185/2009, 3/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων

Εναγομένη. Είναι η θέση της ότι με τη δεύτερη σύμβαση συμφώνησε όπως ολοκληρώσει την κατοικία και παραδώσει την κατοχή κατά ή περί τις 31.3.05 και πάντως όχι μετά τις 31.5.05, αλλά δέχεται ότι παρέδωσε την κατοικία εντός Δεκεμβρίου του 2004, ισχυριζόμενη ότι ως είχε δικαίωμα παρέδωσε την κατοχή περί τις 10.12.04. Επιπλέον η Εναγόμενη δέχεται αφενός ότι υποχρεούτο να εξασφαλίσει τίτλο εντός ενός έτους από την παράδοση της οικίας και αφετέρου ότι για την περίοδο αυτή έφερε εξ ολοκλήρου την ευθύνη για οποιαδήποτε ελαττώματα ή κακοτεχνίες. Ως προς το πρώτο προβάλλει ότι στις 8.5.06 εξασφάλισε πιστοποιητικό συμπλήρωσης των εργασιών και ότι στις 25.7.06 εξασφάλισε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ο δε Ενάγων κατέβαλε μόνο Λ.Κ.24.900 έναντι και παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό, ενώ παρά την ειδοποίηση της (Εναγομένης) ημερ. 15.7.05 ο Ενάγων παρέλειψε να εμφανιστεί στις 25.7.05 στο Κτηματολόγιο για τη διενέργεια της μεταβίβασης και καταβολή του υπολοίπου. Ο ίδιος εξακολουθεί να παραμένει

οικία παράνομα και καταχρηστικά. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του η Εναγόμενη υφίσταται ζημιές. Με την Ανταπαίτηση της αξιώνει: α) Δηλώσεις ότι η σύμβαση ημερ. 17.1.04 έχει ακυρωθεί και ή αντικατασταθεί από τη συμφωνία ημερ. 4.3.

  1. β) Διάταγμα διαγραφής και ή ακύρωσης της εγγραφής της σύμβασης ημερ. 17.1.04 από το Ε. Δ. Λευκωσίας (προφανώς εννοεί από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο). γ) Διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του τεμαχίου 4135, στο οποίο ανηγέρθη η επίδικη οικία. δ) Διάταγμα μεταβίβασης του τεμαχίου 512 (της ελιάς) επ' ονόματι της Εναγομένης ε) Λ.Κ.75.000 συν 9% τόκους από 10.12.14 ως το υπόλοιπο της συμφωνίας ημερ. 4.3.
  2. στ) Λ.Κ. 24.900 για απώλεια ενοικίων από τον Δεκέμβριο του 2004 μέχρι την παράδοση κατοχής του ακινήτου και ή από 25.7.06 (εννοεί 25.7.05) μέχρι επιστροφής (της οικίας) ζ) Λ.Κ.5.000 ως απώλεια κέρδους και ή απώλεια αξιοποίησης του ακινήτου στον Λυθροδόντα (δηλαδή της «ελιάς») η) Λ.Κ.320,10 τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας για τα έτη 2005-2009 θ) Λ.Κ.490,75 τέλη Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας για τα έτη 2005-2009 ι) Λ.Κ.10.178 ως κόστος επιπλέον εργασιών κ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ημερ. 4.3.
  3. Μαρτυρία Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγων (Μ.Ε.1), ο οποίος εν πρώτοις παρουσίασε γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Α. Σε αυτή αναφέρεται στο ιστορικό των σχέσεων του με την Εναγομένη και τον Μ.Υ.1, σύζυγο της, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις τις οποίες προέβαλε

Έκθεση Απαίτησης του. Αποτέλεσε βασική του θέση πως το μόνο έγκυρο και δεσμευτικό έγγραφο μεταξύ τους είναι το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 17.1.04 και ότι το προβληθέν έγγραφο ημερ. 4.3.05 αποτελεί προϊόν πλάνης, απάτης και ψευδών παραστάσεων. Θέση του είναι πως ο ίδιος εκτέλεσε όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις σε αντίθεση με την Εναγόμενη, η οποία παρέλειψε να προβεί αφενός στις αναγκαίες ενέργειες για εξασφάλιση χωριστού τίτλου για την οικία και μεταβίβαση της παρότι ο ίδιος ήταν πάντοτε έτοιμος να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο και αφετέρου στα αναγκαία μέτρα για επιδιόρθωση και αποκατάσταση όλων των ελλείψεων και κακοτεχνιών

οικία, τις οποίες παραθέτει στη γραπτή δήλωση του (€27.306,85), όπως και τις δαπάνες στις οποίες προέβη ο ίδιος. Όσον αφορά το δεύτερο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 4.3.05, ήταν η θέση του ότι αυτό το υπέγραψε κατ' απαίτηση του Μ.Υ.1 συζύγου (κ. Καλλένου) μετά την αδυναμία μεταβίβασης τίτλου κατά την προγραμματισθείσα μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο στις 13.12.

  1. Εκείνος τού είχε εξηγήσει πως μέσω αυτού του δεύτερου εγγράφου θα παρακάμπτετο η ένσταση των ιδιοκτητών της ανατολικής κατοικίας για μεταβίβαση, διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα επηρεάζονταν οι όροι της αρχικής σύμβασης, οπότε καλή τη πίστει το υπέγραψε. Τέλος ο Ενάγων παρουσίασε τα αναφερόμενα στη γραπτή του δήλωση, σχετιζόμενα με τις δοσοληψίες τους, έγγραφα ως Τεκμήρια 1-17 (α) έως (δ). Κατά την αντεξέταση του δήλωσε ότι παρέλαβε κατοχή τον Δεκέμβριο του 2004, χωρίς να θυμάται ακριβή ημερομηνία. Συμφώνησε ότι πέραν των γενομένων πληρωμών το υπόλοιπο του τιμήματος θα το εξασφάλιζε από δάνειο, αναφερόμενος σε σχετικό έγγραφο ως την αίτηση και έγκριση για Λ.Κ.75.
  2. Όσον αφορά την ασφάλιση αναγνώρισε έγγραφο ημερ. 6.12.04 το οποίο είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο 16, ενώ άλλα έγγραφα σχετιζόμενα με το δάνειο σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 19 και
  3. Στη συνέχεια συμφώνησε ότι βάσει του δεύτερου εγγράφου είχε μεταβιβαστεί στον ίδιο μια ελιά (επί του τεμ. 512) από πλευράς Εναγομένης, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ήθελε τον τίτλο του και αυτό το έπραξε σε μια προσπάθεια του να απεμπλακεί από την κατάσταση. Επέμενε στη θέση του ότι ενώ είχαν διευθετήσει μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο στις 13.12.04 για τη μεταβίβαση, ο κ. Καλλένος (σύζυγος) τον ειδοποίησε να μην πάει διότι δεν θα γινόταν. Ήταν η θέση του Ενάγοντος πως ο ίδιος κατευθυνόταν προς το Κτηματολόγιο με σκοπό τη μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου για την οικία και δεν ήταν πρόθεση του σε καμιά περίπτωση να δεχθεί τη μεταβίβαση μεριδίου επί του οικοπέδου. Ο Ενάγων προσέθεσε πως μετά από κάποιο διάστημα τον έπεισε ο κ. Καλλένος να υπογράψει το άλλο έγγραφο ημερ. 4.3.15 λέγοντας του ότι έτσι θα μπορούσε να γίνει η ανταλλαγή με την ελιά, την οποία του είχε μεταβιβάσει η Εναγόμενη ακριβώς γι' αυτό τον σκοπό, με βάση την εισήγηση του κ. Καλλένου. Παρουσίασε το πιστοποιητικό εγγραφής για την ελιά ως Τεκμήριο
  4. Όσον αφορά την επιστολή του ημερ. 29.12.05 προς την Εναγόμενη, (δηλαδή το Τεκμήριο 7) παρουσίασε απόδειξη κατάθεσης συστημένου, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  5. Προέβαλε πως απέστειλε την εν λόγω επιστολή για τις κακοτεχνίες καθώς και ότι είχε από πιο παλιά ενημερώσει προφορικά τον κ. Καλλένο, πριν την υπογραφή του δεύτερου συμβολαίου. Αργότερα κατά το 2007 κάλεσε και ειδικούς. Δήλωσε ότι από τα προβλήματα αυτά ο ίδιος διόρθωσε μόνο κάποια που ήταν απαραίτητο και δεν προχώρησε

επιδιόρθωση άλλων λόγω υψηλού κόστους. Τέλος επέμεινε στη θέση του πως ήθελε τίτλο επί της κατοικίας και ότι διέθετε πάντοτε τα χρήματα προς εξόφληση του τιμήματος. Ο Μ.Ε.2 κ. Στυλιανού είναι πολιτικός μηχανικός και κατ' αρχάς παρουσίασε ως Έγγραφο Β την Έκθεση που ετοίμασε, για διάφορα προβλήματα και κακοτεχνίες

επίδικη οικία, κατά τον Απρίλιο του 2008. Εξήγησε ότι αυτά διακρίνονται σε (

  1. i)σοβαρές παραλείψεις (
  2. ii)σοβαρά λειτουργικά λάθη και (iii) γενικές κακοτεχνίες. Κατά την αντεξέταση του παρουσίασε παλαιότερη μορφή της Έκθεσης του ως Τεκμήριο 24 εξηγώντας παράλληλα τις διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες εστιάζονται στη διαγραφή των παλαιότερων αναφορών για μη ύπαρξη τελικής έγκρισης. Δέχθηκε ότι δεν είχε προβεί σε νεώτερη έρευνα μετά το 2008 που είχε ετοιμάσει το Έγγραφο Β. Εξήγησε ότι

έρευνα είχε προβεί βάσει σχεδίων τα οποία πήρε από τον Ενάγοντα. Αναγνώρισε το Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης (Τεκμήριο 23) και τη Γνωστοποίηση Συμπλήρωσης Εργασιών, δηλώνοντας άγνοια για νέες άδειες του 2002. Επέμεινε επίσης ότι η οικοδομή δεν ήταν σύμφωνη με τα (εγκριθέντα) σχέδια τα οποία του είχαν δοθεί. Προσέθεσε πως κάποια από τα προβλήματα διορθώνονται πιο εύκολα και κάποια άλλα πιο δύσκολα, με εξαίρεση το θέμα επέμβασης στο γειτονικό ακίνητο Ο Μ.Ε.3, κ. Δημοσθένους, είναι επιμετρητής ποσοτήτων και παρουσίασε σχετική Έκθεση του για Εκτίμηση Κόστους Αποκατάστασης Ζημιών του 2008 ως Έγγραφο Γ. Με βάση επισυνημμένες

έκθεση αναλύσεις και την εκτίμηση του για την αποκατάσταση των ζημιών απαιτείται συνολικά το ποσό των €20.417,29. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι η έκθεση έγινε μετά από κάποιες επισκέψεις του

οικία κατά το 2008, χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος τι έγινε μετά. Συμφώνησε ότι από το 2008 μέχρι σήμερα οι τιμές μονάδος έχουν διαφοροποιηθεί αλλά δεν συμφώνησε ότι έχουν μειωθεί. Υποστήριξε ότι τα τελευταία ένα-δύο χρόνια οι τιμές έχουν αυξηθεί κάπως σε κάποια σημεία ενώ κάποιες τιμές είναι σταθεροποιημένες. Εξήγησε τέλος ότι ο ίδιος ασχολήθηκε μόνο με το οικονομικό μέρος στηριζόμενος

έκθεση του Μ.Ε.2 Πολιτικού Μηχανικού και έχοντας υπόψιν τα σημεία τα οποία εκείνος είχε εντοπίσει και υποδείξει στη δική του έκθεση. Ο Μ.Ε.4 κ. Ερωτοκρίτου, υπεύθυνος του καταστήματος Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης (εφεξής «ΟΧΣ») παρουσίασε τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Δ. Σε αυτή αναφέρεται

έγκριση δανείου ύψους Λ.Κ.75.000 προς όφελος του Ενάγοντος και της συζύγου του για αγορά της επίδικης οικίας,

ετοιμασία και χαρτοσήμανση των εγγράφων δανείου,

εντολή για αποκοπή δόσεων,

πρόταση ασφάλισης κατοικίας, στη σύμβαση υποθήκευσης, καθώς και στο ίδιο το έγγραφο δανείου, παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 25 και 26) και παραπέμποντας σε ήδη κατατεθειμένα (Τεκμήρια 18-20). Κατά την προφορική του μαρτυρία αναγνώρισε άλλα έγγραφα (Τεκμήρια 1, 15Α) και διευκρίνισε αφενός ότι τα σχετικά έγγραφα υπεγράφησαν στις 6.12.04 οπότε διευθετήθηκε μετάβαση στο Κτηματολόγιο στις 13.12.04 για τη μεταβίβαση και αφετέρου ότι αργότερα δόθηκε παράταση

ισχύ της έγκρισης δανείου λόγω κάποιας διαφοράς μεταξύ αγοραστή-πωλητή, οπότε εν τέλει η έγκριση ακυρώθηκε το 2007. Αντεξεταζόμενος παρουσίασε την αίτηση δανείου ως Τεκμήριο 27 εξηγώντας κάποια στοιχεία από το περιεχόμενο της όπως το ότι η πωλήτρια θα προσέφερε προς εξασφάλιση του δανείου μερίδιο γης μαζί με την κατοικία. Δέχθηκε πως τις Λ.Κ.75.000 θα τις έδιδε ο ΟΧΣ κατά τη μεταβίβαση και υποθήκευση, δηλώνοντας ότι οι ίδιοι δεν είχαν πρόβλημα να αποδεχθούν μερίδιο επί της γης. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι στις 13.12.04 ο ίδιος πήγε στο Κτηματολόγιο αλλά δεν εμφανίστηκε η πωλήτρια και ο ίδιος δεν γνώριζε αν είχε ενημερωθεί από τον αγοραστή, για τον οποίον δεν ήταν βέβαιος αν είχε εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο. Προέβαλε ότι ο αγοραστής προσέφερε στον ΟΧΣ μερίδιο επί της γης επειδή δεν υπήρχε τίτλος για την κατοικία. Ο Μ.Υ.1 κ. Καλλένος είναι ο σύζυγος της Εναγομένης και παρουσίασε επίσης γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Ε.

εν λόγω δήλωση παραθέτει το ιστορικό ανέγερσης της οικίας, την έκδοση των δύο αδειών (Τεκμήρια 28 και 29), τις επαφές που είχε με τον Ενάγοντα, την υπογραφή του πωλητηρίου ημερ. 17.1.04 και την κατάθεση αυτού στο Κτηματολόγιο μαζί με σχέδια, τίτλο ακινήτου και Έγγραφο Διανομής (Τεκμήριο 30). Είπε ότι στη συνέχεια ο Ενάγων ζήτησε επιπρόσθετες εργασίες ως ο σχετικός κατάλογος (Τεκμήριο 31) για τις οποίες συμφώνησαν την καταβολή επιπλέον ποσού Λ.Κ.11.000. Κατά τη γνώμη του η εκτίμηση του 2013 για την άλλη κατοικία, τη δυτική, δείχνει και την καλή κατάσταση της μεσαίας κατοικίας (Τεκμήριο 32). Περί τον Αύγουστο του 2004 είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί όλες οι εργασίες και έτσι ο ίδιος άρχισε τη διαδικασία μεταβίβασης πληρώνοντας διάφορους φόρους και τέλη και ετοιμάζοντας τα αναγκαία έγγραφα (Τεκμήριο 33). Δυστυχώς όμως οι συνιδιοκτήτες στο ακίνητο (και ιδιοκτήτες της ανατολικής κατοικίας) αρνήθηκαν να υπογράψουν για τη μεταβίβαση (ζητώντας κατεδάφιση του λεβητοστασίου) οπότε ενημέρωσε σχετικά τον Ενάγοντα για την προσωρινή αναστολή της μεταβίβασης. Στα πλαίσια των προσπαθειών εξεύρεσης λύσης ζήτησε από τον Δήμο Έγκωμης με επιστολή ημερ. 13.12.04 (Τεκμήριο 34) όπως διενεργήσει προκαταρκτικό έλεγχο βάσει της τροποποιητικής άδειας και στις 30.12.04 ο εν λόγω Δήμος με δική του επιστολή (Τεκμήριο 35) επιβεβαίωσε την ορθότητα της οικοδόμησης αλλά ανέδειξε τρεις σοβαρές παραβάσεις της ανατολικής οικίας, αυτής των συνιδιοκτητών, οι οποίοι και πάλι αρνούντο συγκατάθεση μεταβίβασης, δηλώνοντας ότι δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον προς έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Εν τω μεταξύ ο Ενάγων εξέφρασε την επιθυμία να μετακομίσει

οικία πριν τα Χριστούγεννα, λέγοντας ότι η ενοικίαση άλλου διαμερίσματος στο οποίο διέμενε έληγε κατά το τέλος του 2004. Παρά την αρχική αρνητική του θέση εν τέλει ο κ. Καλλένος υπαναχώρησε οπότε στις 10.12.04 κατόπιν ελέγχου από τον Ενάγοντα της οικίας, ο τελευταίος παρέλαβε την κατοχή της και μετακόμισε σε αυτή, πράγμα που κατά τον ίδιο φαίνεται από σχετικούς λογαριασμούς ρεύματος (Τεκμήριο 36). Στη συνέχεια της μαρτυρίας του αναφέρθηκε στις μεθόδους που ήταν διαθέσιμες για παράκαμψη της άρνησης των συνιδιοκτητών,

