Χρήστος Γαβριήλ Α.Ε.Β.Ε. Αδιάβροχων Υφασμάτων ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αίτησης: 8544/2010, 28/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 8544/2010 Χρήστος Γαβριήλ Α.Ε.Β.Ε. Αδιάβροχων Υφασμάτων Ενάγουσα -και- Κυπριακή Δημοκρατία Εναγόμενη Hμερομηνία: 28 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Μάμαντος. Για την Εναγόμενη: κα Κοτσώνη. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Κατόπιν προκήρυξης διαγωνισμού, και εν τέλει κατακύρωσης σχετικής προσφοράς, συνομολογήθηκε γραπτή σύμβαση μεταξύ της Ενάγουσας εταιρείας με έδρα την Αθήνα, Ελλάδα (στο εξής «η Ενάγουσα») και της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «η Εναγόμενη»), για την κατασκευή και παράδοση από την πρώτη προς την τελευταία 444 σκηνών (3 διαφορετικών μεγεθών - 148 σκηνές για κάθε μέγεθος), ώστε τούτες να τύχουν χρήσης από την εθνική φρουρά, έναντι του συνολικού ποσού των €679.912,00 (στο εξής «η σύμβαση»). Μέρος των όρων της σύμβασης ήταν, πέραν του περιεχομένου αυτής τούτης της γραπτής σύμβασης (τεκμήριο 6), και οι γενικοί όροι του διαγωνισμού (τεκμήρια 1 και 2), καθώς επίσης και οι προδιαγραφές του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς σε σχέση με τις παραγγελθείσες σκηνές (τεκμήριο 39). Η σύμβαση προέβλεπε συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης των σκηνών, καθώς επίσης και κυρώσεις στην περίπτωση που οι σκηνές δεν παραδίνονταν εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Ακόμα, προέβλεπε τη διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων επί των σκηνών, καθώς επίσης και άλλων μακροσκοπικών ελέγχων, ώστε να διαφανεί αν υπήρχαν αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές. Προβλεπόταν, επίσης, και το συμβαλλόμενο μέρος που, σε κάθε περίπτωση, θα επωμιζόταν το κόστος για τη διενέργεια των εργαστηριακών ελέγχων, στη βάση των αποτελεσμάτων των ελέγχων αυτών. Τέλος, στη βάση πάντα των όρων της σύμβασης, παρεχόταν το δικαίωμα στην Εναγόμενη, αν ήθελε διαφανεί ότι οι σκηνές παρουσιάζουν αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές, είτε να αποφασίσει να απορρίψει τούτες, είτε να αποφασίσει να τις αποδεχθεί, πλην όμως με μειωμένη τιμή. Η Ενάγουσα παρέδωσε τις σκηνές με καθυστέρηση 15 ημερών. Κατόπιν δε μακροσκοπικών και εργαστηριακών ελέγχων των σκηνών, η Ενάγουσα θεώρησε ότι οι σκηνές παρουσίαζαν 13, μη ουσιώδεις, αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και ενημέρωσε σχετικά την Ενάγουσα. Οι αιτιάσεις της Εναγόμενης περί αποκλίσεων στην κατασκευή των σκηνών άρχισαν να προβάλλονται πριν την εκπνοή του χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να παραδοθούν οι σκηνές, και τούτο κατόπιν ελέγχων που διενεργήθηκαν επί δείγματος των σκηνών που απέστειλε η Ενάγουσα. Οι δε τελικές σχετικές παρατηρήσεις της Εναγόμενης που θέλουν τις σκηνές να παρουσιάζουν έξι αποκλίσεις που προέκυψαν κατόπιν εργαστηριακών ελέγχων και επτά αποκλίσεις που προέκυψαν κατόπιν μακροσκοπικού δειγματολογικού