Χ"ΓΕΩΡΓΊΟΥ ν. Χ"ΠΑΝΤΕΛΗ, Συνεκδικαζόμενες αγωγές αρ. 6432/2012 και 6433/2012, 14/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A300 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Χριστοδούλου, Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες αγωγές αρ. 6432/2012 και 6433/2012 Μεταξύ: XXXXX Χ"ΓΕΩΡΓΊΟΥ Ενάγοντα και XXXXX Χ"ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγομένης και XXXXX Χ"ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσας και XXXXX Χ"ΠΑΝΤΕΛΗ Εναγομένης Ημερομηνία: 14.6.2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες και στις δύο υποθέσεις: κ. Χ. Χ"Λοϊζου Για την Εναγόμενη και στις δύο υποθέσεις: κα Ν.Θεοδώρου με κα Η. Ζησίμου. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις που κατ' ισχυρισμόν υπέστησαν συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη στις 10.02.2012. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή, ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση που υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 A.Α.Δ 24. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 Α.Α.Δ.
- Ο Ενάγοντας στην αγωγή 6432/12, στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Η Εναγομένη ήταν οδηγός και ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Κατά ή περί τις 10.02.2012, ενώ το όχημα του Ενάγοντα οδηγείτο νομίμως από την XXXXX Χατζηγεωργίου, στην οδό Αντιστάσεως στη Δευτερά με κατεύθυνση προς την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, συγκρούστηκε με το όχημα XXXXX35, το οποίο οδηγείτο από την Εναγομένη. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε συνεπεία της αποκλειστικής αμέλειας της Εναγομένης. Από το ατύχημα ο Ενάγοντας στην αγωγή 6432/12 ισχυρίστηκε ότι υπέστη ειδικές ζημιές ύψους 13.170 ευρώ. Η Ενάγουσα στην αγωγή 6433/12 ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ηλικίας 20 ετών, καθόλα υγιής και αρτιμελής. Περαιτέρω, ήταν οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι στις 10.02.2012 οδηγούσε το όχημα XXXXX23 νομίμως στην οδό Αντιστάσεως στη Δευτερά, με κατεύθυνση την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου η Εναγομένη εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα προέβαλε τους ίδιους ισχυρισμούς αμέλειας τους οποίους προέβαλε ο Ενάγοντας στην αγωγή 6432/
- Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι συνεπεία του ατυχήματος υπέστη ειδικές ζημιές ύψους 1.100 ευρώ. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι υπέστη σωματικές βλάβες και αξίωσε ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Η Εναγομένη στην Υπεράσπισή της δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα ήταν οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX23 και η ίδια οδηγός του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Δέχθηκε, επίσης, ότι στις 10.02.2012 η Ενάγουσα οδηγούσε το όχημα XXXXX23 στην οδό Αντιστάσεως στη Δευτερά, ενώ η ίδια οδηγούσε το όχημα XL935 επί της ίδιας οδού, αλλά από την αντίθετη κατεύθυνση. Παραδέχθηκε, επιπλέον, ότι επήλθε σύγκρουση των δύο οχημάτων. Αρνήθηκε, όμως, τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες αμέλειας και ισχυρίστηκε ότι το ατύχημα επήλθε λόγω της αποκλειστικής αμέλειας της οδηγού του οχήματος XXXXX
- Στις λεπτομέρειες αμέλειας, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν ασκούσε αποτελεσματικό έλεγχο επί του οχήματός της, με αποτέλεσμα να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα και να συγκρουστεί με το όχημα που οδηγούσε η Εναγομένη. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός της και ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα. Σημειώνεται ότι κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 23.11.2015, οι δύο αγωγές συνενώθηκαν αναφορικά με όλα τα επίδικα θέματα. Οδηγός ορίστηκε η αγωγή 6433/
- Περαιτέρω, κατά την ακρόαση δηλώθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων ότι οι γενικές αποζημιώσεις της Ενάγουσας στην αγωγή 6433/12, ανέρχονται στο ποσό των 4.000 ευρώ, πλέον τόκο από την καταχώρηση. Επίσης, δηλώθηκαν ως παραδεκτές οι ειδικές αποζημιώσεις στην αγωγή 6433/12, οι οποίες δηλώθηκαν στο ύψος των 800 ευρώ, με τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Ως προς την αγωγή 6432/12 δηλώθηκαν παραδεκτές οι ειδικές ζημιές, οι οποίες σύμφωνα με τη δήλωση των συνηγόρων, ανέρχονται επί πλήρους ευθύνης στο ποσό των 10.500 ευρώ, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι μοναδικό επίδικο θέμα στην παρούσα είναι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Πρώτη μάρτυρας για τους Ενάγοντες ήταν η XXXXX Χριστοφόρου, αστυφύλακας XXXXX, ΜΕ
- Κατά τη μαρτυρία της ΜΕ1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος, ως Τεκμήριο 2 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος και ως Τεκμήριο 3 η κατάθεση της ίδιας. Κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΕ1 δήλωσε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Δευτεράς και Λακατάμιας. Επισκέφθηκε τη σκηνή του ατυχήματος η ώρα 13:
- Κατά την επίσκεψή της στη σκηνή του ατυχήματος εντόπισε τα δύο οχήματα, αλλά κανένα εκ των δύο οδηγών στο μέρος. Η ίδια ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής και στη βάση αυτού, ακολούθως ετοίμασε συμμετρικό. Ως προς την κατάσταση του δρόμου, δήλωσε ότι τον ουσιώδη χρόνο ο επίδικος δρόμος ήταν στεγνός. Το πλάτος αυτού ανερχόταν σε 4.15 μέτρα. Η ίδια εξήγησε το σχέδιο το οποίο ετοίμασε. Δήλωσε, επιπλέον, ότι εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος XL935, μήκους 4 μέτρων. Υπέδειξε, επίσης, το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Εξήγησε ότι το σημείο σύγκρουσης το τοποθέτησε σύμφωνα με τα ευρήματα που εντόπισε στον δρόμο, ήτοι τα σπασίματα και συντρίμμια των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Προσδιόρισε ότι τα ευρήματά της ήταν τα συντρίμμια των αυτοκινήτων που βρήκε στον δρόμο. Ως προς το όχημα XXXXX35, δήλωσε ότι ως προς την κατεύθυνση στην οποία κινείτο, η ορατότητα ήταν περίπου 100 μέτρα, ενώ η ορατότητα του οχήματος XXXXX23 εν σχέσει με την πορεία του, ήταν πολύ μικρή, γύρω στα 8‑10 μέτρα, καθότι υπήρχε στροφή στον δρόμο. Η ίδια υπέδειξε το σχέδιο που ετοίμασε σε μεταγενέστερο στάδιο στους δύο οδηγούς. Η οδηγός του οχήματος XXXXX23 συμφώνησε με το σχέδιο, ενώ η οδηγός του άλλου οχήματος διαφώνησε. Ακολούθως, έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τις διαστάσεις των οχημάτων και τις ζημιές τις οποίες εντόπισε. Κατά την αντεξέτασή της, δήλωσε ότι οι τελικές θέσεις στις οποίες εντόπισε τα δύο οχήματα, συνάδουν με το τεκμήριο
- Εξήγησε, όμως, ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν σε σημείο άλλο από εκεί που κατέληξαν τα οχήματα ως τελική θέση. Δήλωσε ρητά ότι δεν υπολόγισε την ταχύτητα των δύο οχημάτων. Εκ της πείρας της ήταν σε θέση να εξηγήσει ότι ανάλογα με τη σύγκρουση, κάποιες φορές τα οχήματα μετακινούνται από το σημείο σύγκρουσης και κάποιες φορές όχι. Δήλωσε, ακολούθως, ότι το όχημα XL935 μετά τη σύγκρουση μετατοπίστηκε. Εξήγησε ότι η σύγκρουση έγινε, ενώ τα δυο οχήματα βρίσκονταν σε ευθεία και από τη σύγκρουση το όχημα XL 935 μετατοπίστηκε. Ως προς την απόσταση των 3.20 μέτρων από το σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης μέχρι το σημείο Χ, δήλωσε ότι αυτή οφείλεται στο μήκος του αυτοκινήτου. Αρνήθηκε τη θέση ότι στο σημείο που τελειώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης έγινε η σύγκρουση. Σε ερώτηση εάν υπάρχει οποιαδήποτε υψομετρική διαφορά στον δρόμο, απάντησε ότι υπάρχει υψομετρική διαφορά στη δεξιά πλευρά, στην οποία κινείτο το όχημα XXXXX
- Επανέλαβε ότι στο σημείο κοντά στη σύγκρουση υπήρχε στροφή. Εξήγησε ότι στο σημείο που σταματά η στροφή μέχρι και το σημείο Χ, η απόσταση είναι 8‑10 μέτρα. Δέχθηκε, όμως, ότι η πιο πάνω θέση της δεν φαίνεται στο σχεδιαγράφημα που έχει ετοιμάσει. Δήλωσε παράλληλα, ότι η στροφή επηρεάζει την ορατότητα του δρόμου. Ως προς το όχημα XXXXX35, δήλωσε ότι είχε ορατότητα πριν τη στροφή. Προσδιόρισε ότι δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχαν χωράφια. Εξήγησε ακολούθως, ότι ως προς το όχημα XXXXX23 υπήρχε περιθώριο να κινηθεί δεξιά, ενώ για το όχημα XL935 δεν υπήρχε. Περαιτέρω δέχθηκε ότι στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχε παγκέττο πλάτους περίπου 2.90 μέτρων. Ερωτηθείσα εάν υπήρχε περιθώριο ελιγμού προς τα αριστερά του οχήματος XXXXX23, απάντησε ότι δεν υπήρχε τέτοιο περιθώριο, καθότι υπήρχε υψομετρική διαφορά. Δήλωσε, επιπλέον, ότι το όχημα XXXXX23 ήταν ακουμπημένο στην υψομετρική διαφορά, όταν έγινε το ατύχημα. Αντεξεταζόμενη επί της κατάθεσής της, τεκμήριο 3, δέχθηκε ότι η αναφορά της περί ορατότητας 50 μέτρων και για τα δύο οχήματα ήταν λάθος και ισχύει τελικά μόνο για ένα εκ των δύο αυτοκινήτων, και συγκεκριμένα για το όχημα XXXXX
- Σε ερώτηση επί του τεκμηρίου 2 συμφώνησε ότι υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία καταλήγουν σε απόσταση 1.30 εκατοστά από την αριστερή πλευρά του δρόμου, ενώ το σημείο Χ βρίσκεται στην απόσταση 1.60 στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Η ίδια δεν γνώριζε, όμως, εάν η Εναγομένη κατεύθυνε το όχημά της προς την αριστερή πλευρά του δρόμου. Επανέλαβε ότι τα οχήματα μετατοπίστηκαν μετά το ατύχημα. Δέχθηκε ακολούθως, ότι τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν ελαφρώς δεξιότερα από το σημείο Χ. Δήλωσε ακολούθως, ότι οι διαστάσεις του οχήματος XXXXX23 είναι 3.5 μήκος και 1.60 πλάτος. Ερωτηθείσα σχετικά υπέδειξε ότι η απόσταση από το σημείο Χ μέχρι το τέλος του δρόμου στην κατεύθυνση του οχήματος XXXXX23 ήταν 1.60 μέτρα. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι υπήρχε χώρος αριστερά του δρόμου όπως κινείτο το όχημα XXXXX23, απάντησε ότι υπήρχε κάποιο χωμάτινο παγκέττο. Δέχθηκε ότι η Ενάγουσα ουδέποτε πάτησε φρένα, αλλά ανέφερε ότι η ορατότητά της δεν ήταν καλή. Επόμενη μάρτυρας για τους Ενάγοντες, ήταν η XXXXX Χατζηγεωργίου Ενάγουσα στην αγωγή 6433/12, ΜΕ
- Στη μαρτυρία της ΜΕ2 κατατέθηκαν αποδείξεις σχετικά με ιατρικά έξοδα ως Τεκμήριο 4α‑ε, ως Τεκμήριο 5 τιμολόγια από το Αρεταίειο Ιατρικό Κέντρο, ως Τεκμήριο 6 απόδειξη από το φαρμακείο και ως Τεκμήριο 7 φωτογραφία της σκηνής, η οποία λήφθηκε από τη μάρτυρα έναν μήνα πριν δώσει μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι στις 10.02.2012 οδηγούσε νομίμως το όχημά της με αριθμούς εγγραφής XXXXX23, ιδιοκτησία του πατέρα της, Ενάγοντα στην αγωγή 6432/
- Οδηγούσε το εν λόγω όχημα επί της οδού Αντιστάσεως στη Δευτερά, με κατεύθυνση προς την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου. Η ίδια κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου. Σε κάποιο σημείο σε απόσταση 5‑6 μέτρων περίπου, είδε να έρχεται από απέναντί της το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX35 και να κρατά την πλευρά της. Τότε η ίδια οδήγησε το όχημά της οδηγώντας αριστερότερα για να αποφύγει τη σύγκρουση, πράγμα το οποίο δεν κατάφερε. Το επίδικο ατύχημα εξέτασε η ΜΕ1, η οποία επισκέφθηκε τη σκηνή, ετοίμασε σχεδιαγράφημα το οποίο της υπέδειξε και συμφώνησε με τα ευρήματα. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία της στην κυρίως εξέτασή της περιστράφηκε γύρω από τους ισχυρισμούς σχετικά με τις σωματικές της βλάβες. Ακολούθως, υπέδειξε επί του τεκμηρίου 7 την πορεία την οποία κρατούσε, και υπέδειξε ταυτόχρονα και την πορεία της Εναγομένης. Σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου κατά τον επίδικο χρόνο, δήλωσε ότι υπήρχε περισσότερη βλάστηση απ' ό, τι στη φωτογραφία τεκμήριο
- Κατά την αντεξέτασή της σε σχέση με το τεκμήριο 2, δέχθηκε ότι ο δρόμος που ακολουθούσε παρουσίαζε υψομετρική διαφορά από την ευθεία μέχρι το σημείο που έγινε η σύγκρουση. Εξήγησε ότι η υψομετρική διαφορά παρουσιάζεται από το σημείο της στροφής από όπου ακολούθως ξεκινά κατηφορικός δρόμος. Επέμεινε ότι αμέσως μετά τη στροφή, η ίδια ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της και μόλις αντιλήφθηκε την Εναγομένη προσπάθησε να στρίψει λίγο αριστερά, αλλά δεν πρόλαβε και έγινε η σύγκρουση. Προσδιόρισε ότι είδε την Εναγομένη περίπου στα 7 μέτρα. Σε υποβολή ότι αν οδηγούσε το όχημα της λίγο αριστερότερα τότε θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση, απάντησε ότι προσπάθησε να κάμει το τιμόνι της λίγο αριστερά και δεν πρόλαβε, ενώ παράλληλα, δήλωσε ότι υπήρχαν και υπερυψωμένα χώματα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ήταν η ίδια που μπήκε στη λωρίδα κυκλοφορίας της Εναγομένης Σε υποβολή ότι υπήρχε παγκέτο 3 μέτρων στην κατεύθυνση που κινείτο, απάντησε ότι δεν υπήρχε παγκέτο 3 μέτρων, αλλά αντίθετα ξεκινούσε το υπερυψωμένο χώμα. Υπέδειξε στο Τεκμήριο 7 το σημείο που υπήρχε το υπερυψωμένο χώμα. Σε υποβολή ότι η κατάσταση του δρόμου, όπως φαίνεται σο Τεκμήριου 7, δεν ήταν η ίδια με αυτή που ήταν πριν έξι χρόνια, απάντησε ότι πριν έξι χρόνια υπήρχαν περισσότερα χόρτα. Προσδιόρισε ότι από το σημείο που τελειώνει ο δρόμος μέχρι το σημείο που αρχίζει η υψομετρική διαφορά η απόσταση είναι μισό μέτρο. Σε υποβολή ότι θα μπορούσε να αποφύγει τη σύγκρουση, αν πατούσε έγκαιρα φρένα, απάντησε ότι η ίδια δεν πρόλαβε να κάνει οτιδήποτε, καθότι όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αρνήθηκε την υποβολή, επίσης, ότι κινείτο με μεγάλη ταχύτητα και πως δεν είδε το όχημα της Εναγομένης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τους Ενάγοντες, τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά της Εναγομένης. Πρώτη και μοναδική μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν η ίδια η Εναγομένη ΜΥ
- Κατά τη μαρτυρία της Εναγομένης κατατέθηκε ως τεκμήριο 8 η κατάθεση αυτής, ημερομηνίας 09.03.
- Η Εναγομένη κατά την κυρίως εξέτασή της δήλωσε ότι στις 10.02.2012 οδηγούσε το όχημά της στην οδό Αντιστάσεως στη Δευτερά, με κατεύθυνση προς την οδό Ακροπόλεως. Η ίδια οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ταχύτητα περίπου 30 χιλιόμετρα, ενώ το όριο είναι στα 50 χιλιόμετρα. Εξήγησε ότι ο δρόμος στον οποίο κινείτο είναι στενός δρόμος χωρίς διαχωριστική γραμμή. Επίσης, υφίσταται μεγάλη ευθεία, περίπου 500 μέτρων και ακολούθως, παρουσιάζεται ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Τόνισε ότι η στροφή αυτή δεν είναι ούτε απότομη, ούτε δυσκολεύει σημαντικά την ορατότητα του δρόμου είτε από τη μια κατεύθυνση, είτε από την άλλη. Ενώ οδηγούσε στην ευθεία, αντιλήφθηκε περίπου 30 μέτρα πριν το σημείο που ξεκινά η στροφή, το όχημα που οδηγούσε η Ενάγουσα στην αγωγή 6433/12, να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα και να βρίσκεται σχεδόν στη μέση του δρόμου. Μόλις αντιλήφθηκε ότι ερχόταν κατά πάνω της, χωρίς να ελαττώνει ταχύτητα, αμέσως φρέναρε, γύρισε το τιμόνι της αριστερότερα του δρόμου. Το όχημά της είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί, όμως το όχημα της Ενάγουσας προσέκρουσε σ' αυτό με μεγάλη ταχύτητα. Δήλωσε, επιπλέον, ότι η Ενάγουσα ούτε ελάττωσε ταχύτητα, ούτε έστριψε το τιμόνι της αριστερότερα, για να αποφύγει τη σύγκρουση. Εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η Ενάγουσα δεν είχε την προσοχή της στον δρόμο, διότι αν την είχε, θα έβλεπε το όχημά της και σίγουρα θα απέφευγε τη σύγκρουση. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η Ενάγουσα είχε αρκετό χώρο στα αριστερά της, στον οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει το όχημά της, αλλά δεν το έπραξε. Επίσης, για 30 περίπου μέτρα ευθεία έβλεπε ξεκάθαρα το όχημά της και υπήρχε αρκετός χρόνος, ώστε να αντιδράσει, πράμα που επίσης δεν έπραξε. Κατά την αντεξέτασή της, δήλωσε ότι το όχημα της είναι ασφαλισμένο στην εταιρεία Gan Direct και ότι εκπρόσωπος της ασφάλειας μετέβη επί τόπου στη σκηνή. Σε ερώτηση αν έκανε γραπτή δήλωση στην ασφάλεια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, απάντησε ότι δεν θυμάται. Θυμόταν, όμως, ότι μετέβη η αστυνομία στον χώρο, έκανε μετρήσεις και πήρε γραπτές καταθέσεις. Αναγνώρισε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ημερομηνίας 09.03.2012, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
- Δήλωσε ότι τα γεγονότα στις 09.03.2012 ήταν σχετικά φρέσκα στη μνήμη της και ανέφερε στην εν λόγω κατάθεσή της τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί δεν ανέφερε στη δήλωσή της στην αστυνομία ότι ο δρόμος ήταν στενός χωρίς να διαχωρίζεται από διαχωριστική γραμμή, απάντησε ότι δεν την ρώτησε η αστυνομικός. Σε ερώτηση αν ανέφερε την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας στην κατάθεση της, απάντησε ότι δεν θυμάται. Όταν της υποδείχθηκε η κατάθεσή της στην αστυνομία όπου ανέφερε ότι δεν μπορεί να πει πόση απόσταση είχε από την ίδια το όχημα της Ενάγουσας, ενώ στη μαρτυρία της το προσδιόρισε σε 30 μέτρα, απάντησε πως απλά το υπολόγισε. Εξήγησε ότι, τώρα που πέρασε ξανά από τον χώρο, το υπολόγισε, ενώ τότε επειδή ήταν χτυπημένη, δεν ήταν σε θέση να το υπολογίσει. Σε ερώτηση αν ανέφερε στη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία ότι ο δρόμος είναι ευθεία 500 μέτρα, απάντησε ότι δεν την ρώτησαν. Σε ερώτηση αν της διαβάστηκε η κατάθεσή της και της δόθηκε η ευκαιρία να προβεί σε αλλαγές, απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν. Δέχθηκε, όμως, ότι υπέγραψε το τεκμήριο
- Δέχθηκε, επίσης, ότι η ίδια δεν ζήτησε να προσθέσει ή να αφαιρέσει οτιδήποτε στο τεκμήριο
- Ακολούθως, συμφώνησε πως ό,τι είδε και ό,τι έκαμε τη μέρα του δυστυχήματος, τα είπε στην κατάθεση της. Σε ερώτηση ακολούθως, αν ανέφερε τον ισχυρισμό που προέβαλε στη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είδε από 30 μέτρα μακριά το όχημα της Ενάγουσας, απάντησε ότι δεν θυμάται. Δεν θυμόταν, επίσης, το εάν ανέφερε στη γραπτή της κατάθεση τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα βρισκόταν στη μέση του δρόμου, και απέδωσε εκ νέου την εν λόγω παράλειψη στο ότι ενδεχομένως να μην ρωτήθηκε. Σε ερώτηση αν της ζητήθηκε από την αστυνομικό να καθορίσει το σημείο σύγκρουσης, απάντησε ότι δεν της ζητήθηκε. Σε ερώτηση αν προέβαλε στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 8, τον ισχυρισμό ότι έστριψε το τιμόνι της και φρέναρε πριν το ατύχημα, απάντησε ότι μπορεί να μην ρωτήθηκε. Σε υποβολή ότι στη γραπτή της κατάθεση στην αστυνομία δεν ανέφερε ότι έστριψε το όχημα της αριστερά, απάντησε ότι δεν ξέρει, δεν θυμάται. Δεν θυμόταν, επίσης, να αναφέρει αν δήλωσε στην κατάθεση της, τεκμήριο 8, ότι είδε το όχημα της Ενάγουσας να έρχεται με μεγάλη ταχύτητα. Δεν θυμόταν, επιπλέον, το αν ανέφερε τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Σε ερώτηση αν η ίδια έβλεπε μετά τη στροφή, απάντησε πως η ίδια έβλεπε. Εξήγησε ότι το όχημα της Ενάγουσας το είδε, όταν βρισκόταν πάνω στη στροφή προς το τέλος. Δέχθηκε σε υπόδειξη επί του τεκμηρίου 7, ότι στην αριστερή πλευρά αυτού φαίνεται να υπάρχει χωμάτινο παγκέτο. Επέμεινε ότι τέτοιο παγκέτο υφίσταται και στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Σε υποβολή ότι στο σημείο που υποδείκνυε δεν υπήρχε παγκέτο, αλλά είναι ο δρόμος κανονικά, απάντησε ότι υπάρχει και από τη μια και από την άλλη πλευρά παγκέτο. Ακολούθως αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια έτρεχε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η μόνη κίνηση που έκαμε ήταν να πατήσει φρένα. Ακολούθως, αρνήθηκε την υποβολή ότι η ίδια δεν βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας της. Αρνήθηκε εκ νέου την υποβολή ότι της ζητήθηκε να προσδιορίσει η ίδια το σημείο Χ, ενώ ως προς το αν της υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 1 και 2, απάντησε ότι δεν θυμόταν αν τα είδε. Θυμόταν, όμως, ότι της έφερε κάποιο σχέδιο η επί καθήκοντι αστυνομικός, με το οποίο δεν συμφώνησε και δεν το υπέγραψε. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. H κα. Θεόδωρου εκ μέρους της Εναγομένης, παρέπεμψε στις αποφάσεις Chraralambous and another v. Kassapis and another
(1988)1 CLR 25 και Μαρίνου ν. Σοφοκλέους Πολ. Έφεση 151/11, ημερομηνίας 12.4.2016, για να εισηγηθεί ότι οδηγοί που προσεγγίζουν κλειστή στροφή έχουν καθήκον να τηρούν την αριστερή πλευρά του δρόμου. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος βαρύνει την Ενάγουσα. Στον αντίποδα ο κ Χατζηλοίζου εισηγήθηκε ότι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος βαρύνει καθ' ολοκληρίαν την Εναγομένη. Παραδεκτά γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1320. Στην υπό κρίση υπόθεση δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα οι γενικές και ειδικές αποζημιώσεις της Ενάγουσας στην αγωγή 6433/12, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 4.000 ευρώ και των 800 ευρώ αντίστοιχα με τόκο, αμφότερες, από την καταχώρηση της αγωγής. Ως προς την αγωγή 6432/12 δηλώθηκαν παραδεκτές οι ειδικές ζημιές, στο ποσό των 10.500 ευρώ, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη ,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτιση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β)
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ1 Η ΜΕ1 ήταν η εξεταστής της υπόθεσης και το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε το σχετικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος. Η ΜΕ1 εξήγησε το σχέδιο που ετοίμασε, καθώς επίσης και το πώς προέκυπταν τα ευρήματά της. Περαιτέρω στο συμμετρικό σχέδιο που κατέθεσε εμφανίζονται οι σχετικές μετρήσεις και επεξήγησε το πώς συνάγονται τα ευρήματά της. Συνεπώς αποδέχομαι ότι το Τεκμήριο 2 αποτελεί πραγματική μαρτυρία. Επιπλέον, η μάρτυρας έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και σταθερότητα. Ως προς τον καθορισμό του σημείου Χ εξήγησε ότι εντόπισε αυτό με βάση τα σπασίματα και συντρίμμια των δύο οχημάτων. Συνεπώς προκύπτει ότι το σημείο Χ αναδύεται μέσα από τα πραγματικά ευρήματα και έτσι μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της μάρτυρος επί τούτου. Περαιτέρω δεν υπεβλήθη στη μάρτυρα άλλο σημείο σύγκρουσης και ούτε υφίσταται μαρτυρία ότι υπήρχε άλλο συγκεκριμένο σημείο σύγκρουσης. Παράλληλα, η ακρίβεια των μετρήσεων της μάρτυρος ούτε αμφισβητήθηκε ούτε αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία. Η θέση της ότι από το σημείο που ξεκινά η ευθεία μετά τη στροφή μέχρι το σημείο Χ η απόσταση είναι οκτώ με δέκα μέτρα, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι στην πλευρά που κινείτο το όχημα XXXXX23 υπήρχε απόσταση 2.90, η οποία, όμως, δεν ήταν ωφέλιμη, καθότι υπήρχε υψομετρική διαφορά, πέραν του ότι δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση συνάδει με τη φωτογραφία Τεκμήριο
- Συνεπώς γίνεται δεκτή και η θέση της ΜΕ1 ότι δεν υπήρχε χώρος στο όχημα XXXXX23 να ελιχθεί λόγω της υψομετρικής διαφοράς. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ούτε ετέθη στη μάρτυρα ότι προσήλθε με σκοπό να βοηθήσει κάποιο εκ των διαδίκων. Παράλληλα η αναφορά της μάρτυρος στο Τεκμήριο 3 ότι η ορατότητα ήταν 50 μέτρα και για τους οδηγούς των δύο οχημάτων και η διευκρίνηση στην αντεξέτασή της ότι πρόκειται περί λάθους, δεν είναι ικανή από μόνη της να κλονίσει την αξιοπιστία της μάρτυρος. Η μάρτυρας εξήγησε ότι η αναφορά σε ορατότητα 50 μέτρων εν σχέση με το όχημα XXXXX23 οφειλόταν σε λάθος. Ενόψει του ότι η μάρτυρας δεν είχε κανένα συμφέρον να πει ψέματα στο Δικαστήριο, κρίνω ότι η πιο πάνω αναφορά δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία της. Άλλωστε, από το γεγονός ότι η μια οδηγός κινείτο σε ευθεία και η άλλη βρισκόταν στη στροφή, συνάγεται ότι δεν μπορεί να είχαν την ίδια ορατότητα, αφού η ορατότητα εκάστου οδηγού, κατά λογική αναγκαιότητα, περιορίζεται στην ευθεία μπροστά του. Έτσι δεν αναμένετο από την Ενάγουσα να βλέπει και πέραν της στροφής και ως εκ τούτου η θέση της μάρτυρος περί ορατότητας 8- 10 μέτρων μπορεί να γίνει δεκτή. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασισθεί στη μαρτυρία της ΜΕ1 για τη συναγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Η ΜΕ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, καθότι η μαρτύρια της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα και σταθερότητα. Η βασική της θέση ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η θέση της ότι πρόσεξε το όχημα της Εναγομένης στα 7 μέτρα περίπου συνάδει με τη μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία εξήγησε ότι το ατύχημα έγινε περίπου οκτώ μέτρα μετά τη στροφή. Συνεπώς η πιο πάνω θέση πέραν του ότι συνάδει με τη μαρτυρία της ΜΕ1 συνάδει και με τη λογική, αφού η Ενάγουσα είχε ορατότητα σε ευθεία μόνο όταν εξήλθε της στροφής. Επιπλέον η θέση της ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το παγκέτο, καθότι στο σημείο υπήρχε υψομετρική διαφορά, συνάδει επίσης με τη μαρτυρία της ΜΕ1, η οποία δήλωσε ότι η Ενάγουσα δεν είχε δυνατότητα ελιγμού λόγω αυτής της υψομετρικής διαφοράς του δρόμου. Επίσης, η πιο πάνω θέση της ΜΕ2, συνάδει με τη θέση της ΜΕ1 ότι το όχημα της Ενάγουσας βρέθηκε ακουμπημένο στο σημείο που ξεκινούσε η υψομετρική διαφορά. Εφόσον το όχημα της Ενάγουσας βρέθηκε μετά το ατύχημα ακουμπημένο στο σημείο που ξεκινά η υψομετρική διαφορά, έπεται ότι δεν υπήρχε ο χώρος των 3 μέτρων που υπεβλήθη στη μάρτυρα κατά την αντεξέταση. Παράλληλα η πιο πάνω θέση συνάδει με τη φωτογραφία, Τεκμήριο
- Η εν λόγω φωτογραφία λήφθηκε μεν έξι χρόνια μετά το ατύχημα, αλλά όπως εξηγήθηκε από τη ΜΕ2 η μονή διαφορά που παρουσίαζε ο δρόμος ήταν το ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπήρχε περισσότερη βλάστηση. Συνεπώς, το Δικαστήριο μπορεί να κάνει δεκτή τη φωτογραφία Τεκμήριο 7, ως μαρτυρία που απεικονίζει την κατάσταση του δρόμου. Περαιτέρω, η θέση της ότι δεν φρέναρε, επίσης συνάδει με το Τεκμήριο 2 και γίνεται αποδεκτή. Το εάν όντως δικαιολογείτο η παράλειψή της να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός, της είναι ζήτημα που συνδέεται με το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ως προς την ύπαρξη αμέλειας. Επιπλέον το ότι η ίδια οδηγούσε εντός της λωρίδας της επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 2 στο οποίο καταγράφεται το σημείο Χ να βρίσκεται εντός της λωρίδας της Ενάγουσας. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ2, Ενάγουσας, για σκοπούς συναγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία της ΜΥ1 - Εναγομένης Η ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της αντικρούεται σε πολλά σημεία από την προηγούμενη γραπτή κατάθεση που έδωσε στις 9.3.2012, στην Αστυνομία, ήτοι το Τεκμήριο
- Παράλληλα η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, ενώ διανθίστηκε και με πολλά «δεν θυμούμαι», πράγμα που επηρεάζει την αξιοπιστία της. Συγκεκριμένα, η θέση της ότι αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας από απόσταση 30 μέτρων αντικρούεται από την κατάθεσή της, Τεκμήριο 8, όπου ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει την απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας. Όταν της υπεδείχθη το πιο πάνω, απάντησε ότι το υπολόγισε τώρα που πέρασε από τον χώρο. Όμως η πιο πάνω δήλωση δεν συνάδει με την αναφορά της ίδιας της μάρτυρος, στο Τεκμήριο 8, πως ό,τι είδε και ό,τι έκανε, την ημέρα του ατυχήματος, το είπε στην κατάθεσή της. Επιπλέον, η μάρτυρας σε σειρά ερωτήσεων να εξηγήσει γιατί συγκεκριμένες αναφορές στις οποίες προέβη στην κυρίως εξέτασή της, δεν τις ανάφερε στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 8, κατέφευγε στον ισχυρισμό ότι δεν ρωτήθηκε τότε. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να είναι πειστική, καθότι ως η ίδια δέχθηκε κατά τον χρόνο που έδιδε την κατάθεση, Τεκμήριο 8, είχε την ευκαιρία να προβεί σε όποιες προσθήκες ή αλλαγές ήθελε. Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η μάρτυρας κατέφευγε σε υπεκφυγές, ζήτημα που επηρεάζει την αξιοπιστία της. Παράλληλα, η βασική της θέση ότι η Ενάγουσα βρισκόταν στη μέση του δρόμου αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι το Τεκμήριο
- Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 2 από τα ίχνη τροχοπέδησης φαίνεται ότι ο δεξιός τροχός του οχήματος της Εναγομένης βρισκόταν 1.30 μέτρα από την άκρη του δρόμου της πορείας του οχήματος XXXXX23, ενώ το συνολικό πλάτος είναι 4.15 μέτρα. Συνεπώς η θέση της ΜΥ1, ότι η Ενάγουσα βρισκόταν μέσα στη λωρίδα της ίδιας καταρρίπτεται από την πραγματική μαρτυρία. Από τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας, καταρρίπτεται και η θέση της ότι η ίδια οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Επιπλέον, ουσιαστικές θέσεις της μάρτυρος, όπως ο ισχυρισμός της ότι έστριψε το τιμόνι της πριν το ατύχημα, δεν υπάρχει στη κατάθεση, Τεκμήριο
- Προς δικαιολόγηση της πιο πάνω παράλειψης, η Εναγομένη δήλωσε ότι δεν θυμάται. Επιπλέον δεν θυμόταν εάν ανέφερε τον ισχυρισμό που προέβαλε στη γραπτή της κατάθεση ότι η Ενάγουσα κινείτο με μεγάλη ταχύτητα. Τα πολλά δεν θυμούμαι και η αντιφατικότητα των όσων ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της και στην κατάθεσή της Τεκμήριο 8, δεικνύουν ότι η μάρτυρας δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, αλλά για να εξυπηρετήσει την εκδοχή της. Τα πιο πάνω καθιστούν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασισθεί στη μαρτυρία της Εναγομένης ΜΥ
- Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, των δηλωθέντων παραδεκτών γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η Ενάγουσα ήταν οδηγός του XXXXX23, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή 6432/
- Η Ενάγουσα, οδηγούσε το όχημά της επί της οδού Αντιστάσεως στη Δευτερά, με κατεύθυνση προς την οδό Γρηγόρη Αυξεντίου, εξερχόμενη από στροφή και κατευθυνόμενη προς την ευθεία του δρόμου. Τον επίδικο χρόνο ο δρόμος ήταν στεγνός και σε καλή κατάσταση. Την ίδια μέρα και ώρα η Εναγομένη οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧL 935 στην αντίθετη κατεύθυνση, κατευθυνόμενη από την ευθεία προς τη στροφή. Το πλάτος του οχήματος της Εναγομένης ήταν 1.60 μέτρα Η ορατότητα του δρόμου στην κατεύθυνση, στην οποία κινείτο η Εναγομένη ήταν καλή και ανερχόταν στα πενήντα μέτρα περίπου. Αντίθετα η ορατότητα του οχήματος XXXXX23 εν σχέση με την πορεία του, ήταν πολύ μικρή, γύρω στα 8 -10 μέτρα, καθότι υπήρχε στροφή στον δρόμο. Έτσι ορατότητα σε ευθεία η Ενάγουσα είχε, όταν εξήλθε της στροφής. Στην πορεία του οχήματος XXXXX23 λόγω υψομετρικής διαφοράς του δρόμου με το παγκέττο, δεν υπήρχε χώρος, για να γίνει ελιγμός. Σε κάποιο στάδιο τα δυο οχήματα συγκρούστηκαν πλαγίως στη δεξιά μπροστινή τους πλευρά. Το σημείο σύγκρουσης με αναφορά την αριστερή άκρη του δρόμου, δηλαδή ως η πορεία του οχήματος XXXXX23, βρίσκεται σε απόσταση 1.60 μέτρων. Η ιδία απόσταση σε σχέση με τη δεξιά άκρη του δρόμου, ήτοι ως η πορεία του οχήματος XXXXX35, βρίσκεται στα 2.55 μέτρα. Το πλάτος του δρόμου ανερχόταν σε 4.15 μέτρα και άρα το μέσο του δρόμου βρίσκεται στα 2.075 μέτρα. Συνεπώς, προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της λωρίδας, στην οποία κινείτο η Ενάγουσα. Παράλληλα υφίστανται ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος XXXXX35 σε απόσταση 1.30 από την αριστερή πλευρά του δρόμου, ήτοι την πλευρά που κινείτο το όχημα XXXXX
- Το πιο πάνω δεικνύει, ότι το όχημα XXXXX35 όταν ξεκίνησε να φρενάρει βρισκόταν ήδη στη λωρίδα της Ενάγουσας. Περαιτέρω το πλάτος του οχήματος της Ενάγουσας ήταν 1.60 μέτρα. Συνεπώς, από το ότι το όχημα της Εναγομένης βρισκόταν σε σημείο 1.30 μέτρων από την άκρη της λωρίδας της Ενάγουσας, εξάγεται το συμπέρασμα ότι αυτό δεν άφηνε χώρο διέλευσης στην Ενάγουσα. Περαιτέρω προκύπτει ότι συνεπεία της εφαρμογής του συστήματος πέδησης της Εναγομένης άρχισαν να εμφαίνονται ίχνη τροχοπέδησης σε απόσταση 7.80 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Το πιο πάνω γεγονός οδηγεί, κατά λογική αναγκαιότητα, στο συμπέρασμα ότι η Εναγομένη αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας σε απόσταση μεγαλύτερη από τα 7.80, αφού, ως κοινή πείρα και λογική διδάσκει, απαιτείται κάποιος χρόνος από τη συνειδητοποίηση του κινδύνου μέχρι την εφαρμογή συστήματος πέδησης και τη συνακόλουθη άφεση ιχνών επί του οδοστρώματος. Συνεπώς προκύπτει ότι η Εναγομένη αντιλήφθηκε την Ενάγουσα σε απόσταση μεγαλύτερη των 7.80 μέτρων. Η Ενάγουσα αντιλήφθηκε το όχημα της Εναγομένης περίπου 7 μέτρα πριν τη σύγκρουση. Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αγωγή αφορά σε αγωγή για αμέλεια. Η έννοια της αμέλειας προσδιορίζεται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης η οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις αμέλειας διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369, όπου έχει κριθεί ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγοντας. Περαιτέρω ο Ενάγοντας έχει υποχρέωση να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και ζημίας. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, όπου κρίθηκε ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου και δεν εναπόκειται στον Εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Το Δικαστήριο σε υποθέσεις, όπου εγείρεται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, όπως στην παρούσα, αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Σχετική είναι η απόφαση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση αυτό που πρέπει να αποφασισθεί πρώτα είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια από πλευράς της οδηγού του οχήματος XL 935 και ακολούθως εάν υφίσταται αμέλεια εκ μέρους της ίδιας της Ενάγουσας. Στην υπό κρίση υπόθεση, το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη αμέλειας στο πρόσωπο της οδηγού του οχήματος XL 935 φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Παράλληλα, σημειώνεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας στο πρόσωπο της Ενάγουσας το φέρει η Εναγομένη. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Πόλ. Έφεση 477/11, ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 267, το Δικαστήριο αποφασίζει το ζήτημα της αμέλειας υπό το φως της ολότητας της μαρτυρίας και ασχέτως του αν η μαρτυρία δόθηκε από ενάγοντα ή εναγόμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Ως προς την έννοια και το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας οδηγού οχήματος θεμελιακή είναι η απόφαση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, όπου αναφέρθηκε ότι : «το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ 420, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή (ανωτέρω). Ασφαλώς το καθήκον επιμέλειας περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. Επιπλέον, το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Χριστοφίνης ν. Φραντζή (ανωτέρω), Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 293 και Μάριος Ουλουπή ν. Χρίστου κ.ά.
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ.
- Συνεπώς αναδύεται η ανάγκη να εντοπιστεί το εάν η οδηγική συμπεριφορά της Εναγομένης απείχε από το επίπεδο επιμέλειας που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Από τα ενώπιόν μου δεδομένα προκύπτει ότι ο δρόμος όπου επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης συνολικού πλάτους 4.15 μέτρων. Συνεπώς η κάθε λωρίδα κατεύθυνσης είναι πλάτους 2.075 μέτρων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την πορεία της Εναγομένης αυτή προσέγγιζε στροφή. Ταυτόχρονα προκύπτει ότι η δεξιά πλευρά του οχήματος της Εναγομένης βρίσκονταν 70 εκατοστά μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας της Ενάγουσας, ενώ το σημείο σύγκρουσης επήλθε εντός της λωρίδας της Ενάγουσας, ήτοι σε σημείο σαράντα εφτά εκατοστών από το κέντρο του δρόμου. Παράλληλα υφίστανται ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος XXXXX35 σε απόσταση 1.30 μέτρων από την αριστερή πλευρά του δρόμου, ήτοι την πλευρά, στην οποία κινείτο το όχημα XXXXX
- Το πιο πάνω δεικνύει ότι μέρος του οχήματος XXXXX35, όταν αυτό ξεκίνησε να φρενάρει, βρισκόταν ήδη στη λωρίδα της Ενάγουσας. Εάν ληφθεί υπόψη το πλάτος του οχήματος της Ενάγουσας, το οποίο ανέρχεται στο 1.60, προκύπτει ότι η Εναγομένη οδηγούσε με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο σημείο του δρόμου, που δεν άφηνε χώρο στην Ενάγουσα να διέλθει. Το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης επήλθε στα 1.60 μέτρα του δρόμου δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Εναγομένη οδηγούσε, τουλάχιστον μέχρι το σημείο που άρχισαν να φαίνονται ίχνη τροχοπέδησης, σε σημείο του δρόμου που δεν επέτρεπε διέλευση στο όχημα της Ενάγουσας. Περαιτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη οδηγούσε το όχημά της στο ίδιο σημείο του δρόμου εντός της αντίθετης λωρίδας για απόσταση μεγαλύτερη των 7.80 μέτρων πριν από το σημείο σύγκρουσης, όπου άρχισαν να εμφανίζονται ίχνη τροχοπέδησης. Σύμφωνα με τις αυθεντίες στις οποίες παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγομένης, η Εναγομένη όφειλε να τηρεί όσο το δυνατόν την αριστερή πλευρά του δρόμου. Ασφαλώς, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις στις οποίες παρέπεμψε η κα Θεοδώρου αφορούν σε καθήκον οδηγού που προσεγγίζει κλειστή στροφή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τη Νομολογία οδηγός, ο οποίος προσεγγίζει την οποιαδήποτε στροφή, οφείλει να τηρεί όσο το δυνατόν την αριστερή πλευρά του δρόμου. Σχετική είναι η απόφαση Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 Συνεπώς η ενέργεια της Εναγομένης να οδηγεί το όχημά της με τρόπο και στο σημείο που το οδηγούσε, ως ανωτέρω αναλύεται, εντός της αντίθετης λωρίδας κατεύθυνσης, αφίσταται του επιπέδου επιμέλειας που αναμένεται να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός και συνιστά αμέλεια. Τούτου δοθέντος θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο υφίσταται συντρέχουσα αμέλεια εκ μέρους της Ενάγουσας και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης θα αποφασίσω τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων. Η έννοια της συντρέχουσας αμέλειας έχει επεξηγηθεί επανειλημμένα από τη Νομολογία. Οι σχετικές αρχές έχουν συνοψιστεί στην απόφαση Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πόλ. Έφεση Αρ. 189/11, ημερομηνίας 15.5.2017, ως ακολούθως: «Η συντρέχουσα αμέλεια που έχει ως αποτέλεσμα τον επιμερισμό της ευθύνης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και αποφασίζεται στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δεδομένων της κάθε υπόθεσης. Η εναπόθεση συντρέχουσας αμέλειας αποτιμάται στο σύνολο των γεγονότων, ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας. Έχει σημασία η γενεσιουργός αιτία ενός ατυχήματος, η αιτιώδης συνάφεια της επιδεικνυόμενης αμέλειας και του συμβάντος και ο βαθμός φροντίδας και προσοχής που θα πρέπει να επιδειχθεί και από το άλλο εμπλεκόμενο μέρος. (Παναγή ν. Παναγιώτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1267 και Σαμαρά ν. Πιπονίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 629). Το Εφετείο δύναται να επέμβει στον καταμερισμό ευθύνης όπου διαφαίνεται ότι ο καταμερισμός ήταν εμφανώς λανθασμένος. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων έναντι των εναγομένων, αλλά στο καθήκον περί αυτοπροστασίας, με βάρος απόδειξης που φέρει ο εναγόμενος, (Charlesworth & Perry on Negligence 7η έκδ. σελ. 146-147, παρ. 3-11 και Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ v. Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28).» (υπογράμμιση δική μου), Συνεπώς, το ουσιώδες στοιχείο το οποίο πρέπει να εξεταστεί, ώστε να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια, είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα έλαβε μέτρα αυτοπροστασίας. Το πιο πάνω ζήτημα αποφασίζεται με βάση τα εκάστοτε πραγματικά γεγονότα, ενώ όπως προκύπτει από την απόφαση Kορέλλη Θεοδώρα και Άλλος ν. Kωνσταντίνου Λουκά
(1999)1 ΑΑΔ 1755, σημασία στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας ενέχει και η δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου. Περαιτέρω ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης θεμελιακή είναι η απόφαση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 A.A.Δ. 420, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (Blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία». Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα εξερχόταν στροφής στην οποία υφίσταται ορατότητα περί τα 8 με 10 μέτρα. Η ίδια βρισκόταν μεν εντός της λωρίδας της, αλλά όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 2 δεν βρισκόταν στο αριστερότερο δυνατό σημείο της λωρίδας κυκλοφορίας της. Επιπλέον, προκύπτει ότι άρχισαν να εμφαίνονται ίχνη τροχοπέδησης από το όχημα της Εναγομένης σε απόσταση 7.80 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Το πιο πάνω δεικνύει ότι η Εναγομένη αντιλήφθηκε την Ενάγουσα σε απόσταση πέραν των 7.80 μέτρων πριν το σημείο σύγκρουσης, ως αναλύεται ανωτέρω στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Το πιο πάνω αποτελεί στοιχείο, το οποίο δεικνύει ότι η συνειδητοποίηση της ανάγκης για λήψη μέτρων αυτοπροστασίας προέκυψε σε σημείο πέραν των 7.80 μέτρων πριν το σημείο σύγκρουσης. Άλλωστε, ως η κοινή λογική και πείρα διδάσκει η ορατότητα εκάστου οδηγού είναι πάντα σε ευθεία. Έτσι το σημείο από το οποίο αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας η Εναγομένη συνιστά στοιχείο, το οποίο δεικνύει τουλάχιστον την απόσταση που έκαστος οδηγός μπορούσε να αντιληφθεί τον άλλον. Στην υπό εξέταση υπόθεση από την απουσία ιχνών τροχοπέδησης από το όχημα της Ενάγουσας, προκύπτει ότι αυτή, ουδεμία άλλη προσπάθεια έκανε να αποφύγει το ατύχημα, πέραν από την κατ΄ ισχυρισμόν προσπάθειάς της να στρίψει αριστερά. Στην υπό κρίση υπόθεση η αποτυχία της Ενάγουσας να χρησιμοποιήσει τα φρένα του οχήματός της, παρά τη δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης της ανάγκης να λάβει μέτρα, συνιστά αμέλεια. Εφόσον, λοιπόν, διαπιστώθηκε η ύπαρξη αμέλειας και εκ μέρους της Ενάγουσας, θα προχωρήσω να καθορίσω την ευθύνη. Στην υπόθεση Teklima Ltd ν. Salamis Tours Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 317, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Στην υπόθεση Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619, υιοθετήθηκαν οι αγγλικές αποφάσεις Baker v. Market Harborough Co-op. Soc. [1953] 1 W.L.R. 1472 και Howard v. Bemrose [1973] RTR 32, στις οποίες διατυπώθηκε η αρχή πως όταν η σύγκρουση γίνεται μεταξύ δύο οχημάτων στο μέσο του δρόμου, το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι πως και οι δύο οδηγοί ήταν αμελείς γιατί δεν πρόσεχαν. Σε τέτοια περίπτωση και αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι ο ένας οδηγός ευθυνόταν περισσότερο από τον άλλο, η ευθύνη θα καταμεριζόταν εξίσου μεταξύ των δύο οδηγών». Ακολούθως το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά : «Έχοντας υπόψη ότι το πλάτος του αυτοκινήτου ΗΕ95 είναι μικρότερο από το πλάτος του φορτηγού KU600 και το γεγονός ότι το δυστύχημα συνέβηκε περίπου 2 1/2 πόδια μέσα στην λωρίδα της τροχαίας που ακολουθούσε το φορτηγό, είμαστε της γνώμης ότι ο καταμερισμός της ευθύνης δεν πρέπει να είναι ίσος. Υπό τις περιστάσεις κατανέμουμε την ευθύνη σε 60% στον οδηγό του ΗΕ95 και 40% στον οδηγό του KU600». ( η υπογράμμιση δική μου). Υπό τα δεδομένα της παρούσας προκύπτει ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη μεν κοντά στο κέντρο του δρόμου αλλά σαράντα επτά εκατοστά εντός της λωρίδας της Ενάγουσας, η οποία εξερχόταν από στροφή στην οποία υπήρχε ορατότητα 8 με 10 μέτρα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η Εναγομένη οδηγούσε πριν το ατύχημα εβδομήντα εφτά εκατοστά εντός της πορείας κατεύθυνσης του έτερου οχήματος, σε σημείο που δεν επέτρεπε τη διέλευση στην Ενάγουσα. Ενόψει του γεγονότος ότι το ατύχημα επεσυνέβη σαράντα επτά εκατοστά εντός της λωρίδας της Ενάγουσας και ενόψει του γεγονότος ότι η Εναγομένη οδηγούσε πριν το ατύχημα σε σημείο που το όχημα της βρισκόταν εβδομήντα εφτά εκατοστά στη πορεία κατεύθυνσης του έτερου οχήματος, σε σημείο που δεν επέτρεπε τη διέλευση στην Ενάγουσα, κρίνω ότι ο καταμερισμός της ευθύνης δεν πρέπει να είναι ίσος. Ιδίως λαμβάνω υπόψη το συνολικό πλάτος του δρόμου και το ότι η κάθε οδηγός είχε στη διάθεσή της 2.075 μέτρα να κινηθεί. Έτσι η ενέργεια κάποιας εκ των εξ αντιθέτου κατευθυνόμενων οδηγών να εισέλθει κατά 77 εκατοστά στην άλλη λωρίδα, δεικνύει ότι αυτή έχει την κύρια ευθύνη για το ατύχημα. Επιπλέον, υπό το φως των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Teklima (ανωτέρω) στο ότι η Εναγόμενη δεν εισήλθε απλά στην λωρίδα κατεύθυνσης της Ενάγουσας, αλλά οδηγούσε για αρκετό διάστημα σε σημείο και με τρόπο που δεν επέτρεπε διέλευση στην Ενάγουσα. Επομένως, η ευθύνη της δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στο 60% όπως στην υπόθεση Teklima ( ανωτέρω). Συνακόλουθα, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, η ευθύνη επιμερίζεται κατά 70% στην Εναγομένη και κατά 30% στην Ενάγουσα. Κατάληξη Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη και το γεγονός ότι συμφωνήθηκαν τόσο οι γενικές όσο και οι ειδικές αποζημιώσεις σε κάθε αγωγή, εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσής τους και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: Στην αγωγή 6432/12 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των € 7.500, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, πλέον έξοδα υπέρ του Ενάγοντα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να υπολογισθούν από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία συνένωσης αυτής με την αγωγή 6433/12 , ήτοι την 23η .11.2015. Στην αγωγή 6433/12 εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των € 2.800, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως γενικές αποζημιώσεις. Επίσης εκδίδεται απόφαση για το ποσό των € 560, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής, ως ειδικές αποζημιώσεις. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο