MODESTOU SOUND & VISION PUBLIC COMPANY LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 6140/2010, 24/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A309 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6140/2010 Μεταξύ: MODESTOU SOUND & VISION PUBLIC COMPANY LTD Ενάγουσας -και- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου 24 Ιουνίου 2019 Για Ενάγουσα: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: κα Ζ. Χαραλάμπους για Γενικόν Εισαγγελέα ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αγωγή της η Ενάγουσα είχε αξιώσει αποζημιώσεις ύψους €377.082,51, για ζημιές τις οποίες κατ' ισχυρισμόν υπέστη συνεπεία πράξεων ή παραλείψεων της Δημοκρατίας και ή του Τμήματος Τελωνείων (εφεξής «το Τελωνείο») και ή υπαλλήλων του περί τον Φεβρουάριο του 2006 (ποσόν το οποίο αργότερα περιόρισε σε €315.194,25). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης εντός του 2005 εμπορεύματα της Ενάγουσας αξίας €408.936,67, τα οποία προηγουμένως ευρίσκοντο σε δύο αποθήκες, συγκεντρώθηκαν στη μια εκ των δύο αποθηκών αποταμίευσης. Αργότερα και μετά από έλεγχο το Τελωνείο στις 11.1.06 σφράγισε την εν λόγω αποθήκη και ενώ τελούσαν υπό τον έλεγχο του, περί τις 28.2.06 απωλέσθησαν και ή εκλάπησαν εμπορεύματα αξίας €377.082,51. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως το Τελωνείο είχε τη φύλαξη και έλεγχο της αποθήκης, οπότε το ίδιο ήταν υπόχρεο να προστατεύσει την περιουσία της έναντι παντός κινδύνου, πράγμα το οποίο αμέλησε να πράξει, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ισόποσες ζημιές στην Ενάγουσα για τις οποίες και είναι υπεύθυνο. Από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος προβάλλει ότι αφενός κατά τον Φεβρουάριο του 2006 η αποθήκη (στην οποία έγινε διάρρηξη) τελούσε υπό τη διαχείριση της Εταιρείας Nicos Hadjioannou Bonded Warehouses Ltd (εφεξής «η διαχειρίστρια») η οποία είχε την πλήρη ευθύνη για τη λειτουργία και διαχείριση της, όπως και για τη φύλαξη των εμπορευμάτων και αφετέρου ότι τα εμπορεύματα της Ενάγουσας δεν ήταν μεταξύ των εμπορευμάτων που είχαν κλαπεί αλλά και αν ήταν το Τελωνείο δεν ενήργησε αμελώς. Ο Εναγόμενος δέχεται τη σφράγιση στις 11.1.06 αλλά αρνείται ότι η αποθήκη ήταν υπό τον έλεγχο και τη φύλαξη του, τονίζοντας ότι τα κλειδιά της τα κατείχε υπάλληλος της διαχειρίστριας εταιρείας και ότι μοναδικός σκοπός της σφράγισης ήταν ο έλεγχος της εισαγωγής και εξαγωγής εμπορευμάτων και όχι η φύλαξη της αποθήκης ή των εμπορευμάτων. Προσθέτει πως περί τις 27.2.06, όταν λειτουργοί του Τελωνείου πήγαν στην αποθήκη για σκοπούς επιτήρησης νέας παράδοσης εμπορευμάτων διαπιστώθηκε ότι η αποθήκη είχε παραβιαστεί, οπότε ακολούθησε καταγγελία στην Αστυνομία και φυσικός έλεγχος κατά τον οποίο διαπιστώθηκαν ελλείμματα εμπορευμάτων, ιδιοκτησίας διαφόρων εισαγωγέων. Αργότερα, περί τις 10.3.06 η Αστυνομία εντόπισε στην κατοχή δύο προσώπων αριθμό αφορολόγητων εμπορευμάτων συνολικής αξίας €25.731 (Λ.Κ.15.060), τα οποία είχαν κλέψει, παραβιάζοντας τη μεταλλική μπροστινή πόρτα της αποθήκης. Το Τελωνείο διαπίστωσε ότι αριθμός εμπορευμάτων της Ενάγουσας αποτελούσαν έλλειμμα από τις αποθήκες της διαχειρίστριας εταιρείας και για αυτό επέβαλε δασμούς, φόρους και επιβαρύνσεις σε 13 περιπτώσεις, τα οποία η Ενάγουσα κατέβαλε ανεπιφύλακτα. Ενώ σε σχέση με μέρος των ελλειμμάτων το Τελωνείο εξέδωσε Βεβαιώσεις Τελωνειακής Οφειλής, τις οποίες η Ενάγουσα προθυμοποιήθηκε να εξοφλήσει υπό τον όρο έκδοσης πιστοποιητικού για τα ελλείποντα εμπορεύματα. Εναντίον της άρνησης του Τελωνείου να χορηγήσει πιστοποιητικό καταχωρίστηκε Προσφυγή η οποία απερρίφθη. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρες δύο διευθυντές της, ήτοι τους κ. Β. Μοδέστου και κ. Χ. Μοδέστου (Μ.Ε1 και Μ.Ε2) ενώ ο Εναγόμενος κάλεσε τη λειτουργό του Τελωνείου κα Καμιναρά (Μ.Υ.). Η ακρόαση άρχισε με Δήλωση Παραδεκτών Γεγονότων, Έγγραφο Α, και παρουσίαση εκ συμφώνου εγγράφων, Τεκμήρια 1-7. Ο Μ.Ε.1 παρουσίασε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Β, στην οποίαν εξηγεί, μεταξύ άλλων, ότι ο ίδιος ενημερώθηκε περί τα τέλη Μαρτίου 2006 από τράπεζα για τη διάρρηξη στην αποθήκη Καντάρας και ακολούθως παραθέτει τις περαιτέρω ενέργειες του και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του, τονίζοντας ότι παρά τη σφράγιση εντούτοις το Τελωνείο δεν ειδοποίησε την Ενάγουσα για τη διάρρηξη. Η ασφαλιστική τους εταιρεία ζητούσε Βεβαίωση απολεσθέντων, την οποία θα έστελλε το Τελωνείο στην Αστυνομία. Αντί τούτου όμως, τον Ιούλιο του 2006 αντιλήφθηκαν φορτηγά του Τελωνείου να μεταφέρουν συσκευασμένα εμπορεύματα της Ενάγουσας, οπότε τις επόμενες μέρες πήγαιναν για καταμέτρηση στο Τελωνείο όπου διαπιστώθηκε ότι τα απολεσθέντα ήταν αξίας €315.194,25. Επειδή δε, υπήρχε διαβεβαίωση για χορήγηση κατάστασης απολεσθέντων η Ενάγουσα άρχισε να καταβάλλει τους δασμούς και τον ΦΠΑ για τα εμπορεύματα, όπως ζήτησε το Τελωνείο, αναμένοντας ότι για την κλοπή θα αποζημιώνετο η Ενάγουσα από την ασφάλεια. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2006 αντιλήφθηκε ότι δεν θα έπαιρναν τη Βεβαίωση οπότε σταμάτησαν να πληρώνουν οποιουσδήποτε άλλους πληρωτέους δασμούς, τους οποίους εν τέλει κατέβαλε η ασφαλιστική της διαχειρίστριας (ΚΟΣΜΟΣ) κατ' απαίτησιν του Τελωνείου. Κατά τον ίδιο χρόνο η Αστυνομία αρνήθηκε τη δική τους καταγγελία λέγοντας ότι τα εμπορεύματα ήταν υπό την κατοχή και φύλαξη του Τελωνείου. Η άρνηση του Τελωνείου να χορηγήσει πιστοποιητικό είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίσει την Ενάγουσα να διεκδικήσει αποζημίωση (από την ασφαλιστική εταιρεία), η οποία και ζήμιωσε το ποσό της αξίας τους. Αργότερα, μέσω αλληλογραφίας που έλαβαν οι δικηγόροι τους, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για τα διαδραματισθέντα στις 11.1.06 και 1.2.06. Είναι η θέση του πως λόγω της σφράγισης η Ενάγουσα δεν είχε οποιαδήποτε πρόσβαση στις αποθήκες, ενώ για την αποθήκη Καντάρας η άδεια διαχείρισης είχε ανακληθεί από την 1.2.06. Παρουσίασε το ασφαλιστήριο, κατάσταση τιμολογίων, κατάσταση ισοτιμίας και 12 δέσμες τιμολογίων - αποδείξεων ως Τεκμήρια 8 έως 11.12. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι αγνοεί τη διαδικασία μετακίνησης από μια αποθήκη σε άλλη και ότι δεν ενεπλάκη ποτέ σε τέτοια μεταφορά. Δέχθηκε ότι έμαθαν για μεταφορά που έγινε κατά το 2004 αλλά είπε πως το έμαθαν μετά που αυτή έγινε και συγκεκριμένα μετά τη διάρρηξη. Επέμεινε ότι οι ίδιοι ενημερώθηκαν σχετικά από την Τράπεζα, αναγνωρίζοντας σχετική επιστολή της διαχειρίστριας (Τεκμήριο 12). Δέχθηκε ότι η Αστυνομία συνέταξε έκθεση σε σχέση με τη διάρρηξη (Τεκμήριο 13 για περιορισμένο σκοπό), καθώς και ότι τα δικά τους εμπορεύματα δεν συμπεριλαμβάνοντο στον κατάλογο κλοπιμαίων αλλά υποστήριξε ότι τα δικά τους εμπορεύματα δεν ήταν στον κατάλογο απολεσθέντων διότι το Τελωνείο τα θεώρησε ως ελλείποντα, οπότε δεν διερεύνησε για αυτά η Αστυνομία. Το Τελωνείο αρνήθηκε να δώσει κατάλογο κλοπιμαίων. Ο Μ.Ε.2 κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε μεταξύ άλλων σε περιστατικό όπου ο ίδιος περί τα μέσα του 2006 είδε δύο αυτοκίνητα φορτωμένα με εμπορεύματα τους οπότε πήγε στην αποθήκη Καντάρας να δει τι γίνεται. Εκεί συνάντησε τελωνειακούς οι οποίοι τού είπαν ότι τα έπαιρναν σε κυβερνητικές αποθήκες για καταμέτρηση, διαδικασία η οποία κράτησε τρεις-τέσσερις εβδομάδες, στην παρουσία εκπροσώπου της Ενάγουσας. Του έλεγαν ότι αργότερα το Τελωνείο θα χορηγούσε πιστοποιητικό για να μπορέσει να υποβάλει απαίτηση στην ασφάλεια, οπότε η Ενάγουσα άρχισε και πλήρωνε τους δασμούς. Παρότι υπέβαλε την επιστολή που του είχαν ζητήσει (Τεκμήριο 4), εντούτοις δεν έλαβαν το πιστοποιητικό. Αντεξεταζόμενος προέβαλε και αυτός πως λόγω της σφράγισης την κατοχή της αποθήκης την είχε το Τελωνείο. Συμφώνησε ότι τα εμπορεύματα τα είχε ασφαλισμένα και η διαχειρίστρια εταιρεία, καθώς και η Ενάγουσα στην Εθνική Τράπεζα. Η Μ.Υ. υιοθέτησε γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Γ, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε στα καθήκοντα της, στην παραχώρηση αδειών στη διαχειρίστρια εταρεία, στους σχετικούς όρους, στην ασφάλιση των εμπορευμάτων (Τεκμήριο 12), καθώς και στο ότι η Ενάγουσα είχε αποθηκευμένα εμπορεύματα τόσο στην αποθήκη της οδού Τηλεμάχου όσο και στην άλλη της οδού Καντάρας. Όταν στις 11.1.06 βρέθηκε κενή η αποθήκη Τηλεμάχου το Τελωνείο σφράγισε την αποθήκη Καντάρας για διασφάλιση των αναλογούντων δασμών και φόρων. Προσέθεσε πως ανακλήθηκε η άδεια για την αποθήκη Καντάρας και δόθηκε χρόνος ενός μηνός για μετακίνηση των εμπορευμάτων. Υπήρξε μια νομότυπη παράδοση εμπορευμάτων αλλά στις 27.2.06, σε παρόμοια επίσκεψη διαπίστωσαν παραβίαση της πόρτας της αποθήκης. Ενημερώθηκε η Αστυνομία και ακολούθησε αποθεματικός έλεγχος. Στις 10.3.06 συνελήφθησαν δύο πρόσωπα σχετικά με τη διάρρηξη και η Αστυνομία εντόπισε κλοπιμαία ρολόγια (Τεκμήρια 13 και 15). Το Τελωνείο ενημερώθηκε για διάταγμα εκκαθάρισης της διαχειρίστριας εταιρείας (Τεκμήριο 16) και μετά από κάποιες διαδικασίες τα εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στις 27.7.06 σε Αποθήκη Δημοσίου παρουσία διευθυντών της Ενάγουσας. Δασμοί καταβλήθηκαν τόσο από την Ενάγουσα όσο και από την ασφαλιστική ΚΟΣΜΟΣ. Η Μ.Υ. αρνήθηκε ότι διαβεβαίωσε τον Μ.Ε.1 πως το Τελωνείο θα εξέδιδε πιστοποιητικό απώλειας. Αντεξεταζόμενη είπε πως εκτός από την καταγραφή των εμπορευμάτων απαιτείται και λογιστικός έλεγχος ο οποίος διαρκεί περισσότερο χρόνο. Ήταν η θέση της πως κατά τη σφράγιση της αποθήκης Καντάρας ελάχιστα ήταν τα δηλωμένα εκεί εμπορεύματα της Ενάγουσας. Τα υπόλοιπα ήταν δηλωμένα στην αποθήκη Τηλεμάχου η οποία βρέθηκε κενή και μετά από όλο τον έλεγχο εκδόθηκαν Βεβαιώσεις Τελωνειακής Οφειλής και καταβλήθηκαν οι οφειλόμενοι φόροι. Διευκρίνισε ότι υπήρξαν ελλείμματα που διαπιστώθηκαν κατά τον λογιστικό έλεγχο, πέραν των όσων κλοπιμαίων είχε εντοπίσει η Αστυνομία. Ήταν η θέση της πως η Ενάγουσα άρχισε και πλήρωνε δασμούς και ΦΠΑ στα εμπορεύματα που έπρεπε να είναι μέσα στην αποθήκη και όσα ήταν μέσα τα παραλάμβανε (η Ενάγουσα). Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και μαρτυρία τους προς εξαγωγή των απαραίτητων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Εν πρώτοις κρίνεται πως θα υποβοηθούσε την καλύτερη παρακολούθηση των γεγονότων και την ανάδειξη των ουσιωδών αμφισβητούμενων ζητημάτων της υπόθεσης, η παράθεση των δηλωθέντων Παραδεκτών Γεγονότων, τα οποία έχουν ως εξής: 1. Η Ενάγουσα είναι Δημόσια Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται με την εισαγωγή και πώληση ηλεκτρικών ειδών (Τεκμήριο 1). 2. Οι αποθήκες αποταμίευσης της εταιρείας Nicos Hadjioannou Bonded Warehouses Ltd με αναγνωριστικούς αριθμούς Α1261.. στην οδό Τηλεμάχου 19 και Α1114.. στη Λεωφόρο Καντάρας 51, είχαν άδειες λειτουργίας από το Τελωνείο (Τεκμήρια 2 και 3). 3. Στις 11.1.06 το Τελωνείο επιθεώρησε τις δύο αποθήκες και διαπίστωσε ότι αυτή στην οδό Τηλεμάχου 19 ήταν κενή. 4. Στην αποθήκη Καντάρας υπήρχαν εμπορεύματα. Το Τελωνείο σφράγισε τη συγκεκριμένη αποθήκη με τελωνειακή σφραγίδα. 5. Στις 27.2.06 τελωνειακοί λειτουργοί μετέβησαν συνοδευόμενοι από υπάλληλο της διαχειρίστριας εταιρείας (την κα Θεμιστοκλέους), στην αποθήκη Καντάρας όπου διαπίστωσαν παραβίαση της κλειδωμένης και σφραγισμένης πόρτας της. Η παραβίαση ήταν αποτέλεσμα διάρρηξης, την οποία ακολούθησε και κλοπή κάποιων εμπορευμάτων. 6. Το Τελωνείο ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα για τη διάρρηξη και την κλοπή. 7. Η Ενάγουσα ζήτησε από το Τελωνείο με επιστολές να της δοθεί πιστοποιητικό των ελλειμμάτων που εντοπίστηκαν στα εμπορεύματα της και το Τελωνείο με επιστολή δεν ικανοποίησε το αίτημα της (Τεκμήριο 4 επιστολή ημερ. 6.11.06, Τεκμήριο 5 επιστολή ημερ. 4.1.07, Τεκμήριο 6 επιστολή ημερ. 6.7.07, Τεκμήριο 7 επιστολή ημερ. 6.9.07). 8. Στις 12.7.06 το Ε.Δ. Λευκωσίας πληροφόρησε το Τελωνείο ότι υπήρχε ένταλμα έξωσης, εναντίον του Ν. Χ' Ιωάννου, ενοικιαστή του υποστατικού στην Καντάρας και ορίσθηκε έξωση για τις 4.8.06. Με την εν λόγω επιστολή δίδετο προθεσμία μέχρι 31.7.06 όπως τα εμπορεύματα που υπήρχαν στο υποστατικό μετακινηθούν καθότι στην προκαθορισμένη ημερομηνία έξωσης το Δικαστήριο θα παρέδιδε κενό κατοχής το υποστατικό στον ιδιοκτήτη χωρίς καμία ευθύνη για το περιεχόμενο του. 9. Στις 27.7.06, υπό το φως του πιο πάνω εντάλματος έξωσης, λειτουργοί του Τελωνείου μετέφεραν τα εμπορεύματα στην Αποθήκη Δημοσίου του Τελωνείου Λευκωσίας για ασφαλή φύλαξη. 10. Η αξία των ελλειμμάτων της Ενάγουσας με βάση τα εμπορεύματα που δηλώθηκαν αρχικά στη βάση των διασαφήσεων είναι €315.194,25. 11. Το Τελωνείο υπέβαλε αίτηση και έλαβε από την Κόσμος Ασφαλιστική το υπόλοιπο των δασμών που οφείλονταν για τα ελλείμματα που εντοπίστηκαν στα εμπορεύματα της Ενάγουσας. Προστίθεται βέβαια στα πιο πάνω πως μέσα από την τροποποιηθείσα Απάντηση της Ενάγουσας συνάγονται επίσης ως παραδοχές το ότι: α) Η αποθήκη στην Τηλεμάχου ήταν κενή από τον Σεπτέμβριο του 2005 (§3 της Απάντησης). β) Η Ενάγουσα κατέβαλε μέρος των ποσών που απαιτήθηκαν από αυτή με τις Βεβαιώσεις Τελωνειακής Οφειλής που αναφέρονται στην §4.16 (και μέσω αυτής στην §4.11) της τροποποιημένης Υπεράσπισης ενώ το υπόλοιπο ποσό το κατέβαλε η ασφαλιστική εταιρεία (δηλαδή η «Κόσμος», ως αναφέρεται και στα Παραδεκτά Γεγονότα). Βασικά πρόκειται για απαιτήσεις αναλογούντων (στα ελλείποντα εμπορεύματα) εισαγωγικών δασμών και φόρων σε εννέα περιπτώσεις, μετά από έκδοση Βεβαιώσεων Τελωνειακής Οφειλής συνολικού ύψους €49.135,96 συν επιβάρυνση και τόκο (§4.11.2). Μετά την παράθεση των πιο πάνω παραδεκτών ή αναντίλεκτων γεγονότων καθίσταται σαφές πως τα γεγονότα γενικά δύνανται να διαχωριστούν σε δύο χρονικές περιόδους με ορόσημο τη διαπίστωση της διάρρηξης στις 27.2.06. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 πρέπει να παρατηρήσω πως και οι δύο, κατά κάποιο παράδοξο τρόπο, φάνηκαν να αγνοούν εντελώς ή να γνωρίζουν επιφανειακά κάποια άλλα ή και να είναι απρόθυμοι να αναφερθούν σε γεγονότα προ της διαπίστωσης της διάρρηξης με λεπτομέρεια, σαφήνεια ή πειστικότητα. Έδωσαν την εικόνα ότι γνώριζαν πολύ περισσότερα και πάντως ότι είχαν τη δυνατότητα να αναφερθούν εκτενέστερα στα εμπορεύματα τους και στις σχέσεις τους με τη διαχειρίστρια εταιρεία αλλά για δικούς τους λόγους επέλεξαν να μην το πράξουν. Όσον αφορά τα μεταγενέστερα γεγονότα είναι επίσης προφανές πως τα γνώριζαν αποσπασματικά και τούτο σε αρκετές περιπτώσεις μέσα από έγγραφα ή δηλώσεις άλλων προσώπων, ερμηνεύοντας τα πλείστα με βάση την πεποίθηση τους ότι για όλα υπεύθυνο ήταν το Τελωνείο. Σε αρκετές περιπτώσεις βέβαια τα όσα πληροφορήθηκαν συνάδουν με άλλη αναντίλεκτη μαρτυρία αλλά δεν θεωρώ ότι μπορώ να στηριχθώ στη δική τους μαρτυρία προς επίλυση αμφισβητούμενων ζητημάτων επί γεγονότων. Για την Μ.