← Κύπρος

ROLANDOS ENTERPRISES PUBLIC LTD ν. ΑΥΓΟΥΣΤΗ, Αγωγή: 6892/2013, 7/6/2019

ROLANDOS ENTERPRISES PUBLIC LTD ν. ΑΥΓΟΥΣΤΗ, Αγωγή: 6892/2013, 7/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A283 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αγωγή: 6892/2013 Μεταξύ: ROLANDOS ENTERPRISES PUBLIC LTD Ενάγουσα και XXXXX ΑΥΓΟΥΣΤΗ Εναγόμενη Ημερομηνία: 7.6.2019 Για τους Ενάγοντες: κ. Ε. Χειμώνας για κ.κ. Ανδρέας Γ. Δανός & Σία Για την Εναγόμενη: κα Κ. Χατζηδημητρίου για κ.κ. Λοΐζος Χατζηδημητρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η ενάγουσα με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον της εναγομένης το ποσό των €700,90 ως κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο τρεχούμενου ή χρεωστικού λογαριασμού ή τιμολογίων ή αξίας εμπορευμάτων, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εναγόμενη παραδέχεται τη συνεργασία της με την ενάγουσα αρνείται όμως ότι της οφείλει οποιοδήποτε ποσό. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι δημόσια εταιρεία η οποία ασχολείται με την κατασκευή, εμπορία και εισαγωγή καλλυντικών, μηχανημάτων, εργαλείων και άλλων συναφών για τα επαγγέλματα αισθητικών, ιατρών, οδοντιάτρων και άλλων επαγγελματιών. Οι συναλλαγές της με την εναγόμενη έγιναν την περίοδο από το έτος 2008 μέχρι τις 30.9.

  1. Ισχυρίζεται επίσης ότι η εναγόμενη κατέβαλλε διάφορα ποσά έναντι της αξίας των εμπορευμάτων τα οποία αγόραζε κάθε φορά και για τον σκοπό αυτό η ενάγουσα τηρούσε σχετικό τρεχούμενο ή χρεωστικό λογαριασμό τιμολογίων. Ο εν λόγω λογαριασμός κατά ή περί τις 30.9.2013 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €700,90 το οποίο η εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας για την πληρωμή του, δεν κατέβαλε. Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα της πωλούσε και της παρέδιδε διάφορα εμπορεύματα μόνο δυνάμει τιμολογίων. Αρνείται ότι οι μεταξύ των διαδίκων συναλλαγές διήρκησαν μέχρι τις 30.9.2013 και ισχυρίζεται ότι έληξαν κατά το έτος
  2. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ίδια εξοφλούσε πλήρως κάθε τιμολόγιο και αρνείται ότι πλήρωνε έναντι, μέρος μόνο, του ποσού του κάθε τιμολογίου. Ισχυρίζεται ότι πάντοτε εξοφλούσε όλα τα τιμολόγια και ουδέποτε μέχρι το έτος 2010 που τερματίστηκε η συνεργασία της με την ενάγουσα είχε πληροφορηθεί για την ύπαρξη οφειλομένων τιμολογίων. Ισχυρίζεται ότι στις 12.12.2012 έλαβε επιστολή της ενάγουσας με την οποία την ενημέρωνε για την ύπαρξη απλήρωτων τιμολογίων και ότι η ίδια με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17.1.2013 αμφισβήτησε την ύπαρξη οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα αγνόησε την επιστολή των δικηγόρων της και στις 23.4.2013 της απέστειλε δεύτερη επιστολή με την οποία ζητούσε την αποπληρωμή των, κατά τους ισχυρισμούς της, οφειλομένων ποσών στην οποία η ίδια απάντησε με άλλη επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 17.7.2013 με την οποία αρνήθηκε εκ νέου το οφειλόμενο ποσό. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της υπόθεσης έδωσαν μαρτυρία 2 μάρτυρες, η κα XXXXX Κατσολούδη για την ενάγουσα και η εναγόμενη. Η κα Κατσολούδη (Μ.Ε.1) ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής της. Η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην ενάγουσα η οποία ασχολείται με την κατασκευή, εμπορία και εισαγωγή καλλυντικών, μηχανημάτων, εργαλείων και άλλων συναφών για τα επαγγέλματα αισθητικών, ιατρών, οδοντιάτρων και άλλων. Η ενάγουσα τηρεί βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή και στο εν λόγω σύστημα το οποίο τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι χρεοπιστώσεις όλων των λογαριασμών των πελατών της. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγόμενη διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει ή δυνάμει 7 τιμολογίων τα οποία κατέθεσε στη διαδικασία σε δέσμη και σημειώθηκαν τεκμήριο
  3. Κατέθεσε επίσης αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού τον οποίο τηρούσε η ενάγουσα για τις συναλλαγές της με την εναγόμενη ως τεκμήριο
  4. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων έγιναν από κατά ή περί το έτος 2008 μέχρι και κατά ή περί τον Φεβρουάριο 2010 και ότι η εναγόμενη κατέβαλλε διάφορα ποσά έναντι της αξίας των εμπορευμάτων τα οποία αγόραζε κάθε φορά. Ισχυρίστηκε ότι ο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός κατά ή περί τις 30.9.2013 δείκνυε ως οφειλόμενο από την εναγόμενη το ποσό των €700,
  5. Η ίδια επικοινώνησε πολλές φορές με την εναγόμενη για να το εξοφλήσει αλλά αυτή αρνήθηκε να το πράξει. Τέλος ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια που αποτελούν το τεκμήριο 1 δεν έχουν πληρωθεί. Κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1 από τη δικηγόρο της εναγομένης η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο λογιστήριο της ενάγουσας από το έτος
  6. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση παραγγελίας ο υπάλληλος της ενάγουσας παραδίδει τα προϊόντα μαζί με το τιμολόγιο στον πελάτη ο οποίος υπογράφει το πρωτότυπο τιμολόγιο το οποίο παραμένει στην κατοχή του. Αναφορικά με τα 7 τιμολόγια που αποτελούν το τεκμήριο 1 ισχυρίστηκε ότι δεν φέρουν την υπογραφή της εναγόμενης επειδή είναι τα αντίγραφα τα οποία εκδόθηκαν από το ηλεκτρονικό σύστημα της ενάγουσας και παρουσιάζονται όπως ήταν πριν να παραδοθούν στην εναγόμενη. Σε ερώτηση αναφορικά με το τι σημαίνει η ένδειξη «status» και «paid» που αναγράφεται σε κάθε ένα από τα τιμολόγια αυτά ισχυρίστηκε ότι πάντοτε τα τιμολόγια της ενάγουσας τα οποία αφορούν συναλλαγές επί πιστώσει αναγράφουν ότι είναι «paid» επειδή όταν εκδίδεται απόδειξη αυτή σημειώνεται στην κατάσταση λογαριασμού και με τον τρόπο αυτό γίνονται «set off», όπως είπε επί λέξει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η συνεργασία της ενάγουσας με την εναγόμενη έληξε τον Φεβρουάριο του 2010 και ότι μετά τις συναλλαγές που αφορούν τα τιμολόγια του τεκμηρίου 1 υπήρξαν και άλλες συναλλαγές της ενάγουσας με την εναγόμενη οι οποίες έγιναν τοις μετρητοίς. Λόγω του ότι εκείνες οι συναλλαγές ήταν τοις μετρητοίς δεν παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού αφού η ενάγουσα δεν διατηρεί καταστάσεις λογαριασμού για τέτοιου είδους συναλλαγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι γνωρίζει ποιες συναλλαγές γίνονται τοις μετρητοίς επειδή τα τιμολόγια για αυτές τις συναλλαγές παρουσιάζονται με τα γράμματα ΙCH ενώ για τις συναλλαγές που γίνονται επί πιστώσει τα σχετικά τιμολόγια παρουσιάζονται με τα γράμματα ΙCR. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση που κάποιο τιμολόγιο παραμείνει απλήρωτο η διαδικασία που ακολουθεί η ενάγουσα είναι να επικοινωνούν πρώτα με τον πελάτη γύρω στις 3 με 4 φορές και μετά να προχωρούν στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η πολιτική της ενάγουσας είναι να πληρώνονται τα τιμολόγια εντός 90 ημερών από την έκδοσή τους ως φαίνεται και στην επιστολή της ενάγουσας η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  7. Η εναγόμενη (Μ.Υ.1) κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η συνεργασία της με την ενάγουσα άρχισε το έτος 2007 και συνεχίστηκε μέχρι το
  8. Όταν κάθε φορά της παραδίδονταν τα προϊόντα που αγόραζε από την ενάγουσα υπέγραφε το σχετικό τιμολόγιο και επέστρεφε το ένα απόκομμα στον υπάλληλο της ενάγουσας και πλήρωνε αμέσως με μετρητά είτε τον υπάλληλο είτε στα γραφεία της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε ότι για τις πληρωμές τις οποίες έκανε λάμβανε σχετικές αποδείξεις τις οποίες όμως δεν κράτησε λόγω του ότι η συνεργασία της με την ενάγουσα έληξε το 2010 και δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να τις φυλάει αφού πάντοτε πλήρωνε τα προϊόντα τα οποία αγόραζε. Μετά τη λήξη της συνεργασίας της με την ενάγουσα και συγκεκριμένα τον Οκτώβρη του 2012 δέχθηκε τηλεφώνημα από υπάλληλο του λογιστηρίου της ενάγουσας και ήταν με έκπληξη που άκουσε ότι δήθεν είχε οφειλή προς την ενάγουσα αφού η συνεργασία τους είχε ήδη λήξει από το
  9. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε έλαβε κατάσταση λογαριασμού από την ενάγουσα με την οποία να πληροφορείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς αυτή εκτός από την επιστολή ημερομηνίας 23.4.2013, τεκμήριο 3, η οποία παραδέχθηκε ότι πράγματι της αποστάληκε. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται με ακρίβεια κατά πόσο αγόρασε τα προιόντα που φαίνονται στα 7 τιμολόγια που αποτελούν το τεκμήριο 1 λόγω της παρόδου 10 ετών από τότε. Ούτε θυμόταν την ονομασία τους για να είναι σε θέση να διαπιστώσει εάν πρόκειται για αυτά που αναγράφονται στα εν λόγω τιμολόγια. Αρνήθηκε επίσης υποβολή που της τέθηκε ότι υπέγραψε τα ως άνω τιμολόγια και ότι οι συναλλαγές που αυτά αφορούσαν ήταν επί πιστώσει και ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια τα οποία έπαιρνε ήταν για συναλλαγές που γίνονταν τοις μετρητοίς. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η πάροδος πολλών ετών από τότε που έληξε η συνεργασία της με την ενάγουσα ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν κράτησε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Μετά το πέρας της ακρόασης οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις με τις οποίες προώθησε ο καθένας τις θέσεις του διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί. Έχω μελετήσει τις θέσεις και τις εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές όταν κρίνω ότι είναι απαραίτητο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288 τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Η Μ.Ε.1 δεν έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για τον λόγο ότι ουσιώδεις ισχυρισμοί της είναι σε αντίθεση με την ενώπιον του δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία την οποία προσκόμισε η ίδια η πλευρά της ενάγουσας. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι τα τιμολόγια τα οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 1 παρέμειναν απλήρωτα από την εναγόμενη ισχυρισμός ο οποίος όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα εν λόγω τιμολόγια. Έχω εξετάσει τα επίδικα τιμολόγια ένα προς ένα και διαπίστωσα ότι σε κάθε ένα από αυτά αναγράφεται ότι έχει εξοφληθεί. Συγκεκριμένα στη δεξιά πλευρά κάθε τιμολογίου στη στήλη όπου αναγράφονται ο αριθμός του τιμολογίου, η ημερομηνία έκδοσής του καθώς και άλλες λεπτομέρειες, δίπλα από το σημείο όπου αναγράφεται η αγγλική λέξη «status» αναγράφεται η λέξη «paid» η οποία υποδηλώνει ότι το τιμολόγιο εξοφλήθηκε. Συνεπώς ο ως άνω ισχυρισμός της κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό της μάρτυρος της ενάγουσας ότι όλα τα τιμολόγια τα οποία εκδίδει η ενάγουσα για συναλλαγές επί πιστώσει αναγράφουν την λέξη «paid» επειδή όταν θα γίνει η πληρωμή του αυτή θα αναγραφεί στη σχετική κατάσταση λογαριασμού και με την αναγραφή αυτή θα γίνει «set off». Κρίνω ότι δεν είναι λογικό ένα τιμολόγιο κατά την έκδοσή του να αναγράφει ότι πληρώθηκε ενώ αυτό στην πραγματικότητα θα είναι απλήρωτο. Δεν αποδέχομαι επίσης ούτε τον ισχυρισμό της Μ.Ε.1 ότι η ενάγουσα δεν διατηρεί αρχεία για τις συναλλαγές οι οποίες γίνονται με μετρητά γιατί κάτι τέτοιο επίσης δεν είναι λογικό. Εάν γινόταν αποδεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός της αυτό θα σήμαινε ότι η ενάγουσα θα τηρούσε αρχείο για μέρος μόνο των συναλλαγών της και οι υπόλοιπες δεν θα καταγράφονταν πουθενά. Κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβαίνει αφού έτσι η ενάγουσα δεν θα είχε ολοκληρωμένη εικόνα για τις αγοραπωλησίες της ούτε θα ήταν σε θέση να ετοιμάζει και να παρουσιάζει με ακρίβεια στις αρχές τις οικονομικές της καταστάσεις. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.1 αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Η εναγόμενη, σε αντίθεση με τη μάρτυρα της ενάγουσας, έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με ήρεμο τρόπο και εμπεριστατωμένα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. Ο ισχυρισμός της ότι δεν χρωστά οποιοδήποτε ποσό στην ενάγουσα δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία αφού όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω οι ισχυρισμοί της Μ.Ε.1 δεν ήταν επαρκείς για να θεμελιώσουν την ύπαρξη της οφειλής και συγκεκριμένα ότι το ποσό το οποίο αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 οφείλεται από την εναγόμενη προς την ενάγουσα. Κρίνω επίσης ότι είναι λογικός ο ισχυρισμός της ότι δεν κρατούσε τις αποδείξεις για τις πληρωμές των προϊόντων που αγόραζε από την ενάγουσα λόγω του γεγονότος ότι εξοφλούσε ό,τι αγόραζε και ουδέποτε από το 2010 μέχρι και τον Οκτώβριο 2012 η ενάγουσα την όχλησε για να της πληρώσει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό και συνεπώς δεν υπήρχε κανένας λόγος για να τις φυλάει. Κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς και της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: η ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία κατασκευάζει, εισάγει και εμπορεύεται προιόντα για αισθητικούς, ιατρούς και σε άλλους επαγγελματίες. Η εναγόμενη κατά τα έτη 2008 έως 2010 συνεργαζόταν με την ενάγουσα αγοράζοντας από αυτή διάφορα προιόντα. Για τα προιόντα που η ενάγουσα πωλούσε στην εναγόμενη η ενάγουσα εξέδιδε και παρέδιδε στην εναγόμενη σχετικό τιμολόγιο και η τελευταία προχωρούσε στην άμεση εξόφλησή του. Η ενάγουσα για τις μεταξύ τους δοσοληψίες εξέδωσε τα τιμολόγια τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήριο 1 στη διαδικασία τα οποία αναγράφουν ότι είναι πληρωμένα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει στον απαιτούμενο για την παρούσα πολιτική υπόθεση βαθμό, που είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, την απαίτησή της εναντίον της εναγομένης. Η απαίτηση της ενάγουσας ως αυτή προκύπτει από την έκθεση απαίτησή της εδράζεται σε υπόλοιπο λογαριασμού. Στην υπόθεση A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, αναφέρθηκε ότι «οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν. Τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν». Μία κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί απόδειξη των όσων καταγράφονται σε αυτή (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A314, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/2011, ημερομηνίας 29.6.2016) αλλά οι ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν καθετί το οποίο καταγράφεται σε αυτή. Υπό αυτές τις συνθήκες απαιτείται η προσκόμιση θετικής μαρτυρίας ικανής να τεκμηριώσει ότι όλες οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού αντιστοιχούν σε ανάλογες πράξεις (Αντρούλλα Αριστοτέλους ν. Cyprus Investments & Securities Corporation Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A11, Πολιτική Έφεση Αρ. 380/2010, ημερομηνίας 12.1.2016). Κρίνω ότι το ποσό το οποίο η ενάγουσα διεκδικεί ως υπόλοιπο λογαριασμού δεν έχει αποδειχθεί αφού η από μέρους της προσκομισθείσα μαρτυρία δεν ήταν ικανή να αποδείξει με τη σαφήνεια και επάρκεια που απαιτείται τα επίδικα γεγονότα. Τα τιμολόγια τα οποία καταγράφηκαν στην κατάσταση λογαριασμού που προσκόμισε η ενάγουσα δεν επιβεβαιώνουν ότι το ποσό το οποίο αναγράφεται σε αυτή παρέμεινε απλήρωτο. Αντιθέτως ενισχύουν τον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι δεν χρωστά οτιδήποτε στην ενάγουσα αφού σε κάθε ένα από αυτά τα τιμολόγια αναγράφεται η λέξη «paid» απόδειξη δηλαδή ότι τα εν λόγω τιμολόγια εξοφλήθηκαν. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία ικανή να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων που είναι το απαιτούμενο μέτρο για πολιτικές υποθέσεις (Loizou v. Soleas
(1983)1 C.L.R. 982, Antoniou v. Anayiotos
(1983)1 C.L.R. 648, Χρυσάνθου ν. Φραντζή
(2010)1 Α.Α.Δ. 1295, Μπούλος Μαρσέλ ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665) και η αγωγή της δεν μπορεί να επιτύχει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.