ελέγχου, απαντούνται στη σχετική έκθεση που ετοιμάστηκε από την Επιτροπή Παραλαβής της Εναγόμενης (τεκμήριο 23). Η Ενάγουσα δεν συμφώνησε με την Εναγόμενη ότι οι σκηνές παρουσίαζαν αποκλίσεις και εξέφρασε τη διαφωνία της, τόσο μέσω σχετικών επιστολών της, όσο και δια ζώσης, μέσω του διευθυντή της, ο οποίος, ως θα φανεί κατωτέρω, ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε, ενόρκως, εκ μέρους της. Παρά ταύτα, η Εναγόμενη, κατόπιν σχετικής απόφασης της Τμηματικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, η οποία, ως προς το ποσοστό της μείωσης και μόνο, διαφοροποίησε τη σχετική προγενέστερη σχετική εισήγηση που είχε γίνει από την Επιτροπή Παραλαβής, αποδέχθηκε τις σκηνές με μειωμένη τιμή, προβαίνοντας, μονομερώς, σε αποκοπή ύψους 6% επί του ποσού της σύμβασης, αποκόπτοντας, έτσι, €40.519,08σ. από την Ενάγουσα. Στη βάση δε των προνοιών της σύμβασης, η Εναγόμενη προέβη σε περαιτέρω αποκοπές για τα ποσά των €13.506,36σ., €2.097,00 και €3.601,00 λόγω, (α) της καθυστέρησης στην παράδοση των σκηνών, (β) για κάλυψη της αξίας της σκηνής που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς διενέργειας των εργαστηριακών ελέγχων και (γ) για τα έξοδα για τη διενέργεια των ελέγχων αυτών, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, με βάση τη μονομερή τιμολόγηση της Εναγόμενης, οι σκηνές παρελήφθησαν από την τελευταία με αποκοπή, από το τίμημα αγοράς, του συνολικού ποσού των €59.723,44σ.. Η ενέργεια αυτή της Εναγόμενης να προβεί στις πιο πάνω αποκοπές για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, χωρίς τη συγκατάθεση και συμφωνία της Ενάγουσας, οδήγησε την τελευταία στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία απαιτεί την πληρωμή του συνολικού αποκοπέντος ποσού. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και στη βάση των διαφόρων ισχυρισμών που προώθησε ο διευθυντής της Ενάγουσας (στη μαρτυρία του οποίου θα επανέλθω κατωτέρω), ο συνήγορος της Ενάγουσας, δια σχετικής ξεκάθαρης δήλωσης του περί εγκατάλειψης της όποιας απαίτησης της αναφορικά με τις τρεις τελευταίες αποκοπές, περιόρισε την απαίτηση της μόνο στο ποσό των €40.519,08σ., που αφορά στην αποκοπή του 6% του ποσού της σύμβασης στη βάση, κατ' ισχυρισμό, αποκλίσεων. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, ως προς το μόλις πιο πάνω δικαίωμα της Εναγόμενης να αποφασίσει να αποδεχθεί τις σκηνές (παρά την όποια ενδεχομένως απόκλιση τους από τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές) με μειωμένη τιμή, τούτο δεν αμφισβητείται από την Ενάγουσα, πλην όμως, παρατηρείται πλήρης σύγκρουση στις μεταξύ μερών θέσεις, (α) ως προς το κατά πόσο η σύμβαση επέτρεπε στην Εναγόμενη να παραλάβει τις σκηνές και μονομερώς να προβεί σε αποκοπή μέρους του τιμήματος πώλησης τους, ανεξαρτήτως της όποιας σχετικής θέσης της Ενάγουσας, και (β) ως προς τους παράγοντες που επείχαν σημασίας για τον προσδιορισμό του εύρους της σχετικής μείωσης. Κατά συνέπεια, μοναδικά επίδικα ζητήματα στην