Υ. σχημάτισα γενικά καλή εντύπωση. Έδωσε την εικόνα προσώπου το οποίο είχε σφαιρική και ολοκληρωμένη προσωπική γνώση για ουσιώδη ζητήματα, την οποία μετέφερε στο δικαστήριο με συνοχή, πειστικότητα και ειλικρίνεια. Δεν θεωρώ ότι επηρεάστηκε από την υπηρεσιακή της σχέση. Αντιθέτως δεν δίστασε να δεχθεί όλες τις ενέργειες του Τμήματος της αποδίδοντας στους προϊστάμενους της συγκεκριμένες ενέργειες, δηλώνοντας ευθαρσώς και εντίμως ότι ακολουθούσε κατά τον επίδικο χρόνο τις οδηγίες τους. Το πρώτο ζήτημα από πλευράς γεγονότων το οποίο χρήζει επίλυσης είναι το κατά πόσον κατά τον επίδικο χρόνο η Ενάγουσα εισήγαγε εμπορεύματα, ποια εμπορεύματα και σε ποια αποθήκη τα τοποθέτησε. Έγινε ήδη παραδεκτό πως η Ενάγουσα εισαγάγει και πωλεί ηλεκτρικά είδη. Στην έκθεση απαίτησης (§4) παρατίθεται η γενική θέση πως τα εμπορεύματα της Ενάγουσας κατά τον Ιούλιο του 2005 ήταν αποταμιευμένα και στις δύο αποθήκες, Τηλεμάχου και Καντάρας και ότι κατά ή περί τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2005 μεταφέρθηκαν από την πρώτη στη δεύτερη χωρίς δική της ανάμιξη. Εκφεύγοντας από τη δικογράφηση αυτή ο Μ.Ε.1 κατέβαλε σαφή προσπάθεια στη γραπτή δήλωση του να διευρύνει τον πιο πάνω χρόνο λέγοντας (στην §3) πως τα εμπορεύματα της Ενάγουσας «το 2005 και το 2006» ευρίσκοντο στην αποθήκη Τηλεμάχου και στην αποθήκη Καντάρας. Είναι σαφές πως θέλησε με αυτό τον τρόπο να διασφαλίσει πως ανά πάσα στιγμή, μέχρι και τη διάρρηξη το 2006 δηλαδή, όλα τα εμπορεύματα της Ενάγουσας ευρίσκοντο είτε και στις δύο αποθήκες είτε μετά την εκκένωση της μιας, στην άλλη αποθήκη, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται όμως από την προσαχθείσα μαρτυρία, ως εξηγείται κατωτέρω. Προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός πως καμιά αναφορά δεν γίνεται από πλευράς Ενάγουσας ή τους μάρτυρες της για το ποια εμπορεύματα εισήγαγε, καθώς και ως προς το ποια συγκεκριμένα από αυτά εναπέθεσε και πότε σε κάποιαν από τις δύο αποθήκες. Αναμφίβολα ως επιχειρηματίες και επαγγελματίες εισαγωγείς θα είχαν και οι ίδιοι κάποια στοιχεία τουλάχιστον για το ποια εμπορεύματα τους περιήλθαν σε καθεστώς τελωνειακής αποταμίευσης, οπότε θα αναμένετο να μπορούσαν να είναι πιο συγκεκριμένοι, λεπτομερείς και πειστικοί. Εν πάση περιπτώσει όμως το ότι η Ενάγουσα εισήξε εμπορεύματα γενικά επιβεβαιώνεται (
- i)κατ' αρχάς από τη δηλωθείσα στην Υπεράσπιση θέση του Τελωνείου ότι προχώρησε στην επιβολή δασμών για συγκεκριμένα αποθέματα, με συγκεκριμένους αριθμούς αναφοράς, (
- ii)κατά δεύτερον από τη δήλωση των δικηγόρων της Ενάγουσας σε επιστολή τους ημερ. 6.7.07, Τεκμήριο 6, ότι η πελάτιδα τους είχε εισάξει εμπορεύματα κατά τα έτη 2000 έως 2004, (iii) από αναφορά του Τελωνείου στη δική του επιστολή ημερ. 6.9.07, Τεκμήριο 7, για συγκεκριμένη εισαγωγή (178 τηλεοράσεων) στις 3.8.01 και (
- iv)τέλος από το παραδεκτό γεγονός ότι η αξία των ελλειμμάτων με βάση τα εμπορεύματα τα οποία δηλώθηκαν αρχικά στη βάση των διασαφήσεων είναι €315.194,25 σε συνδυασμό με την αναντίλεκτη μαρτυρία της Μ.Υ. ότι εν τέλει είχαν εντοπιστεί κάποια εμπορεύματα της Ενάγουσας (στην αποθήκη Καντάρας), πράγμα από το οποίο συνάγεται ότι είχε εισάξει εμπορεύματα μεγαλύτερης αξίας από τα ελλείμματα. Σημειώνεται ότι ως δέχεται στην Υπεράσπιση του, το Τελωνείο για τα ελλείμματα είχε επιβάλει αφενός δασμούς ύψους €6.998,44 επί 13 αποθεμάτων και αφετέρου εξέδωσε Βεβαιώσεις Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής ύψους €49.135,96 επί άλλων εννέα αποθεμάτων. Για όλα αυτά παρατίθενται συγκεκριμένοι αριθμοί αναφοράς αποθέματος. Ως προς το πού εναποτέθηκαν αρχικά τα εμπορεύματα αυτά κάποια απάντηση δίνεται και πάλι από την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, Τεκμήριο 6. Καταγράφεται εκεί πως τα εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τα έτη 2000 έως 2004 τοποθετήθηκαν στην αποθήκη Τηλεμάχου. Αυτό επιβεβαιώνει εν μέρει και η επιστολή Τελωνείου, Τεκμήριο 7, όπου για τα τρία εμπορευματοκιβώτια με τις 178 τηλεοράσεις, αναφέρεται ότι με διασάφηση αποταμίευσης (επί εντύπου ΙΜ3) αποταμιεύθηκαν στην Τηλεμάχου (η οποία τότε λειτουργούσε ως Γενική Αποθήκη Αποταμίευσης). Αν και αναφέρεται σε παλαιότερο χρόνο, το πρώτο στοιχείο που υπάρχει ότι πριν το 2005 υπήρχαν εμπορεύματα στην αποθήκη Καντάρας είναι η οπισθογράφηση στο ασφαλιστήριο της Εθνικής Ασφαλιστικής, Τεκμήριο 8, της περιόδου 9.7.01 έως 5.3.02, στην οποία καταγράφεται ότι τα καλυπτόμενα εμπορεύματα ευρίσκοντο σε τρεις αποθήκες της διαχειρίστριας, ήτοι στην Αγίου Γεωργίου, στην Καντάρας και στην Τηλεμάχου. Συνάγεται συνεπώς ότι κάποια εμπορεύματα είχαν αποταμιευθεί εξαρχής και στην Καντάρας, άγνωστο βέβαια ποια και πόσα και μέχρι πότε παρέμειναν. Σημειώνεται πως επιβεβαίωση του πιο πάνω συμπεράσματος παρέχει και η παραδοχή του Τελωνείου στην Υπεράσπιση του (§7) πως είχε την ίδια πληροφόρηση μέσω διασαφήσεων που κατατέθηκαν από την Ενάγουσα, ότι δηλαδή είχε αποθηκεύσει, το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευμάτων της στην αποθήκη Τηλεμάχου και μικρότερο μέρος αυτών στην αποθήκη Καντάρας. Όσον αφορά την αποθήκη Τηλεμάχου είναι δεδομένο πως ήταν κενή από τον Σεπτέμβριο του 2005 τουλάχιστον, καθώς και ότι εμπορεύματα από αυτή μεταφέρθηκαν στην Καντάρας χωρίς τη νενομισμένη διαδικασία ενημέρωσης του Τελωνείου και χωρίς έγκριση του. Σχετικά όμως με τον ακριβή χρόνο μεταφοράς, στην έκθεση απαίτησης (§5) προσδιορίζεται ότι έγινε κατά ή περί τον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2005 αλλά στην επιστολή των δικηγόρων, Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά στον Αύγουστο-Σεπτέμβριο του 2004. Στον Μ.Ε.1 υπεδείχθη η πιο πάνω σχετική αναφορά από το Τεκμήριο 6 με σκοπό να καταδείξει τη γνώση τους αλλά βέβαια αυτός δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει σχετικά. Άλλωστε η θέση του ήταν πως δεν γνώριζαν οτιδήποτε σχετικά με το θέμα και ότι έμαθαν για τη μεταφορά μετά τις 27.2.06. Συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία τείνει να διαφωτίσει ως προς τον ακριβή χρόνο μεταφοράς και κυρίως ως προς το πόσα και ποια εμπορεύματα μεταφέρθηκαν από την αποθήκη Τηλεμάχου στην αποθήκη Καντάρας, (εν αγνοία πάντοτε του Τελωνείου) και χωρίς να αναιρείται καθ' οιονδήποτε τρόπο το εύρημα περί πλήρους εκκένωσης της πρώτης κατά τον Σεπτέμβριο του 2005. Ουσιαστικά αφήνεται ανοικτό το ενδεχόμενο, παρότι είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή εκκενώθηκε η αποθήκη Τηλεμάχου από τη διαχειρίστρια εντούτοις να μην μεταφέρθηκαν όλα τα ευρισκόμενα εκεί εμπορεύματα στην αποθήκη Καντάρας. Ως εκ τούτου το μόνο το οποίο δύναται να λεχθεί είναι πως κάποια στιγμή περί τον Σεπτέμβριο του 2005 η αποθήκη Τηλεμάχου εκκενώθηκε και πως υπήρξε μεταφορά κάποιων εμπορευμάτων από την εν λόγω αποθήκη στην άλλη αποθήκη της ίδιας διαχειρίστριας εταιρείας, χωρίς όμως να μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια ότι μεταφέρθηκαν όλα τα εμπορεύματα στην αποθήκη Καντάρας. Όσον αφορά τα υπόλοιπα γεγονότα, έχει παραμείνει αναντίλεκτο πως όταν στις 11.1.06 οι λειτουργοί Τελωνείου, κατά την επιθεώρηση τους, βρήκαν κενή την αποθήκη Τηλεμάχου προχώρησαν στη σφράγιση της (άλλης) αποθήκης Καντάρας με τελωνειακή σφραγίδα, προς διασφάλιση αναλογούντων δασμών και φόρων. Δεν αμφισβητείται επίσης πως η εν λόγω αποθήκη κλειδώθηκε και το κλειδί το κρατούσε η διαχειρίστρια εταιρεία μέσω της υπαλλήλου της (της κας Θεμιστοκλέους). Λίγες μέρες μετά, με επιστολή ημερ. 1.2.06 (Τεκμήριο 14), την οποία επέδωσε στην εκπρόσωπο της διαχειρίστριας, το Τελωνείο ανακάλεσε την άδεια διαχείρισης της αποθήκης Καντάρας, τάσσοντας προθεσμία ενός μηνός για να λάβουν τα αποταμιευμένα εκεί εμπορεύματα νέο τελωνειακό προορισμό επειδή είχε εκδοθεί ένταλμα έξωσης. Εν πάση περιπτώσει, μετά τη σφράγιση της αποθήκης Καντάρας (στις 11.1.06) κάθε παράδοση εμπορευμάτων σε ενδιαφερόμενο διανεργείτο στην παρουσία και υπό την επίβλεψη τελωνειακού λειτουργού ο οποίος αποσφράγιζε την αποθήκη, την οποία στη συνέχεια ξεκλείδωνε εκπρόσωπος της διαχειρίστριας. Τέτοια νομότυπη παράδοση αποταμιευμένων εμπορευμάτων από την εν λόγω αποθήκη έγινε στις 17.2.06, η οποία ακολούθως κλειδώθηκε από υπάλληλο της διαχειρίστριας και σφραγίστηκε από τον εκπρόσωπο του Τελωνείου. Στις 27.2.06 χρειάστηκε να ξαναγίνει η πιο πάνω διαδικασία αποσφράγισης, ξεκλειδώματος και παράδοσης. Δεν αμφισβητείται πως όταν έφθασαν στην αποθήκη οι δύο τελωνειακοί λειτουργοί, συνοδευόμενοι από υπάλληλο της διαχειρίστριας διαπίστωσαν παραβίαση της κλειδωμένης και σφραγισμένης πόρτας της. Ούτε αμφισβητείται ότι με παρότρυνση των λειτουργών η παριστάμενη υπάλληλος της διαχειρίστριας, η κα Θεμιστοκλέους, επικοινώνησε με την Αστυνομία και κατήγγειλε την κλοπή αφορολογήτων ειδών. Στην επιστολή της διαχειρίστριας Τεκμήριο 12, επιβεβαιώνεται και ο τρόπος δράσης των διαρρηκτών. Προκύπτει πως οι δράστες πέτυχαν είσοδο-έξοδο από τη σιδερένια συρόμενη πόρτα στην είσοδο της αποθήκης, της οποίας παραβίασαν τόσο την κλειδαριά όσο και τη σφραγίδα του Τελωνείου. Όσον αφορά τις συνέπειες υπενθυμίζεται απλώς επί του παρόντος πως έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά τη διάρρηξη κλάπηκαν κάποια εμπορεύματα. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο και καμιά αναφορά, η οποία να τείνει να δείξει ότι η διαχειρίστρια είχε αναφέρει ότι κλάπηκαν συγκεκριμένα εμπορεύματα ή περιουσία συγκεκριμένων προσώπων, τα οποία η ίδια διατηρούσε στην αποθήκη της. Αντιθέτως στην πιο πάνω επιστολή της η διαχειρίστρια δηλώνει ότι άρχισαν να ελέγχουν για να διαπιστώσουν αν κλάπηκε οτιδήποτε. Αναφορά η οποία επιβεβαιώνει τη Μ.Υ. ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις ή ίχνη ότι είχαν κλαπεί ογκώδη ή μεγάλα αντικείμενα, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν εύκολα αντιληπτό, Οι δύο παρόντες στις 27.2.06 τελωνειακοί λειτουργοί παρέμειναν στον χώρο μέχρι την ολοκλήρωση της αστυνομικής έρευνας και αποχώρησαν μετά αφού προηγουμένως κλειδώθηκε ξανά η αποθήκη με νέα κλειδαριά, το κλειδί της οποίας έλαβε πάλι η κα Θεμιστοκλέους και αφού οι ίδιοι οι λειτουργοί επανασφράγισαν με τελωνειακή σφραγίδα. Στη συνέχεια η Μ.Υ. ανέλαβε από πλευράς Τελωνείου τον χειρισμό της υπόθεσης και με δύο συναδέλφους της, καθώς και εργάτες του Τελωνείου, μεταξύ 28.2.06 έως 15.3.06 διενήργησαν γενικό αποθεματικό έλεγχο στην αποθήκη Καντάρας και κατέγραψαν όλα τα αποθέματα που εντόπισαν, στην παρουσία της κας Θεμιστοκλέους. Διευκρίνισε η Μ.Υ. πως αυτός ήταν έλεγχος για τα αποθέματα και όχι ο λογιστικός έλεγχος των εμπορευμάτων, ο οποίος έγινε αργότερα τον ίδιο χρόνο και κράτησε πολύ περισσότερο. Παρεμβάλλεται εδώ πως η Αστυνομία στις 10.3.06 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας συνέλαβε ζεύγος εξ Ελλάδος στην κατοχή των οποίων ανευρέθηκαν διάφορα είδη για τα οποία κατά τη διερεύνηση διαπιστώθηκε ότι είχαν κλαπεί από την ως άνω αποθήκη. Τα αντικείμενα αναγνωρίστηκαν με τη βοήθεια των ιδιοκτητών τους και αργότερα παραδόθηκαν στο Τελωνείο οπότε διακανονίστηκαν τελωνειακά είτε με την καταβολή των αναλογούντων δασμών είτε με τη μεταφορά σε άλλη αποθήκη είτε με την επανατοποθέτηση στα αποθέματα στα οποία ανήκαν. Να σημειωθεί πως η διαχειρίστρια με επιστολή της ημερ. 23.3.06 (Τεκμήριο 12) ενημέρωσε την Εθνική Τράπεζα για όλα τα διαδραματισθέντα στις 27.2.06. Όπως έχει λεχθεί ήδη, το περιεχόμενο της επιβεβαιώνει πλήρως τη μαρτυρία της Μ.Υ. για τα όσα έλαβαν χώρα ενώ περιλαμβάνει και κάποιες άλλες κρίσιμες αναφορές για την κατανόηση των γεγονότων. Έχει ως εξής: «Επιθυμώ να φέρω σε γνώση σας ότι κατά την 27η Φεβρουαρίου 2006 υπάλληλος της εταιρείας μας συνοδευόμενος από τελωνειακό λειτουργό επισκέφθηκαν τις αποθήκες μας στην οδό Καντάρας αρ.51 για να παραδώσει εμπορεύματα σε πελάτη μας και κατά την επίσκεψη διαπιστώθηκε ότι η κλειδαριά και η σφραγίδα του τελωνείου στην σιδερένια συρόμενη πόρτα (είσοδος της αποθήκης) ήταν κομμένες και πεσμένες (sic) το έδαφος. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία, η οποία επισκέφθηκε την αποθήκη μας και έγιναν εξετάσεις. Τοποθετήθηκε καινούργια κλειδαριά και καινούργια σφραγίδα από το τελωνείο. Στην συνέχεια αρχίσαμε να ελέγχουμε όλο το περιεχόμενο της αποθήκης μαζί με το τελωνείο (stock taking) για να διαπιστώσουμε ακριβώς αν κλάπηκε οτιδήποτε. Αμέσως μετά τον τελικό και ολοκληρωμένο έλεγχο θα σας ενημερώσουμε για τυχόν κλοπιμαία εμπορεύματα που θα παρουσιαστούν, ως επίσης και το report της αστυνομίας μόλις αυτό μας κοινοποιηθεί. Παρακαλώ σημειώστε ότι η εν λόγω συγκεκριμένη αποθήκη είναι ασφαλισμένη για τα εμπορεύματα εντός αυτής έναντι κλοπής από ασφαλιστική εταιρεία που συνεργαζόμαστε εκτός τα εμπορεύματα τα οποία είναι ασφαλισμένα κοντά σας ή από τους ίδιους τους πελάτες μας.» Σε λογική συνάφεια με τα πιο πάνω η Ενάγουσα παραδέχεται μέσω του Μ.Ε.1 πως ενημερώθηκε για τη διάρρηξη περί το τέλος Μαρτίου του 2006 από έναν εκ των διευθυντών της Εθνικής Τράπεζας (η οποία διατηρούσε επιβάρυνση σε μέρος των εμπορευμάτων) οπότε μίλησε και με την υπάλληλο της διαχειρίστριας λαμβάνοντας πληροφορίες για τα όσα είχαν γίνει. Στις 19.5.06 και σε πρώτη φάση η Αστυνομία απαντώντας σε σχετική επιστολή του Τελωνείου (ημερ. 30.3.06) με δική της επιστολή επισύναψε κατάσταση με τα αφορολόγητα αντικείμενα που είχαν βρεθεί στην κατοχή του ζεύγους (Τεκμήριο 15), η οποία παραλήφθηκε στις 25.5.06 και όντως φαίνονται σε αυτήν οδηγίες προς την κα Καμιναρά (M.Y.) όπως τα αντικείμενα αυτά ληφθούν υπόψιν κατά την απογραφή. Στην επισυνημμένη κατάσταση ανευρεθέντων καταγράφονται 463 ρολόγια, 2 τσάντες, 2 ραδιοκασετόφωνα και 2 φωτογραφικές. Ο Μ.Ε.1 προέβαλε ότι για να δεχθεί την απαίτηση της Ενάγουσας η Εθνική Ασφαλιστική ζήτησε την προσκόμιση βεβαίωσης από την Αστυνομία για τα απολεσθέντα εμπορεύματα. Κατά την ακρόαση δεν παρουσιάστηκε το ίδιο το ασφαλιστήριο ή κάποια αλληλογραφία ή άλλο έγγραφο σχετικό με την υποβολή απαίτησης στην Εθνική Ασφαλιστική ή οτιδήποτε το οποίο να επιβάλλει οπωσδήποτε την ύπαρξη βεβαίωσης της Αστυνομίας ως απαραίτητης προϋπόθεσης ακόμα και για την απλή υποβολή της απαίτησης (claim). Το μόνο σχετικό είναι το Τεκμήριο 8 το οποίο αποτελείται από ένα πίνακα και πέντε οπισθογραφήσεις στο ασφαλιστήριο της Εθνικής, Κλάδος Πυρός, υπ' αρ. FR..1774 για τις περιόδους: α) 6.3.98 - 5.3.99 (Πίνακας) β) 15.12.98 - 5.3.99 γ) 9.7.01 - 5.3.02 δ) 8.4.02 - 5.3.03 ε) 17.5.05 - 5.3.06 στ) 16.2.07 - 5.3.07 Όντως στον Πίνακα της περιόδου 6.3.98 έως 5.3.99 αναφέρεται ότι το Συμβόλαιο καλύπτει μεταξύ άλλων και «κλοπή με διάρρηξη» ηλεκτρικών ειδών («electric goods») που ευρίσκονται όμως σε διώροφη οικοδομή στην οδό Αγίου Γεωργίου 35 γνωστή ως Hadjioannou Bonded Warehouse. Ούτως ή άλλως δεν προκύπτει καμιά αναφορά για την απαιτούμενη διαδικασία υποβολής απαίτησης για κλοπή. Εν πάση δε περιπτώσει σαφώς είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζει ο ασφαλισμένος ιδιοκτήτης ή εισαγωγέας τα εμπορεύματα του παρά η Αστυνομία η οποία αρχικά θα στηριχθεί βέβαια στις δικές του αναφορές και καταγγελίες για να αρχίσει τη διερεύνηση της, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα εντοπίσει όσα δηλωθούν ως κλοπιμαία. Στις 25.5.06 το Ε.Δ. Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της διαχειρίστριας εταιρείας διορίζοντας ως προσωρινό εκκαθαριστή τον Επίσημο Παραλήπτη (Τεκμήριο 16) για το οποίο το Τελωνείο έλαβε γνώση την 1.6.06 οπότε με επιστολή του ημερ. 7.6.06 (Τεκμήριο 17) προς τον εκκαθαριστή ανακάλεσε την άδεια διαχείρισης και της αποθήκης Τηλεμάχου και έθεσε προθεσμία ενός μηνός για να λάβουν νέο τελωνειακό προορισμό τα αποταμιευθέντα σε αυτήν εμπορεύματα. Ο Επίσημος Παραλήπτης ζήτησε παράταση μέχρι τέλος Αυγούστου του 2006 για να καταστεί δυνατή η επικοινωνία με τους ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων η οποία και εγκρίθηκε (Τεκμήρια 18, 19). Ακολούθησε στις 12.7.06 η ενημέρωση από το Δικαστήριο περί του εντάλματος έξωσης από την αποθήκη Καντάρας (Τεκμήριο 20), οπότε δίδετο προθεσμία μέχρι 31.7.06 για μετακίνηση των εμπορευμάτων, η οποία όντως πραγματοποιήθηκε στις 27.7.06 σε Αποθήκη Δημοσίου, ως καταγράφεται στα παραδεκτά γεγονότα. Είναι σε αυτή προφανώς τη μετακίνηση στην οποία αναφέρονται οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και την οποίαν αντιλήφθηκαν από το κατάστημα τους, (αν και είναι σαφές ότι ο Μ.Ε.2 σφάλλει ως προς τον ακριβή χρόνο λέγοντας ότι ήταν περί τα τέλη Ιουνίου αρχές Ιουλίου). Η θέση της Μ.Υ. ότι οι διευθυντές της Ενάγουσας ήταν παρόντες και βοήθησαν τους τελωνειακούς λειτουργούς στον διαχωρισμό των δικών τους εμπορευμάτων από τα εμπορεύματα άλλων ιδιοκτητών δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με τις παραδοχές των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι και οι δύο πήγαν αρκετές φορές στις αποθήκες του Τελωνείου για τη φυσική καταμέτρηση των εμπορευμάτων, η οποία διήρκεσε δύο έως τρεις εβδομάδες, όπως παραδέχεται ο Μ.Ε.1. Είναι σε αυτή την καταμέτρηση που διαπιστώθηκε ότι απουσίαζαν εμπορεύματα αξίας €315.194,25. Στα παραδεκτά γεγονότα αυτά τα εμπορεύματα καταγράφονται ως «ελλείμματα» με βάση τις αρχικές διασαφήσεις ενώ ο Μ.Ε.1 τα αποκαλεί «απωλεσθέντα» δεχόμενος ότι με το τέλος της καταμέτρησης έγιναν οι «τελικές λίστες» για αυτά. Η ουσία βέβαια είναι πως έλειπαν εμπορεύματα αξίας €315.194,25 τα οποία για σκοπούς της παρούσας θα αναφέρονται ως «ελλείμματα» αφού υπερισχύουν ούτως ή άλλως τα παραδεκτά γεγονότα. Ούτε αμφισβητείται ότι μεταξύ 2.8.06 και 17.11.06 η Ενάγουσα στη βάση των εγγράφων που αποτελούν τα Τεκμήρια 11.1. - 11.12. κατέβαλε το συνολικό ποσό των €25.932,24 για δασμούς και Φ.Π.Α για μέρος των πιο πάνω ελλειμμάτων (Τεκμήριο 9). Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.Υ.: «Ξεκίνησαν και πλήρωναν δασμούς και ΦΠΑ στα εμπορεύματα γενικά που έπρεπε να είναι μέσα, εκείνα τα οποία ήταν μέσα τα παραλάμβαναν, εκείνα τα οποία δεν ήταν μέσα έπρεπε να πληρωθούν ούτως ή αλλιώς οι δασμοί τους». Είναι προφανές από τα πιο πάνω και τα όσα είχαν προηγηθεί με την ανεξήγητη χωρίς έγκριση εκκένωση της αποθήκης Τηλεμάχου πως το Τελωνείο δεν θεωρούσε και ούτε αντιμετώπιζε τα ελλείποντα εμπορεύματα της Ενάγουσας ως κλοπιμαία. Αυτό ήταν σαφές και από άλλη απάντηση της Μ.Υ. η οποία έχει ως εξής: «Το Τελωνείο δεν κάνει καταγγελία γιατί λείπουν εμπορεύματα από αποθήκη αποταμίευσης και καλώς. Τα πλείστα εμπορεύματα της εταιρείας Μοδέστου έπρεπε να είναι στην άλλη αποθήκη, την οποία εντοπίσαμε κενή και όταν μπήκαμε στην αποθήκη στη Λεωφόρο Καντάρας που μας είπαν ότι τα είχαν μεταφέρει και μετά τη διάρρηξη δεν υπήρχε χώρος κενός που να χωρεί ή να φαίνεται ότι μετακινήθηκαν τόσα εμπορεύματα όσα διαπιστώθηκαν τελικά ότι ήταν τα ελλείμματα της εταιρείας Μοδέστου ...». Όπως περαιτέρω εξήγησε η Μ.Υ., ουσιαστικά ο Μ.Ε.1 ζητούσε να τού εκδώσει το Τελωνείο βεβαίωση κλοπιμαίων και η άποψη τους ήταν πως αυτό είναι θέμα της Αστυνομίας. Είναι δε γεγονός πως αυτό ακριβώς κατέγραφαν και ζητούσαν στις επιστολές τους λίγο αργότερα και οι δικηγόροι της Ενάγουσας, οι οποίοι ζητούσαν μεν πιστοποιητικό απώλειας αλλά για τα κλαπέντα όπως τα αποκαλούσαν (Τεκμήρια 5 και 6). Είναι δε εξίσου ενδεικτικό πως ο Μ.Ε.2 αναφερόταν σε όλη τη μαρτυρία του σε παρόμοιους όρους όπως το ότι η καταμέτρηση γινόταν για να δει το Τελωνείο «..τι κλοπιμαία υπάρχουν» και το ότι του είπαν πως αν αρχίσει να πληρώνει τους δασμούς των «κλοπιμαίων» θα του δώσουν το σχετικό πιστοποιητικό. Αποκορύφωμα ήταν η αναίρεση και αυτής της λέξης «ελλείμματα» που χρησιμοποίησε στην επιστολή του, (Τεκμήριο 4) λέγοντας στη μαρτυρία του πως ήταν η Μ.Υ. που του υπέδειξε να πει ότι «τα εμπορεύματα ήταν έλλειμμα», καθώς και η καταγραφή στην κατάσταση πληρωμών που παρουσίασαν ως Τεκμήριο 9 («..Tax + Vat + expenses paid for stolen goods..from 17.2.06 - 27.2.06»). Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία πως η Ενάγουσα στην πραγματικότητα ζητούσε πιστοποιητικό κλοπιμαίων και αυτό ήταν που αρνήθηκε το Τελωνείο. Άλλωστε όπως δέχθηκε ο Μ.Ε.2, ο ίδιος ήθελε το πιστοποιητικό για να υποβάλει την απαίτηση του («claim») στην ασφαλιστική εταιρεία, η οποία απαίτηση προφανώς θα ήταν βάσει της κάλυψης για κλοπή (και όχι για γενικές ελλείψεις ή απώλειες). Η δε θέση του ότι από τη μια τον παρότρυναν να ζητήσει πιστοποιητικό ελλειμμάτων και από την άλλη του υπόσχονταν το πιστοποιητικό κλοπιμαίων το οποίο ο ίδιος ήθελε, είναι αφ' εαυτής αντιφατική και απορριπτέα. Είναι προφανές πως ήταν ο ίδιος που τα θεωρούσε ως κλοπιμαία και πως το Τελωνείο διαφωνούσε με αυτή τη θέση. Πέραν των πιο πάνω ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι ο Μ.Ε.1 περί τα τέλη Νοεμβρίου 2006 επισκέφθηκε το ΤΑΕ. Όπως δέχεται ο ίδιος ο Μ.Ε.1, αυτό το έπραξε για να ενημερωθεί σε σχέση με την καταγγελία για κλοπή. Αυτό επιβεβαιώνει πως ήδη γνώριζε για την ύπαρξη της αρχικής καταγγελίας και για την έναρξη διερεύνησης της υπόθεσης. Πηγαίνοντας στο ΤΑΕ ενημερώθηκε και για τη σύλληψη των δύο προσώπων στην κατοχή των οποίων βρέθηκαν κλοπιμαία. Υπό το φως βέβαια των όσων έχουν προαναφερθεί δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η Διευθύντρια Τελωνείων δήλωσε εκείνη τη μέρα (στον Λοχ. Ξάνθου) ότι δεν είχε κάτι άλλο να καταγγείλει στην Αστυνομία, δεδομένου ότι η άποψη του Τελωνείου ήταν πως επρόκειτο για ελλείμματα και το ίδιο δεν υιοθετούσε την άποψη περί κλοπής. Πράγμα το οποίο πίστευε η Ενάγουσα και αντικατοπτρίζεται πλήρως στις δύο επιστολές τις οποίες απέστειλαν οι δικηγόροι της στο Τελωνείο ημερ. 4.1.07 και 6.7.07 (Τεκμήρια 5, 6). Στις 3.5.07 το Τελωνείο απευθύνθηκε γραπτώς στην Αστυνομία, πιθανόν με αφορμή την πρώτη επιστολή των δικηγόρων (Τεκμήριο 5), οπότε η Αστυνομία απάντησε στις 11.7.07 επισυνάπτοντας έκθεση του ΤΑΕ ημερ. 30.5.07, συνοδευόμενη από Κατάσταση Εμπορευμάτων τα οποία κλάπηκαν από την αποθήκη Καντάρας (Τεκμήριο 13). Στην έκθεση καταγράφεται ότι: (
- i)Στις 27.2.06 η κα Θεμιστοκλέους κατήγγειλε τη διάρρηξη της αποθήκης Καντάρας. (
- ii)Όλα τα κλαπέντα συνολικής αξίας Λ.Κ.15.060 ανευρέθησαν στην κατοχή των κατηγορουμένων για υπόθεση κλεπταποδοχής. (iii) Οι δράστες πέτυχαν είσοδο από τη μεταλλική πόρτα. (
- iv)Για το αδίκημα της διάρρηξης (Σ.76../06) οι δράστες δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν ενώ για αυτό της κλεπταποδοχής (Σ.25./06) οι δύο συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο δικαστήριο (Ποιν. Υπ. 38./06). Στην Κατάσταση Κλοπιμαίων περιλαμβάνονται τα αντικείμενα που αναφέρονταν και στην παλαιότερη κατάσταση με τη διαφορά ότι αναφέρονται τώρα τρία ραδιοκασετόφωνα και μία τσάντα και κυρίως ότι τώρα αναφέρονται πολύ περισσότερες λεπτομέρειες και στοιχεία για το κάθε αντικείμενο. Συγκεκριμένα αναφέρονται η μάρκα, το μοντέλο, ο αριθμός αποθέματος, ο αριθμός συστήματος «Θησέα», η αξία και ο ιδιοκτήτης. Πρόκειται για αντικείμενα ιδιοκτησίας τεσσάρων εταιρειών και ενός φυσικού προσώπου. Πρέπει να διευκρινιστεί πως δεν υπήρξε εξαρχής καταγγελία για κλοπή των συγκεκριμένων αντικειμένων. Όπως κατέγραψε και η διαχειρίστρια η καταγγελία ήταν για τη διάρρηξη και συνεπώς το λογικό είναι πως ήταν στην πορεία που η Αστυνομία εντόπισε τα ρολόγια κ.λ.π. οπότε διερευνήθηκε άλλη υπόθεση κλεπταποδοχής στα πλαίσια της οποίας (διερεύνησης) η Αστυνομία ενημέρωσε εκείνη πρώτη για την ανεύρεση των αντικειμένων οπότε έλαβε την επιβεβαίωση και τις λεπτομέρειες για κωδικούς, αριθμούς αποθεμάτων και ιδιοκτήτες, οι οποίοι αναγνώρισαν τα ανευρεθέντα, ως αναφέρεται αλλού (βλ. §7 του Τεκμηρίου 7). Στις 6.9.07 και έχοντας πλέον την έκθεση της Αστυνομίας το Τελωνείο απάντησε στις επιστολές των δικηγόρων με δική του επιστολή, Τεκμήριο 7 στην οποία αφού αναφέρεται πρώτα σε όλο το πιο πάνω ιστορικό αναφέρεται ακολούθως (
- i)στην παράνομη μεταφορά στην Καντάρας, (
- ii)στην ύπαρξη ελλειμμάτων ως το παράρτημα Βεβαιώσεων Τελωνειακής Οφειλής στα οποία αναλογούν δασμοί, Φ.Π.Α και χρηματική επιβάρυνση και καταλήγει ως εξής: "16. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς σας ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι τα διαπιστωθέντα ελλείμματα ήσαν αποταμιευμένα πριν από τη διάρρηξη και κλοπή στην Αποθήκη Τελωνειακής Αποταμίευσης, επισημαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν έχει τεκμηριωθεί από την υπάρχουσα μαρτυρία. Συγκεκριμένα κατά τον υπολογισμό των ελλειμμάτων το Τελωνείο Λευκωσίας έλαβε υπόψη του τα καταγραφέντα υπόλοιπα του φυσικού αποθεματικού ελέγχου αφού πρόσθεσε σε αυτά τις επιστραφείσες κλαπείσες ποσότητες. Πρόσθετα αναφέρεται ότι η Αστυνομία που διερεύνησε τα αδικήματα της κλοπής, δεν διαπίστωσε να έχουν κλαπεί πέραν από τα ανευρεθέντα είδη, που ήσαν κυρίως ρολόγια, και άλλα μεγαλύτερα σε όγκο και βάρος εμπορεύματα όπως π.χ. τηλεοράσεις κλπ. Επίσης, σύμφωνα με τα ευρήματα των λειτουργών του Τελωνείου Λευκωσίας, που επιθεώρησαν την αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης πριν και μετά τη διάρρηξη, δεν έγινε κλοπή σε μεγάλη έκταση εφόσον δεν διαπιστώθηκε να υπάρχουν αποθηκευτικοί χώροι με εμφανή την απουσία εμπορευμάτων, όπως τα ελλείμματα των πελατών σας που αφορούν μεγάλη ποσότητα τηλεοράσεων. 17. Το αίτημα σας για έκδοση πιστοποιητικού απώλειας για τα πιο πάνω ελλείμματα, ως απωλεσθέντα, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί επειδή από τη διερεύνηση της Αστυνομίας και του Τελωνείου Λευκωσίας διαπιστώθηκε ότι όσα εμπορεύματα είχαν κλαπεί, επιστράφηκαν στα αποθέματα όπου ανήκαν και τακτοποιήθηκαν τελωνειακά. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς των πελατών σας ότι είχαν διαβεβαιώσεις ότι σε περίπτωση καταβολής των ποσών που οφείλονται για τα πιο πάνω ελλείμματα, θα τους εκδιδόταν πιστοποιητικό απώλειας, από την υπάρχουσα μαρτυρία και από τη μελέτη των γεγονότων και των περιστατικών της υπόθεσης δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο.» Ουσιαστικά στις πιο πάνω παραγράφους συνοψίζονται τα όσα λεπτομερέστερα εξήγησε κατά τη μαρτυρία της η Μ.Υ. Όπως έχει διαπιστωθεί και πιο πριν το Τελωνείο ποτέ δεν είχε δεχθεί ότι τα ελλείποντα εμπορεύματα έλειπαν επειδή είχαν κλαπεί. Είναι προφανές πως (
- i)το γεγονός της παράνομης μεταφοράς, (
- ii)η επιτόπου κατάσταση η οποία δεν παρείχε ενδείξεις για κλοπή μεγάλων σε όγκο αντικειμένων και (iii) ο μη εντοπισμός από την Αστυνομία άλλων κλοπιμαίων, ήταν τα στοιχεία τα οποία δημιούργησαν την πεποίθηση στους ιθύνοντες του Τελωνείου πως τα ελλείποντα εμπορεύματα δεν είχαν περάσει ποτέ το κατώφλι της αποθήκης Καντάρας, οπότε με βάση τις αρχικές διασαφήσεις καταχωρίστηκαν ως ελλείμματα. Νομική Πτυχή: Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, αρχή πρέπει να γίνει από τους προβληθέντες στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Είναι σαφέστατο πως αυτό το οποίο προέβαλε (στις §7-11) η Ενάγουσα είναι ότι δικαιούται αποζημιώσεις λόγω αμέλειας καθότι: (
- i)Το Τελωνείο ενόσω είχε τη φύλαξη και τον έλεγχο της αποθήκης Καντάρας και ως φύλακας των εμπορευμάτων ήταν υπόχρεο να προστατεύσει την περιουσία της έναντι παντός κινδύνου αλλά αντί τούτου ενήργησε επιπόλαια και ή αμελώς και ή παρέλειψε να λάβει τέτοια μέτρα προς αποφυγή απώλειας και ή κλοπής με αποτέλεσμα στις 27.2.06 να έχουν απωλεσθεί και ή κλαπεί δικά της εμπορεύματα αξίας €315.195,25 προκαλώντας ισόποση ζημιά στην ίδια. (
- ii)Το Τελωνείο αρνήθηκε να καταγγείλει την όλη υπόθεση στην Αστυνομία. (iii) Το Τελωνείο αρνήθηκε να χορηγήσει πιστοποιητικό για τα κλαπέντα ή απολεσθέντα εμπορεύματα. Θα πρέπει να σημειωθεί πως όσα άλλα ή διαφορετικά εκτίθενται και αναπτύσσονται στην αγόρευση της Ενάγουσας εκφεύγουν του δικογράφου της και δεν είναι δυνατό να προωθούνται ή να εξεταστούν αφού τα επίδικα ζητήματα περιορίζονται σε αυτά τα οποία έχουν καταγραφεί στην έκθεση απαίτησης. Ακολούθως θα πρέπει να γίνει αναφορά στο υφιστάμενο κατά τον επίδικο χρόνο νομικό πλαίσιο. Σημειώνεται λοιπόν ότι στις 30.4.04 τέθηκαν σε ισχύ ο περί Τελωνειακού Κώδικα Ν.94(Ι)/04(εφεξής «ο Νόμος») καθώς και το περί Λειτουργίας του Καθεστώτος της Τελωνειακής Αποταμίευσης (Προϋποθέσεις Χορήγησης Άδειας Διαχείρισης, Λειτουργίας και Ελέγχου Αποθηκών Τελωνειακής Αποταμίευσης) Διάταγμα του 2004 (εφεξής «η Κ.Δ.Π. 440/04»). Η πιο πάνω νομοθεσία ήταν εναρμονιστική αφενός προς τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αρ. 2913/92 του Συμβουλίου (εφεξής «Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας») και αφετέρου προς τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αρ. 2454/93 της Επιτροπής (εφεξής «Διατάξεις Εφαρμογής»). Στον Κοινοτικό Κώδικα (άρθρο 99) ως «δημόσια» ορίζεται η αποθήκη στην οποία δύναται να αποθηκεύσει οποιοσδήποτε σε αντίθεση με την «ιδιωτική» στην οποία αποθηκεύει μόνο ο διαχειριστής της. Στις Διατάξεις Εφαρμογής (άρθρο 504) ως τύπου Α ορίζεται η αποθήκη η οποία υπάγεται στην ευθύνη του διαχειριστή σε αντίθεση με την αποθήκη τύπου Β η οποία υπάγεται στην ευθύνη του αποταμιευτή. Όταν δε η διαχείριση δημόσιας αποθήκης ασκείται από τις τελωνειακές αρχές αυτή χαρακτηρίζεται ως τύπου ΣΤ. Ο εθνικός νόμος παραχώρησε με το άρθρο 56
(1)στο Υπουργικό Συμβούλιο την εξουσία καθορισμού των προϋποθέσεων χορήγησης αδειών και στη βάση αυτού εκδόθηκε η Κ.Δ.Π. 440/04 η οποία υιοθέτησε την κατάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας όσον αφορά τους τύπους των αδειών. Έχει διαπιστωθεί μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι κατόπιν αιτήσεων της ημερ. 2.4.04 η διαχειρίστρια εταιρεία έλαβε στις 30.4.04 άδειες για τις δύο επίδικες αποθήκες όπως λειτουργούν από 1.5.04 ως Αποθήκες Τελωνειακής Αποταμίευσης Τύπου Α (Δημόσιες). Είναι ευκόλως αντιληπτό πως οι όροι τους οποίους έθεσε το Τελωνείο για τη χορήγηση των αδειών αποτελούν αναπαραγωγή προϋποθέσεων, όρων και ρυθμίσεων που έθετε ο Κοινοτικός Κώδικας (άρθρα 98 επ.). Όπως προκύπτει από τις άδειες και τον Κοινοτικό Κώδικα η διαχειρίστρια εταιρεία υποχρεούτο να διασφαλίζει ότι τα εμπορεύματα δεν διαφεύγουν της τελωνειακής επιτήρησης, να εκτελεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την αποθήκευση των εμπορευμάτων και να τηρεί τους όρους των αδειών διαχείρισης, οι οποίοι μεταξύ άλλων τής επέβαλλαν:
- Να τηρεί λογιστική αποθήκης με στοιχεία για όλες τις παραλαβές, παραδόσεις και διακινήσεις.
- Να μην παραδίδει εμπορεύματα πριν την υποβολή διασαφήσεων και την καταβολή δασμών.
- Να μην επιτρέπει μεταφορά εμπορευμάτων σε άλλη αποθήκη της χωρίς έγκριση του Τελωνείου.
- Να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ασφάλεια των υποστατικών και την προφύλαξη των αποθηκευμένων εμπορευμάτων από κλοπή, ζημιά, αντικατάσταση με άλλα εμπορεύματα, καθώς και να αποφεύγει άλλες παρατυπίες (όρος υπ' αρ. 24). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η σχέση μεταξύ αποταμιευτή-διαχειριστή (depositor - warehousekeeper) από νομικής πλευράς εμπίπτει στην έννοια της παρακαταθήκης εν ευρεία εννοία, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 106 επ. του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Όπως ορίζεται, παρακαταθήκη υπό αυτή την έννοια, είναι η παράδοση αγαθών από κάποιον προς άλλον υπό τον όρον ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν κατά τις οδηγίες του παρακαταθέτη (bailor). Παρόμοια σχέση εναπόθεσης σε αποθήκη αποταμίευσης αναγνωρίστηκε ως παρακαταθήκη στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1(B) Α.Α.Δ. 1091. Ο θεματοφύλακας εκεί υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημιώσεις ίσες με την αγοραία αξία των εμπορευμάτων τα οποία δεν υπήρχαν πλέον και δεν μπορούσε να επιστρέψει στους ιδιοκτήτες τους. Στην υπόθεση Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών Κύπρου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 764 η εφεσείουσα αερομεταφορέας καταδικάστηκε επίσης στην πληρωμή της αξίας των εμπορευμάτων τα οποία είχαν εξαφανιστεί από δικό της χώρο φορτίων, στη βάση της ευθύνης θεματοφύλακα. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει διαφωνία ως προς τη μορφή και την έκταση της ευθύνης και των καθηκόντων του θεματοφύλακα (bailee) έναντι του παρακαταθέτη (bailor) αναφορικά με τα παρακαταθέντα εμπορεύματα. Πολύ ορθά οι διάδικοι συμφωνούν ότι το θέμα διέπεται από τα άρθρα 109 και 110 του Κεφ.149 τα οποία προνοούν ότι ο θεματοφύλακας υποχρεούται να καταβάλει την επιμέλεια που ο συνήθης συνετός άνθρωπος θα κατέβαλλε αναφορικά με δικά του παρόμοια αγαθά και ότι δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την απώλεια ή καταστροφή τους αν καταβάλει την εν λόγω επιμέλεια.» Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.94(Ι)/04 στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Τελωνείου εμπίπτει η εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη δασμών, φόρων και επιβαρύνσεων, η άσκηση ελέγχων για την προστασία των συμφερόντων της Δημοκρατίας και της Ε.Ε, καθώς και η εποπτεία και έλεγχος των χώρων που έχουν αναγνωριστεί ως αποθήκες. Αυτό ακριβώς αναφερόταν και στις επίδικες άδειες (στον όρο 19). Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Ν. 94(Ι)/04 ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων οφείλει να υποβάλει εντός συγκεκριμένων προθεσμιών διασαφήσεις ούτως ώστε αυτά να υπαχθούν σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Έχει διαπιστωθεί πως στην παρούσα περίπτωση είχαν υποβληθεί δεόντως οι αρχικές διασαφήσεις. Εξετάζοντας το θέμα γενικότερα και εκ μόνου του γεγονότος ότι εκδόθηκαν άδειες, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι το Τελωνείο καθίσταται θεματοφύλακας εμπορευμάτων τα οποία εναποτίθενται σε αποθήκη αποταμίευσης, στη βάση δηλαδή του ότι χορήγησε την άδεια. Κατά συνέπειαν θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον μεταγενέστερα το Τελωνείο κατέστη θεματοφύλακας της αποθήκης ή των εμπορευμάτων λόγω αλλαγής των συνθηκών ή νέων γεγονότων. Είναι γνωστό ότι τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, (β) η παράβαση του, και (γ) η πρόκληση ανακτητής ζημιάς συνεπεία της παράβασης. Το ερώτημα είναι συνεπώς κατά πόσον το Τελωνείο με βάση τα γεγονότα που ακολούθησαν υπείχε καθήκον επιμέλειας, όχι αόριστα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα (in concreto) έναντι της Ενάγουσας (βλ. Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1215). Έχει προκύψει πως στις 11.1.06 το Τελωνείο στα πλαίσια των καθηκόντων ελέγχου διαπίστωσε εν τη εννοία του άρθρου 101 να ελλείπουν όλα τα εμπορεύματα από την αποθήκη Τηλεμάχου χωρίς να είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες δασμοί και φόροι και χωρίς έγκριση του Τελωνείου για τυχόν μεταφορά. Όντως εγείρετο θέμα διερεύνησης ποινικού αδικήματος και το Τελωνείο είχε την εξουσία να προχωρήσει με ποινική δίωξη κατά παντός υπευθύνου ή να προχωρήσει σε συμβιβασμό του βάσει του άρθρου 88, καθώς και να επιβάλει δασμούς και φόρους τους οποίους να εισπράξει ενδεχομένως με αγωγή (άρθρο 113). Το Τελωνείο διαπιστώνοντας ότι στην αποθήκη Καντάρας υπήρχαν εμπορεύματα προχώρησε την ίδια μέρα στο σφράγισμα της προς διασφάλιση των τελωνειακών επιβαρύνσεων. Πρόκειται για εξουσία η οποία δίδεται στο Τελωνείο από το άρθρο 34, το οποίο αν και αφορά το καθεστώς προσωρινής εναπόθεσης εμπορευμάτων (σε ιδιωτικές προσωρινές αποθήκες) εντούτοις δυνάμει του άρθρου 57 οι διατάξεις του άρθρου 34
(3)έως
(9)εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στην περίπτωση του καθεστώτος της τελωνειακής αποταμίευσης, όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Η ουσία των εδ.
(4)έως
(9)του άρθρου 34 είναι πως (
- i)δεν επιτρέπεται μετακίνηση εμπορευμάτων χωρίς άδεια, (
- ii)το Τελωνείο ασκεί έλεγχο και εποπτεία στις αποθήκες, (iii) αρμόδιος λειτουργός του δύναται να εισέλθει, να τις επιθεωρήσει, να ερευνήσει, να εξετάσει, να ελέγξει τα εμπορεύματα και (
- iv)σύμφωνα με το εδ.
(6): «Ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται, όπως για τους σκοπούς του ελέγχου που αναφέρεται στο εδάφιο
(5), σφραγίσει, κλειδώσει οποιεσδήποτε τέτοιες αποθήκες ή μέρος αυτών ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ασφαλίσει τα εμπορεύματα που βρίσκονται σε αυτές και σε τέτοια περίπτωση το σφράγισμα ή κλειδαριά ή άλλη ασφάλεια θα εξακολουθεί να υφίσταται μέχρις ότου περατωθεί ο έλεγχος και καταβληθούν τυχόν οφειλόμενοι δασμοί ή και φόροι ή άλλες επιβαρύνσεις ή δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις για τυχόν ελλείμματα.» (Η έμφαση δόθηκε από το Δικαστήριο) Είναι λοιπόν προφανές πως και στην περίπτωση σφραγίσματος το Τελωνείο έχει ρητές και συγκεκριμένες εξουσίες και καθήκοντα, τα οποία περιορίζονται στα προβλεπόμενα από τον Νόμο και κυρίως περιορίζονται στην άσκηση ελέγχου και εποπτείας. Δεν διαπιστώνεται με άλλα λόγια πρόθεση του Νομοθέτη όπως το Τελωνείο υποκαταστήσει τον διαχειριστή σε περίπτωση σφραγίσματος. Αντιθέτως συνάγεται πως το σφράγισμα γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς ελέγχου αλλά «τελωνειακού» ελέγχου και διαρκεί μέχρις ότου αυτός περατωθεί ή και καταβληθούν τα οφειλόμενα ή δοθούν ικανοποιητικές εξηγήσεις για τυχόν ελλείμματα. Σαφέστατη επιβεβαίωση της πρόθεσης του Νομοθέτη συνιστά το άρθρο 34
(7)το οποίο ορίζει ρητώς πως: «Το Δημόσιο δεν υπέχει ευθύνη για οποιαδήποτε βλάβη, φθορά ή καταστροφή, οφειλόμενη σε οποιαδήποτε αιτία, των εμπορευμάτων που εναποτίθενται στις αποθήκες αυτές». Παρόμοια πρόνοια εντοπίζεται και στο άρθρο 6
(3)της σχετικής με την προσωρινή εναπόθεση Κ.Δ.Π 434/04 όπου ορίζεται και πάλι πως «το Δημόσιο δεν υπέχει καμιά ευθύνη για οποιαδήποτε βλάβη, φθορά ή καταστροφή αυτών από οποιαδήποτε αιτία». Αναμφίβολα εάν ο Νομοθέτης προτίθετο μετά το σφράγισμα να αφαιρέσει την ευθύνη από τον νόμιμο θεματοφύλακα της αποθήκης αποδίδοντας τέτοιο ρόλο στο Τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλον θα το έπραττε ρητώς. Όμως είναι προφανές πως ο ρόλος του Τελωνείου εξακολουθεί να παραμένει η εποπτεία και ο έλεγχος προς εξασφάλιση της είσπραξης των δασμών, φόρων και επιβαρύνσεων και δεν διαφοροποιείται από την εφαρμογή τυχόν περιοριστικών μέτρων όπως το σφράγισμα της αποθήκης. Η ουσία είναι πως η όποια εμπλοκή του Τελωνείου γίνεται προς τον σκοπό διαφύλαξης και είσπραξης των απαιτήσεων του δημοσίου, δεν αφαιρεί την κατοχή της αποθήκης από τον διαχειριστή, τον οποίον και δεν απαλλάσσει των γενικών ευθυνών του, (όπως και του αποταμιευτή), ή των ευθυνών του από διαπιστούμενες ελλείψεις εμπορευμάτων. Συνάγεται βασικά πως το σφράγισμα αποθήκης διενεργείται απλά για σκοπούς ευχερέστερης εποπτείας και διαπίστωσης τυχόν επέμβασης ή μετακίνησης εμπορευμάτων και ότι οι όποιοι ελέγχοι του Τελωνείου δεν υποκαθιστούν τους ελέγχους ή και τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος ο διαχειριστής οφείλει να λαμβάνει στη δική του αποθήκη με σκοπό την ασφαλή αποθήκευση και διατήρηση των αποταμιευμένων εμπορευμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν Nearchos Bonded Stores Ltd v. Δημοκρατίας, Υπόθ. 1432/10, ημερ. 8.3.13). Αναμφίβολα η κατάσταση δεν διαφοροποιείται όταν υπάρχει ανάκληση της άδειας διαχείρισης, όπως συνέβη στην παρούσα με την επιστολή ημερ. 1.2.06. Όπως προνοείται στο άρθρο 9
(2)της ΚΔΠ 440/04 «[Τ]α εμπορεύματα τα οποία είναι αποταμιευμένα σε αποθήκη της οποίας η άδεια ανακαλείται πρέπει να λάβουν νέο τελωνειακό προορισμό εντός προθεσμίας που καθορίζει ο Διευθυντής». Το άρθρο συνάδει με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του Τελωνειακού Κώδικα το οποίο προνοεί μεν πως κανονικά η απόφαση παράγει αποτέλεσμα από την κοινοποίηση της (που εδώ θα ήταν 8.2.06) πλην όμως σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Τελωνείο δύναται να μεταθέσει την ημερομηνία. Εδώ το Τελωνείο δεν μετέθεσε μεν ρητώς την ημερομηνία αλλά σαφώς έδωσε χρόνο αφήνοντας την αποθήκη και τα εμπορεύματα στην κατοχή της διαχειρίστριας, η οποία και ήταν υπεύθυνη να εντοπίσει, υποδείξει και φροντίσει όπως αυτά λάβουν νέο τελωνειακό προορισμό, δηλαδή να μεταφερθούν σε άλλο χώρο υπό τελωνειακό καθεστώς. Δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο να εναποτεθεί καθήκον επιμέλειας του Τελωνείου προς τους ιδιοκτήτες κατά τον συγκεκριμένο τρόπο που εισηγείται η Ενάγουσα (Ξενοφώντος ν. K.N.Zoo Bar Restaurant Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 447/11, ημερ. 5.12.16). Όμως, ακόμα και αν ήταν διαφορετική η κατάληξη μου και πάλι δεν θα συμφωνούσα ότι υπήρξε παράβαση ενός τέτοιου καθήκοντος υπό τις περιστάσεις. Η Ενάγουσα διασυνδέει στην αγωγή της την απώλεια και ή την κλοπή των εμπορευμάτων με τη διάρρηξη της αποθήκης. Εν πρώτοις δεν έχει καταδειχθεί ότι τα ελλείμματα απωλέσθησαν ή κλάπηκαν κατά τη διάρρηξη. Αντιθέτως παρέμεινε ανοικτό το ενδεχόμενο να μην έχουν μεταφερθεί όλα από την αποθήκη Τηλεμάχου στην αποθήκη Καντάρας και τούτο χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη, εμπλοκή ή ευθύνη του Τελωνείου. Ακόμα όμως και να είχαν μεταφερθεί και να υπήρξαν αντικείμενο κλοπής και πάλι δεν έχει καταδειχθεί ποια ήταν η παράλειψη του Τελωνείου η οποία θα συνιστούσε αμέλεια. Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η πιθανότητα για ένα τέτοιο κίνδυνο ήταν εύλογα ορατή ή εμφανής οπότε η παράλειψη λήψης οποιωνδήποτε μέτρων προφύλαξης ή αποτροπής θα συνιστούσε αμέλεια. Ούτε έχει υποστηριχθεί κάτι τέτοιο ούτε και έχει υποδειχθεί κάποια συγκεκριμένη ενέργεια την οποία παρέλειψε το Τελωνείο (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς η Ενάγουσα προβάλλει ότι το Τελωνείο αρνήθηκε να καταγγείλει την υπόθεση (διάρρηξης) στην Αστυνομία, καθώς και να χορηγήσει πιστοποιητικό απωλειών ή κλοπιμαίων στην Ενάγουσα ή στην Αστυνομία. Ο γενικός ισχυρισμός ότι το Τελωνείο αρνήθηκε να καταγγείλει δεν ευσταθεί κατ' αρχάς επειδή από την πρώτη μέρα υπήρξε καταγγελία στην Αστυνομία, εκπρόσωποι της οποίας έφθασαν στην αποθήκη και οι λειτουργοί έλαβαν γνώση. Προφανώς μέσω αυτών έλαβαν γνώση και οι προϊστάμενοι τους, εξ ου και υπήρξε μεταγενέστερη αλληλογραφία και ενημέρωση (Τεκμήριο 15). Ο τρόπος διερεύνησης και εξιχνίασης του ποινικού αδικήματος δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Τελωνείου. Η διάρρηξη είναι ποινικό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου στρεφόμενο κατά της περιουσίας και ανεξάρτητο από οποιοδήποτε τελωνειακό αδίκημα, όπως αυτό της παράνομης μεταφοράς (άρθρο 101 του Ν.94
(1)/04). Εκ της φύσεως του αδικήματος της διάρρηξης οι πρώτοι οι οποίοι είχαν δικαίωμα και καθήκον να το αναφέρουν στις αστυνομικές αρχές είναι οι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων ή οι κάτοχοι του χώρου και των εμπορευμάτων. Η διαχειρίστρια κατήγγειλε καθηκόντως τη διάρρηξη στο υποστατικό. Μεταξύ των καθηκόντων της όμως ήταν και το να τηρεί λογιστική αποθήκης, με όλες τις λεπτομέρειες, παρουσιάζοντας την ακριβή ποσότητα και την πραγματική κατάσταση των εμπορευμάτων ανά πάσα στιγμή. Εκπληρώνοντας ορθά τα καθήκοντα της το πρώτο το οποίο όφειλε να πράξει είναι, δίδοντας κατάθεση στην Αστυνομία, να πει ότι από τα εμπορεύματα που υπήρχαν αποταμιευμένα ελλείπουν κάποια, αναφέροντας αυτά συγκεκριμένα. Αν μη τι άλλο θα μπορούσε να αναφέρει ποιοι εισαγωγείς είχαν αποταμιευμένα εμπορεύματα στην αποθήκη για να μπορέσει η Αστυνομία να λάβει καταθέσεις από τους ίδιους. Εν πάση περιπτώσει και η ίδια η Ενάγουσα ενημερώθηκε στις 30.3.06 για τη διάρρηξη. Αναμφίβολα υπήρχαν τρόποι (ακόμα και με ένδικα μέσα) να υποχρεώσει τη διαχειρίστρια να της απαντήσει συγκεκριμένα για τα εμπορεύματα τα οποία η ίδια η Ενάγουσα είχε εναποθέσει σε αποθήκες της και την ύπαρξη τους ή όχι. Ως ιδιοκτήτρια η Ενάγουσα δεν νοείται να μην γνωρίζει ποια εμπορεύματα είχε αποταμιεύσει. Ούτε είναι νοητό ότι η Αστυνομία μπορούσε να αρνηθεί τη λήψη κατάθεσης ή καταγγελίας από τον ιδιοκτήτη περιουσίας. Καμιά έγκριση και καμιά άδεια δεν απαιτείτο από το Τελωνείο για να καταγγείλει κάποιος ιδιοκτήτης απώλεια ή κλοπή της περιουσίας υπό συνθήκες όπως οι επίδικες. Ακόμα και η ίδια η Αστυνομία μπορούσε να υποχρεωθεί να λάβει κατάθεση ή καταγγελία από πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα κλοπής (π.χ. με προνομιακό ένταλμα). Όσον αφορά το άλλο παράπονο για τη μη χορήγηση πιστοποιητικού έχει ήδη καταδειχθεί πως αυτό το οποίο ζητούσε η Ενάγουσα δεν ήταν βεβαίωση ελλειμμάτων αλλά στην πραγματικότητα βεβαίωση απώλειας υπό την έννοια κλοπής κατά τη διάρρηξη, ούτως ώστε να υποστηρίξει την απαίτηση της για κάλυψη λόγω κλοπής απέναντι στην ασφαλιστική εταιρεία. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η συμβατική σχέση με τον ασφαλιστή της προϋπέθετε οπωσδήποτε κάτι τέτοιο και ασφαλώς θα μπορούσε να επιμένει στην αξίωση ("claim") της η Ενάγουσα λαμβάνοντας και εδώ ένδικα μέτρα εάν απαιτείτο, νοουμένου ότι η θέση της ήταν πως πληρούντο οι συμβατικοί όροι για ασφαλιστική κάλυψη. Η κα Χαραλάμπους έχει δίκαιο πως η Ενάγουσα όφειλε να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της μη χορήγησης πιστοποιητικού κλοπιμαίων ή απολεσθέντων και της ζημιάς την οποία ισχυρίζεται πράγμα που δεν έχει επιτύχει (Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 ΑΑΔ 447). Η ύπαρξη βεβαίωσης κλοπιμαίων δεν είναι ο μόνος τρόπος στοιχειοθέτησης τέτοιας αξίωσης. Άλλωστε το Τελωνείο δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να γνωρίζει και εν πάση περιπτώσει δεν δέχθηκε ότι είχαν κλαπεί ή ότι η απώλεια τους διασυνδέετο με τη διάρρηξη. Ούτως η άλλως όμως η Ενάγουσα έλαβε γνώση για τα ελλείμματα μέσω (
- i)των Βεβαιώσεων του Τελωνείου, Τεκμήριο 9, κατά το διάστημα 2.8.06 έως 17.11.06 και (
- ii)των μεταγενέστερων Βεβαιώσεων ημερ. 30.4.07 και θα μπορούσε να υποβάλει την απαίτηση της στη βάση των βεβαιώσεων για ελλείμματα, πλην όμως ήθελε τη γραπτή βεβαίωση ότι αυτά ήταν κλοπιμαία, κάτι το οποίο ευλόγως δεν μπορούσε να χορηγήσει το Τελωνείο υπό τις περιστάσεις της παρούσας. Το Τελωνείο στην παρούσα περίπτωση, ως η αρμόδια δημόσια αρχή, δεν είχε πειστεί ότι επρόκειτο για περίπτωση κλοπής. Η ισχύουσα νομοθεσία επέβαλλε ούτως ή άλλως αφού διαπιστωθούν ελλείμματα να εκδοθούν οι δέουσες βεβαιώσεις. Στην πραγματικότητα το Τελωνείο έπραξε ό,τι απαιτείτο από τον Νόμο και ό,τι είχε εξουσία να πράξει. Η δράση αυτή δεν μπορεί να εξισωθεί με αμέλεια απέναντι στην Ενάγουσα, λόγω αποτυχίας της τελευταίας είτε απέναντι στη διαχειρίστρια εταιρεία είτε απέναντι στην ασφαλιστική της εταιρεία. Άλλωστε ακόμα και να πετύχαινε η Ενάγουσα, αυτό το οποίο ενδεχομένως θα δικαιούτο θα ήταν το πιστοποιητικό για το οποίο παραπονείται, για να υπέβαλλε την αξίωση της (αίτημα το οποίο δεν έχει συμπεριληφθεί στις αξιώσεις). Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το Τελωνείο εκ μέρους της Δημοκρατίας ευθύνεται καθ' οιονδήποτε τρόπο είτε για τις συνθήκες φύλαξης των αποθηκών είτε για τη διάρρηξη είτε για την απώλεια των εμπορευμάτων είτε για τη μη κάλυψη της Ενάγουσας από την ασφαλιστική της εταιρεία. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εις βάρος της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αποζημιώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο