← Κύπρος

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Έφεση/Αίτηση αρ. 72/2017, 19/6/2019

Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Έφεση/Αίτηση αρ. 72/2017, 19/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A303 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Έφεση/Αίτηση αρ. 72/2017 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, κεφ.224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, Άρθρα 80, 81 και

  1. Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ.10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Εφεσείουσα/Αιτήτρια και 1.Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας 2.Cyproperties Constructions Ltd υπό εκκαθάριση διά του Εκκαθαριστή της. 3.Cyproperties Developments & Constructions Ltd 4.XXXXX Γεωργίου Εφεσίβλητοι/Καθ΄ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 16.02.2017 Ημερομηνία : 19.6.2019 Εμφανίσεις : Για Εφεσείουσα - Αιτήτρια : κ. Κουταλιανός για Λ. Παπαφιλλίπου & Σια ΔΕΠΕ. Για Εφεσίβλητο - Καθ' ου η αίτηση 1 : κα. Τσαγγάρη Για Εφεσίβλητη - Καθ' ης η αίτηση 2 : κα. Νικολαίδου Για Εφεσίβλητη - Καθ' ης η αίτηση 3 : καμία εμφάνιση Για Εφεσίβλητο - Καθ' ου η αίτηση 4 : κα Ρούσου για Α. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η Αίτηση - 'Εφεση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 16.02.2017, με την οποία εξαιτείται ως ακολούθως : Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 20/1/2017 με Αρ. ώακ. ΑΕΑ 114/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 20/1/2017 με Αρ. φακ. ΑΕΑ 114/2015, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 4 δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Διευθυντή, ταυτόχρονα με την απαλλαγή του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/10662 (με προηγούμενο αρ. εγγραφής Ε1XX7), τεμ. 1XX2, φύλλο 21, σχέδιο 47Ε1, στην ενορία Παναγίας, Λευκωσίας από τις υποθήκες με αρ. Υ10146/2002 και Υ2430/2004, να προβεί στην μεταφορά των υποθηκών υπ' αρ. Υ10146/2002 και Υ2430/2004 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας που έχουν εγγράφει προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας στο ακίνητο ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης/Καθ'ης η Αίτηση 3 με αρ. τίτλου 2/1XX1, φύλλο/σχέδιο 21-45-W1, 1XX7, στον Άγιο Δομέτιο, Λευκωσίας. Δ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο Νόμος Ν.142(Ι)/2014δυνάμει του οποίου προστέθηκε το Μέρος VIA στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965), να κηρύσσεται ως Αντισυνταγματικός Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα το οποίο το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ζ. Τα έξοδα της παρούσας Έφεσης/Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. ΦΠΑ XXXXX57Η), πλέον έξοδα επίδοσης. Η Έφεση- Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 65 Λ, 80, 81 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ως αυτός τροποποιήθηκε με τους νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, στα Άρθρα 2, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» και του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως αυτός τροποποιήθηκε, στα Άρθρα 21, 22, 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 ως αυτοί τροποποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου χωρίς περιορισμό στους κανονισμούς 5, 6, 7, 15 και 17, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 33 και 35, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν. 39/62, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρο 220 και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Στρατή, υπαλλήλου της Εφεσείουσας. Ο ομνύων αναφέρθηκε στο ιστορικό της συμβατικής σχέσης μεταξύ Εφεσείουσας και Εφεσίβλητης 2 και επεσύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 1 έγγραφο, όπου φαίνονται όλες οι εγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμόν Υ10146/
  2. Η σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκης αφορούσε το όλο μερίδιο του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής Ε1617, φυλ./Σχ. XXI/47W.I47.E.1, Τεμάχιο 1XX2, στην Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησίας της Εφεσίβλητης
  3. Ακολούθως, η Εφεσείουσα παραχώρησε εκ νέου πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εφεσίβλητη
  4. Προς εξασφάλιση της επέκτασης των πιστωτικών διευκολύνσεων που χορηγούσε η Εφεσείουσα η Εφεσίβλητη ενέγραψε Β Υποθήκη επί του πιο πάνω ακίνητου. Ο ομνύοντας επεσύναψε ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμόν Υ2430/
  5. Στις 24.9.2010 στα πλαίσια αναχρηματοδότησης της Εφεσίβλητης 2 η Εφεσείουσα ενέκρινε την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Επεσύναψε σχετικά ως Τεκμήριο 5 την επιστολή έγκρισης, ημερομηνίας 24.9.
  6. Ισχυρίστηκε δε ότι από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι οι Υποθήκες Υ10146/2001 και Υ2430/2004 θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η Εφεσίβλητη
  7. Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εφεσίβλητης 2 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως αυτές απέρρεαν από τις κατά καιρούς συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσείουσα, και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Εφεσίβλητης 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Εφεσείουσα με επιστολές της ημερομηνίας 8.3.2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης
  8. Ακολούθως, η Εφεσείουσα καταχώρησε εναντίον της Εφεσίβλητης 2 την αγωγή υπ' αριθμόν 5528/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων και διατάγματα για εκποίηση των επίδικων υποθηκών. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι για την Εφεσίβλητη 2 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης και ότι στις 23.12.2016 λήφθηκε από την Εφεσείουσα άδεια για συνέχιση της διαδικασίας στην αγωγή υπ' αριθμόν 5528/14 του Ε.Δ Λευκωσίας εναντίον της Εφεσίβλητης
  9. Κατέθεσε το σχετικό διάταγμα ως Τεκμήριο
  10. Στις 9.12.2016 η Εφεσείουσα έλαβε ειδοποίηση υποβολής ένστασης δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου, ήτοι ειδοποίηση τύπου «ΙΕ», που έφερε ημερομηνία 5.12.
  11. Μέσω αυτής ο Εφεσίβλητος 1 καλούσε την Εφεσείουσα όπως εντός 45 ημερών υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής 0/10662, Φυλ./Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο 1462 στην Παναγιά επ' ονόματι του Εφεσίβλητου 4 ή να προβεί σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχει επί του εν λόγω ακινήτου σε άλλο ακίνητο, το οποίο ήθελε υποδείξει προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην εν λόγω ειδοποίηση γίνεται αναφορά στην αίτηση του Εφεσίβλητου 4 για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματί του δυνάμει του ΠΩΕ486/2015, η οποία φέρει αριθμό ΑΕΑ114/
  12. Ο ομνύοντας κατέθεσε τη σχετική ειδοποίηση ως Τεκμήριο
  13. Η Εφεσείουσα υπέβαλε σχετική ένσταση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  14. Περαιτέρω δήλωσε ότι οι επίδικες Υποθήκες είναι προγενέστερες του ΠΩΕ, το οποίο κατείχε ο Εφεσίβλητος
  15. Προς επίρρωση της θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήριο 14Α σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας. Ο Εφεσίβλητος 1 μέσω επιστολής του, ημερομηνίας 20.1.2017, απέρριψε την ένσταση της Εφεσείουσας. Η σχετική επιστολή επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 15 επί της αίτησης. Ο Εφεσίβλητος-Καθ' ου η αίτηση 1 στις 25.2017, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
  16. Η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη
  17. Δεν προβάλλονται εύλογοι και τεκμηριωμένοι λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων
  18. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από τον του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε (στο εξής «ο Νόμος») προϋποθέσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων
  19. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή και/ή η διαδικασία που εκτίθεται στο φάκελο ΑΕΑ 114/2015 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή και σύμφωνη με το Σύνταγμα, την ΕΣΔΑ, τον Νόμο, τους Κανονισμούς, τους κανόνες τις επιείκειας και της φυσικής δικαιοσύνης.
  20. Η απόφαση του Καθ' ου η αίτηση 1 λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά - σύμφωνα με το Νόμο και/ή Κανονισμό- γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.
  21. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 ακολούθησε την ορθή κατά το Νόμο διαδικασία και ενήργησε εντός του πλαισίου των εξουσιών που του παρέχονται από τον ως άνω Νόμο και/ή Κανονισμούς.
  22. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Καθ' ου η αίτηση 1 συντάχθηκε κατά τον οριζόμενο από το Νόμο τύπο, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
  23. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου δεν παραβιάζει οποιοδήποτε συνταγματικό δικαίωμα της αιτούσας
  24. Οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΗ- 44ΚΖ του Νόμου ή/και οι Διατάξεις επί των οποίων βασίστηκε ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
  25. Η αίτηση είναι γενική και ατεκμηρίωτη και δεν ανταποκρίνεται στις νομολογιακές αρχές που διέπουντον έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων και/ή τρόπος που προβάλλονται τα επιχειρήματα δεν καθιστούν ευχερή τον έλεγχο της συνταγματικότητας.
  26. Η αιτούσα προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές.
  27. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή ή/και οι πρόνοιες των άρθρων 44ΙΘ- 44ΚΒ δεν παραβιάζουν ούτε περιορίζουν κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της αιτούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 25 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση, αυτή είναι προς προστασία δικαιώματος τρίτου υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται το Σύνταγμα στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου
  28. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει ούτε περιορίζει και/ή δεν περιορίζει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το δικαίωμα της απούσας/ εφεσείουσας δυνάμει του άρθρου 23 του Συντάγματος. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει επέμβαση και/ή περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία δικαιωμάτων τρίτου προσώπου, ήτοι του αγοραστή, υπέρ του οποίου επιφυλάσσεται η τρίτη παράγραφος του άρθρου 23 του Συντάγματος.
  29. Με τον υπό εξέταση Νόμο προστατεύεται το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας του αγοραστή.
  30. Η απουσία νομοθετικής ρύθμισης αναφορικά με την τυχόνκαταβολή αποζημίωσης στον ενυπόθηκο δανειστή ή/και σε άλλο πρόσωπο δεν καθιστά τον υπό εξέταση Νόμο και/ή τις πρόνοιες του αντισυνταγματικές.
  31. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτούσα
  32. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζει ουσιαστικά το περιουσιακό δικαίωμα της αιτούσας /εφεσείουσας και/ή δε μειώνει ουσιωδώς την αξία της περιουσίας της αιτούσας/ εφεσείουσας
  33. Οι υποθήκες με αριθμούς Υ10146/2002 και Υ2430/2004 συνάφθηκαν για τα ποσά των Α.Κ. 350.000 και Λ.Κ. 76.000 πλέον τόκους και εξασφαλίζουν εμπραγμάτως την αιτούσα μέχρι το ύψος των ποσών αυτών και όχι για περισσότερο και/ή υψηλότερο ποσό για το οποίο η αιτούσα παρείχε δάνειο, χωρίς ωστόσο την ανάλογη εμπράγματη εξασφάλιση
  34. Η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή δεν παραβιάζει το άρθρο 26 του Συντάγματος καθότι ο πυρήνας του δικαιώματος που προστατεύει του εν λόγω άρθρο δεν επηρεάζεται, αφού τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων παραμένουν σε ισχύ. Εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει περιορισμός στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος που κατοχυρώνει το εν λόγω άρθρο, αυτός τίθεται προς προστασία του δημόσιου συμφέροντος και/ή των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων και/ή προς προστασία του κοινού και/ή των πολιτών, κατά τρόπο εύλογο και αναλογικό.
  35. Οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ και 44ΣΤ εφαρμόζονται ανεξαρτήτως, μεταξύ άλλων, των διατάξεων των Μερών IVA και V του περί Εταιρειών Νόμου. Η ένσταση του Εφεσίβλητου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Ιωάννου. Η ομνύουσα στην ένορκή της δήλωση ανέφερε ότι στις 10.9.2015 ο Εφεσίβλητος 4 υπέβαλε την αίτηση με αριθμό φακέλου ΑΕΑ114/2015 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, με σκοπό να μεταβιβασθεί επ' ονόματί του το επίδικο διαμέρισμα. Το πωλητήριο έγγραφο του Εφεσείοντα κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 3.8.2015, κατόπιν σχετικού Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το εν λόγω πωλητήριο φέρει ημερομηνία συνομολόγησης την 23η .9.
  36. Κατέθεσε το σχετικό πωλητήριο ως Τεκμήριο Α. Στις 5.12.16 στάλθηκε με συστημένο ταχυδρομείο η ειδοποίηση τύπου ΙΕ προς την Εφεσείουσα. Επισύναψε τη σχετική επιστολή ως Τεκμήριο Η. Η Εφεσείουσα μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 30.12.2016, υπέβαλε ένσταση και αιτήθηκε τη μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο της Καθ΄ης η αίτηση, 3 εγγυήτριας της Καθ' ης η αίτηση
  37. Επεσύναψε τη σχετική επιστολή ως Τεκμήριο Θ. Στις 20.1.2017 απορρίφθηκε η σχετική ένσταση της Εφεσείουσας. Επεσύναψε τη σχετική επιστολή ως Τεκμήριο Ι. Περαιτέρω, δήλωσε ότι το επίδικο τεμάχιο, το οποίο βαρύνεται με τις επίδικες υποθήκες αποτελείται πλέον από 13 εγγραφές. Κατέθεσε, επιπλέον, ως Τεκμήριο Κ σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας σε σχέση με το επίδικο τεμάχιο. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο Λ τη σχετική αιτιολογική έκθεση του επίδικου Νόμου. Ο Εφεσίβλητος Καθ' ου η αίτηση 4, στις 6.10.2017, καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι κατωτέρω :
  38. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα βρίσκεται σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή περιστάσεις.
  39. Η αίτηση είναι εκπρόθεσμη .
  40. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ ή ενοχλητική γιατί η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα επιζητεί να αποστερήσει από τον Καθ' ου η Αίτηση 4 το Θεμελιώδες Συνταγματικό Δικαίωμα να απολαμβάνει απρόσκοπτη κατοχή χρήση και ιδιοκτησία της περιουσίας του της οποίας είναι δικαιούχος ιδιοκτήτης ως αγοραστής δυνάμει συμβάσεως.
  41. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική γιατί η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα στηρίζεται σε σύμβαση της με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και η οποία έπρεπε να είχε λήξει και/ή να είχε τερματιστεί από την Αιτήτρια/ Εφεσείουσα πολύ πριν την ψήφιση του τροποποιητικού Νόμου 139(Ι)/
  42. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή πρόωρη γιατί η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δεν ακολούθησε τις δέουσες διαδικασίες που προνοούνταν στις συμβάσεις που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και με βάση τις οποίες είχε δανειοδοτήσει την Καθ' ης η Αίτηση
  43. Η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση από την αρχή του estoppel λόγω του ότι γνώριζε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενώ είχε δεσμεύσει με υποθήκη το επίδικο ακίνητο ταυτόχρονα προέβαινε σε διαχωρισμό του ακινήτου σε οικόπεδα με πρόθεση να τα πωλήσει. Όταν η Καθ' ης η Αίτηση 2 πωλούσε τα οικόπεδα η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα το γνώριζε και ποτέ δεν ενήργησε για να μην αποξενωθεί με πώληση από την Καθ' ης η Αίτηση 2 η περιουσία που ήτο δεσμευμένη με υποθήκη.
  44. Η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα εμποδίζεται να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση - Έφεση γιατί ενώ γνώριζε για την πώληση του οικοπέδου στον Καθ' ου η Αίτηση 4 δεν εμπόδισε αυτή την πώληση που έγινε στις 23.9.2003 και ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και φέρει τον αριθμό ΠΩΕ 486/
  45. Η αίτηση είναι καταχρηστική και είναι αντίθετη με προηγηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση με αριθμό 211/2015, Ε/Δ Λευκωσίας με την οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 4 , αιτητής σε εκείνη την αίτηση , αξίωνε εγγραφή της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδική εκτέλεση της σύμβασης ημ. 23.9.
  46. Τελικά εξεδόθη διάταγμα στις 30.6.2015 με την οποία το Δικαστήριο διέτασσε την εγγραφή της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας ημ. 23.9.
  47. Η παρούσα Αίτηση προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει δημιουργήσει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 211/2015 Ε/Δ Λευκωσίας. Η μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο στην αίτηση 211 /2015 αποδεικνύει ότι έχουν εγκαταλείψει κάθε δικαίωμα τους και έχουν αποδεχθεί την εγγραφή της σύμβασης για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης ή εν πάση περιπτώσει δεν έκανα κάτι για να την εμποδίσουν. Οι Αιτητές εμποδίζονται να επιδιώκουν ουσιαστικά ματαίωση κανή ακύρωση και/ή μη υλοποίηση της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου με την παρούσα Αίτηση.
  48. Όλα τα ποσά εξοφλήθηκαν με την πληρωμή που έγινε από τον καθ' ου η αίτηση 4 . 11.0 Καθ' ου η Αίτηση 4 ενήργησε καθόλα νόμιμα και συμβατικά και η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται να έχει οιανδήποτε απαίτηση από τον Καθ' ου η Αίτηση
  49. Το σύνολο των ισχυρισμών της Αιτήτριας/ Εφεσείουσας αφορούν την σχέση της με την Καθ' ης η Αίτηση 2 η οποία όμως ουδόλως επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση 2, γι' αυτό και οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν ουσιαστικά ακύρωση των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην αγορασθείσα ακίνητη περιουσία.
  50. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αντίθετα με τις πρόνοιες της Νομοθεσίας και συγκεκριμένα με το Άρθρο 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και με τις πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.6 και με την Αίτηση πλήττεται ένα κεφαλαιώδες συνταγματικό δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση 4 σε ακίνητη περιουσία την οποία έχει αγοράσει, το δικαίωμα κατοχής ,χρήσης και ιδιοκτησίας ακίνητης περιουσίας.
  51. Η Αίτηση είναι Νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
  52. Η Νομική Βάση της Αίτησης πάσχει και/ή είναι ελλιπής και/ή δεν ανταποκρίνεται στις αϊτού μενες θεραπείες.
  53. Η παρούσα Αίτηση πλήττει και είναι αντίθετη με βασικό Κανόνα του Κυπριακού Δικαίου και των Αρχών της Νομολογίας ότι ο Καλής Πίστεως Τρίτος προστατεύεται από την δικαιοσύνη. Ο Καθ' ου η Αίτηση 4 καλή τη πίστη αγόρασε οικόπεδο από τη Καθ' ης η Αίτηση 2 εταιρεία το οποίο εξόφλησε και διεκδικεί τη μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι του σύμφωνα και με το Διάταγμα ημερομηνίας 30.6.2015 στην υπόθεση 211/2015, Ε/Δ Λευκωσίας.
  54. Η Αίτηση στηρίζεται σε συμβάσεις υποθήκευσης του ακίνητου της Καθ' ης η Αίτηση 2 οι οποίες δεν έχουν σχέση με τον Καθ' ου η Αίτηση 4 και οι οποίες ήταν άκυρες και/ή ακυρώσιμες λόγω μονομέρειας, λόγω του ότι περιλάμβαναν καταχρηστικές ρήτρες και λόγω παράβασης των κανόνων δανειοδότησης από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Οι συμβάσεις αυτές θα έπρεπε να είχαν λήξει και να είχαν εξοφληθεί εάν οι ίδιοι οι Αιτητές εφάρμοζαν την σύμβαση που είχαν με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και/η εάν μεριμνούσαν με βάσει τις δικές των συμβάσεις για είσπραξη των ποσών που δάνεισαν στην καθ' ης η αίτηση
  55. Η Αιτήτρια ευθύνεται για την κακή τήρηση των λογαριασμών που είχε με την Καθ' ης η Αίτηση 2 καθώς και για τα παρατραβήγματα επί των λογαριασμών τα οποία η ίδια επέτρεψε να γίνουν αλλά ούτε και έλαβε μέτρα ενάντια της καθ' ης η αίτηση 2 για να εισπράξει και να εφαρμόσει τις συμβάσεις που έγιναν μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση παρά μόνο μετά την κρίση και το κούρεμα αποφάσισαν να λάβουν μέτρα για να εισπράξουν.
  56. Οι ενέργειες της αιτήτριας εμποδίζουν τον καθ' ου η αίτηση 4 στην οικονομική χρήση της περιουσίας του και προκαλούν σ' αυτόν συνέχεις ζημιές.
  57. Ο διευθυντής ενήργησε ορθά και στα πλαίσια του Νόμου και ή κατά ρητήν εντολή του Νόμου και γι' αυτό η απόφαση του είναι ορθή, νόμιμη και εφαρμοστέα.
  58. Ο συγκεκριμένος νόμος 9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.139

(1)2015 δεν βρίσκεται σε αντίθεση ή σε σύγκρουση με συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις ως αναφέρονται στους λόγους έφεσης και δεν παραβιάζει ή περιορίζει την ισχύ των άρθρων 25,23, 26 του Συντάγματος.
  1. Δεν προκύπτει και δεν είναι πραγματικά αναγκαίο για την' επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου η εξέταση της συνταγματικότητας του Νόμου γιατί δεν υπάρχει αντισυνταγματικότητα του προσβαλλόμενου Νόμου.
  2. Η εφεσιβληθείσα απόφαση είναι νόμιμη και ορθή και δεν προσκρούει στις πρόνοιες του Πρώτου Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την προάσπιση των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό Νόμο Ν.39/62που υπερισχύει του Συντάγματος μας.
  3. Ο διευθυντής αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ενήργησε μέσα στα πλαίσια του Νόμου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που είχε ενώπιον του στηριζόμενος στα ορθά και πραγματικά γεγονότα.
  4. Η απόφαση του Διευθυντή δεν ελήφθηκε κατά παράβαση του άρθρου 220 του Περί Εταιρειών Νόμου.
  5. Η απόφαση του Διευθυντή είναι καθόλα Νόμιμη λήφθηκε στα πλαίσια το Νόμου και του Συντάγματος και ο Διευθυντής ορθά ακολούθησε την αρχή της Νομολογίας ότι ο Καλής Πίστεως Τρίτος προστατεύεται από την δικαιοσύνη των αρχών της επιείκειας και τηρώντας το Δίκαιο των Συμβάσεων.
  6. Η αιτήτρια ενώ γνώριζε ότι η καθ' ης η αίτηση 2 προχωρούσε τον διαχωρισμό των οικοπέδων και ενεργούσε πωλήσεις επί του ακινήτου που δεσμευόταν με Υποθήκη προς όφελος της εντούτοις τίποτε δεν έκανε να εμποδίσει τις πωλήσεις αλλά ούτε και έλαβε μέτρα ενάντια της καθ' ης η αίτηση 2 για να εισπράττει η ίδια έναντι των υποθηκών το προϊόν των πωλήσεων. Κατά συνέπειαν οι οποίες ενέργειες γίνονται τώρα με τα από πολλά χρόνια εναντίον των αγοραστών είναι αντίθετες με τις αρχές και τα συναλλακτικά ήθη και θέσμια και αντίθετες με την ελευθερία των συμβάσεων όπως κατοχυρώνονται με το άρθρο 26 του Συντάγματος. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση - Εφεσιβλήτου 4 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Εφεσιβλήτου
  7. Ο Εφεσίβλητος 4 επεσύναψε στην ένορκή του δήλωση ως Τεκμήριο 1 διάταγμα του Ε/Δ Λευκωσίας, ημερομηνίας 30.6.2015, το οποίο εκδόθηκε στην γενική αίτηση υπ' αριθμόν 211/
  8. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 2 το σχετικό πωλητήριο, ημερομηνίας 23.9.2003, το οποίο συνομολογήθηκε με την Εφεσίβλητη
  9. Με το διάταγμα, Τεκμήριο 1, χορηγήθηκε άδεια στον Εφεσίβλητο 4 να καταχωρήσει εκπρόθεσμα το πωλητήριο, Τεκμήριο
  10. Προκύπτει ότι από το Τεκμήριο 1 ότι διάδικα μέρη στην αίτηση 211/15 ήταν ο Εφεσίβλητος 4 και ο Εφεσίβλητος
  11. Σημειώνεται ότι η πλευρά της Εφεσίβλητης 2 κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 6.12.2017, δήλωσε ότι δεν θα προβάλει ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Διαδικασία- Γεγονότα Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 1.6.2018 απέρριψε την αίτηση που υποβλήθηκε από τον Εφεσίβλητο 4 για αντεξέταση του ομνύοντος για την Εφεσείουσα. Συνεπώς το Δικαστήριο για τη διακρίβωση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Πλείστα εκ των ουσιωδών γεγονότων στην υπό κρίση υπόθεση είναι παραδεκτά. Συγκεκριμένα είναι παραδεκτό ότι η Εφεσείουσα ενέγραψε τις επίδικες υποθήκες και ότι το Πωλητήριο έγγραφο του Εναγομένου 4 κατατέθηκε στις 3.8.2015, μεταγενέστερα δηλαδή από την κατάθεση των επίδικων Υποθηκών. Συγκεκριμένα αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Εφεσείουσα ενέγραψε την Υποθήκη υπ' αριθμόν Υ10146/02 και Υ2430/2004, στις 31.10.2012 και 11.3.2004, αντίστοιχα. Περαιτέρω, προκύπτει ότι το επίδικο ΠΩΕ υπ' αριθμόν 486/15, καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο στις 3.8.2015, κατόπιν του διατάγματος του Ε/Δ Λευκωσίας στην Αίτηση 211/15, ημερομηνίας 30.6.
  12. Στην αίτηση 211/15 του Ε/Δ Λευκωσίας δεν προκύπτει ότι ήταν διάδικος η εδώ Εφεσείουσα. Περαιτέρω, μέσα από τα σχετικά πιστοποιητικά έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που κατατέθηκαν τόσο από την Εφεσείουσα όσο και από τον Εφεσίβλητο 1, προκύπτει ότι το επίδικο τεμάχιο, το οποίο βαρύνεται με τις επίδικες υποθήκες, αποτελείται πλέον από 13 εγγραφές. Επίσης, είναι παραδεκτό ότι υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους του Εφεσίβλητου 4 για μεταβίβαση επ' ονόματί του του διαμερίσματος, το οποίο αφορούσε το εν λόγω πωλητήριο. Ο Εφεσίβλητος 1 απέστειλε τη νενομισμένη ειδοποίηση προς την Εφεσείουσα και η τελευταία μέσα από το Τεκμήριο 13 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση υπέβαλε ένσταση. Παρά την ένσταση εκ μέρους της Εφεσείουσας, ο Εφεσίβλητος προχώρησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, η οποία είναι ημερομηνίας 20.1.
  13. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 16.2.2017 είναι εμπρόθεσμη. Προκύπτει, από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι στις 17.2.2017, εκδόθηκε μονομερώς, προσωρινό ενδιάμεσο διάταγμα, με το οποίο απαγορευόταν η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στον Εφεσίβλητο
  14. Το εν λόγω διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 13.3.
  15. Κατά την ημερομηνία που η υπό κρίση υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει υπόψιν τις αγορεύσεις των μερών, έχοντας κατά νου ότι δεν απαιτείται εξέταση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται από τους διαδίκους. Σχετική είναι η απόφαση Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. Νομική Πτυχή- αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Το δόγμα της επιδοκιμασίας και της αποδοκιμασίας Αποτέλεσε μία εκ των βασικών εισηγήσεων της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Εφεσίβλητου 1, ότι η Εφεσείουσα δεν μπορεί να εγείρει ισχυρισμούς περί της αντισυνταγματικότητας του Νόμου, καθότι με την επιστολή της, Τεκμήριο 13, ζήτησε να μεταφερθούν οι επίδικες υποθήκες σε άλλο ακίνητο. Στη βάση του πιο πάνω η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγείται ότι τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα της απαγόρευσης ταυτόχρονης επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Το πιο πάνω δόγμα, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Ν. Χαραλάμπους , Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 3η έκδοση, σελ. 158, αφορά την απώλεια έννομου συμφέροντος του Αιτητή σε διοικητική προσφυγή, όταν ταυτόχρονα επιδοκιμάζει και αποδοκιμάζει την προσβαλλόμενη απόφαση. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας αφορά στο έννομο συμφέρον στη διοικητική διαδικασία. Η έννοια του εννόμου συμφέροντος είναι μια νομική έννοια με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, η οποία απαντάται στη διοικητική διαδικασία και συνάδει με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής. Όπως υποδεικνύεται από τον Δρ. Κώστα Παρασκευά στο σύγγραμμά του Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, σελ. 29, το Διοικητικό Δίκαιο είναι αυτοτελές και αυτόνομο δίκαιο και βασικό του χαρακτηριστικό είναι η αυτοτέλειά του έναντι ιδίως του ιδιωτικού δικαίου. Η υπό κρίση υπόθεση είναι πολιτική διαδικασία, στην οποία δεν υφίσταται ως προϋπόθεση η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, ως γίνεται αντιληπτό στη διοικητική δίκη, για να μπορεί ο Αιτητής να αποταθεί στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα, κατά τη κρίση μου, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. Επίσης, ενόψει του ότι το Διοικητικό Δίκαιο είναι αυτοτελές και αυτόνομο δίκαιο σε σχέση με το ιδιωτικό δίκαιο, δεν μπορούν να εφαρμοστούν αρχές του Διοικητικού δικαίου στο ιδιωτικό, ιδίως σε σημεία που δεν είναι όμοια, όπως η ανάγκη για επίδειξη εννόμου συμφέροντος. Ανεξάρτητα με την πιο πάνω κατάληξή μου, δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 13 ότι η Αιτήτρια επιδοκίμασε και αποδοκίμασε ταυτόχρονα την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε εις απάντηση του Τεκμήριου
  2. Αυτό που προκύπτει, από το Τεκμήριο 13, είναι το ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός και άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης της διαζευκτικά ζήτησε όπως γίνει μεταφορά της υποθήκης σε άλλο ακίνητο. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το επιχείρημα περί εφαρμογής του δόγματος της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση. Οι ισχυρισμοί περί κωλύματος της Εφεσείουσας - Αιτήτριας. Ο καθ' ου η αίτηση Εφεσίβλητος 4 στην ένστασή του ισχυρίστηκε ότι η υπό κρίση αίτηση προσκρούει στο δεδικασμένο που έχει δημιουργήσει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 211/2015, του Ε/Δ Λευκωσίας. Με την εν λόγω απόφαση επιτράπηκε η εκπρόθεσμη κατάθεση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου. Το σχετικό διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Εφεσιβλήτου
  3. Επιπλέον, η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση 4 στην γραπτή της αγόρευση εισηγήθηκε ότι η έκδοση απόφασης στην πιο πάνω αίτηση, καθιστά την παρούσα αίτηση καταχρηστική. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι επίδικο θέμα στην υπόθεση 211/2015 Ε/Δ Λευκωσίας, μπορούσε να ήταν μόνο το κατά πόσο θα επιτρεπόταν η εκπρόθεσμη κατάθεση του επιδίκου πωλητηρίου εγγράφου. Τέτοια εξουσία παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 12 του περί Πώλησης Ακινήτων Νόμου, ( Ειδική Εκτέλεση ) 81
(1)/2011, ως έχει τροποποιηθεί. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Bank Of Cyprus Public Company, Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:D63, Αίτηση 25/19, ημερομηνίας 26.2.2019, λέχθηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου υπό το άρθρο 12 του Νόμου είναι διακριτική και ασκείται υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, εφόσον διαφανεί ότι κάτι τέτοιο είναι εύλογο και δίκαιο για την προστασία του αγοραστή. Στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε ότι δεν είναι καν αναγκαία η επίδοση της σχετικής αίτησης στον ενυπόθηκο πιστωτή Συνεπώς, προκύπτει ότι τα επίδικα θέματα στην αίτηση 211/15 του Ε/Δ Λευκωσίας ήταν διαφορετικά από αυτά της υπό κρίση υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προκύψει δεδικασμένο, αφού αναγκαίος όρος της γένεσης δεδικασμένου είναι η ταυτότητα επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 923. Στο πιο πάνω σύγγραμμα παρέπεμψε το Δικαστήριο και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας. Επιπλέον, ενόψει του ότι η επίδοση της αίτησης 211/15 του Ε/Δ Λευκωσίας δεν ήταν αναγκαία στην εδώ Εφεσείουσα, κάτοχο ενυπόθηκης εξασφάλισης, έπεται ότι η όποια απόφαση στην εν λόγω αίτηση δεν μπορεί να επηρεάσει τα δικαιώματα της εδώ Εφεσείουσας ή να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί κατάχρησης. Συνεπώς, οι σχετικές αιτιάσεις του Εφεσίβλητου 4 απορρίπτονται. Οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας Σχετικά με τη δυνατότητα εξέτασης ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας παραπέμπω στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο Θεμελιώδη Δικαιώματα & Ελευθερίες, σελ. 44, παράγραφοι 182 και 183, όπου επεξηγείται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση, να εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας νόμου ή αποφάσεως ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου διαφοράς. Σχετική με τον τρόπο που πρέπει να εγερθεί το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου
(2003)2 ΑΑΔ 45, όπου τονίστηκε ότι είναι πάγια πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται του θέματος μόνο, όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρώ ότι η πλευρά της Αιτήτριας έχει εγείρει με εξειδικευμένο τρόπο στην αίτησή της τους ισχυρισμούς της περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου και σύγκρουσης αυτού με τα άρθρο 23 και 26 του Συντάγματος. Σχετικοί είναι οι λόγοι Έφεσης 3 και 5, όπου καταγράφονται με λεπτομέρεια οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας για παράβαση των άρθρων 23 και 26 του Συντάγματος. Περαιτέρω, τυχόν απόφαση περί της αντισυνταγματικότητας του σχετικού Νόμου οδηγεί σε ακύρωση της επίδικης απόφασης του Διευθυντή. Αρχές που διέπουν τον έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των Νόμων. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της Συνταγματικότητας των Νόμων έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640,ως ακολούθως : «(α) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός, εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.[ (β) Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (γ) Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. (δ) Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων. Τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (ε) Σε περίπτωση που νόμος περιέχει τόσο συνταγματικές όσο και αντισυνταγματικές διατάξεις, μόνο οι αντισυνταγματικές διατάξεις κηρύσσονται ως τέτοιες, εκτός εάν η διασύνδεση μεταξύ των συνταγματικών και των μη συνταγματικών διατάξεων είναι τόσο στενή, ώστε ο διαχωρισμός να μην είναι επιτρεπτός. Σε τέτοια περίπτωση ολόκληρος ο νόμος κηρύσσεται ως αντισυνταγματικός». Περαιτέρω, όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω τους ισχυρισμούς περί αντισυνταγματικότητας, όπως αυτοί εγείρονται από την Εφεσείουσα Αιτήτρια. Οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις Η εκκαλούμενη απόφαση εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου 9/1965, ως αυτός έχει τροποποιηθεί. Το ουσιαστικό άρθρο επί του οποίου βασίσθηκε ο Εφεσίβλητος 1 για την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης είναι το άρθρο 44ΚΒ του πιο πάνω Νόμου. Οι κρίσιμες διατάξεις του εν λόγω άρθρου διαλαμβάνουν τα ακόλουθα : 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Η πιο πάνω διάταξη δίδει δικαίωμα στον Διευθυντή Κτηματολογίου, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου, να προχωρήσει σε ακύρωση και εξάλειψη υποθήκης προ όφελος του κατόχου πωλητηρίου εγγράφου, ο οποίος εξόφλησε το τίμημα αγοράς της εκάστοτε επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας. Παραβίαση του Δικαιώματος στην περιουσία Η ειρηνική απόλαυση της περιουσίας προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και το 1ο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Όπως υποδεικνύεται, το περιεχόμενο του δικαιώματος στην περιουσία, ως αυτό προσδιορίζεται από το ΕΔΑΔ, δεσμεύει νομικά τόσο τον νομοθέτη, όταν επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα στην περιουσία, όσο και τα Δικαστήρια, όταν ελέγχουν τη συνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο ( ανωτέρω) σελ 362. Συγκεκριμένα, το άρθρο 23
(1)του Συντάγματος διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «
  1. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού». Το πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Προστασία της ιδιοκτησίας. Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουοίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύί Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.» Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται λογικά είναι το κατά πόσο η υποθήκη εμπίπτει στην έννοια του περιουσιακού δικαιώματος. Το πιο πάνω ερώτημα απαντάται από τη Νομολογία. Συγκεκριμένα το εύρος του περιεχομένου του δικαιώματος στην περιούσια αναλύθηκε από την πλήρη ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Χαραλάμπους κ.ά. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά., Συνεκδ. Υποθ. αρ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους.» Περαιτέρω ως προς το εύρος των δικαιωμάτων που εμπίπτουν στην έννοια της περιουσίας, υπό το 1ο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J.Harris, M.O'Bοyle, C. Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, Butterworths, 1995, σελ. 516, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Article I, First Protocol Every natural or legal person is entitled to the peaceful enjoyment of his possessions ...» ................................ Τhe English language text uses the word "possessions" to describe the protected interest but any suggestions that it should be read narrowly is refuted by the word "biens" in the French text which indicates that a wide range of proprietorial interests were intended to be protected. It embraces immoveable or moveable property and corporal and incorporeal interests such as shares and patents. Contractual rights, including leases, and judgment debts are possessions. The essential characteristic is the acquired economic value of the individual interest». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι τόσο υπό το άρθρο 23 του Συντάγματος όσο και υπό το 1ο πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, η υποθήκη, ως οικονομικά αποτιμητό δικαίωμα, το οποίο απορρέει από σύμβαση, εμπίπτει στην έννοια του όρου περιουσία. Συνεπώς η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση 4 ότι η Υποθήκη δεν συνιστά περιουσιακό δικαίωμα απορρίπτεται. Ασφαλώς, το ότι η υποθήκη συνιστά περιουσιακό δικαίωμα δεν συνεπάγεται ότι αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί. Η δυνατότητα επιβολής περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος στην περιουσία προβλέπεται από το ίδιο το άρθρο 23.3 και το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν επιβάλλεται στέρηση του δικαιώματος περιουσίας, τότε αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 23.4 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το Σύνταγμα εισάγει διάκριση μεταξύ περιορισμού και στέρησης του δικαιώματος και με σαφήνεια ορίζει ότι στέρηση ιδιοκτησίας μπορεί να συντελεσθεί μόνο μέσω του μηχανισμού της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο ( ανωτέρω) σελ. 366, αν ο περιορισμός του δικαιώματος προσλάβει έκταση εκμηδενισμού αυτού, τότε θα πρέπει να θεωρείται στέρηση. Άρα δεν αρκεί για την κατάταξη κάποιας επέμβασης στο δικαίωμα περιουσίας το εάν ο Νομοθέτης περιέγραψε αυτή ως περιορισμό, αλλά πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο συνιστά όντως περιορισμό ή απολήγει να συνιστά στέρηση του δικαιώματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επεμβαίνει στο δικαίωμα ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας, καθότι η Εφεσείουσα δεν στερείται των δικαιωμάτων που της που πηγάζουν από τις επίδικες υποθήκες. Στήριξε την εισήγησή της στο ότι οι επίδικες Υποθήκες εξασφαλίζουν ακόμα 12 ακίνητα πέραν του ακινήτου του Εφεσίβλητου
  2. Κατά την ευπαίδευτη συνήγορο, επειδή οι επίδικες υποθήκες συνεχίζουν να εξασφαλίζουν 12 ακίνητα το χρέος της Εφεσίβλητης 2 προς την Εφεσείουσα είναι με αυτό τον τρόπο εξασφαλισμένο. Κατ' ακολουθία, σύμφωνα με την συνήγορο του Εφεσίβλητου 1, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος. Συνεπώς, αναδύεται η ανάγκη να διασαφηνιστεί το εάν προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στη βάση των επίμαχων νομοθετικών διατάξεων, επιβάλλει στέρηση της περιουσίας ή επιβάλλουν περιορισμό στο δικαίωμα της περιουσίας. Ως προς τη διάκριση μεταξύ στέρησης και περιορισμού θεμελιακή είναι η απόφαση Δημητριάδη και Άλλων ν. Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 A.A.Δ. 85, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όροι περιοριστικοί της χρήσης ιδιοκτησίας, που αφήνουν άθικτο τον πυρήνα του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνιστούν περιορισμό και όχι στέρηση. Περιορισμοί στη χρήση ιδιοκτησίας απολήγουν σε στέρησή της, μόνο όταν καθιστούν την ιδιοκτησία αδρανή». Στην υπό κρίση υπόθεση με την εκκαλούμενη απόφαση ακυρώθηκαν οι επίδικες υποθήκες, οι οποίες βάρυναν το ακίνητο της Καθ' ης η αίτηση 2, στην έκταση που αφορούσαν το ακίνητο, το οποίο αγόρασε ο Εφεσίβλητος
  1. Η εγγραφή των επίδικων υποθηκών, αφορούσε την επιβάρυνση του όλου ακινήτου της Εφεσίβλητης
  2. Το γεγονός ότι μεταγενέστερα αυτό αναπτύχθηκε με τρόπο που να προέκυψαν 13 διαφορετικά ακίνητα δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού οι επίδικες υποθήκες σκοπό είχαν την επιβάρυνση του όλου ακινήτου. Με την προσβαλλομένη απόφαση καταργούνται, ακυρώνονται και εξαλείφονται οι υποθήκες επί μέρος του ακίνητου, ενώ συστάθηκαν για να το επιβαρύνουν ολόκληρο. Συνεπώς, από την ενέργεια του Εφεσίβλητου 1 να προχωρήσει με εξάλειψη των επίδικων υποθηκών, επί μέρους του συνόλου του επιβαρυμένου ακινήτου, έπεται ότι αυτές πλέον δεν μπορούν να επιτελέσουν τον σκοπό τους, ο οποίος είναι η επιβάρυνση του όλου ακίνητου και όχι μέρους αυτού. Από τα πιο πάνω, προκύπτει ότι μέσω των υπό εξέταση διατάξεων επήλθε επέμβαση στον πυρήνα του δικαιώματος. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση επήλθε στέρηση του δικαιώματος στην περιουσία. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο δόθηκε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη στέρηση του επίδικου περιουσιακού δικαιώματος. Στο σύγγραμμα Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο (ανωτέρω) σελ. 378, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της εύλογης αποζημίωσης : «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία αποζημίωση δόθηκε στην Εφεσείουσα Αιτήτρια σχετικά με το δικαίωμα που χάνει. Το γεγονός ότι προνοείται στον Νόμο αόριστα η δυνατότητα μεταφοράς της Υποθήκης δεν μπορεί να συνιστά εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, αφού δεν μπορεί να κριθεί το κατά πόσο εξισούται η ζημία που υφίσταται ο δικαιούχος της Υποθήκης από την όποια τυχόν μεταφορά της Υποθήκης. Συνακολούθα, κρίνω ότι επέμβαση στο δικαίωμα στην περιουσία συνιστά αποστέρηση του δικαιώματος χωρίς να έχει δοθεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Τούτου δοθέντος κρίνω ότι η εκκαλούμενη απόφαση οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος στην περιουσία κατά παράβαση των Συνταγματικών προνοιών. Ακόμα, όμως , και εάν το πιο πάνω συμπέρασμά μου είναι εσφαλμένο και η επίδικη επέμβαση συνιστά περιορισμό του δικαιώματος στην περιουσία παρατηρώ τα ακόλουθα : Οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων δεν είναι ούτε ανέλεγκτοι ούτε απεριόριστοι. Σχετικά βλέπε Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο (ανωτέρω) σελ. 37. Συνεπώς θα πρέπει να κριθεί το κατά πόσο ο επίδικος περιορισμός κείται εντός των Συνταγματικά ανεκτών πλαισίων. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποδεικνύεται στο ανωτέρω σύγγραμμα σελ. 39, κάθε περιορισμός θα πρέπει να σέβεται την αρχή της νομιμότητας. Στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη Ιωαννίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις 740/11 κ.ά., ημερομηνίας 7.10.2014, επεξηγήθηκε το εύρος των περιορισμών που μπορούν να τεθούν στο δικαίωμα στην περιούσια και η σχέση του άρθρου 23 του Συντάγματος με το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, στην απόφαση της πλειοψηφίας λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Περιορισμός, όμως, θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορεί να γίνει μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(2000)3 ΑΑΔ 238). Τέτοιος περιορισμός τίθεται με νόμο, εφόσον κρίνεται αναγκαίος, και στο βαθμό που η ανάγκη τον επιβάλλει (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1992)3 ΑΑΔ 165). Η ανάγκη που επιβάλλει τέτοιο περιορισμό πρέπει να είναι όχι μόνον υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης. Μόνο η διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιας ανάγκης και ο προσδιορισμός της φύσης της, μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου (Δέστε: Police v. Ekdotiki Eteria
(1982)2 CLR 63). Η διαπίστωση της ανάγκης διαφαίνεται από τις πρόνοιες του Νόμου και την αιτιολογική του έκθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, θα πρέπει να αντιπαραβληθεί και να συγκριθεί η προαναφερόμενη πρόνοια του άρθρου 3(β) του Νόμου με το Άρθρο 23 του Συντάγματος. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος παρέχει μεγαλύτερη προστασία από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Ενώ το άρθρο 1 επιτρέπει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος δεν περιλαμβάνει το δημόσιο συμφέρον ή τη δημόσια ωφέλεια στους λόγους περιορισμού του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που επιτρέπονται. Το Άρθρο 23.3 προνοεί ρητά ότι τέτοιοι περιορισμοί μπορούν να τεθούν μόνο για σκοπούς της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας υγείας, των δημοσίων ηθών, της πολεοδομίας, της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημοσίας ωφελείας και την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Η πρόνοια του Άρθρου 23.3 ότι περιουσιακό δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί δια νόμου, για σκοπούς ανάπτυξης και χρησιμοποίησης ιδιοκτησίας προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας, δεν ταυτίζεται με τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Είναι ένα πράγμα να περιορίζεται το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κάποιου, για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος (που δεν προνοείται στο Άρθρο 23) και άλλο πράγμα να περιορίζεται το δικαίωμα του, υπέρ της ανάπτυξης και χρησιμοποίησης της ιδιοκτησίας του, προς προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας (που προνοείται) (Δέστε: την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στις Υποθέσεις 1480/11 κ.α., Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11.6.2014)». Προκύπτει συνεπώς ότι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για περιορισμό του δικαιώματος στην περιουσία, σύμφωνα με τη Νομολογία. Συνεπώς η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ΄ου η αίτηση 1, ότι ο υπό εξέταση περιορισμός δικαιολογείται για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, δεν μπορεί να επιτύχει. Επιπρόσθετα, ο επιβαλλόμενος περιορισμός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με αναφορά στον σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων και μόνο. Σε κάθε περίπτωση ο επιβαλλόμενος περιορισμός θα πρέπει να είναι αναγκαίος και ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Παράλληλα, θα πρέπει η Νομοθετική εξουσία να δικαιολογεί την ανάγκη για επιβολή του εκάστοτε περιορισμού. Ως προς την υποχρέωση δικαιολόγησης της ανάγκης για τον επιβαλλόμενο περιορισμό σχετική είναι η απόφαση Αναφορά Αρ. 2/99, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2000)3 ΑΑΔ 238, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D. J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-355. Όμοια, κατ' ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο». Στην υπό κρίση υπόθεση προβάλλεται η θέση ότι ο υπό εξέταση περιορισμός σκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων τρίτων και ως εκ τούτου δικαιολογείται από το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Όντως φαίνεται μέσα από τις υπό εξέταση νομοθετικές διατάξεις να περιορίζεται το δικαίωμα στην περιουσία του ενυπόθηκου δανειστή υπέρ του κατόχου μεταγενέστερου εμπράγματου βάρους. Όμως, πέραν τούτου δεν προκύπτει γιατί ο Νομοθέτης μεταξύ των δύο δικαιωμάτων επιλέγει να δώσει προτεραιότητα στο δικαίωμα του κατόχου πωλητηρίου εγγράφου. Όπως υποδεικνύεται από το ΕΔΑΔ, ο όποιος περιορισμός στο δικαίωμα της περιουσίας πρέπει να τηρεί την αρχή της Νομιμότητας, η οποία είναι σύμφυτη σε κάθε άρθρο της Σύμβασης. Ως προς την έννοια της αρχής της Νομιμότητας διαφωτιστική είναι η απόφαση Iatridis v. Greece application 31107/1996, ημερομηνίας 25.3.1996, όπου στην παράγραφο 58 καταγράφονται τα ακόλουθα : the Court reiterates that the first and most important requirement of Article 1 of Protocol No. 1 is that any interference by a public authority with the peaceful enjoyment of possessions should be lawful: the second sentence of the first paragraph authorises a deprivation of possessions only "subject to the conditions provided for by law" and the second paragraph recognises that the States have the right to control the use of property by enforcing "laws". Moreover, the rule of law, one of the fundamental principles of a democratic society, is inherent in all the Articles of the Convention (see the Amuur v. France judgment of 25 June 1996, Reports 1996-III, pp. 850-51, § 50) and entails a duty on the part of the State or other public authority to comply with judicial orders or decisions against it (see, mutatis mutandis, the Hornsby judgment cited above, p. 511, § 41). It follows that the issue of whether a fair balance has been struck between the demands of the general interest of the community and the requirements of the protection of the individual's fundamental rights (see the Sporrong and Lönnroth v. Sweden judgment of 23 September 1982, Series A no. 52, p. 26, § 69) becomes relevant only once it has been established that the interference in question satisfied the requirement of lawfulness and was not arbitrary». ( υπογράμμιση δική μου) Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Hentrich v. France application n. 13616/88, ημερομηνίας 22.9.1994, όπου κρίθηκε ότι η επέμβαση στο δικαίωμα της περιουσίας δεν πληρούσε τα εχέγγυα της αρχής της νομιμότητας, καθότι το εκεί επιβαλλόμενο μέτρο λειτουργούσε αυθαίρετα. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα, ως προς το εκεί εξεταζόμενο μέτρο : «it operated arbitrarily and selectively and was scarcely foreseeable, and it was not attended by the basic procedural safeguards». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο εκάστοτε περιορισμός δεν πρέπει να τίθεται αυθαίρετα, γιατί κάτι τέτοιο προσκρούει στην αρχή της Νομιμότητας, η οποία είναι σύμφυτη σε όλα τα άρθρα της ΕΣΔΑ. Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που προκύπτει από την Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, Τεκμήριο Λ στην ένσταση του Εφεσίβλητου 1, είναι ότι αυτός σκοπεύει να προστατεύσει τα δικαιώματα των κατόχων πωλητηρίων εγγράφων, οι οποίοι εξόφλησαν το τίμημα πώλησης. Πέραν τούτου δεν εξηγείται γιατί επιλέγηκε η προστασία της εν λόγω ομάδας προσώπων έναντι των κατόχων υποθήκης. Συνεπώς, ο υπό εξέταση περιορισμός προκύπτει ότι είναι αυθαίρετος. Συνακόλουθα κρίνω ότι ο επίδικος περιορισμός δεν πληροί τις απαιτήσεις που θέτει η σχετική Νομολογία του ΕΔΑΔ. Συνακόλουθα, κρίνω ότι ο επίδικος περιορισμός δεν έγινε με συνταγματικά ανεκτό τρόπο. Παραβίαση της ελευθερίας του Συμβάλλεσθαι Η ελευθερία του συμβάλλεσθαι κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Τούτο υπόκειται εις όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Νόμος θέλει προβλέψει διά την πρόληψιν εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων, άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομική ισχύν». Ως προς περιεχόμενο του υπό εξέταση δικαιώματος διαφωτιστική είναι η απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1),
(1999)3 Α.Α.Δ. 735, όπου κρίθηκε ότι η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει α) την επιλογή του αντισυμβαλλομένου (β) την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, (γ) τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας και (δ) την καταγγελία της σύμβασης. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου κάποιας σύμβασης αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Παράλληλα, στην απόφαση Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, λέχθηκαν τα ακολούθα σε σχέση με την επέμβαση στην ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου κάποιας σύμβασης: «It would be offensive to common sense and norms of justice to allow the demolition of the foundations of a basically contractual arrangement, injecting thereby an element of uncertainty and mistrust in the management and conduct of the affairs of citizens». Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο Νομοθέτης δεν μπορεί να επεμβαίνει σε μια συμβατική σχέση με τρόπο που να καταλύει τα θεμέλια της συμβατικής διευθέτησης των μερών, καθότι μια τέτοια ενέργεια προκαλεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Ως προς τα γεγονότα της παρούσας ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων Αναφορά Αρ. 1/2014, ημερομηνίας 31.10.2014. Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο κλήθηκε να γνωματεύσει για τη συμβατότητα νομοθεσίας, η οποία επέβαλλε στις Τράπεζες να απαλλάσσουν τον εγγυητή από την υποχρέωση εξόφλησης του υπολοίπου του δανείου, σε περίπτωση που το εκπλειστηρίασμα από την εκποίηση της υποθήκης δεν επαρκούσε για εξόφληση του υπολοίπου του δανείου. Το Ανώτατο Δικαστήριο προβαίνοντας σε επισκόπηση της σχετικής Νομολογίας ανέφερε τα ακόλουθα : «Στην υπόθεση Republic v. Meneleou
(1982)3 CLR 419 η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την εμβέλεια του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος και έκαμε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη Chimonides (ανωτέρω). Παρατήρησε ότι υπήρχαν τρεις διαφορετικές γνώμες στη Chimonides (ανωτέρω) και ότι εκείνο για το οποίο υπήρχε ομοφωνία, ως προς το Άρθρο 26.1, ήταν ότι αυτό κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» υπό τους όρους και τις διασαφηνίσεις που περιέχονται σ΄ αυτό (το Άρθρο). Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 ΑΑΔ 36 τονίστηκε και πάλι ότι, σύμφωνα με το συνταγματικό μας δίκαιο, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι» δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από τον νόμο που εξετάστηκε εκεί, δεν σχετίζονταν με οποιονδήποτε από τους περιορισμούς που επιτρέπονται από στο Άρθρο 26.1, καθότι με το νόμο εκείνο, αποστερείτο ο ένας συμβαλλόμενος της ελεύθερης επιλογής του ως προς τον προσδιορισμό του περιεχομένου της σύμβασης του και γενικότερα του καταρτισμού της σύμβασης, κατά τη βούλησή του. Ο νόμος, επομένως, σε εκείνη την περίπτωση ήταν αντισυνταγματικός. Στην πλέον πρόσφατη υπόθεση σε Αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(2011)3 ΑΑΔ 683 εξετάστηκε και πάλι το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τονίστηκε ότι η έννοια του όρου «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» στις διατάξεις του Άρθρου 26.1 επιδέχεται περιορισμούς μόνο ως προς τους όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που προβλέπονται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Κρίθηκε ότι η ελευθερία του «συμβάλλεσθαι» περιλάμβανε και το δικαίωμα, των συμβαλλομένων, να καθορίσουν ακόμα και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης τους. Σε εκείνη την υπόθεση, πρόνοια νόμου που μετέθετε την ημερομηνία έναρξης της ισχύος σύμβασης, κρίθηκε ως αντισυνταγματική. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στη μεταγενέστερη απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.17, όπου κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη, της σύμβασης, επέμβαση του Νομοθέτη είχε ως αποτέλεσμα τη στρέβλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα : «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία. Θεωρούμε ότι με τον υπό Αναφορά Νόμο γίνεται καταστρατήγηση του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 1/14 (ανωτέρω) και στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14 (ανωτέρω), τονίστηκε ότι το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της Σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των Συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Περαιτέρω, επί του ζητήματος του επηρεασμού των συμπεφωνημένων μεταξύ των μερών διαφωτιστική είναι η απόφαση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ 3.16, ημερομηνίας 16.3.2017, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Εκτός από τον ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα περιουσίας υπάρχει και ανεπίτρεπτος περιορισμός στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, όπως επεξηγήθηκε από τη νομολογία μας, εφόσον με το άρθρο 3 περιορίζονται τα συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του Πιστωτικού Ιδρύματος, έναντι συγκεκριμένων δανειοληπτών (Δέστε: Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 2/96
(1997)3 ΑΑΔ, 36, In re Efthmiou
(1987)1 CLR, 329 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 9/16, ημερ. 26.1.2017)». Το απάγαυσμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, ως θέμα αρχής, είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων επέμβαση του Νομοθέτη στο περιεχόμενο της σύμβασης, όταν έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται τα συμφωνηθέντα ή να στρεβλώνεται η βούληση των μερών ή να καταλύεται το θεμέλιο της συμβατικής διευθέτησης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Διευθυντής του Κτηματολογίου κατ' επίκληση των επίδικων νομοθετικών προνοιών, οι όποιες θεσπίστηκαν μεταγενέστερα των συμβάσεων υποθήκης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η προσβαλλομένη απόφαση είχε ως αποτέλεσμα τα επηρεάζονται να συμφωνηθέντα μεταξύ της Τράπεζας και της Εφεσίβλητης
  1. Συγκεκριμένα η συμφωνία μεταξύ της Εφεσείουσας και Εφεσίβλητης 2 προνοούσε για τη δυνατότητα εκποίησης των ακινήτων που δόθηκαν ως εξασφάλιση σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εφεσίβλητης
  2. Συνεπώς η σύμβαση υποθήκης, η οποία καταρτίσθηκε ελευθέρως μεταξύ της Εφεσείουσας και τις Εφεσίβλητης 2, είχε σαφές περιεχόμενο, το οποίο με τη μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη ακυρώνεται. Έτσι η βούληση των μερών, ως εκφράστηκε στις επίδικες συμβάσεις υποθήκης, στρεβλώνεται. Επομένως απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο η διαπιστωθείσα επέμβαση στην ελευθερία του συμβάλλεσθαι, συνιστά δικαιολογημένο περιορισμό. Επί του προκειμένου το λεκτικό του άρθρου 26 είναι σαφές και επιτρέπει μόνο όσους περιορισμούς δικαιολογούνται από το δίκαιο των συμβάσεων και. Όσου απαιτούνται, για να προληφθεί η εκμετάλλευση από πρόσωπα που κατέχουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη Νομολογία τυχόν περιορισμός που τίθεται, ώστε να αποφευχθεί η εκμετάλλευση της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων, θα πρέπει να αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο. Σχετική είναι η απόφαση στην αναφορά 9.16 (ανωτέρω). Είναι αυτονόητο ότι ο περιορισμός που προκύπτει από το άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ του περί Υποθήκευσης και Μεταβίβασης Ακινήτων Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.139(Ι)/2015 δεν προκύπτει και δεν δικαιολογείται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Περαιτέρω, από το Τεκμήριο Λ στην ένσταση του Εφεσίβλητου 1 δεν φαίνεται ότι η υπό εξέταση επέμβαση έγινε για πρόληψη εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας θέσης του οποιουδήποτε. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση γίνεται επέμβαση στη σύμβαση μεταξύ Εφεσείουσας Αιτήτριας και Εφεσίβλητης 2, προς όφελος του Εφεσίβλητου
  3. Στην υπό κρίση υπόθεση σε κανένα σημείο δεν εγέρθηκε ότι ο επίδικος περιορισμός τείνει να προστατεύσει τα δικαιώματα της Εφεσίβλητης 2, η οποία συμβλήθηκε με την Εφεσείουσα και ήταν το μόνο πρόσωπο που δυνητικά θα μπορούσε να ήταν το θύμα εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας θέσης της Εφεσείουσας. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν από κάθε λογική αμφιβολία, ότι το Μέρος VIB του Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.139(Ι)/2015 και ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΗ - 44ΚΖ, στην έκταση που επιτρέπουν την εκ των υστέρων διαγραφή των υποθηκών Υ10146/02 και Υ2430/2004, οι οποίες ενεγράφησαν επί του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής Ε 1XX7, φυλ./Σχ. XXI/47W.I47.E.1, Τεμάχιο 1XX2, στην Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας βρίσκονται σε αντίθεση και παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση του Εφεσίβλητου 1, ημερομηνίας 20.1.2017, η οποία στηρίζεται στα εν λόγω άρθρα, θα πρέπει να ακυρωθεί γι' αυτό τον λόγο. Συνεπώς εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, παρέλκει η εξέταση των αιτητικών Γ & Δ της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα, επειδή τόσο ο Διευθυντής όσο και ο καθ' ου η αίτηση 4 ενήργησαν βάσει των δικαιωμάτων που τους παρέχει η νομοθεσία, η οποία κρίθηκε με την παρούσα απόφαση ως αντισυνταγματική, κρίνω ορθότερο όπως παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ο κάθε διάδικος να επωμισθεί τα δικά του έξοδα. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ / cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.