ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. G.V.S. INSURANCE BROKERS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10660/2004, 12/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A296 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10660/2004 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα και
- G.V.S. INSURANCE BROKERS LTD
- ΣΟΛΩΜΟΥ XXXXX
- ΧΡΙΣΤΟΥ XXXXX
- ΧΧΧΧΧ ΣΟΛΩΜΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση Εναγόμενων 2 και 4 ημερομηνίας 20.9.2017 για Παραμερισμό Απόφασης 12 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές: κ. Σταύρος Σταυρινίδης Για Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χριστάκης Ν. Ματθαίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση, οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές επιδιώκουν τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους στην αγωγή. Με την αγωγή, η Ενάγουσα είχε πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον όλων των Εναγόμενων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό Λ.Κ. 7.719,48 πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας, το ποσό αυτό προέκυψε από πιστωτική διευκόλυνση που παρείχε στην Εναγόμενη 1, της οποίας τις υποχρεώσεις είχαν εγγυηθεί οι Εναγόμενοι 2, 3 και
- Η πιστωτική διευκόλυνση τερματίστηκε σύμφωνα με την Ενάγουσα και παρέμεινε οφειλόμενο προς αυτήν ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι δεν εξόφλησαν. Η Ενάγουσα διεκδίκησε το εν λόγω ποσό μέσω της αγωγής. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.11.
- Σύμφωνα με τις καταχωρημένες ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη κ. XXXXX Αριστείδου, επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στους Εναγόμενους 2, 3 και 4 στις 18.1.2005, δια της επίδοσης αυτού στον Εναγόμενο 4, προσωπικά και ως «αδελφός και συγκάτοικος ενήλικος» της Εναγόμενης 2 και «κουνιάδος και συγκάτοικος ενήλικας» του Εναγόμενου
- Την ίδια μέρα το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε και στην Εναγόμενη 1, δια επίδοσης στον Εναγόμενο 4 που ήταν «διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας». Ένεκα της παράλειψης όλων των Εναγομένων να καταχωρήσουν εμφάνιση στην αγωγή, εκδόθηκε απόφαση ερήμην τους και υπέρ της Ενάγουσας στις 25.4.
- Προς εκτέλεση της απόφασης, η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την 1.3.2017, αίτηση έρευνας εναντίον των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών. Οι σχετικές μαρτυρικές κλήσεις και η αίτηση έρευνας επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές στις 23.3.
- Η αίτηση έρευνας ήταν ορισμένη για πρώτη φορά στις 7.4.2017, οπόταν επανα-ορίστηκε για προγραμματισμό στις 16.5.2017 και 19.6.
- Οι Εναγόμενοι 2 και 4 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση έρευνας στις 16.5.
- Πολύ συνοπτικά, οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν αφορούν ισχυριζόμενες παρατυπίες της αίτησης έρευνας, ότι το εξ αποφάσεως χρέος ή το μεγαλύτερο μέρος αυτού έχει εξοφληθεί και ότι η αίτηση έρευνας έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση. Η αίτηση έρευνας ορίστηκε για ακρόαση στις 3.10.2017 ενώ καταγράφεται και στο πρακτικό δήλωση του συνήγορου των Εναγομένων 2 και 4 ότι προτίθεται να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 20.9.
- Η υπό κρίση Αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου
- Στην πρώτη του ένορκη δήλωση αναφέρει ότι μετά από έρευνα που διενήργησε ο δικηγόρος του στο φάκελο της υπόθεσης διαπίστωσε ότι «η μονογραφή μου που υπάρχει στο κλητήριο ένταλμα που υποτίθεται μου έχει επιδοθεί, διαφέρει κατά πολύ από την μονογραφή μου και θεωρώ ότι η υπογραφή μου είναι προϊόν πλαστογραφίας». Υποστηρίζει ότι αυτό ισχύει και για τα κλητήρια εντάλματα που «υποτίθεται ότι επιδόθηκαν σ' εμένα προσωπικά και για όλους τους Εναγόμενους την 18/01/2015». Προσθέτει ότι στην ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη κ. XXXXX Αριστείδου «ψευδώς» αναφέρεται ότι συγκατοικούσε με την Εναγόμενη 2 στις 18.1.2005 διότι κατά τον χρόνο εκείνο η Εναγόμενη 2 διέμενε σε άλλη διεύθυνση στη Λευκωσία με τον αποβιώσαντα σύζυγο της (Εναγόμενο 3) και το παιδί τους. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 4 λέει ότι εκείνος διέμενε στην οδό XXXXX 4, διαμέρισμα XXXXX, XXXXX XXXXX και η Εναγόμενη 2 στην οδό XXXXX 38, διαμέρισμα XXXXX, XXXXX Λευκωσία. Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο εγγράφου εγγύησης που χρονολογείται από 19.8.1999, το οποίο υποστηρίζει ότι φέρει την γνήσια υπογραφή του. Σε σχέση με αυτό αναφέρει ότι «φαίνεται ότι όλες οι μονογραφές που εμφανίζονται στο κάτω μέρος των 4 πρώτων σελίδων διαφέρουν από τη μονογραφή που υπάρχει επί των 2 αγωγών που είναι επισυνημμένες στην ένορκη δήλωση του επιδότη». Καταλήγει ότι «[ε]ίναι εμφανές ότι υπήρξε πλαστογραφία της μονογραφής μου στο κλητήριο ένταλμα που υποτίθεται έχει επιδοθεί σ' εμένα και για όλους τους Εναγόμενους». Επί αυτού του ζητήματος καταλήγει ότι υπήρξε κακή επίδοση της αγωγής και ότι αυτός ήταν ο λόγος που ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 δεν εμφανίστηκαν στην αγωγή. Πέραν αυτών αναφέρει ότι «κατά ή περί το 2012 η Εναγόμενη 1 σε συνεννόηση με τους Ενάγοντες συμφώνησαν προφορικά όπως καταβάλλεται από την Εναγόμενη 1 Εταιρεία το ποσό των €450 μηνιαίως» και ότι έκτοτε έχει καταβληθεί συνολικό ποσό €10.
- Προσθέτει ότι η εγγύηση που είχε υπογράψει ο ίδιος και η Εναγόμενη 2 σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Τεκμήρια 4 και 6 της ένορκης του δήλωσης) ήταν περιορισμένη για ποσό μέχρι Λ.Κ.5.000 πλέον τόκους, επιβαρύνσεις, προμήθειες και έξοδα και, θεωρεί, ότι με την πληρωμή του ποσού των €10.800 το ποσό αυτό έχει καταβληθεί. Εάν δεν έχει εξοφληθεί τότε «παρέμενε ένα μικρό υπόλοιπο». Αναφέρει ότι τα πιο πάνω δεικνύουν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Στην δεύτερη, συμπληρωματική, του ένορκη δήλωση ο Εναγόμενος 4/Αιτητής επισυνάπτει έκθεση πραγματογνωμοσύνης από τον Λοχ. XXXXX Γ. Χρυσάνθου της Υπηρεσίας Γραφολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Για τους σκοπούς της έκθεσης του, και όπως αναγράφεται σε αυτή, ο Λοχ. XXXXX εξέτασε τις αμφισβητούμενες μονογραφές τις οποίες σύγκρινε με δείγματα άλλων μονογραφών και υπογραφών του Εναγόμενου 4/Αιτητή που του παραδόθηκαν. Στο πόρισμα του περιγράφει τις αμφισβητούμενες μονογραφές ως «αρκετά περιορισμένης έκτασης παραστάσεις, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική στον τρόπο σχηματισμού τους και οι οποίες δεν περιλαμβάνουν οποιοδήποτε γράμμα του αλφαβήτου που να μπορεί να διαβαστεί». Για το δειγματικό υλικό που είχε ενώπιον του αναφέρει ότι «παρουσιάζουν κάποια ποικιλία μεταξύ τους ως προς τον τρόπο σχηματισμού τους». Από την εξέταση του καταλήγει ότι «η έλλειψη τεχνικής, πλοκής, έκτασης και γραμμάτων στις αμφισβητούμενες μονογραφές σε συνδυασμό με την ύπαρξη ποικιλίας στα δείγματα μονογραφής κάνουν επισφαλή την εκφορά απόλυτης γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Παρόλο τούτο, συγκρίνοντας τις αμφισβητούμενες μονογραφές στα κλητήρια έγγραφα με το δειγματικό υλικό του XXXXX Σολωμού που είχα στην κατοχή μου, βρίσκω ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους ως προς την γενική μορφή καθώς και σε επιμέρους χαρακτηριστικά και κατά τη γνώμη μου δεν ανήκουν σε αυτόν». Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλει περιλαμβάνουν το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η καθυστέρηση με την οποία ενήργησαν οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ότι δεν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση λειτουργού της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση στην οποία υιοθετεί και υποστηρίζει τους λόγους ένστασης που προβάλλονται. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το ποσό των €10.800 που έχει πληρωθεί έναντι του εξ αποφάσεως χρέους πληρώθηκε προσωπικά από τον Εναγόμενο 4/Αιτητή ο οποίος γνώριζε για το εξ αποφάσεως χρέος τουλάχιστον από την 1.5.2013 που άρχισαν οι πληρωμές, οι πλείστες των οποίων έγιναν με επιταγές που δόθηκαν στην Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση από τον Εναγόμενο 4/Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης έρευνας που εκκρεμεί η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση έλαβε διάφορα μέτρα εκτέλεσης της, σε διάφορους χρόνους, τα οποία περιγράφει. Επισυνάπτει επίσης σειρά αλληλογραφίας που ανταλλάχτηκε μεταξύ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση, του Εναγόμενου 4/Αιτητή και του πατέρα των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών από το 2006 μέχρι και 2016 που αφορούσαν προσπάθειες και διαβουλεύσεις για διευθέτηση του χρέους (Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 στην ένορκη του δήλωση). Προς υποστήριξη της έντασης της, η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτησης παρουσίασε και δεύτερη ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μαρκίδη, εμπειρογνώμονα δικαστικού γραφολόγου. Για σκοπούς της έρευνας του, ο κ. Μαρκίδης εξέτασε επίσης τις αμφισβητούμενες μονογραφές στα κλητήρια εντάλματα τις οποίες σύγκρινε με δείγματα που έλαβε από τον Εναγόμενο 4/Αιτητή. Περιγράφει τις αμφισβητούμενες μονογραφές ως «γραφικές παραστάσεις, περιορισμένες σε έκταση και αριθμό γραφολογικών γνωρισμάτων. Παρόλο τούτο η υπογραφική τους χάραξη χαρακτηρίζεται από φυσικότητα και αυθορμητισμό, χωρίς ρυθμική αστάθεια, μορφολογικές αντιφάσεις ή έλλειψη σταθερότητας. Επίσης δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε επιβράδυνση του γραφικού ρυθμού ή αδικαιολόγητα σταματήματα του γραφικού οργάνου». Σε σχέση με τα δείγματα μονογραφών που χρησιμοποίησε για σκοπούς σύγκρισης, αναφέρει ότι «χαρακτηρίζονται από ένα ευρύ φάσμα φυσιολογικών παραλλαγών. Παρόλο τούτο, ένας συνδυασμός ιδιαίτερων γραφολογικών γνωρισμάτων, επαναλαμβάνεται κατά τον ίδιο τρόπο και προσδίδει μιαν έντονη ατομικότητα σε όλες τις μονογραφές δείγματα». Καταλήγει ότι οι αμφισβητούμενες μονογραφές και τα δείγματα μονογραφών «στη βάση των ιδιαίτερων γραφολογικών γνωρισμάτων τους, τα οποία παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται με συνέπεια, παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους που μου δημιουργούν ΥΠΟΨΙΑ ότι οι τέσσερεις αμφισβητούμενες μονογραφές. δυνατόν να έγιναν από τον Γιώργο Σολωμού». Κατά την ακρόαση της Αίτησης, τόσο ο Λοχ. XXXXX όσο και ο κ. XXXXX Μαρκίδης αντεξετάστηκαν από τους συνηγόρους της άλλης πλευράς. Πριν αναφερθώ στα όσα κατέθεσαν κατά την αντεξέταση τους, σημειώνω ότι, κατά την κρίση μου, πρόκειται για δύο εμπειρογνώμονες στον τομέα τους. Η ακαδημαϊκή και επαγγελματική τους πείρα και πορεία, που δεν αμφισβητήθηκε, τους καθιστά ειδικούς πραγματογνώμονες. Πέραν αυτού, τόσο στις εκθέσεις τους όσο και στη δια ζώσης μαρτυρία τους, εξήγησαν με περιεκτικό και πειστικό τρόπο τις ενέργειες τους κατά την εξέταση των αμφισβητούμενων μονογραφών στα κλητήρια εντάλματα που αποδίδονται στον Εναγόμενο 4/Αιτητή. Εξήγησαν επίσης τη μέθοδο που χρησιμοποίησαν, την προσέγγιση τους και τα συμπεράσματα τους. Να επισημάνω ότι από την αντεξέταση τους διαφάνηκε ότι τόσο ο Λοχ. XXXXX όσο και ο κ. XXXXX Μαρκίδης κατέληξαν, ουσιαστικά, στο ίδιο συμπέρασμα. Ξεκινώντας από την αντεξέταση του Λοχ. XXXXX, εξήγησε ότι υπάρχουν τέσσερεις κατηγορίες/βαθμίδες αποτελεσμάτων σε μια γραφολογική εξέταση. Η 1η κατηγορία/βαθμίδα αφορά περιπτώσεις όπου μεταξύ της αμφισβητούμενης γραφής και του δειγματικού υλικού υπάρχουν ουσιώδεις ομοιότητες που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έγιναν από το αυτό πρόσωπο. Η 2η κατηγορία/βαθμίδα αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεν ουσιώδεις ομοιότητες αλλά και κάποιες διαφορές ή στοιχεία που δεν μπορούν να εντάξουν την περίπτωση στην 1η κατηγορία και ο γραφολόγος περιορίζεται να εκφράσει ισχυρή πεποίθηση ότι ανήκουν στο αυτό πρόσωπο. Η 3η κατηγορία/βαθμίδα αφορά περιπτώσεις όπου υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες αλλά και διαφορές ή μειονεκτήματα που εμποδίζουν τον ειδικό να τις κατατάξει στις πρώτες δύο κατηγορίες και περιορίζεται να εκφράσει υποψία, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να έχουν γίνει από διαφορετικό πρόσωπο. Η 4η κατηγορία/βαθμίδα αφορά περιπτώσεις όπου η αμφισβητούμενη γραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με το δειγματικό υλικό. Ο Λοχ. XXXXX εξηγώντας το πόρισμα του, διευκρίνισε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει κατατάξει τις αμφισβητούμενες υπογραφές «στην κατηγορία της υποψίας. Δεν αποκλείεται δηλαδή να έγιναν από το συγκεκριμένο πρόσωπο». Προχώρησε να εξηγήσει ότι «το ότι χρησιμοποιώ τον όρο "δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να ανήκουν σε αυτό" είναι για να τονιστεί περισσότερο ο όρος ότι και η σχέση των ομοιοτήτων, γιατί χρησιμοποιώντας τη λέξη υποψία ίσως να υποβαθμίζεται λίγο η κατηγοριοποίηση του αποτελέσματος. είναι κάπου μεταξύ υποψίας και ισχυρής [πεποίθησης], άρα εντάσσεται στην υποψία». Για αντίστοιχους λόγους, ο κ. XXXXX Μαρκίδης κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι από την εξέταση που έκανε κατέληξε ότι η παρούσα περίπτωση εντάσσεται στην 3η κατηγορία/βαθμίδα αποτελέσματος, ότι δηλαδή υπάρχει υποψία ότι οι αμφισβητούμενες μονογραφές και τα γραφολογικά δείγματα ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Όπως αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του: «Ε. Εσείς λέτε ότι υπάρχουν ομοιότητες. μεταξύ τους και δημιουργούν υποψία η οποία με βάση τους δικούς σας ισχυρισμούς είναι η τρίτη βαθμίδα; Α. Μάλιστα. Ε. Άρα με τη βαθμίδα υποψίας υπάρχει πιθανότητα αυτές σύμφωνα με την εμπειρογνωμοσύνη, αυτές οι υπογραφές, οι μονογραφές να έγιναν από άλλο πρόσωπο με βάση τη βαθμίδα; Α. Με βάση την εμπειρία μου, εάν υποβληθούν δείγματα κάποιου άλλου προσώπου υποθετικά και συνδεθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο στον βαθμό πέραν της υποψίας, δηλαδή ισχυρής υποψίας ή πλήρης βεβαιότητας, σε αυτήν την περίπτωση θα πούμε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να έγινε από άλλο πρόσωπο. Με βάσει τα δεδομένα που είχαν ενώπιον μου αυτό είναι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξα. Πέραν τούτου ότι πούμε είναι σε υποθετική βάση. .. Ε. Σας υποβάλλω ότι καμία συνέπεια και καμία ομοιότητα υπάρχει σε σχέση με τα δείγματα.. Α. Εγώ σας λέω ότι εξετάζοντας όλο το φάσμα των αντίστοιχων δειγμάτων μονογραφής του Γιώργου Σολωμού σε σχέση με τις 4 αμφισβητούμενες υπογραφές, αναφέρω ξεκάθαρα ότι εμπίπτουν στο ίδιο φάσμα, ευρύ φάσμα, παραλλαγών μονογραφής του ίδιου προσώπου.» Από την πιο πάνω συνοπτική αναφορά στην αντεξέταση των δύο εμπειρογνωμόνων διαφαίνεται αυτό που ανέφερα και προηγουμένως, ότι δηλαδή οι δύο αυτοί μάρτυρες καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα και εκφράζουν, ουσιαστικά, την ίδια επιστημονική άποψη. Κατατάσσουν τις αμφισβητούμενες μονογραφές και το δειγματικό υλικό στην 3η κατηγορία/βαθμίδα, της υποψίας ότι ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Ο μεν Λοχ. XXXXX διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του ότι τοποθετεί την παρούσα περίπτωση μεταξύ της υποψίας- 3η κατηγορία/βαθμίδα - και ισχυρής πεποίθησης - 2ης κατηγορίας/βαθμίδας. Ο δε κ. Μαρκίδης, κατατάσσοντας επίσης την παρούσα περίπτωση στην 3η κατηγορία/βαθμίδα, αναφέρθηκε σε ευρύ φάσμα παραλλαγών μονογραφής του ιδίου προσώπου. Πέραν των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που οι διάδικοι έθεσαν ενώπιον μου και της αντεξέτασης των δύο εμπειρογνωμόνων, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς αγόρευσαν υπέρ των θέσεων των εντολέων τους. Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι έχω μελετήσει τόσο την αίτηση και ένσταση, όσο και τις ένορκες δηλώσεις εκατέρωθεν και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε έκαστη εξ αυτών. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων, τα όσα ανέφεραν αγορεύοντας προφορικά και τη νομολογία στην οποία έχουν παραπέμψει. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε συνεπεία παράλειψης εμφάνισης διάδικου, εδράζεται στη Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary any such judgement upon such terms as may be just.» Από τη νομολογία προκύπτει ότι αιτήσεις παραμερισμού απόφασης χωρίζονται σε δύο «κατηγορίες». Η πρώτη αφορά περιπτώσεις όπου ο παραμερισμός επιδιώκεται λόγω αντικανονικότητας στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς τον εναγόμενο. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) δικαιούται σε παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης[1]. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις υπόλοιπες. Στην παρούσα περίπτωση, η πλευρά των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών αμφισβητεί την κανονικότητα της επίδοσης προς αυτούς του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής. Όπως επεξηγήθηκε σχετικά στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, η οποία υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερη νομολογία[2]: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή. το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Επίσης, παραπέμπω στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559, όπου αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «When a judgement in default of appearance... has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service... it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgement or order.» Επανέρχομαι στην υπό κρίση περίπτωση. Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι επί των αντιγράφων των κλητηρίων ενταλμάτων της αγωγής που επισυνάπτονται στις ένορκες δηλώσεις του ιδιώτη επιδότη κ. XXXXX Αριστείδου, έχουν πλαστογραφηθεί οι μονογραφές του Εναγόμενου 4/Αιτητή. Το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού το έφερε η πλευρά των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών. Έχω ήδη αναφερθεί στην επιστημονική μαρτυρία. Κανένας εκ των δύο γραφολόγων κατέληξε σε συμπέρασμα ή εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ του προσώπου που έθεσε τη μονογραφή του στα κλητήρια εντάλματα και του δειγματικού υλικού από τον Εναγόμενο 4/Αιτητή. Συνεπώς, η μαρτυρία τους δεν στοιχειοθετεί τη θέση περί πλαστογραφίας. Περαιτέρω, πρέπει να σημειώσω ότι δεν υπάρχει ρητή μαρτυρία από τον Εναγόμενο 4/Αιτητή ότι η μονογραφές που υπάρχουν στα κλητήρια εντάλματα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής δεν ανήκουν στον ίδιο. Ούτε έχω ενώπιον μου ρητή μαρτυρία από τον ίδιο ότι στις 18.1.2005 δεν του επιδόθηκαν τα κλητήρια εντάλματα της αγωγής, τόσο για τον εαυτό του όσο και για την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια. Αυτό που αναφέρει στην πρώτη του ένορκη δήλωση είναι ότι «θεωρεί» ότι δεν του ανήκουν οι μονογραφές γιατί δεν προσομοιάζουν στην δική του. Αυτό υπολείπεται, κρίνω, της θετικής μαρτυρίας που απαιτείται για να στοιχειοθετήσει τη θέση του περί πλαστογραφίας. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν μπορώ να δεχθώ ότι υπήρχε πλαστογράφηση των μονογραφών του Εναγόμενου 4/Αιτητή και, κατ' ακολουθία, ότι η πλαστογραφία κατέστησε αντικανονική την επίδοση της αγωγής προς τον ίδιο και την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια. Η αναφορά στην πρώτη ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 4/Αιτητή περί του ότι δεν συγκατοικούσε με την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει τα δεδομένα. Εν πρώτοις, σημειώνω ότι οι αναφορές αυτές (τις οποίες η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση αρνείται) παραμένουν χωρίς καμία τεκμηρίωση και δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να τους προσδίδει ουσιαστική βαρύτητα. Ανέμενα να παρουσιαστεί κάποια έγγραφη απόδειξη των διευθύνσεων διαμονής των Εναγόμενων 2 και 4/Αιτητών κατά τον χρόνο εκείνο. Κατά δεύτερο, ακόμα και αν οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές πράγματι διέμεναν στις διευθύνσεις που ο Εναγόμενος 4/Αιτητής αναφέρει, αυτό δεν θα καθιστούσε παράτυπη την επίδοση της αγωγής. Πρόκειται για δύο διευθύνσεις εντός της επαρχίας Λευκωσίας. Σύμφωνα με τη Δ.5 Θ.2.1(i) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, επίδοση σε μέλος της οικογένειας 16 ετών και άνω που διαμένει εντός της ίδιας πόλης (town), συνιστά καλή επίδοση. Πέραν αυτών, δεν διαφεύγει πως μαρτυρία από την Εναγόμενη 2/Αιτήτρια ότι δεν είχε λάβει γνώση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος προς αυτήν, δεν υπάρχει. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές δεν έχουν αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος προς αυτούς έγινε αντικανονικά. Συνεπώς η παρούσα δεν είναι περίπτωση όπου η εκδοθείσα απόφαση πρέπει να παραμεριστεί, ex debito justitiae, λόγω κακής επίδοσης. Προχωρώ να εξετάσω εάν η εκδοθείσα απόφαση μπορεί να παραμεριστεί για κάποιον από τους υπόλοιπους λόγους που έχουν εγείρει οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές και επανέρχομαι στις πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η συγκεκριμένη διάταξη δεν καθορίζει τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ο τρόπος όμως που το Δικαστήριο πρέπει να ενεργεί όταν καλείται να αποφασίσει μια αίτηση αυτής της φύσης έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης και ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων[3]. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v Yiannoukas Holiday Inns Limited κα
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την Αγγλική υπόθεση Evans v Barthlam
(1937)2 All E.R. 646 και συνόψισε τις αρχές ως εξής: «
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν' αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία. αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του.» Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου/αιτητή, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία ώστε η διακριτική ευχέρειά του να ασκηθεί υπέρ της ικανοποίησης του αιτήματος. Σημαντικός επίσης παράγοντας, τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, είναι η ανάγκη για ταχεία απονομή δικαιοσύνης και για τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων. Στην Αγγλική υπόθεση Lambert v Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, η οποία υιοθετήθηκε και από τα Κυπριακά Δικαστήρια[4], ο Megaw L.J. ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «.if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgement, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequences to the administration of justice.» Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Ξεκινώ εξετάζοντας κατά πόσο οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές έχουν καταδείξει με τη μαρτυρία που παρουσίασαν ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στην αγωγή. Σημειώνω ότι δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε μαρτυρία περί τούτου στις ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου 4/Αιτητή. Πέραν από τα όσα ανέφερε περί πλαστογραφίας των μονογραφών του και αντικανονικότητας στην επίδοση της αγωγής, που δεν έχουν γίνει αποδεκτά για τους λόγους που ανάφερα πιο πάνω, δεν έχει εξηγήσει γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε ενέργεια για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ενωρίτερα. Για το θέμα του χρόνου καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης από τους Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές έχω ενώπιον μου και τις θέσεις της άλλης Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Από το περιεχόμενο της πρώτης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές γνώριζαν όχι μόνο για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αλλά και για την έκδοση της επίδικης απόφασης εναντίον τους. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 4/Αιτητής είχε προβεί σε πληρωμές ύψους €10.800, δια μεταχρονολογημένων προσωπικών του επιταγών (Τεκμήριο 5 στην πρώτη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί επίσης το περιεχόμενο της αλληλογραφίας, Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9 της πρώτης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά από την πλευρά των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών στην παρούσα αγωγή και αναγνωρίζεται η ύπαρξη της οφειλής προς την Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση. Η αλληλογραφία αυτή, όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, χρονολογείται από το 2006. Σημειώνω περαιτέρω ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε περί τους 6 μήνες από την επίδοση στους Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές της αίτησης έρευνας που καταχώρησε εναντίον τους η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση. Ούτε για αυτό το χρονικό διάστημα έχει προσφερθεί κάποια εξήγηση από τους Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συνέτρεχε σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στην αγωγή. Ο δε χρόνος που παρήλθε τόσο από την επίδοση της αγωγής στις 18.1.2004 αλλά και από τότε που οι Εναγόμενοι/Αιτητές έλαβαν γνώση της αίτησης έρευνας στις 23.3.2017 μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, κρίνεται υπέρμετρος. Προχωρώντας, όπως καθορίζει η νομολογία, πρωταρχικός παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της φύσης, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος/αιτητής διαθέτει καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Σε σχέση με αυτό το θέμα, έχω εξετάσει το περιεχόμενο της πρώτης ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 4/Αιτητή που συνοδεύει την Αίτηση του. Δεν διακρίνω να περιλαμβάνει στοιχεία ή μαρτυρία που να δεικνύουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Στην ένορκη αυτή δήλωση περιλαμβάνονται αναφορές περί πληρωμών που έγιναν έναντι της οφειλής σε χρόνους μεταγενέστερους της εκδοθείσας απόφασης. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ή το κατά πόσο με τις εν λόγω πληρωμές το χρέος έχει ολικώς ή μερικώς εξοφληθεί είναι άσχετοι με τα προς απόφαση ζητήματα. Οι μεταγενέστερες πληρωμές δεν μπορούν να θεωρηθούν ικανή υπεράσπιση στην αγωγή. Ενδεχομένως να είναι σχετικές και να μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια μέτρων εκτέλεσης της απόφασης που τυχόν προωθήσει η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση. Όμως, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει γεγονότα ικανά να στοιχειοθετήσουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή για τους Εναγόμενους 2 και 4/Αιτητές. Τέλος, η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει ως ένα εκ των λόγων ένσταση της ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές ενεργούν κακόπιστα με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας Αίτησης. Επί αυτού πρέπει να σημειώσω ότι τα ενώπιον μου δεδομένα και στοιχεία δεν στοιχειοθετούν εύρημα για κακοπιστία. Αυτό όμως επικουρικά μόνο αφού το αποτέλεσμα της Αίτησης έχει ήδη κριθεί. Συγκεφαλαιώνοντας, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4/Αιτητές: (α) δεν απέδειξαν αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής, (β) δεν ικανοποίησαν ότι υπήρχε σοβαρή και εύλογη αιτία για τη μη εμφάνισή τους στην αγωγή, (γ) δεν δικαιολόγησαν το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τότε που έλαβαν προσωπικά γνώση για την εκδοθείσα απόφαση μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, και (δ) δεν αποκάλυψαν τέτοια στοιχεία που να δείχνουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Με αυτά τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν μπορεί να επιτραπεί ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ'ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2 και 4/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γιωργαλλίδης ν Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 26, para. 559 [2] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(A) A.A.Δ. 43, Lion Insurance v Νικηφόρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1610 [3] Ενδεικτικά οι Ioannis Kotsapas & Sons v Titan Constructions & Engineering Company [1961] C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26 [4] Phylactou and others v Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο