← Κύπρος

Γ. Μ., ανήλικη δια των πλησιέστερων συγγενών και/ή φίλων και/ή γονέων της και/ή δια των εχόντων την γονική της μέριμνα Ι. Μ. πατέρας και Α. Ι.μητέρα ν

Γ. Μ., ανήλικη δια των πλησιέστερων συγγενών και/ή φίλων και/ή γονέων της και/ή δια των εχόντων την γονική της μέριμνα Ι. Μ. πατέρας και Α. Ι.μητέρα ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός αγωγής: 1796/2011, 6/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A281 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1796/2011 Μεταξύ: Γ.Μ., ανήλικη δια του πλησιέστερου συγγενούς και/ή φίλου και/ή πατρός της και/ή δια του έχοντος την γονική της μέριμνα Ι.Μ. Ενάγουσας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου Τροποποιηθείσα δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.6.2012 Γ. Μ., ανήλικη δια των πλησιέστερων συγγενών και/ή φίλων και/ή γονέων της και/ή δια των εχόντων την γονική της μέριμνα Ι. Μ. πατέρας και Α. Ι.μητέρα Ενάγουσας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου 6 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Καζαντζής διά Γεώργιος Κ. Καζαντζής Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κα Παπαστεφάνου δια Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Δικογραφημένες θέσεις. Με την παρούσα αγωγή η ανήλικη Ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τραυματισμούς και ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη, συνεπεία ατυχήματος που συνέβη όταν η ίδια φοιτούσε στην β' τάξη του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX. Συνιστά τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι το ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμέλειας που επέδειξε το διδακτικό προσωπικό του σχολείου και ότι ο Εναγόμενος είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος. Ο Εναγόμενος, με τη σειρά του, ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της ανήλικης. Μαρτυρία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Για σκοπούς υπεράσπισης έδωσαν μαρτυρία δύο πρόσωπα. Δεν θα παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Πρώτη μάρτυρας ήταν η Ενάγουσα, Γ. Μ. (ΜΕ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η Ενάγουσα ανέφερε ότι γεννήθηκε στις 18.5.2002 στη Λευκωσία και ότι την 1.2.2010 που συνέβη το επίδικο ατύχημα φοιτούσε στη Β' τάξη του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX. Σε σχέση με το ατύχημα, η Ενάγουσα ανέφερε ότι συνέβη κατά τη διάρκεια του μαθήματος όταν εντός της τάξης βρισκόταν ο τότε δάσκαλος της κ. Λ. Χ. (ΜΥ2), εκπαιδευτικός και μέλος του διδακτικού προσωπικού του σχολείου. Στην τάξη βρίσκονταν και οι υπόλοιποι 16 συμμαθητές και συμμαθήτριες της. Η Ενάγουσα ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του μαθήματος σηκώθηκε από τη θέση της με σκοπό να πάει στο κέντρο της τάξης όπου ήταν ο δάσκαλος της και, ενώ προχωρούσε, σκόνταψε σε σχολική τσάντα που βρισκόταν στο πάτωμα, έχασε την ισορροπία της και έπεσε με το πρόσωπο πάνω σε άλλη τσάντα που επίσης ήταν στο πάτωμα. Συνεπεία της πτώσης της τραυματίστηκε στο αριστερό μάτι από μολύβι που βρισκόταν στη δεύτερη σχολική τσάντα. Μετά το ατύχημα, μεταφέρθηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Απολλώνιου Νοσοκομείου και ακολούθως στο Pantheo Eye Centre στη Λεμεσό όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση ξένου σώματος που υπήρχε στο μάτι της. Νοσηλεύτηκε από τον Δρ Θ. Π. (ΜΕ3), που την παρακολουθεί μέχρι σήμερα. Πρόσθεσε ότι ενδεχομένως να υποβληθεί σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση στο μέλλον και ότι θα χρειάζεται συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Παρουσίασε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, σχεδιάγραμμα που αποτυπώνει τη διαμόρφωση της τάξης της κατά την ημέρα του επίδικου ατυχήματος. Εξήγησε ότι τα θρανία εντός της τάξης ήταν τοποθετημένα σε σχήμα «Π». Σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος, με τον αριθμό «1» το θρανίο στο οποίο καθόταν η ίδια, που ήταν στην οριζόντια πλευρά του «Π» με τον αριθμό «2» την πορεία που ακολούθησε όταν σηκώθηκε από τη θέση της, παράλληλα της δεξιάς κάθετης πλευράς του «Π» με τον αριθμό «3» το σημείο όπου βρισκόταν η βαλίτσα στην οποία σκόνταψε και με τον αριθμό «4» το σημείο που βρισκόταν η βαλίτσα επί της οποίας επέπεσε. Ανέφερε ότι κατά τη διδακτική περίοδο που συνέβη το ατύχημα, ο δάσκαλος δίδασκε το μάθημα της επιστήμης και είχε δώσει άδεια στους μαθητές να σηκωθούν από τις θέσεις τους και να προσεγγίσουν στρογγυλό τραπέζι που βρισκόταν στο μέσο της τάξης, το οποίο αρίθμησε ως «5», για να μελετήσουν εκπαιδευτικό υλικό σχετικό με το μάθημα. Με τον αριθμό «6» σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος το γραφείο του δασκάλου και με τον αριθμό «7» σημείωσε την πόρτα της αίθουσας. Σε σχέση με τον τραυματισμό της, η Ενάγουσα ανέφερε ότι όταν διαβάζει πολύ ώρα αισθάνεται πόνο, ότι έχει διαγνωστεί με καταρράκτη στο αριστερό μάτι και ότι τα βράδια δεν βλέπει καλά. Εξέφρασε την ανησυχία ότι ο τραυματισμός της δεν θα της επιτρέψει στο μέλλον να σπουδάσει ιατρική και να γίνει χειρούργος όπως επιθυμεί. Αισθάνεται άγχος και φοβία μήπως ξαναχτυπήσει στο μάτι και, για το λόγο αυτό, αποφεύγει συγκεκριμένες δραστηριότητες όπως το κολύμπι και παιχνίδια με μπάλα. Κατά την αντεξέταση της, η Ενάγουσα περιέγραψε την απόσταση μεταξύ των κάθετων πλευρών του «Π» και του τοίχου της αίθουσας ως «μικρή», περί το 1½ μέτρο. Πρόσθεσε επίσης ότι ο δάσκαλος που ήταν στην τάξη την ώρα του επίδικου ατυχήματος δεν ήταν ο υπεύθυνος δάσκαλος της τάξη. Υπεύθυνη δασκάλα μια κα XXXXX. Ερωτήθηκε από τη συνήγορο του Εναγόμενου εάν θυμάται ότι οι οδηγίες της κας XXXXX προς τους μαθητές ήταν να μην σηκώνονται από τη θέση τους εκτός εάν έχουν προηγούμενη άδεια από το δάσκαλο. Η Ενάγουσα απάντησε ότι δεν θυμόταν να είχαν δοθεί τέτοιες οδηγίες. Η Ενάγουσα ανέφερε επίσης ότι οι τσάντες των μαθητών ήταν τοποθετημένες στο πάτωμα, πίσω από την πλάτη των καρέκλων που κάθονταν. Διαφώνησε ότι οι μαθητές είχαν οδηγίες από τους δασκάλους να έχουν τις τσάντες δίπλα από τις καρέκλες τους και όχι πίσω από αυτές. Αντεξεταζόμενη για τα όσα προηγήθηκαν του ατυχήματος, η Ενάγουσα ανέφερε ότι είχε σηκωθεί από τη θέση της με πρόθεση να πλησιάσει το στρογγυλό τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο της αίθουσας ώστε να δει την εργασία που είχε κάνει ο δάσκαλος εκεί. Ανέφερε ότι ο δάσκαλος είχε καλέσει όποια παιδιά ήθελαν να πλησιάσουν. Τέθηκε στην Ενάγουσα ότι την ώρα του ατυχήματος είχε ανατεθεί ατομική εργασία σε όλα τα παιδία και η Ενάγουσα έπρεπε να ασχολείται με την ατομική της εργασία στο θρανίο της. Η Ενάγουσα επέμεινε ότι είχε σηκωθεί με σκοπό να προσεγγίσει το στρογγυλό τραπέζι για να δει εκπαιδευτικό υλικό που είχε ετοιμάσει ο δάσκαλος. Υποβλήθηκε στην Ενάγουσα στα πλαίσια της αντεξέτασης ότι δεν είχε σκοντάψει σε σχολική τσάντα που βρισκόταν στο πάτωμα, όμως η Ενάγουσα αρνήθηκε και επέμενε ότι αυτό είχε συμβεί. Η Ενάγουσα αρνήθηκε επίσης υποβολές της συνηγόρου του Εναγόμενου ότι υπερέβαλε στις αναφορές της για τις συνέπειες του τραυματισμού της στην καθημερινότητα της. Δεύτερη μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν η μητέρα της, κα A. I. (ΜΕ2). Η ΜΕ2 κατέθεσε ότι είχαν μεταναστεύσει με τον σύζυγο της στην Κύπρο το 2000, όπου και απέκτησαν τα τέσσερα παιδιά τους, ενώ τώρα όλη η οικογένεια ζει στην Ολλανδία. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, η ΜΕ2 κατέθεσε αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 1.2.2010 η οποία στάλθηκε από τον Διευθυντή του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX προς τον τότε Διευθυντή Δημοτικής Εκπαίδευσης (Τεκμήριο 2), σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι έλαβε το αντίγραφο της επιστολής αυτής από τον Διευθυντή του σχολείου. Παρενθετικά σημειώνω ότι στη επιστολή ο Διευθυντής αναφέρει ότι από δική του διερεύνηση προκύπτει ότι η Ενάγουσα, ενώ σηκώθηκε από το θρανίο της κατά τη διάρκεια του μαθήματος με πρόθεση να προσεγγίσει το δάσκαλο, σκόνταψε χωρίς να την σπρώξει κάποιος και κτύπησε πάνω σε μια βαλίτσα. Από την πτώση τραυματίστηκε στο μάτι, ειδοποιήθηκε η μητέρα της, μεταφέρθηκε αρχικά στο Απολλώνιο Νοσοκομείο για να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες και ακολούθως σε εξειδικευμένο ιατρικό κέντρο στη Λεμεσό για να υποβληθεί σε εγχείριση. Η ΜΕ2 παρουσίασε επίσης αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5.8.2010 που είχε σταλθεί από το δικηγόρο της οικογένειας προς το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού (Τεκμήριο 3) και με αυτή ζητούσε ενημέρωση σε σχέση με τη διερεύνηση του επίδικου συμβάντος από το Υπουργείο. Επίσης, η ΜΕ2 παρουσίασε αντίγραφο απαντητικής επιστολής ημερομηνίας 15.10.2010 (Τεκμήριο 4) στην οποία η Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού αναφέρει ότι η Ενάγουσα είχε σηκωθεί από το θρανίο της σε ανύποπτο χρόνο κατά τη διάρκεια του μαθήματος και ότι κανένα άλλο παιδί, ούτε ο δάσκαλος, είχαν δει την πτώση της ή πως τραυματίστηκε. Σημειώνω ότι η ύπαρξη των επιστολών, Τεκμήρια 2, 3 και 4, γίνεται παραδεκτή στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Η ΜΕ2 κατέθεσε ότι μόλις ειδοποιήθηκε από το σχολείο για το ατύχημα, παρέλαβε την Ενάγουσα και τη μετέφερε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Απολλώνιου Νοσοκομείου. Παρουσίασε σχετική βεβαίωση ημερομηνίας 1.2.2010 υπογεγραμμένη από τον ιατρό Α΄ Βοηθειών Κ. Π. (Τεκμήριο 5), σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα «επισκέφθηκε σήμερα το Νοσοκομείο μας (Τμήμα Πρώτων Βοηθειών) και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από διαμπερές τραύμα οφθαλμού. Παραπέμφθηκε σε ειδικό οφθαλμολογικό κέντρο.» Παρουσίασε επίσης πιστοποιητικό από το ιατροδιαγνωστικό κέντρο Άγιος Θέρισσος ημερομηνίας 8.2.2010 (Τεκμήριο 6) στο οποίο καταγράφονται τα αποτελέσματα εξέτασης MRI στην οποία είχε υποβληθεί η Ενάγουσα. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό, μεταξύ άλλων, «[t]here is evidence of a foreign body within the left eye globe measuring approximately 3.6mm.. There is a foreign body (similar density to pencil) within the left eye globe.» Στη συνέχεια παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά από τον Δρ. Θ. Π. ημερομηνίας 17.2.2010, 24.2.2010, 23.12.2010, 12.1.2011, 5.8.2016 και 26.4.2018 (Τεκμήρια 7, 8, 10, 11, 12 και 13). Αναφορά στο περιεχόμενο τους γίνεται κατωτέρω. Παρουσίασε επιπρόσθετα ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 3.3.2010 από τη Δρ A. A., του Τμήματος Οφθαλμολογίας του Πανεπιστήμιου Δαμασκού (Τεκμήριο 9). Στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «.As the left eye was quite and the lens was clear and the suspected foreign body is not metallic and is not causing any reaction, I did not advise to have any further intervention for the suspected foreign body for now. Removal of this foreign body is advised only if any reaction will be noticed or in case of cataract development.» Η ΜΕ2 παρουσίασε επίσης δέσμη αποδείξεων που αφορούν, σύμφωνα με την ίδια, ποσά που πληρώθηκαν από αυτή και το σύζυγο της σε σχέση με τον τραυματισμό της Ενάγουσας θυγατέρας τους και για κάλυψη ιατρικών της εξόδων (Τεκμήριο 14). Σύμφωνα με την ΜΕ2, η Ενάγουσα έχει αποκτήσει φοβίες μετά τον τραυματισμό της ότι θα απωλέσει την όραση της και ανησυχεί ότι δεν θα μπορέσει αν ακολουθήσει τις σπουδές που επιθυμεί. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της, η ΜΕ2 ερωτήθηκε σε σχέση με τις αποδείξεις και τιμολόγια που συναποτελούν το Τεκμήριο

  1. Η ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι αφορούσε το κάθε ένα από αυτά και παρέπεμψε στο περιεχόμενο τους. Ανέφερε όμως ότι έκαστο είχε σχέση με ποσά που πλήρωσαν, η ίδια και ο σύζυγος της, σε σχέση με ιατρικά έξοδα της Ενάγουσας συνεπεία του τραυματισμού της. Τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Ενάγουσας ήταν ο χειρούργος οφθαλμίατρος Δρ. Θ. Π. (ΜΕ3), του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΕ3 αναφέρθηκε και στα ιατρικά πιστοποιητικά που είχε εκδώσει και που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Ανέφερε ότι είχαν εκδοθεί μετά από παράκληση των γονέων της Ενάγουσας και αποτυπώνουν τις ενέργειες και διαπιστώσεις του σε σχέση με τον τραυματισμό της Ενάγουσας, την περίθαλψη της και την εκάστοτε κλινική της εικόνα. Με αναφορά στο πρώτο ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 7, ο ΜΕ3 εξήγησε ότι όταν παραπέμφθηκε για πρώτη φορά σε αυτόν η Ενάγουσα, διαπίστωσε ότι είχε ένα διαμπερές τραύμα στο αριστερό μάτι εντός του οποίου υπήρχε ξένο σώμα. Διαπίστωσε επίσης διάσπαση της ίριδας του ματιού. Περιέγραψε το ξένο σώμα ως «κομματάκια από ξύλο, είχε τραυματιστεί με μολύβι και είχε κομματάκια από ξύλο και κομματάκια από τη μύτη του μολυβιού». Χειρούργησε την Ενάγουσα και κατά τη διάρκεια της επέμβασης αφαίρεσε όσα κομματάκια ξένου σώματος ήταν δυνατό να αφαιρεθούν. Ένα κομμάτι από τη μύτη του μολυβιού ήταν πολύ βαθιά μέσα στο μάτι και ήταν σε επαφή με τον φακό του ματιού. Έκρινε ότι ήταν πιο ασφαλές να μην το αφαιρέσει γιατί η αφαίρεση του πιθανόν να τραυμάτιζε το φακό του ματιού. Θεώρησε ορθό να το αφήσει εντός του οφθαλμού και να το παρακολουθεί. Να σημειώσω ότι οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται και στο Τεκμήριο
  2. Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι μετά που χειρούργησε την Ενάγουσα έδωσε οδηγίες για διενέργεια της εξέτασης MRI για να διερευνηθεί το ξένο σώμα που είχε παραμείνει στο μάτι της. Εξηγώντας το ιατρικό πιστοποιητικό του Τεκμήριο 8, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι καταγράφει τον τρόπο με τον οποίο αποφάσισε να χειριστεί το ξένο σώμα που παρέμεινε στο μάτι της Ενάγουσας μετά την επέμβαση. Αξιολογώντας την κατάσταση της Ενάγουσας και τα λοιπά δεδομένα, αποφάσισε ότι έπρεπε να παρακολουθεί τον τραυματισμένο οφθαλμό και θα επενέβαινε χειρουργικά μόνο εάν διαπίστωνε τη δημιουργία φλεγμονής στο μάτι. Σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 9, ο ΜΕ3 ανέφερε ότι ο ίδιος είχε εισηγηθεί στους γονείς της Ενάγουσας να επισκεφθούν τη συγκεκριμένη ιατρό στη Δαμασκό για να λάβουν δεύτερη άποψη σε σχέση με τον χειρισμό του ξένου σώματος που είχε παραμείνει εντός του οφθαλμού. Πρόσθεσε ότι η γιατρός είχε συμφωνήσει με τον ίδιο να μην επιχειρηθεί η αφαίρεση του ξένου σώματος εκτός εάν παρουσιαζόταν φλεγμονή στο μάτι ή σε περίπτωση που παρουσιαστεί καταρράκτης. Η γιατρός κατέγραψε την άποψη της αυτή στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο
  3. Ακολούθως ο ΜΕ3 αναφέρθηκε και εξήγησε το περιεχόμενου του ιατρικού του πιστοποιητικού Τεκμήριο
  4. Σύμφωνα με αυτό, μεταξύ άλλων, κατά την ημερομηνία του πιστοποιητικού υπήρχε στον αριστερό οφθαλμό της Ενάγουσας ελάχιστος τοπικός καταρράκτης αλλά υπήρχε επίσης καλή πιθανότητα να δημιουργηθεί καταρράκτης στο μέλλον εξαιτίας του τραυματισμού. Αναφέρει επίσης ότι η Ενάγουσα έχει αυξημένη πιθανότητα ένεκα του τραυματισμού, σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, να παρουσιάσει αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Τοποθετεί την πιθανότητα αυτή στο 1-2% στην περίπτωση της Ενάγουσας, ενώ στον γενικό πληθυσμό το ποσοστό είναι 5/10.
  5. Καταγράφεται επίσης στο πιστοποιητικό ότι η όραση στο αριστερό μάτι της Ενάγουσας, χωρίς διορθωτικά γυαλιά, είναι μειωμένη κατά 50% του φυσιολογικού και με διορθωτικά γυαλιά βελτιώνεται στο 90% του φυσιολογικού ενώ ο τραυματισμός έχει προκαλέσει 5 βαθμούς αστιγματισμό. Αναφέρεται επίσης στο πιστοποιητικό ότι η Ενάγουσα στο μέλλον μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα όρασης σε έντονο φως και δυσκολία κυρίως κατά τη νυχτερινή οδήγηση. Καταλήγει ότι η Ενάγουσα θα ζήσει στο μέλλον με αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών. Στο Τεκμήριο 11, σύμφωνα με τον ΜΕ3, έχει καταγράψει την κλινική εικόνα της Ενάγουσας κατά τις 12.1.2011, την οποία χαρακτήρισε ως παρόμοια με αυτή που καταγράφει στα προαναφερόμενα πιστοποιητικά του. Το Τεκμήριο 12 περιγράφει την κλινική εικόνα στις 5.8.2016 και περιγράφει ευρήματα παρόμοια με τα προηγούμενα πιστοποιητικά. Ο ΜΕ3 στάθηκε στο πιο πρόσφατο ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 13, ημερομηνίας 26.4.
  6. Σε αυτό καταγράφεται ότι κατά την εξέταση της Ενάγουσας που έγινε στις 24.4.2018 «φαίνεται ότι ο αριστερός οφθαλμός παρουσιάζει μείωση της όρασης κατά 50% λόγω τραυματικού καταρράκτη». Ο ΜΕ3 καταλήγει ότι «η ασθενής χρειάζεται επέμβαση καταρράκτη σε συνδυασμό με ιριδοπλαστική. Το κόστος της θεραπείας θα είναι περίπου 5000€». Στα πλαίσια της δια ζώσης μαρτυρίας του ο ΜΕ3 ανέφερε ότι εφόσον η Ενάγουσα βιώνει συμπτώματα που την προβληματίζουν, τότε χρήζει χειρουργικής επέμβασης για διόρθωση του καταρράκτη και διόρθωση της ίριδας. Ζητήθηκε από τον ΜΕ3 να εξηγήσει γιατί ενώ στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 12 καταγράφει ότι η Ενάγουσα έχει φυσιολογική όραση, στο πιστοποιητικό Τεκμήριο 13 καταγράφει μείωση της όρασης κατά 50% στον αριστερό οφθαλμό. Απάντησε ότι στο χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ των δύο εξετάσεων της Ενάγουσας έχει αυξηθεί ο καταρράκτης της και ένεκα αυτού, στην τελευταία εξέταση, η Ενάγουσα ήταν σε θέση να διαβάσει μόνο τον μισό πίνακα από τα γράμματα που της είχαν δοθεί κατά την εξέταση της. Ανέφερε ότι η μέτρηση που γίνεται στη βάση της οποίας κατέληξε στο συγκεκριμένο εύρημα είναι υποκειμενική και δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος μέτρησης της όρασης. Ανέφερε επίσης ότι με τις σημερινές χειρουργικές μεθόδους αντιμετώπισης του καταρράκτη, η απόφαση για το εάν και πότε θα διενεργηθεί επέμβαση για αφαίρεση του, ανήκει στον ασθενή. Δηλαδή επέμβαση χρειάζεται όταν ο καταρράκτης προκαλεί προβλήματα στην καθημερινότητα του ασθενή. Το τι συνιστά πρόβλημα που χρήζει χειρουργείου εξαρτάται από τις συνθήκες και συνήθειες του κάθε ασθενή και τις καθημερινές του ανάγκες και δραστηριότητες. Πρόσθεσε ότι «όταν αφαιρεθεί ο καταρράκτης, θα αφαιρεθεί και το ξένο σώμα θέλοντας και μη διότι τα δύο είναι ενωμένα». Προσδοκία είναι ότι με τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση θα αποκατασταθεί πλήρως η όραση της Ενάγουσας. Στην περίπτωση της Ενάγουσας ο ΜΕ3 ανέφερε ότι, με βάση την εμπειρία του, η χειρουργική αντιμετώπιση του καταρράκτη θα είναι αναγκαία όταν η Ενάγουσα αρχίσει να οδηγεί γιατί δεν θα μπορεί να οδηγεί με τα συμπτώματα που βιώνει σήμερα. Η διάσπαση της ίριδας του αριστερού οφθαλμού που προκλήθηκε από τον τραυματισμό είχε ως αποτέλεσμα ο οφθαλμός να απωλέσει την ικανότητα να ρυθμίζει πόσο φως εισέρχεται στο μάτι. Αυτό προκαλεί στην Ενάγουσα πρόβλημα όρασης σε συνθήκες έντονου φωτός. Γι' αυτό θα χρειάζεται να χρησιμοποιεί σκούρα γυαλιά κατά την οδήγηση, ακόμα και το βράδυ, για να μπορεί η Ενάγουσα να διαχειρίζεται το φως των οχημάτων που έρχονται από απέναντι. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ΜΕ3 τέθηκε υπόψη του μάρτυρα ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 4.5.2018 του Δρ. Μ. Π. (Τεκμήριο 15). Ζητήθηκε από τον ΜΕ3 να εξηγήσει γιατί ο Δρ. Π. αναφέρει στο εν λόγω πιστοποιητικό ότι «η όραση της ασθενούς στον αριστερό οφθαλμό είναι 10/10». Ο ΜΕ3 ανέφερε ότι εκπλάγηκε όταν διάβασε το συγκεκριμένο εύρημα του συναδέλφου του. Πρόσθεσε όμως ότι «Το μόνο μου σχόλιο είναι ότι η μέτρηση της όρασης είναι κάτι υποκειμενικό, δηλαδή εμείς γράφουμε αυτό που μας λέει ο ασθενής. Είμαι σίγουρος ότι όλοι έχετε κάνει τεστ οράσεως σε κάποια φάση. Υπάρχει ένας πίνακας, διαβάζει τα γράμματα ο ασθενής και σημειώνεται πόσα γράμματα διάβασε. Υπό τις συνθήκες που εξετάστηκε και την ημέρα που εξετάστηκε από τον γιατρό τον XXXXX η XXXXX διάβασε όλα τα γράμματα του πίνακα. Την ημέρα που την εξέτασα εγώ διάβασε τα μισά. Δεν ξέρω γιατί, υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορεί να υπάρχουν σκαμπανεβάσματα στην όραση σε έναν ασθενή, ιδιαίτερα όταν είναι τραυματισμένη η ίριδα, μπορεί ο φωτισμός να ήταν διαφορετικός στα δύο δωμάτια, μπορεί η απόσταση από τον πίνακα να ήταν λίγο διαφορετική, μπορεί ο φωτισμός του πίνακα να είναι πιο φωτεινός.» Επανέλαβε ότι η απόφαση για το κατά πόσο χρήζει χειρουργικής επέμβασης η Ενάγουσα είναι ζήτημα υποκειμενικό. Δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, υποστήριξε, εάν στις ελεγχόμενες συνθήκες ενός τεστ οράσεως η μέτρηση είναι 10/10 ή 3/
  7. Αυτό που έχει σημασία είναι το πώς επηρεάζει ο τραυματισμός της ίριδας την καθημερινότητα του ασθενή, δηλαδή εάν τον εμποδίζει να δει στο φως, να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή ή με άλλο τρόπο να δυσχεραίνει την καθημερινότητα του. Κατέληξε ότι «δικαιολογείται ένα μάτι που έχει διάσπαση της ίριδας να παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα στην όραση». Πριν προχωρήσω να σημειώσω ότι σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Μ. Π., Τεκμήριο 16, μεταξύ άλλων, «
  8. υπάρχει αρχόμενη θόλωση του οπίσθιου περιφακίου.
  9. Υπάρχει απόσπαση ίριδος από τη 2η μέχρι την 5η ώρα.
  10. Η πρόγνωση του πάσχοντα οφθαλμού είναι πολύ καλή.
  11. Υπάρχει η δυνατότητα επέμβασης του καταρράκτη στο Μακάρειο Νοσοκομείο με την προϋπόθεση ότι ο ειδικός ενδοφακός να χορηγηθεί από την υπηρεσία.» Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ζητήθηκε από τον ΜΕ3 να τοποθετηθεί σε σχέση με τις χρεώσεις και πληρωμές που έγιναν για τα ιατρικά έξοδα της Ενάγουσας, όπως αποτυπώνονται στη δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων, Τεκμήριο
  12. Αναφορικά με το Τεκμήριο 14

(1)ο ΜΕ3 ανέφερε ότι αφορά δική του χρέωση €2,500 για τη χειρουργική επέμβαση που διενήργησε την 1.2.2010 για διόρθωση του τραύματος της Ενάγουσας. Το Τεκμήριο 14
(2)είναι η χρέωση για την εξέταση MRI, τα Τεκμήρια 14
(4), 14
(5), 14
(6)και 14
(8)αφορούν τιμολογήσεις για επισκέψεις της Ενάγουσας στο ιατρείο του και το τεκμήριο 14
(7)αφορά χρέωση για φωτογράφηση του οφθαλμού που χρειάστηκε για σκοπούς έκδοσης ενός εκ των ιατρικών του πιστοποιητικών, Τεκμήριο 13. Το τιμολόγιο για ποσό €1.783 που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 14 είναι, σύμφωνα με τον ΜΕ3, η χρέωση της κλινικής για την χειρουργική επέμβαση που διενήργησε εκείνος. Η συγκεκριμένη χρέωση συμπεριλαμβάνεται, εξήγησε, στη χρέωση €2.500 του τιμολογίου Τεκμήριο 14
(1). Τέλος το Τεκμήριο 14, είπε, περιλαμβάνει και τιμολόγιο για ποσό €322,80 που αφορά έξοδα που πληρώθηκαν από τους γονείς της Ενάγουσας προς την κλινική κατά την αφαίρεση των ραφών μετά την χειρουργική επέμβαση ενώ το Τεκμήριο 14 περιλαμβάνει και δύο αποδείξεις για πληρωμή αναλύσεων αίματος. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ3, αυτός ανέφερε ότι είχε δει για πρώτη φορά την Ενάγουσα την 1.2.2010 και ότι την ίδια ημέρα την είχε χειρουργήσει στον αριστερό οφθαλμό. Για την πλευρά της υπεράσπισης έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο, όπως προανέφερα, δύο πρόσωπα. Πρώτος ήταν ο κ. Γ. Κ., λειτουργός στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΜΥ1). Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι το Τμήμα του είχε λάβει γραπτή γνωστοποίηση του συμβάντος στις 17.2.2010 από τον Διευθυντή του σχολείου, αντίγραφο της οποίας παρουσίασε (Τεκμήριο 17). Πρόσθεσε ότι το Τμήμα δεν προχώρησε σε διερεύνηση του συμβάντος γιατί είχαν ήδη παρέλθει 16 ημέρες και επειδή η σκηνή είχε αλλάξει δεν μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τον ΜΥ1, η τραυματισθείσα Ενάγουσα δεν ήταν εργοδοτούμενη σε χώρο εργασίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αλλά τρίτο πρόσωπο, και συνεπώς το συμβάν ήταν εκτός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του Τμήματος. Ο τελευταίος μάρτυρας που κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν ο κ. Λ. Χ. (ΜΥ2), ο δάσκαλος που δίδασκε την τάξη της Ενάγουσας όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δίδασκε στην τάξη της Ενάγουσας, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί εάν δίδασκε το μάθημα των μαθηματικών ή της επιστήμης. Ουσιαστικά συμφώνησε με την διαμόρφωση της τάξης όπως αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
  1. Ανέφερε ότι τα θρανία ήταν διαμορφωμένα σε σχήμα «Π» στη μέση του οποίου υπήρχε ένα στρογγυλό τραπεζάκι. Στις κάθετες πλευρές του «Π» η απόσταση μεταξύ των θρανίων και του τοίχου της αίθουσας ήταν περί τα 1-2 μέτρα. Την ώρα που συνέβη το ατύχημα, συνέχισε, οι μαθητές εργάζονταν ατομικά με γραπτή εργασία και στην τάξη επικρατούσε ηρεμία. Ο ίδιος βοηθούσε ένα μαθητή με την εργασία του και βρισκόταν στην αριστερή κάθετη πλευρά του «Π», κοντά στην πόρτα εισόδου της τάξης. Το θρανίο της Ενάγουσας ήταν στην οριζόντια πλευρά του «Π». «Ξαφνικά», συνέχισε, «και ενώ επικρατούσε ησυχία τα παιδιά στην άλλη πλευρά της αίθουσας φώναξαν ότι έπεσε η Ενάγουσα. Αμέσως κινήθηκα προς το μέρος της και είδα ότι ήταν η XXXXX και η πρώτη μου έγνοια ήταν να τη μεταφέρω σε κάποιο άλλο διαθέσιμο εκπαιδευτικό που δεν είχε μάθημα για να τη βοηθήσει αφού εγώ έπρεπε να επιστρέψω αμέσως στην τάξη ώστε να μην διασαλευθεί η ησυχία και να φροντίσω για την ασφάλεια των υπόλοιπων παιδιών». Συνέχισε λέγοντας ότι όταν επέστρεψε στην τάξη ρώτησε τα άλλα παιδιά πως έπεσε η Ενάγουσα αλλά κανένα δεν είχε δει την πτώση της. Ενημερώθηκε αργότερα από τον Διευθυντή του σχολείου ότι η Ενάγουσα είχε κτυπήσει στο μάτι. Πρόσθεσε πως ενημέρωσε τον Διευθυντή ότι η Ενάγουσα είχε σηκωθεί από τη θέση της χωρίς να πάρει άδεια και έπεσε στο πάτωμα. Ανέφερε επίσης ότι ενώ δεν ήταν ο υπεύθυνος εκπαιδευτικός της τάξης, είχε αφιερώσει χρόνο για να συζητήσει με τους μαθητές τους κανόνες ασφαλείας της τάξης, ένας εκ των οποίων ήταν ότι τα παιδία δεν πρέπει να σηκώνονται χωρίς να λάβουν άδεια. Ένας άλλος ήταν ότι τα παιδιά έπρεπε να βάζουν τη σχολική τσάντα τους δίπλα από την καρέκλα τους και όσο πιο κοντά γίνεται. Επαναλάμβανε αυτούς τους κανόνες, είπε, τακτικά στους μαθητές. Πρόσθεσε ότι λόγω του ήσυχου κλίματος που επικρατούσε στην τάξη κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η ενέργεια της Ενάγουσας να σηκωθεί από το θρανίο της χωρίς να λάβει άδεια ήταν απρόσμενη. Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα ήταν γενικά ένα φρόνιμο και υπάκουο παιδί. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε δει το επίδικο περιστατικό γιατί την ώρα που συνέβη ήταν σκυφτός και βοηθούσε άλλο παιδί με την ατομική του εργασία. Πρόσθεσε ότι όταν πλησίασε την Ενάγουσα δεν είδε να υπάρχει στο έδαφος κάποια σχολική τσάντα ούτε και κάποιο μολύβι ή άλλο αντικείμενο που θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο για τα υπόλοιπα παιδία. Ο διάδρομος, είπε, ήταν καθαρός. Υποστήριξε ότι τη δεδομένη στιγμή οι σχολικές τσάντες των παιδιών ήταν δίπλα από την καρέκλα τους και όχι πίσω από αυτήν. Όταν του επιδείχθηκε το σχεδιάγραμμα της τάξης, Τεκμήριο 1, ο ΜΥ2 τοποθέτησε το σημείο πτώσης της Ενάγουσας ένα θρανίο περίπου πιο μπροστά από εκεί που το τοποθέτησε η Ενάγουσα κατά τη δική της μαρτυρία. Τελικές αγορεύσεις. Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι της κάθε πλευράς συνόψισαν αυτήν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στις γραπτές τελικές τους αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει. Ειδική αναφορά σε κάποια από τα επί μέρους επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω. Έχω επίσης μελετήσει τη νομολογία στην οποία παρέπεμψαν. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τόσο τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται πρέπει να κρίνεται με βάση το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται κατά τη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι σαφώς ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[1]. Έχω επίσης κατά νου ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα μπορούν να εξαχθούν από την σύγκριση, σύγκλιση και αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, από την σκοπιά που ο κάθε μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα και στο βαθμό που εμπλέκεται σε αυτά[2]. Ξεκινώ από τη μαρτυρία της Ενάγουσας, η οποία κατά τον χρόνο του επίδικου ατυχήματος ήταν 7 ετών και φοιτούσε στη Β' τάξη του δημοτικού σχολείου. Όταν έδινε μαρτυρία στο Δικαστήριο ήταν 16 ετών περίπου. Αναλογιζόμενη το σύνολο της μαρτυρίας της, σημειώνω ότι έχει δημιουργήσει θετική εντύπωση. Η δια ζώσης μαρτυρία της ήταν άμεση, αυθόρμητη και φυσική. Παρά το νεαρό της ηλικίας της κατέθεσε με ωριμότητα και δεν διέκρινα καμία πρόθεση από μέρους της να παραποιήσει γεγονότα, να αποκρύψει ή να παραπλανήσει. Κατά την αντεξέταση δεν δίσταζε στις απαντήσεις που έδινε, παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν εντόπισα ουσιώδεις ασυνέπειες ή αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Ήταν σαφής και δεν κλονίστηκε η εκδοχή της για τον τρόπο που τραυματίστηκε. Ανέφερε ότι το ατύχημα συνέβη διότι ενώ περπατούσε στην τάξη με πρόθεση να προσεγγίσει το στρογγυλό τραπέζι στο κέντρο της αίθουσας σκόνταψε σε μια σχολική τσάντα και έπεσε με το κεφάλι πάνω σε μια άλλη οπόταν και τραυματίστηκε στο μάτι. Τη θέση ότι ο τραυματισμός της προκλήθηκε όταν έπεσε και χτύπησε πάνω σε σχολική τσάντα την εξέφρασε από την αρχή. Ο ίδιος ο διευθυντής του σχολείου αναφέρει στην επιστολή Τεκμήριο 2, που συνέταξε την ίδια ημερομηνία του ατυχήματος, ότι αυτό του είχε πει η Ενάγουσα. Σημειώνω ότι αποτελεί τη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι η επιστολή «αποδίδ[ει] τα πραγματικά γεγονότα του επίδικου συμβάντος». Αποδέχεται συνεπώς η πλευρά της υπεράσπισης ότι αυτή ήταν η εκδοχή της Ενάγουσας από την ημέρα του ατυχήματος για τον τρόπο που τραυματίστηκε. Μέσα από τις απαντήσεις που έδινε η Ενάγουσα διέκρινα ότι προσπαθούσε ειλικρινά να διαφωτίσει σε σχέση με τα γεγονότα, όσο καλύτερα της επέτρεπε η μνήμη της και με δεδομένο τόσο το νεαρό της ηλικίας της κατά το χρόνο του ατυχήματος όσο και τα χρόνια που είχαν παρέλθει στο μεταξύ. Κρίνω ότι είναι μάρτυρας αξιόπιστος και δεν έχω αμφιβολία ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση η συνήγορος του Εναγόμενου ζητούσε από την Ενάγουσα να τοποθετηθεί επί θεμάτων όπως τις διαστάσεις της τάξης, να τοποθετήσει με ακρίβεια τα σημεία που έπεσε και κτύπησε, να αναφέρει λεπτομέρειες για το μάθημα που δίδασκε ο δάσκαλος την ώρα του ατυχήματος. Θεωρώ απόλυτα φυσική και δικαιολογημένη την αδυναμία της να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες που της ζητήθηκαν. Αντεξεταζόταν σε σχέση με ένα περιστατικό που είχε συμβεί 8 περίπου χρόνια προηγουμένως, όταν η ίδια ήταν 7 ετών. Οι αδυναμίες αυτές της μνήμης της όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν αλλά ενισχύουν την αντίληψη μου για την αξιοπιστία της. Εάν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί απόλυτα και με κάθε λεπτομέρεια για όλα που αφορούσαν την επίδικη ημέρα αυτό μάλλον θα δημιουργούσε υποψίες για τη γνησιότητα της μαρτυρίας της. Να σημειώσω και το εξής. Κατά την αντεξέταση της, η Ενάγουσα ερωτήθηκε σε σχέση με ορολογίες και φράσεις που περιλαμβάνονται στην γραπτή δήλωση που κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Παραδείγματος χάριν, της ζητήθηκε να εξηγήσει την έννοια λέξεων όπως «Ενάγοντας» και «Εναγόμενος». Φάνηκε από τις απαντήσεις της ότι η γραπτή της δήλωση δεν συντάχθηκε εξ ολοκλήρου από την ίδια. Περιλαμβάνει λέξεις και φράσεις που δεν αναμένεται από ένα πρόσωπο της ηλικίας και μόρφωσης της να έχει. Όπως έχει επισημάνει η συνήγορος του Εναγόμενου, η γραπτή δήλωση της Ενάγουσας ενδεχομένως να συντάχθηκε από άλλο πρόσωπο το οποίο να χρησιμοποίησε δικό του λεξιλόγιο και τρόπο γραφής. Αυτό δεν είναι ορθή πρακτική. Η γραπτή δήλωση ενός μάρτυρα πρέπει να αποδίδει με τον φυσικό τρόπο έκφρασης του μάρτυρα αυτά που εκείνος θέλει να μεταδώσει στο Δικαστήριο. Είναι ανεπιθύμητο να γίνεται «διόρθωση» της σύνταξης και του λεξιλογίου με σκοπό να ωραιοποιηθεί ο τρόπος παρουσίασης της μαρτυρίας. Ταυτόχρονα όμως, στην προκειμένη περίπτωση, διακρίνω από το σύνολο της μαρτυρίας της Ενάγουσας, ότι οι όποιες «επεμβάσεις» στη γραπτή της δήλωση δεν αφορούσαν την ουσία των γεγονότων που περιλαμβάνονται σε αυτή. Σε σχέση με τα γεγονότα, όπως εξελίχθηκαν την ημέρα του επίδικου ατυχήματος και όπως ακολούθησαν, θεωρώ ότι αποδίδονται πιστά και με συνέπεια στον τρόπο που τα βίωσε η Ενάγουσα, τόσο στο κείμενο της γραπτής δήλωσης αλλά και στα όσα η Ενάγουσα κατέθεσε δια ζώσης. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Δεύτερη μάρτυρας ήταν η μητέρα της Ενάγουσας. Το εύρος της μαρτυρίας της ήταν συγκεκριμένο και σχετικά περιορισμένο αφού δεν ήταν παρούσα κατά το επίδικο ατύχημα. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε όταν ενημερώθηκε από το σχολείο για τον τραυματισμό της θυγατέρας της. Παρουσίασε αλληλογραφία που περιήλθε στην κατοχή της σε σχέση με το ατύχημα καθώς και δέσμη αποδείξεων για ποσά που πλήρωσε με το σύζυγο της σε σχέση με τα ιατρικά έξοδα της Ενάγουσας. Παρουσίασε επίσης αριθμό ιατρικών πιστοποιητικών σε σχέση με την περίθαλψη της θυγατέρας της. Κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια των όσων κατέθεσε. Οι ερωτήσεις που της τέθηκαν μάλλον διευκρινιστικό χαραχτήρα είχαν. Από την πλευρά μου δεν έχω διαπιστώσει να συντρέχει οποιοδήποτε λόγος να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία της ως αληθινή. Συνεπώς την αποδέχομαι ως τέτοια. Σε σχέση με τα ιατρικά πιστοποιητικά του Δρ. Κ. Π. (Τεκμήριο 5), Άγιου Θέρισσου (Τεκμήριο 6) και της Δρ. XXXXX (Τεκμήριο 9), σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί το περιεχόμενο τους ούτε και η ορθότητα των όσων καταγράφονται σε αυτά. Δεν έχει επίσης παρουσιαστεί ιατρική μαρτυρία που να είναι αντίθετη ή ασύμβατη με το περιεχόμενο τους ή που να τα αντικρούει. Περαιτέρω, η ορθότητα του περιεχομένου τους επιβεβαιώθηκε ουσιαστικά από τον ΜΕ
  2. Συνεπώς, παρά το ότι τα όσα καταγράφονται σε αυτά συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία, θεωρώ ότι αυτό δεν επηρεάζει ή αποδυναμώνει την αποδεικτική της αξία και βαρύτητα. Προχωρώ στη μαρτυρία του Δρ. Θ. Π. (ΜΕ3). Όπως έχω ήδη αναφέρει, η εμπειρογνωμοσύνη του δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της υπεράσπισης. Ως εμπειρογνώμονας είχε καθήκον να εφοδιάσει το Δικαστήριο με το αναγκαίο επιστημονικό υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των επιδίκων θεμάτων[3]. Αναλογιζόμενη το σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι έχει εκπληρώσει αυτό του το καθήκον. Κρίνω ότι κατέθεσε την αλήθεια, χωρίς μεροληψία και με ειλικρινή διάθεση να βοηθήσει το Δικαστήριο επί θεμάτων που άπτονται της εμπειρογνωμοσύνης του. Εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες που έκανε από την μέρα που ανέλαβε τη περίθαλψη της Ενάγουσας. Αποτύπωσε στα ιατρικά του πιστοποιητικά (Τεκμήρια 7, 8, 10, 11, 12 και 13) την εκάστοτε κλινική εικόνα της Ενάγουσας. Υποστήριξε με επιστημονικό και πειστικό τρόπο την πρόγνωση του σε σχέση με την εξέλιξη της κατάστασης της Ενάγουσας, την ιατρική του άποψη αναφορικά με ενδεχόμενη χειρουργική αποκατάσταση του τραυματικού καταρράκτη που διαπίστωσε. Εξήγησε επίσης με περιεκτικό και σαφή τρόπο το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ XXXXX, Τεκμήριο 15 και τη θέση του ότι το περιεχόμενο του δεν είναι αντίθετο προς τα δικά του ευρήματα. Δεν έχει παρουσιαστεί άλλη επιστημονική μαρτυρία που να είναι ασύμβατη με τη δική του ή που να την αποδυναμώνει. Ενόψει των πιο πάνω, αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης του Στρέφομαι στους μάρτυρες που παρουσίασε η πλευρά της υπεράσπισης και ξεκινώ από τον κ. Γ. Κ. (ΜΥ1). Ενόψει του περιεχόμενου της μαρτυρίας του, της φύσης των αρμοδιοτήτων του και της εμπλοκής του στην υπόθεση, θεωρώ ότι δεν ήταν βοηθητικός μάρτυρας. Η μαρτυρία του δεν προσέφερε οτιδήποτε που θα ήταν χρήσιμο στην προσπάθεια του Δικαστηρίου για διαμόρφωση ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα, τις ζημιές και σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ή τις αποζημιώσεις που διεκδικεί. Παραμένει η μαρτυρία του κ. Λ. Χ. (ΜΥ2), του εκπαιδευτικού που δίδασκε την τάξη της Ενάγουσας όταν συνέβη το επίδικο ατύχημα. Έχω εξετάσει το σύνολο της μαρτυρίας του δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην πειστικότητα, και λογική της εκδοχής του. Καταλήγω ότι δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του ως αληθινή και να βασιστώ σε αυτή για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Επί του βασικότερα σημείου της μαρτυρίας του, κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να κατέθεσε την αλήθεια. Συγκεκριμένα, ανέφερε κατά τη μαρτυρία του και επέμενε κατά την αντεξέταση του ότι όταν προσέγγισε την Ενάγουσα μετά την πτώση της διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν σχολικές τσάντες στο διάδρομο, δεν είδε μολύβι και δεν υπήρχε επίσης οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο που να ήταν επικίνδυνο για τους μαθητές. Η επιμονή του όμως αυτή δεν συνάδει με τα δεδομένα που διαμορφώνονται από το κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο πλαίσιο γεγονότων. Κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο, δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Είναι κοινώς αποδεκτό και συνιστά την μόνη επιστημονική μαρτυρία που παρουσιάστηκε, ότι κατά από την πτώση της η Ενάγουσα υπέστη διαμπερές τραύμα στον αριστερό οφθαλμό (Τεκμήριο 5), ότι υπήρχε ξένο σώμα εντός του οφθαλμού, ότι σε χειρουργική επέμβαση που διενεργήθηκε την ίδια μέρα αφαιρέθηκαν από τον οφθαλμό κομματάκια από ξύλο και μύτη μολυβιού (μαρτυρία ΜΕ3) καθώς και ότι κομμάτι ξένου σώματος παραμένει που προσομοιάζει με μολύβι παραμένει εντός του οφθαλμού (Τεκμήρια 6 και 15). Αυτά τα δεδομένα είναι σε πλήρη αντίθεση με την επιμονή του ΜΥ2 ότι δεν διαπίστωσε να υπάρχει οποιοδήποτε μολύβι ή άλλο αντικείμενο στο σημείο της πτώσης. Σαφώς υπήρχε αντικείμενο και συγκεκριμένα μολύβι, το οποίο προκάλεσε το τραύμα στο μάτι της Ενάγουσας. Η θέση του ότι δεν το εντόπισε στη σκηνή, ούτε λογική ούτε αληθινή μπορεί να χαρακτηριστεί. Η επιμονή του ότι ο διάδρομος ήταν καθαρός επίσης δεν στέκει στη βάσανο της λογικής και είναι αντίθετη με το κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων. Η Ενάγουσα από την πτώση τραυματίστηκε στο μάτι από μολύβι, κομματάκια του οποίου ανευρέθηκαν στον αριστερό οφθαλμό της. Όχι μόνο υπήρχε αντικείμενο, και δη μολύβι στη σκηνή που την τραυμάτισε στο μάτι, αλλά αυτό το αντικείμενο βρισκόταν στην αριστερή πλευρά του διαδρόμου και της πορείας της Ενάγουσας, μακριά δηλαδή από τα θρανία, προς τον τοίχο της αίθουσας. Οι αναφορές του σε σχέση με τις ενέργειες του αμέσως πριν και μετά το ατύχημα επίσης δεν πείθουν για την αλήθεια τους. Υποστήριξε ότι στην αίθουσα επικρατούσε τάξη και ησυχία και τοποθέτησε τον εαυτό του διαγώνια απέναντι από τη θέση που καθόταν η Ενάγουσα. Αυτό δεν συνάδει με τις αναφορές του ότι δεν αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα είχε σηκωθεί από τη θέση της, διέσχισε τρία θρανία, έπεσε και κτύπησε. Πώς είναι δυνατό να αντιλήφθηκε την πτώση μόνο όταν τον ενημέρωσαν άλλοι μαθητές της τάξης; Η συγκεκριμένη αναφορά του δεν είναι λογική και δεν είναι πειστική. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του ότι ενημερώθηκε αργότερα από τον Διευθυντή του σχολείου ότι η Ενάγουσα είχε τραυματιστεί στο μάτι. Αδυνατώ να δεχτώ ότι δεν είχε αντιληφθεί ένα διαμπερές τραύμα στο μάτι της Ενάγουσας στην οποία προσέτρεξε μετά την πτώση της και να ενημερώθηκε μόνο σε κατοπινό στάδιο από τον Διευθυντή. Η εικόνα που έχει δημιουργήσει το σύνολο της μαρτυρίας του είναι ότι πρόκειται για μάρτυρα που επιθυμούσε να αποστασιοποιηθεί από τα γεγονότα, που επιδίωκε να αποσείσει την ευθύνη για το ατύχημα και παρουσίασε τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι επιτύγχανε αυτή την επιδίωξη του. Κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του για τη διαμόρφωση των ευρημάτων μου. Ευρήματα. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των κοινώς αποδεκτών γεγονότων αλλά και του μέρους της μαρτυρίας που δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακρόαση, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: (α) Η Ενάγουσα γεννήθηκε στις 18.5.2002 και την 1.2.2010 φοιτούσε στην Β' Τάξη του Β' Δημοτικού Σχολείου XXXXX. (β) Κατά την 1.2.2010 που συνέβη το επίδικό ατύχημα, η Ενάγουσα ήταν στην αίθουσα διδασκαλίας του σχολείου, μαζί με ακόμα 16 συμμαθητές και συμμαθήτριες της και την τάξη δίδασκε ο εκπαιδευτικός κ. Λ. Χ. (ΜΥ2). (γ) Η διαμόρφωση της τάξης περιλαμβανομένης της διάταξης των θρανίων των μαθητών, της έδρας του δασκάλου και της εισόδου, είναι όπως παρουσιάζεται στο σχεδιάγραμμα Τεκμήριο
  3. Το Τεκμήριο 1 δεν είναι επί κλίμακας. (δ) Υιοθετώ ως μέρος των ευρημάτων τα όσα η Ενάγουσα έχει καταθέσει περιγράφοντας την αίθουσα διδασκαλίας και το Τεκμήριο 1, όπως τα έχω περιγράψει πιο πάνω. (ε) Αμέσως πριν συμβεί το επίδικο ατύχημα ο ΜΥ2 είχε τοποθετήσει διδακτικό υλικό σχετικό με το μάθημα που δίδασκε σε στρογγυλό τραπέζι στο μέσο περίπου των θρανίων των μαθητών και είχε δώσει άδεια σε όσους μαθητές ήθελαν να προσεγγίσουν για να το εξετάσουν. (στ) Η Ενάγουσα σηκώθηκε από το θρανίο της με σκοπό να προσεγγίσει το στρογγυλό τραπέζι και το δάσκαλο της. (ζ) Για να φτάσει στο στρογγυλό τραπέζι έπρεπε να διασχίσει την δεξιά κάθετη πλευρά του «Π» όπως ήταν τοποθετημένα τα θρανία. Η απόσταση μεταξύ των θρανίων στην κάθετη πλευρά του «Π» από όπου θα περνούσε και του τοίχου της τάξης ήταν περί το 1 ½ μέτρο. (η) Οι σχολικές τσάντες των μαθητών βρίσκονταν στο πάτωμα, πίσω από τις καρέκλες τους. Στο πάτωμα του διαδρόμου που έπρεπε να διασχίσει η Ενάγουσα βρίσκονταν τσάντες των συμμαθητών της που κάθονταν σε εκείνα τα θρανία. (θ) Ενώ η Ενάγουσα περπατούσε πίσω από τα θρανία που βρίσκονται στην κάθετη δεξιά πλευρά του «Π», σκόνταψε πάνω σε μαθητική τσάντα που βρισκόταν στο πάτωμα, έχασε την ισορροπία της και έπεσε. (ι) Κατά την πτώση της, έπεσε με το πρόσωπο πάνω σε σχολική τσάντα συμμαθητή της που βρισκόταν επίσης στο πάτωμα. (ια) Από την πτώση κτύπησε στο μάτι με μολύβι που βρισκόταν στην δεύτερη βαλίτσα. (ιβ) Η μητέρα της Ενάγουσας, ΜΕ2, ειδοποιήθηκε από το σχολείο για τον τραυματισμό της θυγατέρας της. Την παρέλαβε από το σχολείο και τη μετέφερε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Απολλώνιου Νοσοκομείου. (ιγ) Εκεί εξετάστηκε από τον Δρ. XXXXX ο οποίος εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 5 με περιεχόμενο ως έχω περιγράψει πιο πάνω. (ιδ) Αργότερα την ίδια μέρα η Ενάγουσα μεταφέρθηκε από τους γονείς της στο ιατρείο του χειρούργου οφθαλμίατρου Δρ. Θ. Π., ΜΕ3, στη Λεμεσό. (ιε) Αυθημερόν υποβλήθηκε από τον ΜΕ3 σε χειρουργική επέμβαση όπου διαπιστώθηκε κάθετη διάτρηση του αριστερού οφθαλμού και θραύσματα ξύλου και άνθρακα από μολύβι εγκλωβισμένα στο ανοικτό τραύμα. Το τραύμα καθαρίστηκε, έγινε συρραφή, ανασχηματισμός του πρόσθιου θαλάμου του οφθαλμού και χορηγήθηκε ενδοφλέβια αντιβίωση. Παρέμεινε όμως στον οφθαλμό κομμάτι ξένου σώματος που, λόγω της θέσεως του, κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να αφαιρεθεί. (ιστ) Με σύσταση του ΜΕ3, έγινε τις επόμενες μέρες εξέταση MRI του αριστερού οφθαλμού κατά την οποία επιβεβαιώθηκε ότι ξένο σώμα παρέμενε εγκλωβισμένο στην τραυματική τομή. Τα αποτελέσματα της εξέτασης MRI είναι ως καταγράφονται στο πιστοποιητικό Τεκμήριο
  4. (ιζ) Ο ΜΕ3 παρέπεμψε την Ενάγουσα στη Δρ. XXXXX στην Δαμασκό για την άποψη της σε σχέση με τη διαχείριση της κατάστασης της και του ξένου σώματος που παρέμεινε στον αριστερό οφθαλμό. Οι απόψεις της Δρ. XXXXX είναι ως καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο
  5. Συμφωνούν με την άποψη του ΜΕ
  6. (ιη) Οι ενέργειες του ΜΕ3 σε σχέση με την Ενάγουσα, η διαχείριση της κατάστασης της υγείας της από μέρους του, οι εκάστοτε εκτιμήσεις του σε σχέση με την κλινική της εικόνα, οι διαπιστώσεις από τις εξετάσεις που διενήργησε και οι προβλέψεις του για την εξέλιξη της κατάστασης της είναι ως καταγράφονται στα ιατρικά πιστοποιητικά που εξέδωσε, Τεκμήρια 7, 8, 10, 11, 12 και
  7. Κατά την εξέταση της Ενάγουσας από τον Δρ. Πίπη, εκείνος προέβη στις διαπιστώσεις που καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του Τεκμήριο
  8. Τα όσα καταγράφονται στα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά συνιστούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Προς αποφυγή επανάληψης παραπέμπω στη σύνοψη του περιεχομένου των σχετικών Τεκμηρίων που παραθέτω πιο πάνω. (ιθ) Η Ενάγουσα θα χρειαστεί στο μέλλον να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του τραυματικού διαβήτη που παρουσίασε και αφαίρεση του ξένου σώματος που παραμένει στο μάτι. Στα πλαίσια της επέμβασης θα διενεργηθεί ιριδοπλαστική. Το κόστος της επέμβασης θα είναι €5.000, ως καθορίζεται από τον ΜΕ3 στο Τεκμήριο
  9. (κ) Εξαιτίας του τραυματισμού της η Ενάγουσα βιώνει συναισθήματα φόβου και άγχους όπως τα έχω συνοψίσει πιο πάνω. Οι σχετικές αναφορές στη μαρτυρία της συνιστούν μέρος των ευρημάτων μου. (κα) Μετά το ατύχημα αντηλλάγησαν επιστολές μεταξύ του Διευθυντή του σχολείου της Ενάγουσας, του δικηγόρου της οικογένειας και του Υπουργείου Παιδείας με το περιεχόμενο που αποτυπώνεται στα αντίγραφα των εν λόγω επιστολών Τεκμήρια 2, 3 και
  10. (κβ) Για τα ιατρικά έξοδα που προέκυψαν από τη νοσηλεία, εξετάσεις και παρακολούθηση της Ενάγουσας, οι γονείς της πλήρωσαν τα ποσά που καταγράφονται στις αποδείξεις και τιμολόγια που συναποτελούν το Τεκμήριο
  11. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, παραμένει να εξεταστεί εάν η πλευρά της Ενάγουσας έχει αποδείξει τη βάση αγωγή της και τις αξιώσεις που εγείρει, στον απαιτούμενο βαθμό. Προδικαστική ένσταση. Πριν προχωρήσω, θα αναφερθώ συνοπτικά στην προδικαστική ένσταση που εγείρει ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα, στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εισηγείται, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη γιατί εγείρεται εναντίον λανθασμένου διάδικου. Στην τελική της αγόρευση, η συνήγορος του Εναγόμενου υποστήριξε ότι ορθός εναγόμενος θα ήταν η Σχολική Εφορεία δυνάμει των σχετικών προνοιών του περί Σχολικών Εφορειών Νόμου 1997, Ν. 108(Ι)/
  12. Έχω εξετάσει τα όσα η συνήγορος του Εναγόμενου αναφέρει προς υποστήριξη αυτής της θέσης στην τελική της αγόρευση, καταλήγω όμως ότι δεν συμφωνώ με το επιχείρημα της. Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά της Ενάγουσας και από τα γεγονότα που επικαλείται, φαίνεται ότι εδράζει την αξίωση της σε ισχυριζόμενη αμέλεια του διδακτικού προσωπικού του σχολείου, συνεπεία της οποίας τραυματίστηκε η Ενάγουσα. Η ισχυριζόμενη αμέλεια δεν αφορά και δεν άπτεται θεμάτων που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της Σχολικής Εφορίας. Ευθύνη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα βαραίνει το διδακτικό προσωπικό του σχολείου και δη τον ΜΕ1, που δίδασκε την τάξη της Ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο, ο οποίος ενήργησε αμελώς. Με τη σειρά του, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι το ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική ή συντρέχουσα αμέλεια της ανήλικης Ενάγουσας. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας αποτυπώνεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Σε σχέση με τα στοιχεία που συνθέτουν το αστικό αδίκημα της αμέλειας, παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα»[4]. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο καλείται να διαπιστώσει ποιο πρόσωπο ή ποια πρόσωπα και σε ποιο βαθμό, βαραίνει η ευθύνη για το επίδικο συμβάν. Σχετικές με το θέμα του καταμερισμού της ευθύνης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Κεφ. 148, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του οποίου: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τoΔικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά.» Στις λεπτομέρειες αμέλειας που δικογραφεί η Ενάγουσα και που αποδίδει στο διδακτικό προσωπικού του σχολείου και δη στον ΜΥ2, περιλαμβάνεται ότι δεν μερίμνησαν όπως οι σχολικές τσάντες τοποθετούνται σε χώρο που να μην συνιστούν εμπόδιο στη διακίνηση των μαθητών εντός της τάξης καθώς και ότι επιτράπηκε η τοποθέτηση σχολικών τσάντων στο δάπεδο των διαδρόμων της τάξης. Ξεκινώντας, κρίνω ότι ένας δάσκαλος έχει καθήκον επιμέλειας έναντι των μαθητών που βρίσκονται στην τάξη κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Το καθήκον επιμέλειας εμπεριέχει την υποχρέωση να μεριμνά για την ασφάλεια και σωματική τους ακεραιότητα. Θεωρώ ότι είναι εντός των πλαισίων της φυσιολογικής συμπεριφοράς μαθητή 7 ετών που φοιτά στη Β' τάξη δημοτικού σχολείου και λογικά προβλέψιμο, να σηκωθεί από το θρανίο του κατά τη διάρκεια του μαθήματος και να διακινηθεί στην τάξη. Είναι επίσης θεωρώ λογικό και προβλέψιμο ότι εάν κατά τη διακίνηση του μαθητή εντός της τάξης υπάρχουν στο έδαφος σχολικές τσάντες, αυτές συνιστούν εμπόδια στα οποία ο μαθητής μπορεί να σκοντάψει και να προκαλέσουν την πτώση του. Για το λόγο αυτό κρίνω ότι ο μέσος συνετός δάσκαλος οφείλει να μεριμνά ώστε οι διάδρομοι ή σημεία της τάξης από τα οποία διέρχονται μαθητές αυτής της ηλικίας, είναι καθαρά και δεν υπάρχουν σε αυτά εμπόδια. Στην προκειμένη περίπτωση, ο διάδρομος στο σημείο της τάξης που περπατούσε η Ενάγουσα δεν ήταν καθαρός από εμπόδια. Σύμφωνα με τα ευρήματα, βρίσκονταν στο πάτωμα σχολικές τσάντες μαθητών που κάθονταν στα παρακείμενα θρανία. Το καθήκον ενός δασκάλου να μεριμνά ώστε να μην υπάρχουν εμπόδια είναι πιο επιτακτικό όπου, όπως στην παρούσα περίπτωση, η δίοδος αφορά μια σχετικά μικρή απόσταση, 1 ½ μέτρου περίπου, μεταξύ θρανίων και του τοίχου της τάξης. Η παράλειψη του ΜΥ2 να μεριμνήσει ώστε κατά τη διάρκεια του μαθήματος οι σχολικές τσάντες ήταν τοποθετημένες κατά τρόπο που δεν συνιστούσαν εμπόδια υπολείπεται της επιμέλειας που πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός δάσκαλος υπό αντίστοιχες συνθήκες. Ήταν επίσης αποτέλεσμα και σύμπτωμα της αμέλειας με την οποία ενήργησε και που επέδειξε κατά την εποπτεία της τάξης. Θεωρώ ότι ήταν λογικά προβλέψιμος ο κίνδυνος η Ενάγουσα, κατά τη διακίνηση της στην τάξη, να σκοντάψει σε σχολική τσάντα συμμαθητή της που βρισκόταν στο πάτωμα της τάξης και να τραυματιστεί. Καταλήγω ότι η πτώση της Ενάγουσας ήταν αποτέλεσμα της παράληψης του ΜΥ2 να διασφαλίσει ότι ο διάδρομος της τάξης ήταν καθαρός από εμπόδια. Εφόσον υπήρχαν εμπόδια, η πτώση και ο συνεπακόλουθος τραυματισμός της Ενάγουσας ήταν προβλέψιμες εξελίξεις. Στρέφομαι να εξετάσω τη θέση του Εναγόμενου ότι η συμπεριφορά, πράξεις και παραλήψεις της Ενάγουσας στοιχειοθετούν αμέλεια από μέρους της, η οποία να προκάλεσε ή να συνέτεινε στην επέλευση του ατυχήματος. Έχω ήδη αναφέρει πολλές φορές ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος η Ενάγουσα ήταν 7 ετών. Κρίνω ότι παιδιά αυτής της ηλικίας κατατάσσονται στην κατηγορία των «μικρών παιδιών» και μάλιστα παιδιών «τρυφερής νεαρής ηλικίας». Σε αυτή την κατηγορία προσώπων δεν μπορεί να αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια. Παραπέμπω σχετικά στην ακόλουθη ανάλυση του θέματος στην Αγγλική υπόθεση Phipps v Rochester Corporation
(1955)1 All E.R. 129, σελ. 135, με την οποία συμφωνώ απόλυτα: «The law recognizes for this purpose [of a duty of care] a sharp difference between children and adults. But there might well, I think, be an equally well-marked distinction between "big children" and "little children". I shall use these broad terms to denote broadly the difference between children who know what they are about and children who do not. The latter are sometimes referred to in the cases as "children of tender years". Not having reached the age of reason or understanding, they present a special problem. When it comes to taking care of themselves, there is a greater difference between big and little children than there is between big children and adults and much justification for putting little children into a separate category. Adults and big children can be guilty of contributory negligence; a little child cannot». Διαφωτιστικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, παράγραφοι 3-81 και 3-82: «3-
  1. Conduct on the part of a child which contributes to an accident will not necessarily be judged in the same light as similar conduct by an adult. What is negligence in an adult is not necessarily negligence in a child. The exercise of "ordinary care must mean that degree of care which may reasonably be expected of a person in the [Claimant's] situation" which in the case of a very young child could be nil. .. 3-
  2. In considering whether a child has taken reasonable care for his own safety regard must be had to the age of the child, the circumstances of the case and the knowledge by the particular child of the dangers to which the defendant's negligence has exposed him. In Gough v Thorne [1966] 1 W.L.R. 1387, Lord Denning MR said that a very young child cannot be guilty of contributory negligence; an older child may be, but it depends on the circumstances. A judge should only find a child guilty of contributory negligence if he or she is of such an age as reasonably to be expected to take precautions for his or her own safety. This is not an entirely subjective test, because the question is whether an "ordinary child" of the claimant's age could be expected to have done any more than the claimant, and an "ordinary child" is neither a "paragon of prudence" nor "scatter brained". Theoretically there is no age below which, as a matter of law, it can be said that a child cannot be guilty of contributory negligence, but in practice it is unreasonable to exact a high standard.» Θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα είχε ενεργήσει αμελώς. Ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο ένα μικρό παιδί, τρυφερής ηλικίας. Θεωρώ ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί ενδεχόμενους κινδύνους με τον ίδιο τρόπο ως ένα μεγαλύτερο παιδί ή ένας ενήλικας. Παιδιά τέτοιας ηλικίας όχι μόνο δεν μπορούν να αντιληφθούν ενδεχόμενους κινδύνους αλλά, ακόμα και αν τους αντιληφθούν, δεν μπορεί να αναμένεται ότι θα καταφέρουν να ενεργήσουν ώστε να τους αποφύγουν και να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Είναι από τη φύση τους αδέξια, απρόσεχτα και απρόβλεπτα. Έστω και αν ειδοποιηθούν για κάποιο ενδεχόμενο κίνδυνο, δεν πρέπει να αναμένεται ότι θα αντιληφθούν ή θα θυμούνται ή θα ενεργήσουν σύμφωνα με την προειδοποίηση για να τον αποφύγουν. Η πλευρά της υπεράσπισης, τόσο κατά την ακρόαση όσο και στην τελική της αγόρευση τόνισε το γεγονός ότι η Ενάγουσα τραυματίστηκε ενώ περπατούσε στην τάξη χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια από τον εκπαιδευτικό. Η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει όμως δεν κατανοώ πως διαφοροποιεί την κατάσταση εάν η Ενάγουσα είχε ή όχι άδεια να διακινηθεί στην τάξη. Ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τις σχολικές τσάντες που ήταν τοποθετημένες στους διαδρόμους θα ήταν ο ίδιος. Το ενδεχόμενο να σκόνταφτε και να έπεφτε η Ενάγουσα πάνω σε αυτές επίσης θα παρέμενε το ίδιο. Η Ενάγουσα δεν έπεσε επειδή περπατούσε στην τάξη χωρίς άδεια. Αιτία της πτώσης της ήταν η ύπαρξη εμποδίων στο πάτωμα, στην πορεία της. Λόγω του νεαρού της ηλικίας της δεν αντιλήφθηκε ορθά, δεν αξιολόγησε ορθά, δεν αντιμετώπισε ορθά και δεν απέφυγε τα εμπόδια που συνάντησε. Αναλογιζόμενη όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν τον τραυματισμό της Ενάγουσας, δεν μπορώ να της αποδώσω οποιαδήποτε αμέλεια για το επίδικο ατύχημα. Αντίθετα, θεωρώ ότι οι ενέργειες της ήταν εντός των λογικών πλαισίων της ηλικίας της, προβλέψιμες και αναμενόμενες. Γενικές αποζημιώσεις. Η Ενάγουσα αξιώνει όπως της αποδοθούν γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό που υπέστη συνεπεία του επίδικου συμβάντος και όσα επακολούθησαν. Η φύση και έκταση του τραυματισμού της Ενάγουσας, οι ενέργειες που έγιναν στα πλαίσια της αντιμετώπισης τους, η εξέλιξη της υγείας της, τα συνεπακόλουθα για την ίδια και η ανάγκη για δεύτερη χειρουργική επέμβαση στο μέλλον αποτυπώνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία παραπέμπω. Έχω κατά νου ότι ο σκοπός για τον οποίο επιδικάζονται γενικές αποζημιώσεις είναι η δίκαιη αποζημίωση του θύματος για τη ζημιά και τραυματισμούς που έχει υποστεί χωρίς όμως να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα[5]. Έχω επίσης κατά νου ότι το επιδικασθέν ποσό πρέπει να είναι εύλογο[6], «κοινωνικά αποδεκτό»[7] και να αντανακλά την ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο που υπέστη το αθώο μέρος[8]. Επίσης, χωρίς όμως να πρόκειται για απόλυτο κανόνα, διαπιστώνεται μια γενικά αυξητική τάση στα ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις[9]. Ο συνήγορος της Ενάγουσας κατά την τελική του αγόρευση εισηγήθηκε όπως επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας γενικές αποζημιώσεις ύψους €50.
  3. Δεν υπήρξε εισήγηση από τη συνήγορο του Εναγόμενου αναφορικά με το ενδεχόμενο ύψος των γενικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με ποσά που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο. Το ποσό των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να αποφασίζεται σε συνάρτηση με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης και δεν υπάρχει απόλυτη φόρμουλα ή κανόνας αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου και ταλαιπωρίας. Όμως, νομολογία σε σχέση με ποσά που επιδικάστηκαν σε άλλες υποθέσεις για αντίστοιχους τραυματισμούς είναι ενδεικτική και καθοδηγητική, μέχρι ενός βαθμού, σ' ότι αφορά τα πλαίσια στα οποία μπορεί να κυμαίνεται το επιδικασθέν ποσό. Δεν εντόπισα νομολογία που να αφορά τα ίδια τραύματα ως αυτά που υπέστη η Ενάγουσα στην παρούσα υπόθεση. Έχω λάβει όμως υπόψη, για σκοπούς καθοδήγησης, το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν σε περιπτώσεις όπου η φύση και έκταση των τραυματισμών, μετα-τραυματική πορεία και τα κατάλοιπα των τραυμάτων ήταν αντίστοιχα ή προσομοίαζαν με την παρούσα υπόθεση[10]. Αποφασίζοντας το ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί στην παρούσα περίπτωση ως γενικές αποζημιώσεις για τα τραύματα της Ενάγουσας, συνυπολόγισα τον πόνο και ταλαιπωρία που έχει υποστεί, την φύση και την έκταση των τραυμάτων της, τη φαρμακευτική και θεραπευτική αγωγή που ακολούθησε. Έχω λάβει επίσης υπόψη τα κατάλοιπα των τραυμάτων αυτών όπως τα περιέγραψε η ίδια και όπως τα εξήγησε στη μαρτυρία του ο ΜΕ3 και προσμέτρησα ότι θα παραστεί ανάγκη να υποβληθεί σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση του τραυματικού καταρράκτη που παρουσιάζει και αφαίρεση του ξένου σώματος που παραμένει στο μάτι. Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ως εύλογο και δίκαιο το ποσό των €40.000, ως γενικές αποζημιώσεις. Να σημειώσω παρενθετικά και το εξής. Στα πλαίσια της ακρόασης έγιναν διάφορες αναφορές από την πλευρά της υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα έλαβε οικονομική βοήθεια μετά τον τραυματισμό της από το σύνδεσμό γονέων και τον διδασκαλικό σύλλογο του σχολείου, που με δική τους πρωτοβουλία μάζεψαν χρήματα για το σκοπό αυτό. Δεν έχω λάβει υπόψη τις αναφορές αυτές αφού ουδεμία σχέση έχουν είτε με το θέμα της ευθύνης για το επίδικο ατύχημα αλλά ούτε και με το ύψος αποζημιώσεων που δικαιούται η Ενάγουσα. Ειδικές αποζημιώσεις. Συνιστά βασική αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα και συγκεκριμένα στοιχεία[11]. Η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και έγινε αποδεκτή αποδεικνύει με την απαιτούμενη αυστηρότητα τις ακόλουθες ειδικές ζημιές που δικογραφούνται και είναι απόρροια του ατυχήματος: (α) ποσό €2.500 που αφορά το κόστος της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα την 1.2.2010 (Τεκμήριο 14
(1)), (β) ποσό €620 που αφορά το κόστος εξέτασης ΜRI στο διαγνωστικό κέντρο Άγιος Θέρισσος (Τεκμήριο 14
(2)), (γ) ποσό €150 που αφορά πληρωμές στον ΜΕ3 (Τεκμήριο 14
(4), Τεκμήριο 14
(6)και απόδειξη με αριθμό 21651 άνευ αρίθμησης που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 14) (δ) ποσό €100 που αφορά έξοδα φωτογράφησης του αριστερού οφθαλμού για σκοπούς εξέτασης του ΜΕ3 (Τεκμήριο 14
(7)), (ε) ποσό €322 που αφορά έξοδα Αχίλλειου Νοσοκομείου κατά την αφαίρεση των ραφών της χειρουργικής επέμβασης όπως εξήγησε ο ΜΕ3 (τιμολόγιο με αριθμό 90127091 που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 14), (στ) ποσό €40 προς την Ορθοπτικό Μ. Γ. (Τεκμήριο 14
(5)), (ζ) ποσό €144 προς το Απολλώνιο Νοσοκομείο (Τεκμήριο 14
(3)). Έχει στοιχειοθετηθεί πέραν των πιο πάνω, και συνιστά μέρος των ευρημάτων ότι η Ενάγουσα θα χρειαστεί να υποβληθεί στο μέλλον σε χειρουργική επέμβαση το κόστος της οποίας θα ανέλθει σε €5.000, ποσό που δικαιούται να της αποδοθεί. Σημειώνω, τέλος ότι η Ενάγουσα αξιώνει ποσό €300 που περιγράφει στην Έκθεση Απαίτησης ως «έξοδα του Δρ. Θ. Π. για την παρουσία του στο Δικαστήριο ως μάρτυρα της Ενάγουσας συμπεριλαμβανομένου του αναλωθέντος χρόνου του ταξιδιού του από τη Λεμεσό προς Λευκωσία με επιστροφή». Το συγκεκριμένο ποσό δεν μπορεί να αποδοθεί ως μέρος των ειδικών αποζημιώσεων της Ενάγουσας αφού δεν άφορα έξοδο που προέκυψε συνεπεία του τραυματισμού της. Αφορά έξοδο που έχει προκύψει για σκοπούς παρουσίασης της υπόθεσης της Ενάγουσας στο Δικαστήριο. Η συνήγορος του Εναγόμενου υποστήριξε στην τελική της αγόρευση ότι δεν πρέπει να αποδοθούν οποιεσδήποτε ειδικές αποζημιώσεις στην Ενάγουσα γιατί τα ποσά που έχουν δαπανηθεί σε σχέση με τον τραυματισμό της δεν πληρώθηκαν από την ίδια αλλά από τους γονείς της και μόνο εκείνοι μπορούσαν να τα διεκδικήσουν. Διαφωνώ με τη θέση αυτή. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι οι πληρωμές έγιναν από τους γονείς της Ενάγουσας όμως τα ποσά πληρώθηκαν εκ μέρους και για λογαριασμό της και, συνεπώς, δικαιούται να τα διεκδικήσει και δικαιούται να της αποδοθούν. Εκ προστήσεως ευθύνη του Εναγόμενου. Σύμφωνα με το Άρθρο 172 του Συντάγματος, η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των εργοδοτουμένων της. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη αυτή είναι: (α) να υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη, (β) να έχει προκληθεί ζημιά και (γ) η ζημιογόνα πράξη να έχει τελεστεί κατά την άσκηση των καθηκόντων του λειτουργού ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του[12]. Όλες οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στην παρούσα περίπτωση. Κατάληξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €40.000, ως γενικές αποζημιώσεις. Δεν διακρίνω ιδιαίτερη καθυστέρηση στην προώθηση της απαίτησης της Ενάγουσας. Το ατύχημα συνέβη την 1.2.2010, μέχρι τον Οκτώβριο 2010 υπήρχε ανταλλαγή αλληλογραφίας (Τεκμήρια 2, 3 και 4) μεταξύ του δικηγόρου της Ενάγουσας και του Υπουργείου Παιδείας και η αγωγή καταχωρήθηκε 15.3.2011. Συνεπώς, επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων επιδικάζεται ο εκάστοτε νόμιμος τόκος από 1.2.2010, ήτοι από την ημέρα του επίδικου ατυχήματος[13]. Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €3.876 ως ειδικές αποζημιώσεις. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται ο εκάστοτε νόμιμος τόκος, μειωμένος κατά το ήμισυ από 1.2.2010 μέχρι σήμερα καθώς και νόμιμος τόκος από σήμερα. Τέλος εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €5.000 ως ειδικές αποζημιώσεις που αφορούν το κόστος μελλοντικής χειρουργικής επέμβασης της Ενάγουσας. Επί του ποσού των €5.000 επιδικάζεται νόμιμος τόκος από σήμερα. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................... Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [2]Κουκούνη κ.α. ν A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153 [3] Σχετικές οι Davie v. Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Fourris and another v. R.
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Cybarco Ltd v Silvia Kovascik
(2001)1 A.A.Δ. 2013 [4]Σχετική και η Φοινικαρίδης ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και ElpinikiPanayiotouvGeorghiosKyriakouMavrou
(1979)1 C.L.R. 215 [5]Χαριλάου ν Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460,Fletcher v Autocar Transporters Ltd [1968] 1 All E.R. 726,Constantinou v Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416 [6]Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν Φίλιος Συκοπετρίτης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049, Κώστας Ιακώβου ν Αλέξανδρος Παπαδάκη κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 2079 [7]Paraskevaides (Overseas) Ltd v Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 [8]Φοινικαρίδης κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 [9]Παναγή ν Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669 [10] Ερμογένη Κυριάκου Χριστοδούλου ν Γαωωάνη Περικλέους
(1998)1 Α.Α.Δ. 1122, Παναγιώτη Θεοδούλου ν A. Panayides Contracting Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 2134, Γε΄ψργιος Αντωνίου ν Συνργατικό Ταμιευτήριο Δημοσίων Υπαλλήλων Λευκωσίας Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 37, Αθηνά Βαριάνου ν Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541, Γιουσελή ν Γιωργαλλάς, ECLI:CY:AD:2019:A183, Πολιτική Έφεση 501/2012, ημερομηνίας 14.5.2019. [11] British Transport Commission v Gourley
(1956)A.C. 185, Ηρακλέους ν Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Ηρακλέους ν Ταχύπλοου Σκάφους «Νίκη»
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Αλεξάνδρου ν Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Μαϊττά ν Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 9, Παναγιώτου ν Φραγκίσκου κ.α.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 687, Λοϊζου ν Μουρτζή
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 883, Παναγή κ.α. ν Κακόψιτου κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 839, Ζήνων Μερκής Λτδ ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923 [12] Δημήτρη Κίρζη κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:A182, Πολιτική Έφεση 34/2011, ημερομηνία 19.5.2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ελευθερίας Ζιπίτη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 479 [13] Για το θέμα καθορισμού του τόκου αντλώ καθοδήγηση από την Φοινικαρίδης ν Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ.475. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.