επιλογή της μεθόδου ανταλλαγής περιουσίας η οποία δεν απαιτούσε συγκατάθεση συνιδιοκτητών και στον καταρτισμό του δεύτερου πωλητηρίου εγγράφου, τις λεπτομέρειες του, την πλήρη επεξήγηση στον Ενάγοντα, τη μελέτη του από εκείνον και την υπογραφή του εν τέλει στις 4.3.05 (Τεκμήριο 37). Εξήγησε ότι όταν αργότερα προς συμμόρφωση με αυτό ο Ενάγων πήγε στο Κτηματολόγιο, απεδέχθη μεν την εγγραφή επ' ονόματι του ενός νέου τίτλου (επί μιας ελιάς) αλλά παρά τα συμφωνηθέντα αρνήθηκε να αποσύρει το παλαιό συμβόλαιο και να καταθέσει το νέο, οπότε μπλοκαρίστηκε έτσι η όλη διαδικασία μεταβίβασης. Ο Ενάγων απαιτούσε να καλύψει η πωλήτρια όλα τα μεταβιβαστικά τέλη και να του χαριστεί το ποσό των Λ.Κ.10.000 για τις επιπλέον εργασίες (μετά τη συμφωνηθείσα έκπτωση Λ.Κ.1000), πράγμα το οποίο αρνήθηκε η πωλήτρια. Κατά τους επόμενους μήνες ο κ. Καλλένος δεν κατάφερε να μεταπείσει τον Ενάγοντα, ο οποίος ανέφερε μάλιστα πως αν δεν έπαιρνε ξεχωριστό τίτλο δεν συζητούσε οτιδήποτε. Μη έχοντας άλλη επιλογή η Εναγόμενη κάλεσε με επιστολή δικηγόρων ημερ. 15.7.05 (Τεκμήριο 5) τον Ενάγοντα να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο στις 25.7.05 προς μεταβίβαση βάσει του δεύτερου συμβολαίου, πλην όμως ο Ενάγων δεν εμφανίστηκε. Περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2006 η Εναγόμενη παρέλαβε επιστολή ημερ. 29.12.05 με την οποία ο Ενάγων αξίωνε επιδιόρθωση κάποιων υγρασιών στον τοίχο της κουζίνας, αλλά δεν προέβη σε κάποια ενέργεια ενώ μέχρι και το 2017 η ίδια κατέβαλε διάφορους φόρους και τέλη που αφορούσαν την επίδικη οικία (Τεκμήριο 39) και δεν σταμάτησε ποτέ τις προσπάθειες της για έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Ενεργώντας στη βάση του Ν.29

(1)/05 εξασφάλισε Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης Εργασιών στις 8.5.06 και Πιστοποιητικό Τελικής Έγκρισης στις 25.7.06 (Τεκμήρια 42 και 43), οπότε και υπέβαλε αίτηση διαχωρισμού κατά τη διαδικασία της οποίας εντοπίστηκε μικρή επέμβαση σε γειτονικό ακίνητο για την οποία κατέβαλε αποζημίωση μετά από δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 44) και η όλη συνοριακή διαφορά επιλύθηκε εν τέλει την 1.12.
  1. Όσον αφορά τον διαχωρισμό παρουσίασε σχετικές επεξηγηματικές επιστολές του Κτηματολογίου ημερ. 1.12.15 και 26.2.18 (Τεκμήρια 45Α και 45Β). Αντεξεταζόμενος ο κ. Καλλένος (Μ.Υ.1) αρχικά είπε πως αυτό το οποίο αξιώνει η πλευρά τους είναι την επιστροφή της οικίας και την καταβολή ενοικίων, καθότι έχει πειστεί ότι ο Ενάγων δεν είναι σε θέση να καταβάλει το υπόλοιπο των Λ.Κ.75.000 συν τόκους. Ήταν η θέση του πως ο Ενάγων παραβίασε τη δεύτερη συμφωνία επειδή εμφανίστηκε στις 7.3.05 στο Κτηματολόγιο και αποδέχθηκε τη μεταβίβαση του άλλου ακινήτου (ελιάς) αλλά όχι του επίδικου τεμαχίου με την οικία. Σε άλλο σημείο ο Μ.Υ.
  2. επανήλθε λέγοντας πως αυτά που ζητά είναι αυτά που ο Ενάγων του χρωστά (αναφερόμενος στις Λ.Κ.75.000) και προσθέτοντας ότι δικαιούται τα ποσά που υπέγραψε ο Ενάγων στο δεύτερο συμβόλαιο. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στο πώς η Εναγόμενη αγόρασε τα 2/3 του επίδικου τεμαχίου,

τροποποίηση των παλαιών σχεδίων και

έκδοση των δύο αδειών οικοδομής (υπ' αρ. 2076 και 3101). Εξήγησε ότι όταν αργότερα ενδιαφέρθηκε ο Ενάγων για αγορά η κατοικία ευρίσκετο στο στάδιο τουβλοποιϊας. Επέμεινε ότι κατά την παράδοση της πρώτης συμφωνίας στον Ενάγοντα, τού είχε παραδώσει και αντίγραφο του τίτλου, καθώς και άδεια οικοδομής, αρνούμενος ότι είχε δώσει αυτά τα έγγραφα μόνο στις 10.2.04 όταν είχαν πάει στο Κτηματολόγιο. Αρνήθηκε ότι η αρχική συμφωνία αναφέρεται σε μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου οικίας, λέγοντας ότι ο τίτλος αναφερόταν σε μερίδια ιδιοκτησίας. Δέχθηκε ότι η Εναγόμενη εισέπραξε Λ.Κ.35.000, προσθέτοντας όμως ότι το υπόλοιπο θα κατεβάλλετο με τη μεταβίβαση του ακινήτου (και όχι της οικίας). Συμφώνησε ότι το κόστος κάποιων εργασιών το είχε αναλάβει ο Ενάγων (κουζίνα, κάγκελα, μπάνιο), προσθέτοντας ότι τα παραθυρόφυλλα ήταν επιπλέον εργασία αξίας Λ.Κ.4.000, όπως και τα χερούλια της εξώθυρας αξίας Λ.Κ.105 (Τεκμήριο 46). Ήταν η θέση του ότι πληρώθηκαν Λ.Κ.35.000 και ο Ενάγων υπέγραψε δεύτερο έγγραφο ότι οφείλει Λ.Κ.75.000 αναγνωρίζοντας έτσι ότι οι επιπλέον Λ.Κ.10.000 ήταν για τις επιπρόσθετες εργασίες. Ο Μ.Υ.1 αρνήθηκε ότι είχε διευθετήσει ο ίδιος μετάβαση στις 13.12.04 στο Κτηματολόγιο. Ήταν η θέση του πως αυθαίρετα αποφάσισε ο Ενάγων ότι θα πήγαινε εκείνη τη μέρα, ενώ ο ίδιος τον είχε ειδοποιήσει από τον Αύγουστο του 2004 ότι δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση λόγω της άρνησης των συνιδιοκτητών να υπογράψουν. Αρνήθηκε ότι παραπλάνησε τον Ενάγοντα να υπογράψει τη δεύτερη συμφωνία. Ο Μ.Υ.2 κ. Ταλατίνης είναι πτυχιούχος εκτιμητής ακινήτων και υιοθέτησε Έκθεση Υπολογισμού του αγοραίου ενοικίου της επίδικης κατοικίας ημερ. 21.9.16 η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Στ. Εξήγησε ότι

έκθεση του αυτή είχε διαπιστώσει ότι το αγοραίο ενοίκιο για την περίοδο 10.12.04 έως τον Σεπτέμβριο του 2016 (που τη συνέταξε) ήταν συνολικά €109.605 συν νόμιμο τόκο. Εξήγησε ότι αργότερα ετοίμασε και νέα έκθεση ημερ. 13.4.18, η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και σημειώθηκε ως Έγγραφο Ζ. Αυτή καλύπτει τα ενοίκια μέχρι τον Απρίλιο του 2018 τα οποία εκτιμήθηκαν σε €123.018. Αντεξεταζόμενος είπε πως έχει εκδοθεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης αλλά δεν υπάρχει ξεχωριστός τίτλος για την οικία. Διευκρίνισε ότι κατά την επιτόπια εξέταση του δεν είχε πρόσβαση στο εσωτερικό της οικίας αλλά είχε δει εσωτερικά τη δυτική κατοικία για την οποία πληροφορήθηκε πως ήταν πανομοιότυπη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει όλους τους μάρτυρες με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και την αξιοπιστία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Όπως ήδη έχει καταστεί αντιληπτό, σημαντικό μέρος των γεγονότων συνιστά κοινό υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων. Διαφορετικές θέσεις όσον αφορά τα γεγονότα παρατηρούνται βασικά μόνο σε συγκεκριμένα ζητήματα όπως είναι οι συνθήκες γύρω από τις δύο φερόμενες επισκέψεις στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση, η υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας και τα όσα αφορούν τις επιπλέον εργασίες ή τις κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνίες. Πλείστο μέρος των γεγονότων προκύπτει μέσα από έγγραφα της υπόθεσης τα οποία είχαν συνταχθεί σε ανύποπτο χρόνο και ως τέτοια παρέχουν βασικά εχέγγυα αξιοπιστίας ενώ σαφώς αποτελούν και βασικό οδηγό για τον έλεγχο της προφορικής μαρτυρίας. Ιδιαίτερα σε κάποιες περιπτώσεις και για θέματα κάποια στα οποία έχουν προβληθεί αντιφατικές θέσεις. Ο Ενάγων, με εξαίρεση κάποια επιμέρους σημεία, μού έκαμε γενικά καλή εντύπωση και θεωρώ ότι γενικότερα υπήρξε στα ουσιώδη ζητήματα ειλικρινής. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι δεν είναι άτομο το οποίο είχε παλαιότερη ενασχόληση ή εμπειρία αγοραπωλησιών, κτηματολογίων ή ανέγερσης οικοδομών και σίγουρα η άγνοια του αυτή εξηγεί το ότι δεν αντιλήφθηκε εξαρχής κάποια έγγραφα ή όρους σε αυτά. Δεν στηρίζομαι στον ίδιο για τα θέματα κακοτεχνιών ή ζημιών καθότι και ο ίδιος απλά επανέλαβε κάποιες από τις καταγραφές των ειδικών τους οποίους προσέλαβε, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να μεταδώσει οποιαδήποτε πρωτογενή του γνώση με την απαιτούμενη λεπτομέρεια, θέμα που ήταν αρμοδιότητα των εμπειρογνωμόνων στους οποίους και το είχε αναθέσει. Είναι δε ενδεικτικό πως ο ίδιος αναφέρεται σε μεγαλύτερα ποσά από ό,τι ο ειδικός τον οποίο προσέλαβε. Από τη μαρτυρία του και για λόγους που εξηγούνται κατωτέρω, δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι επιπλέον €10.000 δεν αφορούσαν τις επιπρόσθετες εργασίες τις οποίες κρίνω ότι συμφώνησε με τον Μ.Υ.1, όπως ούτε δέχομαι και το ότι του οφείλει οποιοδήποτε ποσό η Εναγόμενη για επιπρόσθετες δαπάνες τις οποίες ο ίδιος ανέλαβε, προφανώς κατόπιν δικής του επιθυμίας. Οι Μ.Ε.2, Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2 είναι ειδικοί, ο καθένας στον τομέα του και η εμπειρογνωμοσύνη τους δεν έχει αμφισβητηθεί. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές οι οποίες αφορούν την αξιολόγηση και δεν θεωρώ ότι απαιτείται λεπτομερής παράθεση τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί

υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου

(2013)1 (Α) Α.Α.Δ. 832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν

περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298). Ειδικότερη ενασχόληση με τη μαρτυρία του καθενός εκ των πιο πάνω εμπειρογνωμόνων γίνεται στο κατάλληλο σημείο κατωτέρω. Επί του παρόντος αρκεί να αναφέρω πως όλοι γενικά έδωσαν την εικόνα προσώπων που ο καθένας στα πλαίσια της ειδικότητας του προσπάθησαν με ειλικρίνεια να δώσουν στο Δικαστήριο το απαραίτητο υπόβαθρο εμπειρογνώμονης μαρτυρίας για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και το έχουν ως επί το πλείστον επιτύχει. Μοναδική εξαίρεση κάποια σημεία

έκθεση του Μ.Ε.2 τα οποία αναμφίβολα και εκ της φύσης των θεμάτων επηρέασαν και την εργασία του Μ.Ε.3 ως εξηγείται κατωτέρω. Δεν θεωρώ ότι για το θέμα αυτό υπήρξε οποιαδήποτε σκοπιμότητα παραπλάνησης του Δικαστηρίου αλλά από την άλλη δεν μπορώ να αποδεχθώ το σύνολο της μαρτυρίας τους, για λόγους που εξηγούνται. Ο Μ.Ε.4 ήταν ένας εντελώς ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος ενεπλάκη στα γεγονότα λόγω της εργοδότησης του στον Ο.Χ.Σ. Δεν θεωρώ ότι είχε οποιοδήποτε σκοπό να εξυπηρετήσει καταθέτοντας όσα κατέθεσε. Ούτε έχουν ουσιωδώς αμφισβητηθεί τα όσα ανέφερε. Τον θεωρώ αξιόπιστο και ειλικρινή και αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του, ως κατωτέρω αναφέρεται στο κατάλληλο σημείο. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 για να γίνει αντιληπτή η εικόνα που έδωσε στο Δικαστήριο και η ποιότητα της μαρτυρίας του είναι απαραίτητο όπως σημειωθεί πρώτα η ισχυρή πεποίθηση την οποία είχε από το 2004 και διατήρησε μέχρι και την ακρόαση πως με την παράδοση της οικίας έπρεπε να εισπράξει όλο το τίμημα. Είναι εντυπωσιακό πως ανεξαρτήτως εγγράφων, όρων, συνεννοήσεων ή συμβουλών, ο Μ.Υ.1 είχε την έντονη αυτή άποψη. Σχημάτισα την εικόνα πως παρότι στα υπόλοιπα ζητήματα και γενικά υπήρξε ειλικρινής, η άποψη αυτή τον επηρέασε στο ουσιώδες ζήτημα της μεταβίβασης και τον οδήγησε στο να μην παραθέτει τα σχετικά με αυτό γεγονότα όπως είχαν διαδραματιστεί. Η άποψη του αυτή υπήρχε σχεδόν από την αρχή της σχέσης του με τον Ενάγοντα και σαφώς είχε επηρεάσει και ορισμένες ενέργειες του, ιδιαίτερα κατά την παράδοση της οικίας αλλά και μεταγενέστερα. Θα μπορούσε να προστεθεί για μια πλήρη εικόνα πως τα εμφανή αισθήματα πικρίας και παραπόνου που τον διακατείχαν οφείλονται ακριβώς

πεποίθηση του πως ασχέτως του περιεχομένου της όποιας συμφωνίας ο Ενάγων έπρεπε όταν παρέλαβε την οικία να εξοφλήσει το τίμημα αγοράς. Η εικόνα που έχω σχηματίσει είναι πως δεν είναι ασφαλές να στηριχθώ στη δική του μαρτυρία για ουσιώδη ζητήματα σχετικά με τη μεταβίβαση, όπως αναλύεται πιο κάτω. Εισερχόμενος στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων και πριν από περαιτέρω αξιολόγηση εν πρώτοις θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ως συνάγεται από το Τεκμήριο 28 η πρώτη άδεια οικοδομής για ανάπτυξη στο επίδικο τεμάχιο 4135 (εφεξής «το οικόπεδο») εκδόθηκε στις 17.3.94 υπ' αρ. 705 και αφορούσε τρεις διώροφες συνεχόμενες κατοικίες με υπόστεγους χώρους στάθμευσης, ψησταριές και περίφραξη. Το Τεκμήριο 28 αποτελεί

ουσία την πρώτη τροποποιητική άδεια υπ' αρ. 2076 η οποία εκδόθηκε στις 30.5.02 κατόπιν αίτησης κάποιας Μ. Παπαχριστοφόρου (και άλλων) και αφού λίγο πιο πριν, στις 29.3.02 είχε εξασφαλιστεί η Πολεοδομική Άδεια υπ' αρ. 479/02. Όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 28 η μία κατοικία ήταν ήδη συμπληρωμένη και οι υπόλοιπες δύο ήταν ημιτελείς, γεγονός το οποίο παραδέχεται

Υπεράσπιση της η Εναγόμενη (§4). Κάποια στιγμή κατά το 2002 η Εναγόμενη αγόρασε μέρος του ακινήτου και στις 25.7.02 ενεγράφη ως ιδιοκτήτρια των 389/581 μεριδίων επί του οικοπέδου. Σκοπός της ήταν να ολοκληρώσει τις δύο κατοικίες (μεσαία και δυτική), στη μία εκ των οποίων θα διέμενε η οικογένεια της (δυτική) και την άλλη θα την πωλούσε (μεσαία). Από το Τεκμήριο 29 συνάγεται ότι περί τον Δεκέμβριο του 2003 η Εναγόμενη αποτάθηκε για έγκριση προσθηκών και μετατροπών στις δύο δικές της κατοικίες και εξασφάλισε τη δεύτερη τροποποιητική άδεια υπ' αρ. 3101 στις 5.1.04, βάσει σχεδίων τα οποία επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 29 και στα οποία υπάρχει βεβαίωση του αρμόδιου Δήμου ότι αφορούν την τελευταία αυτή άδεια. Όπως αναφέρει ο Μ.Υ.1 και δεν αμφισβητείται, η πρώτη επαφή του με τον Ενάγοντα έγινε εντός Δεκεμβρίου του 2003, οπότε εκείνος είδε τις κατοικίες και έδειξε ενδιαφέρον για αγορά της μεσαίας η οποία είχε τεθεί προς πώληση. Κατ' ανάλογο τρόπο δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαφωνία ότι οι διάδικοι υπέγραψαν στις 17.1.04 το (πρώτο) Πωλητήριο Έγγραφο, Τεκμήριο

  1. Είναι υποβοηθητικό για την περαιτέρω εξιστόρηση και αξιολόγηση να λεχθεί πως σε αυτό το πωλητήριο δηλώθηκε ότι η Εναγόμενη ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οικοπέδου και ότι σε αυτό θα οικοδομούσε δύο ημιανεξάρτητες κατοικίες, εκ των οποίων συμφώνησε να πωλήσει και μεταβιβάσει επ' ονόματι του Ενάγοντος τη μια, για την οποίαν γινόταν αναφορά ότι είναι ως αυτή φαινόταν σημειωμένη σε επισυνημμένα σχέδια. Ως «επισυνημμένα» στο πωλητήριο αναφέρονται επίσης τόσο το αντίγραφο τίτλου του οικοπέδου όσο και το τοπογραφικό, πλην όμως κανένα από όλα αυτά τα έγγραφα δεν συνοδεύει το πωλητήριο που έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  2. Σημειώνεται όμως πως παρά τη διαφορετική θέση ως προς το ποια έγγραφα ακριβώς παρέδωσε ο Μ.Υ.1 στον Ενάγοντα κατά την υπογραφή, εντούτοις αποτέλεσε και θέση του Ενάγοντος πως παρέλαβε πλήρη σειρά των σχετικών εγγράφων στις 10.2.04 στο Κτηματολόγιο, όταν συναντήθηκαν εκεί με τον Μ.Υ.1 για κατάθεση του πωλητηρίου. Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.100.000, το οποίο θα εξοφλείτο διά: - Λ.Κ.15.000 με την υπογραφή - Λ.Κ.10.000 μετά από δύο μήνες - Λ.Κ.75.000 κατά τη μεταβίβαση του ακινήτου στον Ενάγοντα, στο Κτηματολόγιο Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι στο πωλητήριο ως «ακίνητο» ορίζετο (

§1) η πωλούμενη κατοικία.

Βάσει σχετικού όρου (της §3) η Εναγόμενη υποχρεούτο να συμπληρώσει την οικοδόμηση της κατά ή περί τις 30.9.04 αλλά όχι μετά τις 31.12.04 και βάσει άλλου όρου (της §2) όφειλε να προχωρήσει το ταχύτερο δυνατό

εξασφάλιση άδειας οικοδομής,

ολοκλήρωση της ανέγερσης και, λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα, να εξασφαλίσει χωριστό τίτλο εντός ενός έτους από της παράδοσης της οικίας στον Ενάγοντα. Όσον αφορά τις πληρωμές συνιστά κοινό υπόβαθρο πως κατά την υπογραφή του αρχικού πωλητηρίου ο Ενάγων κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.15.000. Η Εναγόμενη εξέδωσε και Ειδική Βεβαίωση (Τεκμήριο 2). Στις 9.2.04 η Εναγόμενη υπέγραψε με τους συνιδιοκτήτες της στο οικόπεδο Έγγραφο Διανομής των τριών κατοικιών και είναι επίσης δεκτό πως την επόμενη μέρα 10.2.04 ο Ενάγων με τον Μ.Υ.1 επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο, όπου αφού ο Ενάγων παρέλαβε τα αναγκαία έγγραφα από τον Μ.Υ.1, προχώρησε

κατάθεση του (πρώτου πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 17.1.04 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, λαμβάνοντας σχετική απόδειξη τελών (Τεκμήριο 4). Στις 19.2.04 ο Ενάγων υπέβαλε αίτηση στον O.Χ.Σ για δάνειο ύψους Λ.Κ.75.000 προς αγορά της επίδικης οικίας, συμπληρώνοντας στο σχετικό έντυπο, Τεκμήριο 27, ως Άδεια Οικοδομής την υπ' αρ. 3101 ημερ. 5.1.04, πράγμα που επιβεβαιώνει ότι έλαβε γνώση για την ύπαρξη της και προφανώς και σχετικό αντίγραφο ως υποστήριξε και ο Μ.Υ.1. Την επόμενη μέρα, 20.2.04, με σχετική επιστολή του ο Ο.Χ.Σ ενημέρωσε τον Ενάγοντα για την έγκριση δανείου ύψους Λ.Κ.75.000, καθώς και για το ότι αν αυτό δεν ζητείτο εντός έξι μηνών η έγκριση θα έπαυε να ισχύει. Στις 19.3.04 και μετά από σχετική έγκριση ο Μ.Υ.1 κατέβαλε

Α.Η.Κ το ποσό των Λ.Κ.363 (Τεκμήριο 36) για την ηλεκτροδότηση. Στις 27.4.04 ο Ενάγων παρήγγειλε από την εταιρεία ΤAF Takis Angelides Furnihome Ltd την κουζίνα συνολικής αξίας Λ.Κ.2.840 για την οποία κατέβαλε αυθημερόν την προκαταβολή ύψους Λ.Κ.1.140 και στις 2.8.04 εξόφλησε το υπόλοιπο των Λ.Κ.1.700, προφανώς μετά την τοποθέτηση της

οικία (Τεκμήρια 11α, β, γ). Συνιστά κοινό υπόβαθρο ότι στις 8.5.04 ο Ενάγων κατέβαλε

Εναγόμενη ποσό Λ.Κ.20.000, ήτοι με το Τεκμήριο

  1. Υπάρχει διαφωνία όμως ως προς το τι αποτελούσε το συγκεκριμένο ποσό, δηλαδή αν ήταν πληρωμή έναντι του τιμήματος ή αν οι Λ.Κ.10.000 εξ αυτού ήταν για το κόστος συμφωνηθεισών επιπλέον εργασιών, ως διατείνεται ο Μ.Υ.
  2. Έχω εξετάσει με προσοχή τη μαρτυρία του Ενάγοντος επί του σημείου και δεν έχω πειστεί ότι εξ ιδίων και από καλή θέληση αποφάσισε να πληρώσει εκείνη τη δεδομένη στιγμή διπλάσια από όσα προέβλεπε η σύμβαση την οποία είχε υπογράψει μόλις τέσσερις μήνες προηγουμένως. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να πράξει κάτι τέτοιο ιδιαίτερα όταν είχε ήδη υποβάλει την αίτηση δανείου και είχε εγκριθεί για την χρηματοδότηση του υπολοίπου των Λ.Κ.75.000 από τον Ο.Χ.Σ. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καταβολή του υπολοίπου αυτού είχε διασυνδεθεί (στο πωλητήριο) με την «ώρα της μεταβίβασης του ακινήτου στον Αγοραστή στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας». Το δάνειο αυτό δεν είχε εκταμιευθεί στις 8.5.04 και δεν εντοπίζω οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τον οποίο θα χρησιμοποιούσε δικό του κονδύλι διαταράσσοντας τα όσα προ δύο μηνών είχε ενυπογράφως δηλώσει στον Ο.Χ.Σ. Συνεπώς καθ' όσον αφορά την πληρωμή των Λ.Κ.20.000 δέχομαι ότι οι Λ.Κ.10.000 δόθηκαν έναντι του τιμήματος βάσει του Τεκμηρίου 1 και ότι οι υπόλοιπες Λ.Κ.10.000 δόθηκαν προς εξόφληση των επιπρόσθετων εργασιών στη μεσαία κατοικία, οι οποίες ήταν ως η κατάσταση, Τεκμήριο
  3. Ως προς τη συνέχεια των πραγμάτων ο Μ.Υ.1 παρουσίασε σειρά εγγράφων (επισήμων και μη) με σκοπό να καταδείξει ότι μεταξύ 4 έως 6.8.04 ο ίδιος προέβη σε ενέργειες για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση μεριδίων ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου επ' ονόματι του Ενάγοντος. Ασχέτως των λόγων οι οποίοι ώθησαν τον Μ.Υ.1 να επιχειρήσει τότε τη συγκέντρωση εγγράφων για μεταβίβαση μεριδίων γης, να σημειωθεί επί του παρόντος πως δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ενέργειες του (Μ.Υ.1) προς την πιο πάνω κατεύθυνση και από τα έγγραφα τα οποία συναποτελούν το Τεκμήριο 33 καταδεικνύεται ότι: - είχε διευθετηθεί ο Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών στις 4.8.04 - εξοφλήθηκαν τα Τέλη Αποχετεύσεων στις 5.8.04 - εξοφλήθηκε το Δημοτικό Τέλος Ακίνητης Ιδιοκτησίας στις 6.8.04 - ετοιμάστηκε (χωρίς να υπογραφεί από όλους) Δήλωση Μεταβίβασης για το ½ των μεριδίων τα οποία ανήκαν

Εναγόμενη (παρότι η αριθμητική ανάλυση αναφέρεται εσφαλμένα σε 389/1162) - ετοιμάστηκε (χωρίς να υπογραφεί) Δήλωση Συγκατάθεσης των συνιδιοκτητών (επί εντύπου Ν.254 Α). Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο και παρά τα όσα είχαν καταγραφεί στο Τεκμήριο 1 ο Μ.Υ.1 προέβαινε σε ενέργειες και προετοιμασίες για μεταβίβαση μεριδίων. Η απάντηση είναι απλή. Ο Μ.Υ.1 σε καμία περίπτωση (ακόμα και μέχρι σήμερα) δεν είχε εκλάβει ή αντιληφθεί τις πρόνοιες του πωλητηρίου να σημαίνουν ότι η Εναγόμενη θα έπαιρνε τις Λ.Κ.75.000 εάν και όταν μεταβίβαζε ξεχωριστό τίτλο επί της οικίας. Είναι χαρακτηριστική η εξής απάντηση του: «...είχα υποχρέωση να βγάλω ξεχωριστό τίτλο της οικίας εντός ενός έτους από την παράδοση. Σίγουρα δεν θα έμενα απλήρωτος και να τον βάλω μες το σπίτι και να περιμένω πότε να βγει ο ξεχωριστός τίτλος¨. Το πιο πάνω απόσπασμα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (καθώς και άλλα) καταδεικνύει πως ασχέτως οποιωνδήποτε προνοιών στο πωλητήριο αυτός είχε την αντίληψη ότι μπορούσε να παραδώσει την κατοχή και να μεταβιβάσει μερίδια εισπράττοντας κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο, αφήνοντας τη μεταβίβαση ξεχωριστού τίτλου για αργότερα αφού υπήρχε προσθεσμία ενός έτους. Ο Μ.Υ.1 βασικά θεωρούσε τη μεταβίβαση μεριδίων επί της γης ως μεταβίβαση της οικίας. Αυτή η θεώρηση του χαρακτηρίζει και εξηγεί όλη τη δράση του εξαρχής μέχρι σήμερα, καθώς και τη μαρτυρία του. Βασικά η πιο πάνω αντίληψη του Μ.Υ.1 ήταν διάχυτη καθόλη την προφορική μαρτυρία του αλλά όχι μόνον. Παρατηρείται ότι και

γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Ε, §9) προβάλλει ότι κατά τον Αύγουστο του 2004 ο ίδιος ξεκίνησε τη διαδικασία «μεταβίβασης της οικίας στο όνομα του Ενάγοντα», παραγνωρίζοντας και μη σχολιάζοντας αφενός το ότι δεν μπορούσε να υπάρξει μεταβίβαση της εκείνη την περίοδο λόγω μη έκδοσης τίτλου και αφετέρου το ότι όλα τα ετοιμασθέντα υπ' αυτού έγγραφα αναφέροντο σε προγραμματιζόμενη μεταβίβαση μεριδίων επί της γης (και άρα δεν μπορεί βάσιμα να αναφέρεται σε μεταβίβαση της οικίας). Είναι λοιπόν σαφέστατο ότι ο Μ.Υ.1 ταύτισε εξαρχής τις δύο ενέργειες στο μυαλό του και θεωρούσε ότι η μεταβίβαση μεριδίων επί του οικοπέδου ισοδυναμούσε με μεταβίβαση της κατοικίας, εξ ου και έκαμε τον Αύγουστο του 2004 κάποια αρχική προσπάθεια να συγκεντρώσει τα αναγκαία έγγραφα, αλλά βέβαια είναι σαφές πως δεν την ολοκλήρωσε. Το όλο εγχείρημα εξαντλήθηκε σε κάποιες προκαταρκτικές ενέργειες. Για λόγους οι οποίοι εξηγούνται κατωτέρω δεν δέχομαι ότι ο Μ.Υ.1 είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα κατά τον Αύγουστο του 2004 για οποιαδήποτε προσπάθεια συγκέντρωσης εγγράφων ή πολύ περισσότερο για οποιαδήποτε δυσκολία ή αδυναμία στη μεταβίβαση. Αρκεί επί του παρόντος να λεχθεί ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε πρόνοια ή διευθέτηση για μεταβίβαση κατ' εκείνο το χρονικό στάδιο. Ούτε βέβαια είχε ολοκληρωθεί η οικία τότε για να τίθεται θέμα παράδοσης ή μεταβίβασης της. Η θέση του Μ.Υ.1 ότι κατά τον Αύγουστο του 2004 είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί όλες οι εργασίες «οικοδόμησης» συνάδει με το ότι ήδη είχαν αρχίσει να τοποθετούνται αντικείμενα εσωτερικού χώρου (όπως η κουζίνα με συρτάρια, ντουλάπια κ.λ.π.) αν κρίνει κάποιος από το ότι ο Ενάγων στις 2.8.04 είχε εξοφλήσει το υπόλοιπο το οποίο ήταν πληρωτέο κατά την παράδοση από την εταιρεία TAF Takis Angelides. Όμως αναμφίβολα δεν είχαν ολοκληρωθεί εντελώς όλες οι εργασίες και η οικία δεν είχε ακόμα καταστεί κατοικήσιμη αν ληφθεί υπόψιν ότι ακολούθησαν αρκετά μετά και άλλες τέτοιες εργασίες όπως η παραγγελία στις 2.10.04 καγκέλου

εσωτερική σκάλα και εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.540,50 την 1.11.04 [Τεκμήρια 13(α)έως (γ)], καθώς και οι παραγγελίες ειδών υγιεινής στις 23.10.04 και 23.12.04 αξίας Λ.Κ.615.95 το οποίο εξόφλησε ο Ενάγων στις 12.1.

  1. Παρεμβάλλω σε αυτό το σημείο πως ο Ενάγων δεν προσδιόρισε ούτε επεξήγησε με την απαιτούμενη σαφήνεια πότε και πως συμφώνησε προφορικά με την Εναγόμενη, (όπως γραπτώς αναφέρει) για την κάλυψη των πιο πάνω δαπανών από την ίδια. Όλες του οι επαφές, συνεννοήσεις και επικοινωνίες ήταν με τον Μ.Υ.1 και θα ανέμενε κάποιος αν γινόταν τέτοια διευθέτηση να ήταν με εκείνον και μάλιστα σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι τον Απρίλιο, τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο του
  2. Δεν αποδέχομαι συνεπώς ότι πρόκειται για δαπάνες τις οποίες είχε αναλάβει η Εναγόμενη. Υπενθυμίζω ότι το πωλητήριο προέβλεπε τη συμπλήρωση της οικοδόμησης της οικίας και την παράδοση της στον Ενάγοντα το αργότερο μέχρι τις 31.12.
  3. Σαφώς ο Ενάγων επιθυμούσε την παραλαβή της κατοχής εμπρόθεσμα και όπως δέχθηκε και ο Μ.Υ.1, ο Ενάγων ζητούσε όπως η παράδοση γίνει πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, πράγμα το οποίο έγινε. Ο Ενάγων αδυνατούσε να προσδιορίσει την ακριβή ημερομηνία ενώ ο Μ.Υ.1 δήλωσε ότι αυτή έγινε στις 10.12.
  4. Συνιστά πάντως κοινό υπόβαθρο μεταξύ των δύο βασικών εμπλεκομένων πως η παράδοση κατοχής έγινε εντός Δεκεμβρίου του 2004 και δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η ημερομηνία που ανέφερε ο Μ.Υ.1, καθίσταται σχετικό εύρημα μου. Το εύλογο ερώτημα είναι υπό ποιες περιστάσεις και για ποιο λόγο ο Μ.Υ.1 παρέδωσε την κατοχή χωρίς να είχε εισπράξει ταυτόχρονα το υπόλοιπο των Λ.Κ.75.000 αφού αυτή ήταν η αντίληψη του, καθώς και η πρόθεση του (δηλαδή ότι δεν θα άφηνε τον Ενάγοντα «να μπει» στο σπίτι και ο ίδιος να ήταν απλήρωτος). Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δεν είναι άλλη από το ότι οι δύο πλευρές είχαν ήδη διευθετήσει τη μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο στις 13.12.
  5. Είναι για αυτό τον λόγο που και ο Ενάγων είχε αρχίσει τις προπαρασκευαστικές ενέργειες με τον Ο.Χ.Σ αρχομένων με επίσκεψη του εκεί στις 6.12.04 όπου υπέγραψε σειρά εγγράφων και προέβη στις απαραίτητες διευθετήσεις και συγκεκριμένα: - Υπέγραψε στις 6.12.04 τα αναγκαία έντυπα για πληρωμή των τελών χαρτοσήμανσης (του υποθηκευτηρίου και της εντολής εμβάσματος) και κατέβαλε με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας αξίας Λ.Κ.118 τα αναγκαία τέλη (Δέσμη - Τεκμήριο 25) - Υπέγραψε στις 6.12.04 την εντολή εμβάσματος ύψους Λ.Κ.560 μηνιαίως από την Ελληνική στον Ο.Χ.Σ αρχομένων των δόσεων από 31.1.05 (Τεκμήριο 26) - Υπέγραψε την πρόταση ασφάλισης κατοικίας για ποσό Λ.Κ.150.000 με ημερομηνία έναρξης τις 13.12.
  6. - Ζήτησε και έλαβε Βεβαίωση ημερ. 7.12.04 ότι είχε εγκριθεί στον ίδιο (και στη σύζυγο του) στεγαστικό δάνειο ύψους Λ.Κ.75.000 από το οποίο δεν είχε ληφθεί κανένα ποσό μέχρι τις 7.12.04 [Τεκμήριο 15(β)]. - Υπέγραψε το Έγγραφο Δανείου (Τεκμήριο 20). - Υπέγραψε προκαταβολικά τη Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου (Τεκμήριο 19). Πέραν των πιο πάνω ενεργειών του, στις 10.12.04 ο Ενάγων φρόντισε όπως εκδοθεί από τη ΣΠΕ Στροβόλου τραπεζική επιταγή ύψους Λ.Κ.4.000 με ανάλογη χρέωση στον τηρούμενο εκεί δικό του λογαριασμό, προς εξόφληση των μεταβιβαστικών τελών. Αυτά προκύπτουν από το Τεκμήριο 16, το οποίο αποτελεί αντίγραφο της εν λόγω τραπεζικής επιταγής πληρωτέας στις 10.12.04, στο κάτω μέρος της οποίας υπάρχει απόκομμα της ΣΠΕ ως προς την όλη συναλλαγή με υπογραφές από τον ταμία, καθώς και από τον ίδιο τον Ενάγοντα (πάνω από τον αριθμό ταυτότητας του .337). Ο Μ.Υ.1 επέμεινε μέχρι τέλους στη θέση ότι είχε από τον Αύγουστο του 2004 ενημερώσει τον Ενάγοντα περί αδυναμίας μεταβίβασης και περαιτέρω επέμεινε ότι για τον ίδιο δεν υπήρχε λόγος και δεν ήταν λογικό να προγραμματίσει ή να διευθετήσει ή να δεχθεί να μεταβούν στο Κτηματολόγιο στις 13.12.
  7. Η θέση του αυτή ισοδυναμεί με το ότι ο Ενάγων ήταν ενήμερος αλλά για κάποιο δικό του λόγο προγραμμάτισε από μόνος του τη μετάβαση στο Κτηματολόγιο χωρίς εμπλοκή ή συνεννόηση του με τον Μ.Υ.
  8. Δεν μπορώ βέβαια να δεχθώ τη θέση του Μ.Υ.
  9. Με βάση την παραδοχή του Μ.Υ.1, ο Ενάγων είχε ήδη παραλάβει την κατοχή, το πωλητήριο προέβλεπε την καταβολή του υπολοίπου κατά τη μεταβίβαση και εάν είχε ενημερωθεί από τον Αύγουστο ότι υπήρχε πρόβλημα δεν θα είχε κανένα λόγο να προβαίνει σε όλες αυτές τις προπαρασκευαστικές ενέργειες με την υπογραφή εγγράφων, πληρωμή τελών και έκδοση τραπεζικής επιταγής με προοπτική κάποια μεταβίβαση για την οποία θα του είχε λεχθεί ότι δεν μπορούσε να γίνει. Ούτε έχει υποδειχθεί ούτε και εντοπίζεται κάποιο κίνητρο ή όφελος ή σκοπιμότητα για να έπραττε κάτι τέτοιο εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Αντιθέτως, στη βάση της αντίληψης που είχε, ο ίδιος ο Μ.Υ.1 είχε κάθε λόγο να επείγεται, να επιδιώκει και να προσπαθεί να επιτύχει μεταβίβαση (των μεριδίων βέβαια) με σκοπό να εισπράξει τις Λ.Κ.75.000 ταυτόχρονα με την παράδοση κατοχής. Το σημαντικό είναι ότι όλα δείχνουν πως προχώρησε

παράδοση της κατοχής έχοντας ακριβώς υπόψιν πως στις 13.12.04 θα προχωρούσαν στη μεταβίβαση και θα πληρωνόταν το υπόλοιπο. Όλα αυτά πάντοτε στη βάση του πώς ερμήνευε ο ίδιος το πωλητήριο και του πώς αντιλαμβανόταν την όλη συναλλαγή. Να σημειωθεί ότι, ως προκύπτει από την αίτηση δανείου (Τεκμήριο 27), αυτό ήταν στεγαστικό, αφορούσε την αγορά κατοικίας, η οποία και αναφέρεται ως «χρηματοδοτούμενη κατοικία». Τόσο

πιο πάνω αίτηση όσο και στο Έγγραφο Δανείου (Τεκμήριο 20) υπήρχε όρος πως μόλις εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος του ακινήτου που χρηματοδοτείται ο αγοραστής (Ενάγων) ήταν υποχρεωμένος να το υποθηκεύσει για εξασφάλιση του δανείου. Όμως από τα έγγραφα που είχαν ετοιμαστεί προκύπτει πως ο Ο.Χ.Σ κατ' εκείνο το στάδιο ήταν έτοιμος να δεχθεί τη μεταβίβαση μεριδίων (195/581) ως το Τεκμήριο 19, πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε προφορικά και ο Μ.Ε.4, εξηγώντας ότι αργότερα θα εκδίδετο ο χωριστός τίτλος και θα υποθηκεύετο η ίδια η κατοικία. Η ουσία είναι ότι υπήρξε διευθέτηση για μετάβαση στο Κτηματολόγιο στις 13.12.04. Ο Ενάγων είχε κανονίσει όλα τα ζητήματα του δανείου, ο ίδιος θεωρούσε ότι εκείνη τη μέρα θα του μεταβιβάζετο η οικία αν και είχε υπογράψει ήδη έγγραφα στον Ο.Χ.Σ τα οποία αναφέροντο σε μεταβίβαση μεριδίων. Ο Ο.Χ.Σ δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να πληρώσει τις Λ.Κ.75.000 έναντι υποθήκευσης μεριδίων και σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν θα υπήρχε ξεχωριστός τίτλος, θα ενέγραφε υποθήκη επί της οικίας. Ο δε Μ.Υ.1 είχε την ίδια αντίληψη, ήτοι ότι παράλληλα με την παράδοση κατοχής έπρεπε να εισπράξει τις Λ.Κ.75.000 ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση μεριδίων, πράξη την οποία παραδόξως θεωρούσε ως μεταβίβαση της οικίας σύμφωνα με το πωλητήριο. Δέχομαι συνεπώς τη θέση του Ενάγοντος ότι εκείνη τη μέρα, δηλαδή στις 13.12.04 καθ' οδόν προς το Κτηματολόγιο τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ο Μ.Υ.1 για την άρνηση των συνιδιοκτητών να υπογράψουν πλην όμως με μια διευκρίνιση. Ο Μ.Υ.1 δεν του μίλησε εκείνη τη μέρα για ξεχωριστό τίτλο της οικίας παρότι ο ίδιος ο Ενάγων αυτό νόμιζε. Δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να του μιλούσε για ξεχωριστό τίτλο της οικίας αφού δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος. Ο πιο σημαντικός λόγος όμως είναι πως αν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος της οικίας δεν θα ετίθετο ζήτημα αναγκαιότητος συγκατάθεσης των συνιδιοκτητών στο οικόπεδο καθότι η μεταβίβαση θα αφορούσε μόνο την οικία για την οποία δεν θα είχαν λόγο οι συνιδιοκτήτες. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Ενάγων είτε διότι είχε υπόψιν του τις πρόνοιες του πωλητηρίου είτε διότι δεν γνώριζε επακριβώς τις διαδικασίες θεωρούσε μέχρι εκείνη τη μέρα πως θα γινόταν μεταβίβαση της ίδιας της οικίας. Βέβαια, αμέσως μετά το τηλεφώνημα κατάλαβε πως ήταν λάθος η εντύπωση του αυτή. Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Α, §28): "Έτσι λοιπόν αντιλήφθηκα ότι τη δεδομένη ημέρα δεν επρόκειτο να μεταβιβαστεί χωριστός τίτλος της επίδικης οικίας, αλλά μερίδιο». Αργότερα την ίδια μέρα, στις 13.12.04 ο Μ.Υ.1 συνέταξε (εκ μέρους της συζύγου του) την επιστολή Τεκμήριο 34, την οποία απέστειλε προς τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Έγκωμης, στα πλαίσια της επιθυμίας για προώθηση αίτησης για χορήγηση πιστοποιητικού έγκρισης. Με αυτή ζητούσε όπως διενεργηθεί προκαταρκτικός έλεγχος ούτως ώστε να διαπιστωθεί η ορθότητα των οικοδομικών εργασιών (στη βάση του αρχικού φακέλου υπ' αρ. ΔΕΒ43/93 και της δεύτερης τροποποιητικής άδειας υπ' αρ.3101). Ο Δήμος Έγκωμης απάντησε με την επιστολή του ημερ. 30.12.04, Τεκμήριο 35 ότι η μεσαία και δυτική κατοικία είχαν ανεγερθεί βάσει των σχεδίων αλλά υπήρξαν αλλαγές σε σχέση με την ανατολική οικία και για να εκδίδετο Πιστοποιητικό Έγκρισης έπρεπε - να χαμηλώσει η περίφραξη της - να μετακινηθεί το μηχανοστάσιο θέρμανσης της - να εξασφαλιστεί άδεια για την αποθήκη της Επιβεβαίωση όλων των πιο πάνω συνιστά η παραδοχή του Μ.Υ.1 (

§17

του Εγγράφου Ε) ότι στις αρχές του Ιανουαρίου του 2005 και αφού «όλες οι προσπάθειες» του για εξασφάλιση της απαραίτητης συγκατάθεσης απέβησαν άκαρπες απευθύνθηκε στον δικολάβο (κ. Καϊλή) ο οποίος τον ενημέρωσε για τις δύο μεθόδους μεταβίβασης χωρίς να απαιτηθεί τέτοια συγκατάθεση (δηλαδή είτε κατόπιν δημοσίευσης είτε μέσω ανταλλαγής). Αυτή η δήλωση αποτελεί επιβεβαίωση ότι ήταν τον Δεκέμβριο του 2004 που ο Μ.Υ.1 συνειδητοποίησε το πρόβλημα με τους συνιδιοκτήτες καθότι θα ήταν παράλογο να το ήξερε από τον Αύγουστο του 2004 και από την άλλη αναφερόμενος (κατά τη μαρτυρία του) στον Ιανουάριο του 2005 να προβάλλει ότι ήταν τότε που απέβησαν άκαρπες, δηλαδή μετά από επτά μήνες. Άλλωστε αυτό συνάδει τόσο με όλα όσα έγιναν μέχρι τον Δεκέμβριο όσο και με όσα ακολούθησαν. Εν πάση περιπτώσει, είναι καθόλα λογικό πως ο Μ.Υ.1 αντιλαμβανόμενος το πρόβλημα και έχοντας ήδη παραδώσει την κατοχή της οικίας προσπάθησε στη συνέχεια να βρει το συντομότερο κάποια λύση. Προφανώς και ο ίδιος επείγετο περισσότερο για κάτι τέτοιο αφού, ως ομολογεί, ήθελε να εισπράξει το υπόλοιπο του τιμήματος (τις Λ.Κ.75.000), εξ ου και απευθύνθηκε στον δικολάβο. Όπως επίσης δέχεται ο Μ.Υ.1, συζητώντας με τον Ενάγοντα, είχαν αποκλείσει τη μέθοδο δημοσιεύσεων και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 με τη βοήθεια του δικολάβου αγόρασε μια ελιά (επί του τεμ. 512) με σκοπό αυτή να εγγραφεί (απευθείας) επ' ονόματι του Ενάγοντος και αυτός ακολούθως να τη μεταβιβάσει επ' ονόματι της Εναγομένης, στα πλαίσια ανταλλαγής. Όπως ανέφερε ο Ενάγων, ο Μ.Υ.1 τού είχε πει τότε επί λέξει ότι: "Θα σου μεταβιβάσω εγώ την οικία αλλά για να γίνει αυτό το πράγμα εσύ πρέπει να μου μεταβιβάσεις ένα περιουσιακό σου στοιχείο». Αναμφίβολα επίσης ήταν εντός των πιο πάνω πλαισίων που οι αρχικοί συμβαλλόμενοι υπέγραψαν ένα δεύτερο Πωλητήριο Έγγραφο στις 4.3.05, ήτοι το Τεκμήριο

  1. Εξ όσων φαίνεται στο πωλητήριο αυτό προβλεπόταν ότι:
  2. Η Εναγόμενη θα μεταβίβαζε στον Ενάγοντα τη μια από τις δύο οικίες η οποία σημειωνόταν με κίτρινο στα σχέδια, για την οποία επισυνάπτετο αντίγραφο τίτλου και η αξία της οποίας δηλώνετο σε Λ.Κ.100.
  3. Ο Ενάγων εις αντάλλαγμα θα μεταβίβαζε επ' ονόματι της Εναγομένης την ελιά (το τεμ.512) η αξία της οποίας καθορίζετο στις Λ.Κ.100 και θα κατέβαλλε το υπόλοιπο. Για το υπόλοιπο των Λ.Κ.99.900 δηλωνόταν στο κείμενο της ότι καταβλήθηκε με την υπογραφή ποσό Λ.Κ.24.900 και ότι παρέμενε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.75.000, το οποίο και θα πληρώνετο «ταυτόχρονα κατά την ώρα της μεταβίβασης του ακινήτου» στον Ενάγοντα. Ας σημειωθεί πως τώρα ως «ακίνητο» ορίζετο στον (όρο 1) το οικόπεδο, στον όρο 3Α1 γινόταν και πάλι αναφορά για υποχρέωση μεταβίβασης της οικίας και σε άλλα σημεία γίνεται αναφορά σε οικοδόμηση ή σε συμπλήρωση ή σε ανέγερση ή σε αλλαγές του ακινήτου (π.χ. στους όρους 5, 9, 10). Περαιτέρω ας σημειωθεί για ό,τι αξίζει επί του παρόντος πως στο πωλητήριο αυτό αναφερόταν (στον όρο 5) πως η Εναγόμενη όφειλε να συμπληρώσει την κατοικία και να παραδώσει την κατοχή της περί τις 31.3.05 αλλά όχι μετά τις 31.5.05 (πράγμα βασικά άτοπο και αχρείαστο αφού

πραγματικότητα ήδη είχε παραδοθεί η οικία). Εύκολα γίνεται αντιληπτό πως πάρα πολλοί όροι παρέμειναν οι ίδιοι όπως ήταν και στο πρώτο πωλητήριο έγγραφο. Ο Μ.Υ.1 παραδέχθηκε πως αυτό έγινε προς ικανοποίηση του Ενάγοντος ο οποίος είχε έντονη επιθυμία να μην γίνει οποιαδήποτε άλλη αλλαγή στο δεύτερο πωλητήριο «πέραν από την όλη διαδικασία ανταλλαγής περιουσίας αφού δεν ήθελε να απωλέσει οποιαδήποτε από τα αρχικά του δικαιώματα» βάσει του πρώτου πωλητηρίου. Η δήλωση του αυτή συνάδει με την αναφορά και αντίληψη του Ενάγοντος, την οποία ο Ενάγων προώθησε σταθερά και πειστικά, ότι όλη αυτή η διαδικασία αφορούσε και αποσκοπούσε στη μεταβίβαση της οικίας επ' ονόματι του. Δέχομαι πως αυτός ήταν ουσιαστικά και ο λόγος για τον οποίον υπέγραψε το δεύτερο πωλητήριο. Εξ ου και όταν αργότερα διαπίστωσε ότι αυτό δεν θα γινόταν έφυγε από το Κτηματολόγιο, όπου είχε συναντηθεί με τον δικολάβο. Ειδικότερα, όπως επιβεβαιώνεται από το πιστοποιητικό εγγραφής Τεκμήριο 21, στις 7.3.05 ο Ενάγων εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο και αυθημερόν (δυνάμει του φακέλου Π/799/2005 που εξυπονοεί δηλωθείσα πώληση) η ελιά επί του τεμ.512 ενεγράφη επ' ονόματι του αλλά όπως έχει λεχθεί, ο ίδιος αποχώρησε όταν διαπίστωσε ή αντιλήφθηκε ότι η άλλη πλευρά

ουσία προωθούσε τη μεταβίβαση μεριδίων επί του οικοπέδου. Τον ίδιο μήνα και συγκεκριμένα στις 24.3.05 τέθηκε σε ισχύ ο περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας τροποποιητικός Ν.29

(1)/05, ο οποίος επέτρεπε την έκδοση Πιστοποιητικού Συμπλήρωσης Εργασιών (στη βάση ειδικών διατάξεων προσωρινής ισχύος 18 μηνών), οπότε ο Μ.Υ.1 (λαμβάνοντας γνώση από το ενημερωτικό φυλλάδιο, Τεκμήριο 40) αποφάσισε να ενεργήσει βάσει των προνοιών του. Όπως ο ίδιος δέχεται απέστειλε επιστολή ημερ. 9.6.05, Τεκμήριο 41, στον αρμόδιο Δήμο εξηγώντας την όλη κατάσταση και ζητώντας την χορήγηση Μερικής Έγκρισης Οικοδομής.

εν λόγω επιστολή κατέληγε ως εξής η Εναγόμενη: «Παρόλα αυτά, βρισκόμαστε

εξαιρετικά δύσκολη θέση να μην μπορούμε να μεταβιβάσουμε τη μεσαία οικία μας με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να πληρωθούμε από τον αγοραστή της οικίας και να απειλούμαστε με οικονομική καταστροφή. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά δεν μπορούμε ούτε και να πάρουμε τελική έγκριση. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους θερμοπαρακαλούμε τον κύριο Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο όπως μας χορηγήσει τάχιστα Μερική Έγκριση Οικοδομής ούτως ώστε να κοπεί ο γόρδιος αυτός δεσμός που μας οδηγεί σταθερά προς την οικονομική καταστροφή». Για την πιο πάνω ενέργεια του ο Μ.Υ.1 ενημέρωσε με συστημένη επιστολή ημερ. 8.7.05, Τεκμήριο 42, τους συνιδιοκτήτες στο οικόπεδο. Παράλληλα όμως, η Εναγόμενη απέστειλε μέσω δικηγόρων και συστημένη επιστολή ημερ. 15.7.05 προς τον Ενάγοντα, Τεκμήριο 5, όπου αναφερόμενη στο δεύτερο πωλητήριο παραθέτει τα εξής: «

  1. Δυνάμει των όρων του ανωτέρω εγγράφου, η πελάτιδα μας ανέλαβε την υποχρέωση να σας μεταβιβάσει την μια από τις δύο οικίες, όπως περιγράφεται το πωλητήριο έγγραφο και εις αντάλλαγμα θα της μεταβιβάζατε το ακίνητο που περιγράφεται στο ίδιο έγγραφο και θα της εκαταβάλλατε το ποσό των ΛΚ100.000 (εκατό χιλιάδων).
  2. Η πελάτιδα μας συνεμορφώθη πλήρως με τις υποχρεώσεις της, όπως πηγάζουν από το πωλητήριο έγγραφο, συνεπλήρωσε την κατασκευή της οικίας και σας επαρέδωσε την κατοχή και χρήση της προ μερικών μηνών.
  3. Η πλευρά σας, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, παραλείπει να εκπληρώσει τις ιδικές της υποχρεώσεις και παρ' όλο που εξακολουθείτε να κατέχετε και να χρησιμοποιείτε την ανωτέρω οικία, παραλείπετε να προχωρήσετε στις συμφωνηθείσες μεταβιβάσεις και να καταβάλετε το συμφωνηθέν ποσό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της πελάτιδος μας.
  4. Η πελάτιδα μας, λόγω αυτής της συμπεριφοράς σας, υφίσταται ζημίες, για τις οποίες επιφυλάττει πλήρως τα δικαιώματα της.
  5. Σύμφωνα με ρητούς και/ή εξυπακουομένους όρους του πωλητηρίου εγγράφου, οι μεταξύ σας μεταβιβάσεις και η εκ μέρους σας καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού, θα ελάμβαναν χώραν αμέσως μετά την υπογραφή του. Η πελάτιδα μας θα σας εξέδιδε χωριστό τίτλο ιδιοκτησίας εντός ενός έτους από της παράδωσης της κατοχής της οικίας.
  6. Επειδή μέχρι σήμερα παραλείπετε να ανταποκριθείτε, η πελάτιδα μας σας καλεί όπως την 25ην Ιουλίου 2005 και ώρα 8.30 π.μ. παρουσιασθείτε στο Επαρχ. Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για να διενεργηθούν οι συμφωνηθείσες μεταβιβάσεις και καταβάλετε το συμφωνηθέν ποσό. Η πελάτιδα μας καθιστά ταυτοχρόνως την ανωτέρω ημερομηνία ουσιώδη όρο του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4ης/3/2005». Διαπιστώνεται λοιπόν ότι στο Τεκμήριο 41 η Εναγόμενη παραδέχεται την αδυναμία μεταβίβασης (της οικίας) ενώ στο Τεκμήριο 5 παραδέχεται ότι ακόμα και με το δεύτερο πωλητήριο είχε αναλάβει την υποχρέωση μεταβίβασης της αλλά ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε επειδή συμπλήρωσε την κατασκευή και παρέδωσε την κατοχή της, οπότε και ο Ενάγων όφειλε να μεταβιβάσει την ελιά και να εξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσόν. Είναι σαφές πως όταν η Εναγόμενη μέσω των συνηγόρων αναφερόταν (

§5

του Τεκμηρίου 5) σε μεταβιβάσεις μεταξύ των διαδίκων εννοούσε και πάλι τη μεταβίβαση μεριδίων επί του οικοπέδου εξ ου και πιο κάτω αναφέρεται σε έκδοση χωριστού τίτλου εντός ενός έτους από την παράδοση της οικίας.

πραγματικότητα πρόκειται για την ίδια αντίληψη την οποία εξαρχής και μέχρι και την ακρόαση είχε ο Μ.Υ.1, ότι δηλαδή με την παράδοση κατοχής και τη μεταβίβαση μεριδίων ο Ενάγων έπρεπε να εξοφλήσει κάθε ποσό και αργότερα θα του εξέδιδε χωριστό τίτλο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία βέβαια πως ο Ενάγων δεν εμφανίστηκε στο Κτηματολόγιο στις 25.7.05 δεδομένου ότι σταθερά δεν συμφωνούσε και δεν αποδεχόταν τη μεταβίβαση μεριδίων. Στις 8.5.06 το Τμήμα Πολεοδομίας εξέδωσε βάσει του Ν.29(Ι)/05 Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης Εργασιών για τη μεσαία (επίδικη) και τη δυτική κατοικία. Περαιτέρω, αν και δεν είχε προσωπική γνώση εξαρχής, ο Ενάγων δέχθηκε αντεξεταζόμενος πως όπως έμαθε και ο ίδιος πολύ αργότερα, ο Δήμος Έγκωμης είχε στις 25.7.06 εκδώσει Πιστοποιητικό Έγκρισης της οικοδομής καθ' όσον αφορά τη μεσαία και δυτική μονάδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εν λόγω πιστοποιητικό σημειώθηκε ως Τεκμήριο 23 για τον περιορισμένο σκοπό απόδειξης του εγγράφου που είχε κατατεθεί

πρώτη ακροαματική διαδικασία (ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή) πλην όμως ο Ενάγων

πραγματικότητα με την προφορική του μαρτυρία συμφώνησε ότι είχε όντως εκδοθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά το 2006, πράγμα το οποίο συνιστά και ανάλογο εύρημα. Εν πάση περιπτώσει όπως διαπιστώνεται από τα Τεκμήρια 45Α και 45Β, αμέσως μετά την εξασφάλιση του Πιστοποιητικού Έγκρισης, ήτοι στις 28.7.06 η Εναγομένη υπέβαλε αίτηση διαχωρισμού του όλου οικοπέδου σε δύο ξεχωριστά τεμάχια και συγκεκριμένα ένα για τις δύο δικές της κατοικίες και ένα για την κατοικία των συνιδιοκτητών της (ΑΧ .95/06). Είναι κατά τη χωρομετρική αυτή εργασία που είχε διαπιστωθεί η επέμβαση στο παρακείμενο τεμάχιο .33, η ιδιοκτήτρια του οποίου καταχώρισε αίτηση συνοριακής διαφοράς (ΑΧ .25/07), στα πλαίσια της οποίας διαπιστώθηκε ότι το διαφιλονικούμενο τμήμα ανήκε στο γειτονικό τεμάχιο (.33). Η ιδιοκτήτρια του τελευταίου καταχώρισε και την αγωγή 4887/08 στα πλαίσια της οποίας διετάχθη η υποβολή αίτησης αναπροσαρμογής συνόρων και αργότερα η καταβολή €2.600 από την Εναγόμενη για το μέρος που της αναλογούσε, το οποίο και όντως κατέβαλε η ίδια στις 30.11.11 (Τεκμήριο 44). Στις 21.6.12 η Εναγόμενη υπέβαλε και την αίτηση αναπροσαρμογής συνόρων (ΑΧ...93/12) αλλά οι συνιδιοκτήτες αρνούντο να υπογράψουν. Στις 21.10.15 κλήθηκαν τα μέρη να καταβάλουν τα αναλογούντα δικαιώματα εγγραφής, πράγμα που διευθετήθηκε την 1.12.15 με την Εναγομένη να καταβάλλει και την αναλογία των συνιδιοκτητών της (ενόψει της άρνησης τους), οπότε διευθετήθηκε οριστικά το θέμα της συνοριακής διαφοράς και μπορούσε πλέον να προχωρήσει και το θέμα διαχωρισμού (βάσει της παλαιότερης αίτησης υπ' αρ. ΑΧ .95/06). Κατά τον διαχωρισμό προέκυψαν δύο νέα τεμάχια εμβαδού το ένα 392 τ.μ. (οι δυο κατοικίες) και το άλλο 198 τ.μ. (η άλλη κατοικία). Υπέγραψε τα σχετικά έντυπα η Εναγομένη πλην όμως αρνήθηκαν και πάλι να υπογράψουν οι συνιδιοκτήτες οπότε ακολουθείται από τις 23.2.18 η διαδικασία του Νόμου με ανάρτηση ανακοινώσεων και αποστολή ειδοποιήσεων στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις. Τέλος, στη βάση του Τεκμηρίου 39 δέχομαι ότι η Εναγόμενη πλήρωσε στις αρμόδιες υπηρεσίες για τα έτη 2005-2009 τα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας ύψους €283.12 [(56,62 χ 3) + (56,63 χ 2)] και τα τέλη αποχετεύσεως ύψους €642.65 [66,29 + 88,38 + 110,48 + (188,75 χ 2)]. Τα πιο πάνω ποσά όμως αφορούν το όλο μερίδιο της Εναγομένης στο οικόπεδο και συνεπώς και τις δύο κατοικίες, οπότε το αναλογούν στη μεσαία είναι το ήμισυ του κάθε ποσού, δηλαδή €141,56 και €321,32, ήτοι συνολικά €462,88. Δεν απαιτείται ενασχόληση με άλλα έγγραφα του Τεκμηρίου 39 τα οποία αφορούν άλλα έτη μετά το 2009 καθότι δεν δικογραφείται οποιαδήποτε σχετική αξίωση. Κακοτεχνίες Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι απέστειλε επιστολή ημερ. 29.12.05 προς την Εναγόμενη παραπονούμενος για κακοτεχνίες και ατέλειες και δη το Τεκμήριο 7. Παρά τις όποιες προφορικές αναφορές του Μ.Υ.1 και παρά την επιστροφή της ειδοποίησης κατάθεσης συστημένου (Τεκμήριο 22) εντούτοις θα πρέπει να σημειωθεί πως η λήψη της επιστολής είναι παραδεκτή από την Εναγόμενη (με την §33 της Ε/Υ), γεγονός το οποίο καθίσταται και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου. Με την εν λόγω επιστολή του ο Ενάγων παραπονέθηκε συγκεκριμένα για επτά ζητήματα και συγκεκριμένα για: 1. Υγρασίες εσωτερικά-εξωτερικά 2. Ξεκολλημένα σκαλοπάτια κλιμακοστασίου 3. Απουσία κιγκλιδωμάτων κλιμακοστασίου 4. Λιμνάζοντα νερά μπροστά από το δωμάτιο θέρμανσης 5. Απουσία μηχανισμών ακινητοποίησης στις εσωτερικές πόρτες και μηχανισμών ασφάλισης στις εξωτερικές αλουμινένιες πόρτες ισογείου και υπνοδωματίων 6. Εκδορές λόγω τριβής στα εσωτερικά συρτάρια ντουλαπιών 7. Υγρασίες στα κεραμικά μπροστά από το γκαράζ λόγω υποχώρησης του αρμού Παράλληλα όμως επιφύλαξε το δικαίωμα του να καλέσει ειδικό για λεπτομερέστερο εντοπισμό των ζημιών. Προκύπτει δε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 πως αργότερα, ήτοι κατά τον Οκτώβριο του 2007, ο Ενάγων όντως ζήτησε από τον ίδιο να εντοπίσει και καταγράψει τις διάφορες τυχόν παραλείψεις, ζημιές ή κακοτεχνίες

οικία και να διαπιστώσει την πιθανή αιτία τους. Η ιδιότητα και εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Ε.2 δεν αμφισβητείται. Είναι πολιτικός μηχανικός με πολυετή εμπειρία και αναφέρθηκαν ήδη οι αρχές με βάση τις οποίες αξιολογείται τέτοιου είδους μαρτυρία. Αναντίλεκτο έχει παραμείνει και το ότι ο Μ.Ε.2 επιθεώρησε την οικία στις 6.10.17, στις 17.11.07 και στις 12.3.08, καθώς και ότι στη βάση των όσων παρατήρησε, εξέτασε και συνέταξε λίγο αργότερα, τον Απρίλιο του 2008 τη σχετική Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, η οποία αποτέλεσε και την κυρίως εξέταση του (Έγγραφο Β).

§3

του Εγγράφου Β κατέγραψε 19 προβλήματα τα οποία εντόπισε

οικία ως εξής: 3.

  1. Υψομετρική διαφορά κουζίνας-σαλονιού, ήτοι 50 εκ. αντί 30 εκ. 3.
  2. Υψομετρική διαφορά χώρου στάθμευσης και περιβάλλοντος χώρου, ήτοι 27 εκ. αντί 17 εκ. 3.
  3. Υψομετρική διαφορά στις μπαλκονόπορτες προς δωμάτια, ήτοι 11 εκ. αντί 2-3 εκ. 3.
  4. Κάποια κούφια μάρμαρα σκαλοπατιών κλιμακοστασίου. 3.
  5. Απουσία υδρορροής στον εσωτερικό κήπο-λιμνάζοντα νερά. 3.
  6. Λανθασμένη θέση υδρορροής στον ανοικτό χώρο μηχανημάτων

οροφή. 3.

  1. Υγρασίες στους εξωτερικούς τοίχους. 3.
  2. Ρωγμές στους τοίχους περίφραξης. 3.
  3. Καταστροφή πόρτας πάγκου ψησταριάς. 3.
  4. Υγρασίες σε τοίχους του κτηρίου. 3.
  5. Πρόβλημα στη ντουζιέρα πρώτου ορόφου. 3.
  6. Κάποιες κούφιες πέτρες επένδυσης πλαϊνού τοίχου της εισόδου. 3.
  7. Κάποια κούφια κεραμικά εξωτερικών χώρων. 3.
  8. Μεγάλο πρόβλημα υγρασίας δίπλα και πάνω από την πόρτα. 3.
  9. Ρωγμές στους τοίχους στα σημεία ένωσης των δοκών με την τοιχοποιϊα. 3.
  10. Δύο αντί τρία σκαλιά

κύρια είσοδο και σε απόσταση 1.60μ. αντί 0.50μ. 3.

  1. Λανθασμένη θέση υδρορροής και φρεατίου στο πλευρό της οικίας. 3.
  2. Ατέλειες στα επιχρίσματα και στους χρωματισμούς σε διάφορα σημεία. 3.
  3. Υγρασίες κάτω από πάγκους της κουζίνας. Τα ζητήματα ύπαρξης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης ή επέμβασης στο γειτονικό ακίνητο δεν είναι θέματα των οποίων η διερεύνηση ανατέθηκε στον Μ.Ε.2 ούτε και ανήκαν στο δικό του πεδίο εμπειρογνωμοσύνης, οπότε δεν θα απασχολήσουν κατά την εξέταση της μαρτυρίας του. Όσον αφορά τα αρχιτεκτονικά σχέδια θεωρώ καθόλα λογικό πως ο Μ.Ε.2 τα έλαβε από τον Ενάγοντα και δέχομαι τη θέση του. Βέβαια ούτε ο ίδιος παρουσίασε αυτά που είχε στη διάθεση του αλλά ούτε και κατά την αντεξέταση του τού είχαν υποδειχθεί άλλα από τα ισχύοντα τελευταία σχέδια. Από τις παρατηρήσεις του μόνον ορισμένες σχετίζονται με τη δέουσα εκτέλεση των σχεδίων (οι υπ' αρ. 3.1, 3.2, 3.3) ενώ όλες οι υπόλοιπες αφορούν υγρασίες ή άλλα κατασκευαστικά ή μεταγενέστερα προβλήματα ανεξάρτητα δηλαδή από τα σχέδια. Βασικά είναι σαφές ότι αναφέρεται στα υψόμετρα 0.80 με 1.10 από τραπεζαρία προς καθιστικό και 0.70 με 0.87 στον χώρο στάθμευσης. Συγκρίνοντας τις εν λόγω μετρήσεις τις οποίες είχε υπόψιν του όσον αφορά τις υψομετρικές διαφορές είναι προφανές ότι είχε

κατοχή του και υπόψιν του τα ισχύοντα αρχιτεκτονικά σχέδια, ήτοι αυτά για τα οποία εκδόθηκε η τελευταία τροποποιητική άδεια υπ' αρ.3101 ημερ. 23.12.03 και τα οποία επισυνάπτονται στο Τεκμήριο

  1. Όλες οι πιο πάνω καταγραφές του Μ.Ε.2 συνοδεύονται από κάποιες σχετικές φωτογραφίες διαφόρων σημείων, καθώς και εξειδικευμένα σχόλια του ιδίου για αυτές τις φωτογραφίες ή και κάποια παρεμφερή σημεία. Με την επιφύλαξη των όσων επεξηγούνται κατωτέρω δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο Μ.Ε.2 εντόπισε κατά τις επισκέψεις του τα όσα φωτογράφησε. Άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε σε καμιά περίπτωση κατά την αντεξέταση του. Ο μάρτυρας αυτός δεν ξαναεπισκέφθηκε την οικία μετά τον Μάρτιο του 2008 και ούτε γνωρίζει αν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή, επιδείνωση ή βελτίωση, σε σχέση με όσα παρατήρησε. Δέχομαι επίσης από τη μαρτυρία του ότι η αμοιβή του για την έρευνα και την έκθεση του ήταν €1.380 ως καταγράφεται και στο τιμολόγιο ημερ. 9.9.08, Τεκμήριο
  2. Θα πρέπει όμως να παρατηρήσω πως κάποια από τα σημεία, απλώς τα αναφέρει σε τίτλους και δεν προβαίνει

απαιτούμενη λεπτομερή και εξειδικευμένη καταγραφή όπως θα απαιτείτο για τέτοιου είδους εργασίες με συνέπεια να μην είναι δυνατό να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Η παράλειψη αυτή έχει περαιτέρω συνέπειες, ως θα εξηγηθεί, και

επιμέτρηση που έχει ακολουθήσει. Ειδικότερα, παρατηρείται γενικότητα, αοριστία και καθόλου εξειδίκευση στα Σημεία 3.4, 3.7, 3.8, 3.10, 3.12, 3.13, 3.15 και 3.18 της έκθεσης του, ως ακολούθως: 3.4- Αναφέρει γενικά ότι κάποια από τα μάρμαρα είναι κούφια, όπως και κάποιες τσεκολαδούρες. Έχει φωτογραφήσει ένα σημείο μόνο από το κλιμακοστάσιο στο οποίο μάλιστα δεν υποδεικνύεται κάποιο πρόβλημα σε σκαλοπάτι αλλά κάποια ελαφρά απόκλιση της αντιβαθμίδας. Δεν έχει αναφερθεί σε άλλα προβλήματα στα σκαλοπάτια ή στις τσεκολαδούρες ή στον αριθμό τέτοιων τυχόν προβλημάτων στο κλιμακοστάσιο.

§4

της Έκθεσης υπό τον τίτλο «Σχολιασμός» δεν αναφέρεται καθόλου στο θέμα κλιμακοστασίου ενώ

§5

υπό τον τίτλο «Εισηγήσεις» απλά το κατατάσσει στις Γενικές Κακοτεχνίες με την εξίσου αόριστη αναφορά «κούφια σκαλοπάτια και τσεκολαδούρες». Δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για το ποια και πόσα σκαλοπάτια ή τσεκολαδούρες έχουν πρόβλημα. 3.7- Κατά τον ίδιο τρόπο αναφέρεται γενικά και αόριστα σε υγρασίες στους εξωτερικούς τοίχους περιμετρικά της οικίας και δη στις βεράντες, έχοντας φωτογραφήσει μόνο ένα σημείο και μη υποδεικνύοντας οποιοδήποτε άλλο είτε

έκθεση είτε

προφορική του μαρτυρία. 3.8- Το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τις ρωγμές

περίφραξη. Ούτε τις έχει καταγράψει χωριστά ούτε τις έχει φωτογραφήσει ούτε έχει προβεί σε προφορική επεξήγηση ή υπόδειξη. 3.10- Στο θέμα των υγρασιών καταγράφει αόριστα ότι υπάρχει πρόβλημα με ανιούσες υγρασίες σε «πολλές τοιχοποιϊες» του κτηρίου και σε αρκετούς εσωτερικούς τοίχους αλλά έχει φωτογραφήσει μόνο τρία τέτοια σημεία. 3.12- Την ίδια τακτική ακολούθησε και σε σχέση με τις πέτρες επένδυσης του πλαϊνού τοίχου της εισόδου. Ενώ κατέγραψε ότι «μερικές» από αυτές είναι ανεπαρκώς κολλημένες απέφυγε να τις προσδιορίσει ή έστω να τις φωτογραφήσει παρότι αναφέρει ότι είναι επικίνδυνο να πέσουν και θα αναμένετο να το πράξει. Θεωρώ πως αφού ήταν μερικές και αφού ήταν όλες στο ίδιο σημείο θα μπορούσε είτε να τις φωτογραφήσει είτε να τις σχεδιάσει προσδιορίζοντας τις με κάποιο πιο συγκεκριμένο τρόπο, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει τις διαπιστώσεις του. 3.13- Εδώ παρομοίως αναφέρει ότι «κάποια» από τα κεραμικά των εξωτερικών χώρων είναι κούφια ενώ υπάρχουν «αρκετά» που δεν είναι επαρκώς χολιασμένα. Παραδόξως εδώ όχι μόνο δεν έχει γίνει καταγραφή των επιμέρους σημείων αλλά δεν έχει ληφθεί ούτε και κάποια φωτογραφία. 3.15- Αναφέρονται ρωγμές στους τοίχους (

ένωση με τις δοκούς) χωρίς και πάλι οποιαδήποτε εξειδικευμένη αναφορά ή επεξήγηση ενώ στη μοναδική φωτογραφία δεν έχει υποδειχθεί και δεν διακρίνεται εύκολα κάποια ρωγμή. 3.18- Το σημείο αυτό αναφέρεται σε ατέλειες σε επιχρίσματα και στους χρωματισμούς σε διάφορα σημεία και πάλι χωρίς οποιονδήποτε προσδιορισμό με εξαίρεση δύο φωτογραφίες οι οποίες παρέμειναν επίσης ασχολίαστες και χωρίς επεξήγηση από τον Μ.Ε.2. Για όλα τα πιο πάνω σημεία δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Μ.Ε.2 έχει εκπληρώσει το καθήκον το οποίο είχε απέναντι στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας. Όπως και ο ίδιος αναφέρει κλήθηκε να εντοπίσει και καταγράψει τυχόν παραλείψεις ή κακοτεχνίες και να διαπιστώσει την πιθανή αιτία τους. Αυτό σίγουρα δεν σημαίνει να δει μόνον ο ίδιος και να καταγράψει σε τίτλους κάποιο ζήτημα ή πρόβλημα φωτογραφίζοντας ένα σημείο κάθε φορά και προσφέροντας το ως παράδειγμα. Η μια φωτογραφία ενός και μόνο σημείου θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη αν υπήρχαν καταγραμμένα λεπτομερώς

έκθεση τα υπόλοιπα τυχόν προβληματικά σημεία υγρασιών, κεραμικών, σκαλοπατιών κλπ. Ο τρόπος με τον οποίον ενήργησε ο Μ.Ε.2 αναφορικά με τα πιο πάνω σημεία δεν επιτρέπει στο ίδιο το Δικαστήριο να ελέγξει την μαρτυρία του και να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη για το κατά πόσον υπήρχαν ή όχι προβλήματα ή κακοτεχνίες και ποια ήταν η αιτία τους σε συνάρτηση με τις πάντοτε αναγκαίες εξηγήσεις και επιστημονικές γνώσεις του Μ.Ε.

  1. Αντιθέτως χωρίς καν να τα έχει υπόψιν του το Δικαστήριο καλείται απλώς να δεχθεί τη μαρτυρία του περί του ότι υπάρχουν γενικά πολλά προβλήματα σε πολλά σημεία, πράγμα ανεπίτρεπτο. Δέχομαι όμως τη μαρτυρία του όσον αφορά τα υπόλοιπα σημεία, ήτοι τα υπ' αρ. 3.1-3, 3.5, 3.6, 3.9, 3.11, 3.14, 3.16, 3.17 και 3.
  2. Σε αυτά τα σημεία η έκθεση του είναι απολύτως συγκεκριμένη και σαφής ενώ και οι φωτογραφίες για το καθένα απεικονίζουν ακριβώς το πρόβλημα ή τη ζημιά, την οποία περιγράφει ο ίδιος όπως αρμόζει, συνδέοντας τη με συγκεκριμένη αιτιολογία. Δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία και ίσως παρέλκει να σημειώσω πως στηρίζομαι στον Μ.Ε.3 όσον αφορά τα συγκεκριμένα ποσά, ως ειδικό, και όχι στον Ενάγοντα ο οποίος κατέγραψε ψηλότερα ποσά

έκθεση απαίτησης και στη γραπτή δήλωση του, ανεβάζοντας το σύνολο στις €27.306,85, άγνωστο για ποιο λόγο. Αμέσως μετά την τελευταία επίσκεψη του Μ.Ε.2, ο Ενάγων απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή ημερ. 18.3.08, Τεκμήριο 8,

οποία αναφερόμενος

παλαιότερη επιστολή, πληροφορεί την Εναγόμενη ότι μετά την παράδοση της οικίας διεπίστωσε ελαττώματα και επικαλούμενος την Έκθεση (του Μ.Ε.2 προφανώς) αναφέρεται σε 16 από τα σημεία τα οποία ο πραγματογνώμονας είχε υποδείξει.

πραγματικότητα δεν αναφέρθηκε στα κούφια μάρμαρα κλιμακοστασίου, στα κούφια κεραμικά εξωτερικά και υγρασίες κάτω από πάγκους κουζίνας (σημεία 5, 13 και 19 ανωτέρω). Παράλληλα κάλεσε την Εναγόμενη να προβεί

επιδιόρθωση όλων των προβλημάτων, καθώς και όπως συμμορφωθεί το συντομότερο με την υποχρέωση για εξασφάλιση χωριστού τίτλου ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση και η καταβολή του υπολοίπου, προειδοποιώντας για λήψη δικαστικών μέτρων. Η επιστολή αυτή παραλήφθηκε από την Εναγόμενη στις 24.3.08, ως και η ίδια παραδέχεται

Υπεράσπιση της (§34). Λίγο αργότερα, ο Ενάγων ζήτησε από τους επιμετρητές ποσοτήτων Δημοσθένους & Αδαμίδης και συγκεκριμένα από τον Μ.Ε.3 να εκτιμήσει τις εργασίες που απαιτούντο για αποκατάσταση των όσων είχε εισηγηθεί στη δική του έκθεση ο Μ.Ε.2. Η ιδιότητα του Μ.Ε.3 ως επιμετρητή, η εμπειρογνωμοσύνη του, καθώς και το ότι επιθεώρησε την οικία για σκοπούς επιμέτρησης διαφόρων εργασιών επίσης δεν αμφισβητείται. Ειδικότερα δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται δεκτό ότι ο Μ.Ε.3 επιθεώρησε την οικία στις 17, 22 και 23.4.08 και ετοίμασε την σχετική Έκθεση του, Έγγραφο Γ, τον Ιούνιο του 2008.

έκθεση του (διατηρώντας την αρίθμηση του Μ.Ε.2) εξέφρασε τη γνώμη του ως προς τον τρόπο αποκατάστασης, ανέφερε σε κάθε σημείο τις μονάδες που απαιτούντο (σε μέτρα ή ποσό ή τεμάχια), την τιμή της κάθε μονάδος, καθώς και το ολικό ποσό αποκατάστασης κάθε επιμέρους προβλήματος. Βασικά ο Μ.Ε.3 ομαδοποιώντας τα ζητήματα κατέληξε ότι η οικονομική εκτίμηση για αποκατάσταση συνολικά ανέρχεται με τις τρέχουσες τιμές του 2008 στο ποσό των €20.417 ως εξής: 3.1 - Υψομετρική διαφορά στο εσωτερικό € 984.84 3.3 - Βεράντες € 371 3.2+3.5 - Υψομετρική διαφορά στον εξωτερικό χώρο €1.220,80 3.4 - Μαρμάρινα σκαλοπάτια στο κλιμακοστάσιο €4.208 3.6 - Ακύρωση υδρορροής € 434 3.7+3.10+ 3.19 - Υγρασίες σε εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους €4.513,35 3.8 - Ρωγμές σε τοίχους περίφραξης € 393,20 3.9 - Ξύλινη θύρα ψησταριάς € 200 3.11 - Ντουζιέρα ορόφου €1.486 3.12 - Πέτρες πλαϊνού τοίχου € 900 3.13 - Κεραμικά στο γκαράζ €2.853 3.14 - Υγρασίες εξωτερικές € 607,50 3.15+3.18 - Ρωγμές και ατέλειες €1.300 3.16 - Εξωτερικός χώρος

κύρια είσοδο € 770,60 3.17 - Μεταφορά υδρορροής € 175 ­­­ Σύνολο €20.417,29 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του και πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Μ.Ε.3 δεν επιχείρησε ούτε στη γραπτή δήλωση του ούτε

κυρίως εξέταση του να διαφοροποιήσει οποιαδήποτε τιμή μονάδος ή υλικού την οποία είχε θέσει

Έκθεση του το 2008. Είναι γεγονός όμως πως ερωτώμενος κατά την αντεξέταση προέβαλε πως ειδικά κατά τα τελευταία ένα-δύο έτη προέκυψαν κάποιες αυξήσεις, κυρίως σε υλικά. Σαφέστατα ο Μ.Ε.3 δεν ήταν προετοιμασμένος να εξηγήσει αναλυτικά περί αυξήσεων ούτε εν σχέσει με εργατικά ούτε εν σχέσει με υλικά. Ακόμα και για κάποια υλικά (π.χ. πολυμερικοί σουβάδες) για τα οποία ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν αυξήσεις και πάλι δεν ανέφερε κάποια συγκεκριμένη αύξηση, οπότε δεν θεωρώ ότι υπάρχει ανάγκη για ενασχόληση με τέτοιο ζήτημα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τον Μ.Ε.3 και πρέπει ευθύς εξαρχής να παρατηρήσω ότι η εμπειρογνωμοσύνη του επικεντρώνεται στις τιμές και γενικά στα έξοδα τα οποία θα απαιτούντο για την αποκατάσταση κάποιων προβλημάτων ή κακοτεχνιών, πάντοτε βέβαια υπό τον όρο ότι θα κριθεί ότι δικαιούται ο αγοραστής σε αποκατάσταση. Δεν συμφωνώ συνεπώς ότι ήταν θέματα δικά του το κατά πόσον εκδόθηκε πιστοποιητικό έγκρισης, το αν υπήρχε επέμβαση στο γειτονικό ακίνητο ή το κατά πόσον εγκρίθηκε π.χ. η υψομετρική διαφορά κλπ. Όπως έχει ήδη λεχθεί, ο Μ.Ε.3 έλαβε οδηγίες να εκπονήσει οικονομική εκτίμηση για αποκατάσταση των ζημιών σύμφωνα με τις εργασίες που απαιτούνται. Όπως όμως και ο ίδιος καταγράφει στο Έγγραφο Γ (σελ.1) η επιθεώρηση περιλάμβανε οπτικό έλεγχο με σκοπό τον εντοπισμό και καταγραφή των εργασιών που αναφέρονται

έκθεση του πολιτικού μηχανικού Μ.Ε.2, ήτοι το Έγγραφο Β και τούτο για σκοπούς επιμέτρησης των ποσοτήτων των απαιτούμενων εργασιών. Κατά την προφορική του μαρτυρία επανέλαβε πολλές φορές ότι ο ίδιος στηρίχθηκε στις τρεις επιτόπιες επισκέψεις του αλλά έχοντας ως οδηγό την έκθεση του Μ.Ε.2 η οποία τον καθοδηγούσε στο να υπολογίσει το κόστος των συγκεκριμένων κακοτεχνιών οι οποίες τού είχαν υποδειχθεί ως προβλήματα, καθώς και ότι επικεντρώθηκε σε ορισμένα σημεία. Ήταν δε απολύτως σαφής ότι ο ίδιος δεν δύναται να διαπιστώσει την αιτία κάποιου προβλήματος (π.χ. ρωγμές, υγρασίες κ.λ.π) καθότι δεν είναι πολιτικός μηχανικός και εξ ιδιότητος (του επιμετρητή) ασχολείται μόνο με το οικονομικό μέρος. Δέχθηκε πως η δική του έκθεση είναι οικονομικής φύσεως και αφορά επιμέτρηση και τιμολόγηση για να επιδιορθωθούν τα προβλήματα τα οποία είχε εντοπίσει ο Μ.Ε.2, προσθέτοντας πως ο ίδιος δεν είναι τεχνικός. Η έντιμη αυτή τοποθέτηση του Μ.Ε.3 δεν είναι ικανή, κατά την κρίση μου, να καλύψει το κενό από τον τρόπο με τον οποίο συνέταξε τη δική του έκθεση ο Μ.Ε.2 και από την απλή επανάληψη της κατά την προφορική μαρτυρία όσον αφορά τα σημεία που ήδη κρίθηκαν γενικά και αόριστα κατά την αξιολόγηση που προηγήθηκε. Είναι προφανές πως παρότι ο Μ.Ε.3 ομολογεί και επαναλαμβάνει ότι δεν ήταν δικό του καθήκον ή ειδικότητα εντούτοις

πραγματικότητα προχωρούσε εν σχέσει με τα πιο πάνω αόριστα σημεία, εντόπιζε ο ίδιος κατά την κρίση του και χωρίς συγκεκριμένη καθοδήγηση από τον Μ.Ε.2 αναγκαίες εργασίες τις οποίες και εν τέλει κοστολόγησε. Αυτό όμως ήταν καθήκον και αρμοδιότητα του Μ.Ε.2 και όχι του Μ.Ε.3. Είναι ενδεικτικό το πιο κάτω απόσπασμα από την αντεξέταση του: «Ε. Ας πούμε λέτε στη σελίδα 3, στο σημείο 1, «αφαίρεση υφιστάμενων μαρμάρινων αντιβαθμίδων από τα σκαλοπάτια, ποσότητα 19». Τα έχετε μετρήσει; A. Ναι. Ε. Γιατί μιλάτε για την αφαίρεση τους; Ήταν σπασμένα; A. Ήταν τοποθετημένα λανθασμένα και η αναφορά, με βάση την αναφορά του πολιτικού μηχανικού, τα οποία τα χαρακτήριζε και ως κούφια. Ε. Όλα; A. Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα για πόση ποσότητα, εάν ήταν όλα ή ορισμένα . Ε. Εσείς ζητάτε όμως να αλλαχτούν όλα. Α. Για να ζητώ σημαίνει ότι πρέπει να στηρίχθηκα

έκθεση του, η οποία μιλούσε ότι όλα τα σκαλοπάτια ήταν με κάποιο κούφωμα στο κάτω μέρος. Ε. Σας υποβάλλω ότι η έκθεση του δεν μιλά για όλα. Α. Δεν μπορώ να θυμηθώ αυτήν τη στιγμή. Ε. Ωραία, εάν δεν μιλά για όλα, υπάρχει ανάγκη αντικατάστασης όλων; Α. Σε έτσι περιπτώσεις, από τη στιγμή που κάποιες βαθμίδες ή αντιβαθμίδες αφαιρεθούν, λόγω του ότι είναι μαρμάρινα τα σκαλοπάτια αυτά, σπάζουν. Σημαίνει ότι η χρησιμοποίηση άλλων μαρμάρων,

περίπτωση που ήταν ορισμένα τα οποία είχαν πρόβλημα και ήταν κούφια, θα παρουσίαζε ανομοιομορφία

κατασκευή και σε έτσι περιπτώσεις χρησιμοποιούμε καινούργια εξ ολοκλήρου υλικά, για να μην υπάρχουν διχρωμίες και αυτό παρουσιάζεται σε περιπτώσεις υλικών, όπως είναι τα μάρμαρα. Ε. Μάλιστα. Η θέση σας τούτη διαφέρει από το γεγονός ότι δεν υπήρξε κανένα σπάσιμο; Δηλαδή ένα σπίτι, μια οικία -- Α. Μα αυτό που ανάφερα προηγουμένως και μίλησα για σπάσιμο, αφορούσε την περίπτωση όταν θα ξεκινούσε η αφαίρεση τους». Το απόσπασμα αφορά το σημείο 3.4 στο Έγγραφο Β. Εκεί ο Μ.Ε.2 ανέφερε πως «κάποια από τα μάρμαρα» είναι κούφια. Δεν υπέδειξε όμως ποια από αυτά ήταν κούφια. Ο Μ.Ε.3 δεν ζήτησε να πληροφορηθεί ποια εννοούσε ο Μ.Ε.2. Έκρινε από μόνος του ότι έπρεπε να αλλαχθούν όλα και επ' αυτής της κρίσης προέβη και

κοστολόγηση του εκτιμώντας ότι απαιτούνται €4.208 για την αφαίρεση συνολικά 19 σκαλοπατιών δηλαδή όλων, ανεξαρτήτως του ότι μόνο κάποια (άγνωστο ποια και πόσα) ήταν κούφια. Παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως δεν έχει δοθεί εξήγηση για ποιο λόγο πρέπει να σπάζουν κατά την αφαίρεση τους μάρμαρα τα οποία κατά τα άλλα είναι απλώς κούφια ή για ποιο λόγο δεν μπορούν να ξαναχρησιμοποιηθούν αφού συμπληρωθεί το κούφωμα με το κατάλληλο υλικό (γόμα ή πηλός). Ούτως ή άλλως βέβαια η δημιουργία «τσακρισμάτων» ήταν μόνο μελλοντικό και αβέβαιο ενδεχόμενο το οποίο σαφώς δεν είχε επέλθει. Άλλωστε εν τέλει εντίμως δέχθηκε και ο ίδιος πως εάν δεν σπάσει κατά την αφαίρεση δύναται να επανατοποθετηθεί και δεν έχω πειστεί από τη θέση του ότι αν αφαιρεθεί ένα πρέπει να αντικατασταθούν όλα στο κλιμακοστάσιο. Η ουσία είναι πως ο Μ.Ε.3 προχωρούσε από μόνος του να εντοπίζει σημεία τα οποία κοστολογούσε χωρίς να είχε τη συγκεκριμένη λεπτομερή καθοδήγηση από τον πολιτικό μηχανικό. Είναι αυτονόητο πως το ίδιο έπραξε για όλα τα οκτώ σημεία στα οποία και ο Μ.Ε.2 είχε αναφερθεί

έκθεση του με γενικότητα. Αρκεί να λεχθεί πως ο Μ.Ε.2 εντόπισε μόνος του: (α) για τα σημεία 3.7 και 3.10 συνολικά 26 κεραμικά, 21 τσεκολαδούρες εξωτερικά και 18 εσωτερικά, 31 αποσαθρωμένους σουβάδες εξωτερικά και 25 εσωτερικά, (β) για το σημείο 3.8 εντόπισε άγνωστο αριθμό ρωγμών και 20 μπογιατίσματα (γ) για το σημείο 3.12 εντόπισε 12 πέτρες (δ) για το σημείο 3.13 εντόπισε 7 κεραμικά ενώ χρέωσε και €2.500 προκαταρκτικά έξοδα εργολάβου (για προστασία, ασφάλεια και υγεία) χωρίς οποιαδήποτε υπόδειξη του Μ.Ε.2 ή επεξήγηση από τον Μ.Ε.3 (ε) για το σημείο 3.15 και 3.18 αναφέρθηκε σε άγνωστο αριθμό επιφανειών με ρωγμές και ατέλειες. Επαναλαμβάνεται πως όλα τα πιο πάνω αφορούν αποκλειστικά δική του κρίση, χωρίς συγκεκριμένη διαβούλευση με τον Μ.Ε.2 και κυρίως χωρίς να έχουν υποδειχθεί έστω και κατά περιγραφή στο δικαστήριο. Μάλιστα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού των εξόδων τα οποία θα απαιτούντο για κάποιες εργασίες τις οποίες όντως είχε εντοπίσει και φωτογραφήσει ο Μ.Ε.2 εν σχέσει με τα πιο πάνω. Συνεπώς για τα σημεία 3.4, 3.7, 3.8, 3.10, 3.12, 3,13, 3.15 και 3.18 σίγουρα δεν δύναται να γίνει δεκτή η μαρτυρία του δεδομένου ότι δεν ανήκει στη δική του εμπειρογνωμοσύνη, κατά δική του ομολογία. Εξαίρεση υπάρχει για το σημείο 19 (κουζίνα) το οποίο παρότι ομαδοποιήθηκε από τον Μ.Ε.3 με τα σημεία 3.7 και 3.10 εντούτοις

ανάλυση υπάρχουν δύο ξεχωριστά κονδύλια για την κουζίνα ύψους €200 και €400 (αφαίρεση και επανατοποθέτηση) τα οποία δύναται να ληφθούν υπόψιν, αφού όντως τα είχε υποδείξει και ο Μ.Ε.2. Όσον αφορά τα υπόλοιπα σημεία δέχομαι πως ο Μ.Ε.3 στηρίχθηκε στα ευρήματα του Μ.Ε.2 τα οποία ήταν συγκεκριμένα και με βάση τη δική του αρμοδιότητα και ειδίκευση προέβη

πρέπουσα κοστολόγηση βάσει των ισχυουσών τιμών

αγορά. Τονίζω πως δεν έχει αμφισβητηθεί η ανάλυση την οποία κατέγραψε

έκθεση του και δέχομαι ότι γι' αυτά θα απαιτούντο προς επιδιόρθωση ή αποκατάσταση τους το συνολικό ποσό των €6.849,74, αναλυόμενο ως εξής: 3.1 € 984,84 3.2+3.5 €1.220,80 3.3 € 371 3.6 € 434 3.9 € 200 3.11 €1.486 3.14 € 607,50 3.16 € 770,60 3.17 € 175 3.19 (μέρος) € 600 (ως εξηγήθηκε) Σύνολο €6.849,74 Ενοικιαστική Αξία Όπως έχει ήδη λεχθεί ούτε η ειδικότητα, εμπειρία και εμπειρογνωμοσύνη του εκτιμητή Μ.Υ.2 έχει αμφισβητηθεί. Οι σχετικές εκθέσεις του έχουν σημειωθεί ως Έγγραφα Στ και Ζ. Σκοπός του Μ.Υ.2, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε ήταν να εντοπίσει το αγοραίο ενοίκιο για την επίδικη μεσαία κατοικία για την περίοδο από 10.12.04 μέχρι την κλήση του στο Δικαστήριο (16.4.18). Όπως προκύπτει, ο Μ.Υ.2 είχε πραγματοποιήσει δύο επιτόπιες επιθεωρήσεις της οικίας, ήτοι στις 30.6.16 και στις 11.4.18, αλλά μόνον από την εξωτερική πλευρά, ως ήταν οι όροι εντολής λόγω και των κακώς σχέσεων των διαδίκων. Εξήγησε όμως ο Μ.Υ.2 πως επιθεώρησε εσωτερικά την εφαπτόμενη δυτική κατοικία, η οποία ως είχε πληροφορηθεί είναι πανομοιότυπη. Είναι προφανές πως συνεπεία της αδυναμίας επιθεώρησης εσωτερικά της ίδιας της οικίας ο Μ.Υ.2 αντιμετώπισε δύο ζητήματα με συνεπακόλουθες δυσκολίες κατά την εκτίμηση του, οι οποίες όμως δεν θεωρώ ότι επηρέασαν ή εξουδετέρωσαν την τελική θέση εκτίμησης του για τους ακόλουθους λόγους: α) Είναι γεγονός πως στηριζόμενος στα όσα είδε στη δυτική οικία ανέφερε πως και η επίδικη διαθέτει δάπεδα από γρανίτη, γρανιτέ

τραπεζαρία, κεραμικό στους υπόλοιπους χώρους, διπλούς υαλοπίνακες, αλουμινένιες περσιάνες, πάγκους από τεχνογρανίτη, ξύλινα ερμαράκια, ψευδοτάβανο, κεντρική θέρμανση και συσκευές κλιματισμού. Την πληροφορία ότι πρόκειται για ίδιες κατοικίες την έλαβε από τον Μ.Υ.

  1. Όμως η πηγή του δεν ήταν μόνο αυτή. Είχε στη διάθεση του αρχιτεκτονικό σχέδιο (το οποίο επεσύναψε) από το οποίο πράγματι επιβεβαιώνεται ότι πρόκειται για πανομοιότυπες κατοικίες σχεδιαστικά. Όσον αφορά τα διάφορα χρησιμοποιηθέντα υλικά τα όσα κατέγραψε όντως προνοούνται (με εξαίρεση τους ξύλινους πάγκους) στις προδιαγραφές κατασκευής Παράρτημα Α στη σύμβαση, Τεκμήριο
  2. Αυτονόητο είναι πως αν υπήρχε ουσιώδης διαφοροποίηση από τα προβλεπόμενα ο πρώτος ο οποίος θα ήγειρε ζήτημα θα ήταν ο Ενάγων, είτε κατά την κατασκευή είτε κατά την έγερση της αγωγής είτε κατά την αντεξέταση τόσο του Μ.Υ.1 όσο και του Μ.Υ.2, πράγμα που δεν έγινε. β) Το δεύτερο ήταν το ζήτημα κάποιων κατ' ισχυρισμόν κακοτεχνιών για τις οποίες βέβαια έχει ήδη αξιολογηθεί η μαρτυρία και έχει διαπιστωθεί ότι ήταν ουσιωδώς λιγότερες από όσες έχει υποβληθεί στον Μ.Υ.
  3. Δεν κρίνεται ότι οι αποδειχθείσες αυτές ζημιές θα επηρέαζαν την ενοικιαστική αξία του υποστατικού. Άλλωστε σημαντικό μέρος από αυτές έχουν εντοπιστεί στο εξωτερικό μέρος της οικίας, το οποίο και είχε επιθεωρήσει ο Μ.Υ.2 κατά τρόπο που κρίνεται ότι εάν υπήρχε κάτι το οποίο είχε τη δυναμική επηρεασμού της ενοικιαστικής αξίας, θα το κατέγραφε ξεχωριστά

τόσο λεπτομερή έκθεση του. Γενικά θεωρώ πως ο Μ.Υ.2 επιτέλεσε το καθήκον του επιμελώς, με επαγγελματισμό και ευθυκρισία, αμερόληπτα και δίκαια, λαμβάνοντας υπόψιν την υφιστάμενη κατάσταση της οικοδομής σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα συγκριτικά δεδομένα της περιοχής.

έκθεση του αλλά και

προφορική του μαρτυρία εξήγησε επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε, παρέχοντας την ευχέρεια στο Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Στη βάση των πιο πάνω δέχομαι ότι το αγοραίο ενοίκιο για την επίδικη οικία ήταν:

  1. €720 μηνιαίως από 10.12.04 - 31.12.06
  2. €770 «» «» 1.1.07 - 31.12.08
  3. €810 «» «» 1.1.09 - 31.12.10
  4. €850 «» «» 1.1.11 - 31.12.12
  5. €750 «» «» 1.1.13 - 31.12.15
  6. €725 «» «» 1.1.16 - 30.4.18 Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης είναι προφανές από τα εκατέρωθεν δικόγραφα και τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών πως προέχει η εξέταση τόσο της ισχύος όσο και των τυχόν συνεπειών της δεύτερης σύμβασης ημερ. 4.3.05 ούτως ώστε να διαπιστωθεί το νομικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις των μερών, δηλαδή κατά πόσον αυτές διέπονται από την πρώτη ή τη δεύτερη ή και τις δύο συμβάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη, εν πρώτοις θα πρέπει να λεχθεί ότι με δεδομένη τη στόχευση της η οποία ήταν αφενός η παράκαμψη της άρνησης των συνιδιοκτητών και αφετέρου η ανταλλαγή περιουσιών με τον τρόπο που επιχειρήθηκε εγείρεται ζήτημα νομιμότητας και συγκεκριμένα συμμόρφωσης της με το άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  7. Όπως προκύπτει από τη Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd

(1998)1 (A) A.A.Δ. 300 όπου τα γεγονότα, τα οποία καθιστούν κάποια συμφωνία παράνομη, έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί καθήκον του να αρνηθεί να εφαρμόσει την παράνομη συμφωνία, ανεξάρτητα από την έγερση του ζητήματος της παρανομίας από τους ίδιους τους διαδίκους. Όπως δε, ειδικότερα αναφέρεται

ίδια υπόθεση: «Το άρθρο 23 στοχεύει στο να αποτρέψει την τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή την δημόσια πολιτική επειδή το συμφέρον του δημοσίου θα πληγεί σε περίπτωση που επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό την διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με την δεύτερη το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδ. σελ.227-228).» Σύμφωνα δε με το άρθρο 23 του Κεφ.149 ο σκοπός κάποιας συμφωνίας είναι παράνομος στις περιπτώσεις που αυτός απαγορεύεται από τον νόμο ή είναι τέτοιας φύσης που αν επιτρέπετο θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις κάποιου νόμου ή συνιστά απάτη ή επάγεται βλάβη σε άλλον ή

περιουσία του ή τέλος ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ως αντίθετος με τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική.

παρούσα περίπτωση, όπως και αν ιδωθεί η δεύτερη σύμβαση, είναι σαφές πως σκοπός της ήταν να παρακάμψει την άρνηση των συνιδιοκτητών να υπογράψουν και η όλη εφαρμογή του σχεδίου έδιδε την πεπλανημένη εικόνα σε οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο πως επρόκειτο για μια γνήσια ανταλλαγή. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ.224 διασφαλίζεται δικαίωμα επιλογής στους συνιδιοκτήτες ακινήτου και για αυτό καμιά μεταβίβαση δεν διενεργείται εκτός αν ακολουθηθεί κάποια συγκεκριμένη και ρητώς προβλεπόμενη στον Νόμο κτηματολογική διαδικασία, της οποίας η ουσία είναι να διαφανεί ότι ο συνιδιοκτήτης δεν επιθυμεί ο ίδιος να αγοράσει το πωλούμενο μερίδιο στη συμφωνηθείσα με τον τρίτο αγοραστή τιμή πώλησης. Εδώ έχει διαφανεί πως ο Μ.Υ.1 θέλοντας να μεταβιβάσει μερίδια οικοπέδου έπεισε τον Ενάγοντα να προβούν σε δήθεν ανταλλαγή περιουσίας ακριβώς για να αποφύγουν τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου. Σαφέστατα δε, επρόκειτο για μια εικονική και απατηλή ανταλλαγή υπό την έννοια ότι καμιά περιουσία δεν διέθετε ο Ενάγων και καμιά πρόθεση για πραγματική ανταλλαγή δεν υπήρχε. Ακόμα και αυτή την ελιά φρόντισε να την αγοράσει ο ίδιος ο Μ.Υ.1 για να φανεί στα μάτια των αρμοδίων αρχών και των συνιδιοκτητών ότι προσφέρει κάτι ο Ενάγων προς ανταλλαγή. Είναι πραγματικά αμφίβολο κατά πόσον υπάρχει υποεδάφιο του άρθρου 23 του Κεφ.149 το οποίο δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσας, υπό την έννοια ότι: α) Η δεύτερη συμφωνία αποσκοπούσε στη μεταβίβαση περιουσίας της Εναγομένης κατά τρόπο μη επιτρεπόμενο αφού

πράξη εξαπατούντο οι συνιδιοκτήτες. β) Θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις του άρθρου 25 του Κεφ.224, οι οποίες επιβάλλουν δικαίωμα προτεραιότητας στους συνιδιοκτήτες γ) Τόσο η υποτιθέμενη αγορά της ελιάς από τον Ενάγοντα με σχετική δήλωση στο Κτηματολόγιο όσο και η ανταλλαγή της με την οικία ήταν μια εικονική απατηλή πράξη και όχι γνήσια επιθυμία των μερών, η οποία εξαπατούσε τους συνιδιοκτήτες, καθώς και τις αρμόδιες κτηματολογικές και φορολογικές υπηρεσίες δ) Θα επέφερε βλάβη στα δικαιώματα των συνιδιοκτητών οι οποίοι κανονικά επί μεταβίβασης μεριδίων είχαν το δικαίωμα επιλογής ε) Σαφώς και το ίδιο το Δικαστήριο θεωρεί πως μια τέτοια δράση και συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη και τη δημόσια πολιτική και δεν θα ήταν επιτρεπτό να εγκρίνει τέτοια συμπεριφορά και εφαρμόσει τέτοια σύμβαση. Στη βάση των ανωτέρω δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ως συμφωνία που έχει παράνομο σκοπό η δεύτερη σύμβαση ημερ. 4.3.05 είναι άκυρη σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 23. Εν πάση περιπτώσει όμως και ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης θα πρέπει να προστεθεί για σκοπούς πληρότητας πως δεν θα συμφωνούσα ότι αυτή η δεύτερη σύμβαση θα μπορούσε να συνιστά αντικατάσταση της αρχικής. Η αντικατάσταση σύμβασης προνοείται στο άρθρο 62 του Κεφ. 149 και βασική συνέπεια της είναι πως καθιστά την αρχική ως σύμβαση μη χρήζουσα εκπλήρωσης. Όπως ρητώς αναφέρεται, εάν οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσουν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση δια νέας τότε η αρχική δεν χρήζει εκπλήρωσης.

υπόθεση Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Πολυδωρίδη κ.α. ν. Πολυδωρίδης

(1993)1 Α.Α.Δ. 68 αναφέρθηκε ακριβώς ότι: «Το άρθρο 62 του περί Συμβάσεων Νόμου - Κεφ. 149, που καθιερώνει και ρυθμίζει την αντικατάσταση (novation) στο δίκαιο των συμβάσεων, προβλέπει ότι κάθε συμφωνία συνεπαγόμενη όχι μόνο την υποκατάσταση υφιστάμενης σύμβασης με νέα αλλά και την ακύρωση ή τη μετατροπή της, απαλλάττει τους συμβαλλόμενους από την υποχρέωση εκτέλεσης της. (Βλ. Pollock & Mulla, Indian Law of Contract and Specific Relief Acts, 10th Ed., σελ. 434 κ.επ.).» Από την ίδια υπόθεση προκύπτει ότι ο Νόμος δεν προβλέπει οποιοδήποτε συγκεκριμένο τύπο για την απαλλαγή από υφιστάμενες υποχρεώσεις και την υποκατάσταση υφιστάμενης σύμβασης με νέα. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση της αντικατάστασης δεν είναι απαραίτητο όπως οι υποχρεώσεις οι οποίες αναλαμβάνονται με τη νέα σύμβαση να είναι οι ίδιες με εκείνες που είχαν αναληφθεί με τη σύμβαση η οποία αντικαθίσταται. Το πρόβλημα

παρούσα θα ήταν ότι δεν έχει καταδειχθεί καν πως υπήρξε συμφωνία για αντικατάσταση της παλαιάς, αφού, όπως έχει καταδειχθεί, ο Ενάγων δεν ήθελε να χάσει οποιοδήποτε δικαίωμα, ουδέποτε απέσυρε την πρώτη σύμβαση από το Κτηματολόγιο και, στηριζόμενος στα όσα του έλεγε ο Μ.Υ.1, θεωρούσε

πραγματικότητα (έστω και αφελώς) ότι το δεύτερο έγγραφο ήταν απλά ένα «εργαλείο» για μεταβίβαση της οικίας (βλ. Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., Πολ. Έφ. 195/19, ημερ. 30.5.14, Πίγκος Εστεϊτς Λτδ ν. Καλογήρου κ.α., Πολ. Έφ. 304/09, ημερ. 28.9.15). Είναι δε ενδεικτικό πως ο Ενάγων με την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 11.8.05, Τεκμήριο 6, δηλαδή πολύ σύντομα μετά εξήγησε και γραπτώς ότι καμιά αντικατάσταση δεν είχε επέλθει. Κατά συνέπεια, μετά τις πιο πάνω διαπιστώσεις συνάγεται πως οι συμβατικές σχέσεις των μερών ρυθμίζονται με βάση την αρχική σύμβαση πώλησης ημερ. 17.1.04. Η εν λόγω σύμβαση κατατέθηκε εμπρόθεσμα με βάση τις διατάξεις του τότε ισχύοντος Κεφ.232 στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας και ποτέ δεν έχει τερματιστεί από οποιονδήποτε από τους διαδίκους παρά τις όποιες εντάσεις, αντεγκλήσεις και αψιμαχίες μεταξύ τους και κανένας εξ αυτών δεν είχε καταστήσει τον χρόνο ουσιώδη δεδομένου ότι δεν ήταν με βάση την αρχική σύμβαση και τη μεταγενέστερη συμπεριφορά των διαδίκων (Iris Development Ltd v. Λαζαρίδη

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1504 και Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 867). Ο Ενάγων σε όλη την επιστολογραφία του προς την Εναγομένη απλώς την καλούσε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. Η δε Εναγόμενη μέσω του Μ.Υ.1 και παρά τις απόψεις και τις όποιες άλλες προσπάθειες του, όλα αυτά τα χρόνια συνέχισε και τις προσπάθειες της για έκδοση ξεχωριστού τίτλου, ούτως ώστε να μπορέσει να μεταβιβάσει και εισπράξει το υπόλοιπο του τιμήματος. Είναι ενδεικτικό πως ακόμα και λίγες μέρες πριν την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Υ.1 με επιστολή του ημερ. 13.2.18 ζήτησε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο λεπτομερή ενημέρωση για την πορεία των φακέλων που αφορούν τη συνοριακή διαφορά και τον διαχωρισμό που θα οδηγήσει

τιτλοποίηση, και ως αποτέλεσμα είχε και παρουσίασε σχετική επιστολή ημερ. 26.2.18, Τεκμήριο 45Β, στο οποίο υποδεικνύονται ακόμα και οι αριθμοί των (προτεινόμενων) νέων τεμαχίων. Στη βάση των λεχθέντων

υπόθεση Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 768 κρίνω πως η διαπιστωθείσα παρανομία της δεύτερης σύμβασης διαχωρίζεται από την πρώτη σύμβαση, την οποία αφήνει ανεπηρέαστη και αμόλυντη να ρυθμίζει τις σχέσεις των μερών. Από τους όρους της αρχικής σύμβασης είναι χρήσιμο να υπομνησθούν οι όροι 1 και 2 στους οποίους ρητώς προνοείται πως (
  1. i)η Εναγόμενη πωλεί την οικία (
  2. ii)η καταβολή ΛΚ15.000 θα γίνει κατά την υπογραφή και των ΛΚ10.000 εντός δύο μηνών και ότι (iii) το υπόλοιπο ποσό θα πληρωθεί κατά την ώρα της μεταβίβασης του ακινήτου (της οικίας δηλαδή) στον αγοραστή στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η καταβολή του υπολοίπου εκ Λ.Κ.75.000 ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση της οικίας συνιστούν αμοιβαίες υποσχέσεις εν τη εννοία του άρθρου 51 του Κεφ.149. Προνοείται εκεί ρητώς πως εάν η σύμβαση συνίσταται εξ αμοιβαίων υποσχέσεων ταυτοχρόνως εκπληρωτέων, κανένας από τους δύο συμβαλλόμενους δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υποχρέωση του εκτός εάν και ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει τη δική του. Τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν εν πολλοίς με αυτά της Σπύρου ν. Aristo Developers Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ. 1159, όπου στα πλαίσια σύμβασης αγοράς ακινήτου η τρίτη και τελευταία δόση θα έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά και πάλι συγχρόνως με τη μεταβίβαση. Όμως ούτε οι αγοραστές ούτε ο πωλητής προσφέρθηκε για μεταβίβαση του ακινήτου. Μόνη διαφορά ότι κάποια στιγμή εκεί ο πωλητής είχε ακυρώσει κιόλας τη σύμβαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως, αφού ο πωλητής δεν είχε πληροφορήσει τους αγοραστές μέχρι τη δηλωθείσα ημερομηνία ότι ήταν έτοιμος και πρόθυμος να μεταβιβάσει το ακίνητο, τότε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι εκείνοι αθέτησαν τη δική τους υπόσχεση για πληρωμή κατά την ορισθείσα ημέρα. Κατ' ακολουθίαν, ο πωλητής δεν είχε δικαίωμα ακύρωσης ή τερματισμού της σύμβασης και οποιαδήποτε τυχόν τέτοια ενέργεια δεν είχε οποιοδήποτε έγκυρο αποτέλεσμα. Δεδομένου δε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις (του Κεφ.232) διέταξε την ειδική εκτέλεση της σύμβασης, υπό τον όρο της πληρωμής της τρίτης δόσης, ως η σύμβαση. Εξετάζοντας την έφεση το Ανώτατο Δικαστήριο (Δικαστής Κωνσταντινίδης) ανέφερε τα εξής: «

παρούσα υπόθεση, η στάση και των δύο συμβαλλομένων ως προς την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποσχέσεών τους κατά την κοινή και για τους δύο ταχθείσα ημερομηνία, κατά την ευνοϊκότερη για τον εφεσείοντα εκδοχή, αφαιρουμένης δηλαδή της κρίσης πως δεν ήταν πράγματι έτοιμος και πρόθυμος τότε, ήταν ακριβώς η ίδια. Δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους και ουδείς εξέφρασε προθυμία και δυνατότητα εκπλήρωσης. Τούτου δοθέντος, ουδείς απέκτησε ιδιαίτερο δικαίωμα έναντι του άλλου, απλώς με αναφορά

ημερομηνία που τάχθηκε. Εφόσον δε αναφερόμαστε στον εφεσείοντα, αυτός δεν μπορούσε, ενώ παρέμεινε σιωπηλός και δεν ζήτησε πληρωμή κατ' επίκληση του ουσιώδους του χρόνου, εκδηλώνοντας και την προθυμία και ετοιμότητά του να μεταβιβάσει ταυτοχρόνως, να καταλογίσει στους εφεσίβλητους παράβαση ουσιώδους όρου της σύμβασης παρέχουσας, άνευ ετέρου, δικαίωμα τερματισμού ή ακύρωσής της. Η σύμβαση, βεβαίως, παρέμεινε ζωντανή αλλά, πλέον, με αποδυναμωμένους τους όρους για το ουσιώδες του χρόνου εκπλήρωσης. Από εκεί και πέρα, ήταν θέμα του καθενός να ενεργήσει και το ζήτημα δεν αφορά στο ποιος πρόλαβε να κάμει τι. Οι εφεσίβλητοι θα ήταν ένοχοι παράλειψης αν σε πρόσκληση για πληρωμή και μεταβίβαση σε ορισμένο νέο ευλόγως τιθέμενο χρόνο, δεν ανταποκρίνονταν. Ο εφεσείων δεν μπορούσε, όπως ορθά έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, απλώς να τερματίσει τη σύμβαση. ................................ Η ορθότητα της κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τη συνύπαρξη των εκ του νόμου προϋποθέσεων για ειδική εκτέλεση δεν έχει αμφισβητηθεί και η αναφορά, στο πλαίσιο του λόγου 13, στο γεγονός ότι δεν πληρώθηκε το τίμημα ενώ δεν προωθήθηκε με οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, και, πάντως, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η διαταγή για ειδική εκτέλεση τελεί υπό τον όρο της πληρωμής. Η έφεση απορρίπτεται με έξοδα». Κρίνεται πως τα πιο πάνω ισχύουν, κατ' αναλογίαν πάντοτε, και

παρούσα περίπτωση. Η Εναγόμενη ποτέ δεν ζήτησε πληρωμή με ταυτόχρονη ετοιμότητα να μεταβιβάσει την οικία (όχι τα μερίδια) και δεν δύναται βέβαια να προβάλλει ότι ο Ενάγων παρέβη τη σύμβαση, αλλά ούτε και ότι η ίδια απέκτησε τέτοιο δικαίωμα τερματισμού ή και ότι τερμάτισε οποτεδήποτε νόμιμα τη σύμβαση. Ανάλογη συνεπώς πορεία επιβάλλεται και

παρούσα. Όσον αφορά το ζήτημα της ειδικής εκτέλεσης επισημαίνεται κατ' αρχάς πως βάσει του άρθρου 16

(2)του μεταγενέστερου σχετικού περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Ν. 81
(1)/11, οι διατάξεις του εφαρμόζονται και εν σχέσει με συμβάσεις που είχαν κατατεθεί πριν την έναρξη του ακόμα και αν σε σχέση με αυτές εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, όπως συμβαίνει και

παρούσα περίπτωση. Λαμβανομένων υπόψιν των αναγκαίων διατυπώσεων του άρθρου 6 του Ν. 81

(1)/11 αναμφίβολα η επίδικη σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης δεδομένου ότι: α) Η σύμβαση κατατέθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. β) Δεν εγείρεται ούτε και έχει προβληθεί οποιοδήποτε ζήτημα παραγραφής. Συμπεραίνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 7
(2)του Ν.81
(1)/11 πως η ανυπαρξία επί του παρόντος ξεχωριστού τίτλου για την οικία δεν συνιστά κώλυμα για το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης δεδομένου ότι είναι δυνατή η παράλληλη έκδοση σχετικής διαταγής προς λήψη των αναγκαίων διαβημάτων για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής. Κακοτεχνίες Όσον αφορά το θέμα των κακοτεχνιών, στη βάση της προηγηθείσας αξιολόγησης έχει γίνει δεκτό πως υπήρξαν

οικοδομή 10 προβληματικά σημεία τα οποία χρήζουν επιδιορθώσεων, οι οποίες με βάση άλλη αποδεκτή μαρτυρία θα κοστίσουν €6.849 συνολικά. Ορισμένα από αυτά αφορούν αλλαγές ή τροποποιήσεις επί της οικίας όπως είναι τα σημεία 3.1, 3.2, 3.3, 3.6, 3.16 και 3.17. Σύμφωνα με τον όρο 7 της αρχικής σύμβασης, η Εναγόμενη είχε μεν το δικαίωμα να επιφέρει κάποιες αλλαγές ή τροποποιήσεις

οικία πλην όμως θα έπρεπε πρώτα να επισημανθούν οι αλλαγές στον αγοραστή και να εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη του πράγμα που δεν έγινε

παρούσα ενώ και σύμφωνα με τον όρο 8 κάθε παρέκκλιση θα έπρεπε να συμφωνείται γραπτώς εκ των προτέρων. Η διενέργεια των αλλαγών αυτών χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Ενάγοντα συνιστά παράβαση των όρων της σύμβασης και η Εναγομένη οφείλει να τον αποζημιώσει για αυτές. Ως προς τα υπόλοιπα, το σημείο 3.9 αφορά τις πόρτες του πάγκου ψησταριάς για τις οποίες πρέπει να λεχθεί πως στις Προδιαγραφές Κατασκευής (Παράρτημα Α στο Τεκμήριο 1) προνοείτο όντως κατασκευή τους από αλουμίνιο. Πράγμα που δεν έπραξε η Εναγόμενη (με αποτέλεσμα την καταστροφή τους) κατά παράβαση της σύμβασης και επίσης οφείλει αποζημίωση. Τα δε σημεία 3.11, 3.14 και 3.19 (μέρος) αφορούν όλα προβλήματα υγρασιών τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Πρόκειται δηλαδή για ζητήματα τα οποία είχε συμπεριλάβει

επιστολή του ο Ενάγων στις 29.12.05. Αναμφίβολα πρόκειται για ζητήματα τα οποία προέκυψαν και εντοπίστηκαν μετά την παραλαβή κατοχής στις 10.12.04 και σαφώς καλύπτονται και από την εγγύηση ενός έτους, η οποία υπήρχε και στις Προδιαγραφές Κατασκευής της αρχικής σύμβασης (Παράρτημα Α του Τεκμηρίου 1). Ως προς τις μεθόδους αποζημίωσης

υπόθεση Cypra Ltd v. Α. Γιάπας Λτδ, Πολ. Έφεση 282/10, ημερ. 11.5.15 λέχθηκαν τα εξής: «Οι αρχές που διέπουν την απόδειξη κονδυλίων όπως τα υπό εκδίκαση παρατίθενται στο σύγραμμα Hudson's Building and Engineering Contracts - Eleventh edition, volume 1. Εντοπίζονται τα ακόλουθα

παράγραφο 8-137: "Consideration of the cases illustrated above shows that, in the case if defective work (that is, work not in accordance with the contract) there are in fact three possible bases of assessing damages, namely¨ (

  1. a)the cost of reinstatement; (
  2. b)the difference in cost to the builder of the actual work done and the work specified; or (
  3. c)the diminution in value of the work due to the breach of contract.» Σε αντίθεση δε με την ως άνω υπόθεση

παρούσα θεωρώ πως παρουσιάστηκε η ανάλογη μαρτυρία και έχει αποδειχθεί με την απαιτούμενη αυστηρότητα και σαφήνεια το ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών αυτών, όπως και των ποσών τα οποία έχουν καταβληθεί στους δύο εμπειρογνώμονες. Ανταπαίτηση Όσον αφορά την ανταπαίτηση καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω ευρήματα, καθώς και τις διαπιστώσεις όσον αφορά τη νομική πτυχή πως δεν μπορούν να επιτύχουν οι αξιώσεις για ακύρωση της αρχικής σύμβασης, για διαγραφή της από το Κτηματολόγιο, για παράδοση της οικίας αλλά ούτε και οποιαδήποτε αξίωση σχετιζόμενη με την παράνομη δεύτερη σύμβαση ημερ. 4.3.05, όπως η μεταβίβαση ή η απώλεια κέρδους (Χριστοδούλου κ.α. ν. Vraets

(2009)1(A) A.A.Δ. 253). Δεδομένης δε της κατάληξης για ειδική εκτέλεση δεν τίθεται θέμα ενοικίων για την κατοχή από 10.12.04 αφού αυτό ήταν απόρροια της αρχικής σύμβασης (Χρίστου ν. S. D. Clinic Ltd
(2000)1(Γ) 2039). Ούτε επίσης δικαιούται οποιοδήποτε ποσό για επιπλέον εργασίες η Εναγόμενη δεδομένου ότι αυτό έχει καταβληθεί ήδη από τον Ενάγοντα, ως έχει διαπιστωθεί. Σημειώνεται βέβαια ότι παρά την αξίωση της για διαγραφή της σύμβασης και επιστροφή της οικίας η Εναγόμενη ζήτησε και την καταβολή του υπολοίπου των Λ.Κ.75.000. Το ποσόν των Λ.Κ.75.000 το δικαιούται όντως η Εναγόμενη πλην όμως κατά τον τρόπο που έχει εξηγηθεί ήδη, δηλαδή ως μέρος των αμοιβαίων υποσχέσεων των μερών. Δεν δικαιούται βέβαια

καταβολή οποιουδήποτε τόκου δεδομένου ότι δεν προβλέπεται κάτι τέτοιο στη σύμβαση, το εν λόγω ποσό δεν κατέστη ακόμα πληρωτέο και δεν έχει γίνει καν προσπάθεια απόδειξης οποιουδήποτε ποσού αποζημιώσεων υπό μορφή τόκου. Η Εναγόμενη δικαιούται απόφαση για τα αποδειχθέντα τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας και αποχετεύσεων δεδομένου ότι αυτό ακριβώς προνοείται ρητώς στον όρο 10 του Τεκμηρίου 1 ήτοι ότι τα επιβαρύνεται ο ίδιος ο Ενάγων από της παράδοσης της οικίας. Σημειώνεται ότι αφορούν μόνο τα έτη 2005-2009 τα οποία καλύπτονται δικογραφικά. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω εκδίδονται: A. Διάταγμα διά του οποίου διατάσσεται η ειδική εκτέλεση της αρχικής επίδικης σύμβασης ημερ. 17.1.04 υπό τον όρο ότι ταυτόχρονα με την εκτέλεση της ο Ενάγων θα καταβάλει το ποσόν των €128.145 (Λ.Κ. 75.000)

Εναγόμενη ως προβλέπεται στη σύμβαση. Νοείται ότι σε περίπτωση παράλειψης του Ενάγοντος να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση ή σε περίπτωση απροθυμίας ή ανικανότητας του να καταβάλει το πιο πάνω ποσό κατά τη μεταβίβαση, το εν λόγω ποσό θα καθίσταται πλέον εισπρακτέο με τόκο 8% ετησίως από την εν λόγω ημερομηνία, ως προνοείται στη σύμβαση, διατηρουμένων παράλληλα οποιωνδήποτε τυχόν άλλων δικαιωμάτων έχει με βάση τη σύμβαση ή τον Νόμο η Εναγομένη. Νοείται περαιτέρω ότι ως προς την ισχύ του Διατάγματος εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Νόμου. Β. Διάταγμα διά του οποίου διατάσσεται η Εναγόμενη ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της όπως λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα και διαβήματα προς εξασφάλιση των απαιτούμενων, από οποιονδήποτε εν ισχύι Νόμο ή Κανονισμό, πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων για τη διενέργεια χωριστής εγγραφής για την επίδικη μεσαία οικία επί του Τεμ.4XX5, Φ/Σχ. 21/60W1, Τμήμα X, Έγκωμη, επιβαρυνόμενη η ίδια η Εναγόμενη τα έξοδα έκδοσης του ως άνω χωριστού τίτλου. Γ. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εις βάρος της Εναγομένης για

  1. €6.849 ως αποζημιώσεις για τα έξοδα αποκατάστασης με νόμιμο τόκο από σήμερα.
  2. €2.630 ως αποζημιώσεις για τις αμοιβές ειδικών με νόμιμο τόκο. Δ. Απόφαση υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος του Ενάγοντος για
  3. €141,56 τέλη ακίνητης ιδιοκτησίας ετών 2005-2009 με νόμιμο τόκο
  4. €321,32,75 τέλη Συμβουλίου Αποχετεύσεων ετών 2005- 2009 με νόμιμο τόκο Ε. Όσον αφορά τα έξοδα συνεκτιμώντας ότι αποτέλεσε εύρημα και διαπίστωση μου πως η αρχική σύμβαση παρέμεινε εν ισχύι και ότι αυτή αφορούσε αμοιβαίες υποχρεώσεις χωρίς οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων να έχει καταστήσει τον χρόνο ουσιώδη κρίνω ορθότερο και δικαιότερο όπως μη αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα η έκδοση διαταγής ειδικής εκτέλεσης των αμοιβαίων υποχρεώσεων αλλά τα έξοδα να υπολογιστούν στις αντίστοιχες κλίμακες των χρηματικών αξιώσεων οι οποίες πέτυχαν και να συμψηφιστούν. Ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα

αγωγή προς όφελος του Ενάγοντος σε κλίμακα €2.000-10.000 συν Φ.Π.Α και

ανταπαίτηση προς όφελος της Εναγομένης σε κλίμακα μέχρι €500 συν Φ.Π.Α. Μετά τον υπολογισμό τους τα έξοδα να συμψηφιστούν, φροντίδι του Πρωτοκολλητή, με νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αγοραπωλητήριο Έγγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.