παρούσα αγωγή είναι τα ακόλουθα: (α) κατά πόσο ορθά η Εναγόμενη κατέληξε ότι οι σκηνές παρουσίαζαν αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές, (β) στην περίπτωση που η απάντηση στο (α) είναι καταφατική, κατά πόσο η Εναγόμενη είχε δικαίωμα, στη βάση των όρων της σύμβασης, να αποδεχθεί τούτες και να προβεί μονομερώς σε αποκοπή ποσού από τη σύμβαση, και (γ) στην περίπτωση που απάντηση στο (β) είναι καταφατική, κατά πόσο το εύρος της αποκοπής αναγόταν στη διακριτική ευχέρεια της Εναγόμενης και μόνο ή αν θα έπρεπε να είναι άρρηκτα εξαρτημένο από το όποιο, ενδεχομένως, κόστος εξοικονόμησε η Ενάγουσα, ή την όποια, ενδεχομένως, ζημιά υπέστη η Εναγόμενη συνεπεία των αποκλίσεων. Η εκδοχή της Ενάγουσας Κατά την Ενάγουσα, όσες παρατηρήσεις έγιναν από την Εναγόμενη κατά τη διενέργεια ελέγχων επί των δειγμάτων που απέστειλε η πρώτη και οι οποίες αφορούσαν σε μη αμφισβητούμενες αποκλείσεις, διορθώθηκαν και ενημερώθηκε σχετικά η Εναγόμενη. Σε ότι δε αφορά στις τελικές σχετικές αιτιάσεις της Εναγόμενης (βλ. τεκμήριο 23), η Ενάγουσα θεωρεί τούτες αβάσιμες και λανθασμένες. Προωθεί δε σχετική επιχειρηματολογία που θέλει, (α) τις παραδοθείσες σκηνές να έχουν κατασκευαστεί στη βάση των συμφωνηθεισών, μεταξύ των μερών, προδιαγραφών και (β) την Εναγόμενη, τουλάχιστον σε σχέση με τον εργαστηριακό έλεγχο περί αδιαβροχίας των σκηνών, να χρησιμοποιεί μη συμφωνηθείσα μέθοδο, η οποία δεν περιλαμβάνει σιδέρωμα των σκηνών μετά από τρεις πλύσεις, σιδέρωμα, το οποίο αν γινόταν δεν θα προέκυπτε οποιοδήποτε ζήτημα αδιαβροχίας. Διαζευκτικά η Ενάγουσα προβάλλει ότι, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι σκηνές παρουσίαζαν αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές και η Εναγόμενη επιθυμούσε να εξασκήσει το δικαίωμα της για αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή, όφειλε να υποβάλει σχετική απαίτηση προς την ίδια και να επιδιώξει τη συγκατάθεση της για καταβολή μειωμένης τιμής. Αν η Ενάγουσα, αποδεχόταν την απαίτηση της Εναγόμενης, τότε το όλο ζήτημα θα τέλειωνε εκεί. Διαφορετικά, πάντα κατά την Ενάγουσα, θα έπρεπε η Εναγόμενη να καταβάλει όλο το ποσό της σύμβασης και ακολούθως να απαιτήσει, αν αυτό θεωρούσε ορθό, επιστροφή χρημάτων στη βάση της όποιας ζημιάς υπέστηκε λόγω των επικαλούμενων αποκλίσεων. Η εκδοχή της Εναγόμενης Η Εναγόμενη θεωρεί όλες, ανεξαιρέτως, τις αναγραφόμενες επί του τεκμηρίου 23 παρατηρήσεις περί αποκλίσεων των σκηνών ορθές και ως επιβεβαιωμένες στη βάση των μακροσκοπικών και εργαστηριακών ελέγχων που διενήργησε, έλεγχοι οι οποίοι διενεργήθηκαν στη βάση των σχετικών όρων της σύμβασης. Θεωρεί επίσης ότι, οι αποκλίσεις αυτές δεν ήταν ουσιώδεις ώστε να απορρίπτονταν οι σκηνές, αλλά ήταν τέτοιας μορφής, που επέτρεπαν την παραλαβή τους με μειωμένη τιμή στη βάση υπολογισμού που επαφιόταν στην ίδια αποκλειστικά. Η δε αποκοπή, ορθώς διενεργήθηκε μονομερώς από την Εναγόμενη δια της έκδοσης σχετικού πιστοποιητικού στο οποίο καταγράφηκε η αποκοπή και ορθώς καταβλήθηκε στην Ενάγουσα ποσό χαμηλότερο από το ποσό της σύμβασης. Ακροαματική διαδικασία Από πλευράς Ενάγουσας, προς υποστήριξη της αγωγής (ως σημειώθηκε ήδη), κατέθεσε ενόρκως μόνο ο διευθύνων σύμβουλος της XXXXX Γαβριήλ (ΜΕ1), ενώ από πλευράς της Εναγόμενης, για αναχαίτιση της αγωγής, ο XXXXX Αγαθοκλέους (ΜΥ1), ο XXXXX Ψημολοφίτης (ΜΥ2) και ο XXXXX Δημητρίου (ΜΥ3). Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Πιο κάτω, θα παρατεθούν συνοπτικά οι θέσεις των μαρτύρων που παρέλασαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την αποκοπή του ποσού των €40.519,08σ., μιας και αυτό είναι το βασικό ζήτημα που εδώ απασχολεί. ΜΕ1 Ο ΜΕ1, αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό αποκλίσεις που παρουσίαζαν οι σκηνές (βλέπε τεκμήριο 23), ισχυρίστηκε, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ως προς την κατ' ισχυρισμό απόκλιση που προέκυψε κατόπιν εργαστηριακού ελέγχου σε σχέση με την αδιαβροχία των σκηνών προέβαλε τη θέση ότι, το εργαστήριο το οποίο προέβη στον έλεγχο αδιαβροχίας επί του υφάσματος των σκηνών, εφάρμοσε, κατόπιν σχετικής εντολής υπαλλήλων της Εναγόμενης, μέθοδο που δεν προβλεπόταν από τους όρους της σύμβασης και τούτο χωρίς την όποια γνώση ή συγκατάθεση της Ενάγουσας. Ως ισχυρίστηκε, η μέθοδος που ακολουθήθηκε για σκοπούς της διενέργειας των προβλεπόμενων από τη σύμβαση τριών πλύσεων των σκηνών, δεν περιλάμβανε σιδέρωμα τους μετά τις πλύσεις, με αποτέλεσμα, κατά τους μετέπειτα ελέγχους που διενεργήθηκαν να παρουσιαστούν αποτελέσματα, που κατ' ισχυρισμό της Εναγόμενης αποκλίνουν των ορίων αδιαβροχίας που συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων. Κατά το ΜΕ1, αν, μετά τις πλύσεις, η σκηνή σιδερωνόταν, τότε θα προέκυπτε θερμοφιξάρισμα, το οποίο θα είχε, ως συνέπεια, την επαναφορά της όποιας αδιαβροχίας χάθηκε λόγω των πλύσεων. Ως προς τις λοιπές, αναγραφόμενες επί του τεκμηρίου 23, κατ' ισχυρισμό αποκλίσεις που προέκυψαν κατόπιν των εργαστηριακών ελέγχων, ο ΜΕ1 δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Αναφορικά, τώρα με τις κατ' ισχυρισμό αποκλίσεις που προέκυψαν κατόπιν μακροσκοπικού ελέγχου, ως τούτες, πάντα, καταγράφονται στο τεκμήριο 23, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: Ως προς τους πασσάλους και των επ' αυτών επικολλημένων αγκίστρων ισχυρίστηκε ότι, οι συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές, ως τούτες απαντούνται στο τεκμήριο 39, δεν είναι διαφωτιστικές του τρόπου που πρέπει να γίνει η επικόλληση, και ότι το ζητούμενο δεν είναι η εικόνα που παρουσιάζει η κόλληση, αλλά η αντοχή της, στη βάση της χρήσης που αναμένεται να γίνει επί τούτων. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, όπως και αν κτυπηθούν οι εν λόγω πάσσαλοι ώστε να καρφωθούν στο έδαφος για σκοπούς συγκράτησης της σκηνής, δεν υπάρχει πιθανότητα τα άγκιστρα να αποκολληθούν, και κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα οποιασδήποτε απόκλισης. Όσον τώρα αφορά στο μήκος του εμπρόσθιου και του οπίσθιου καλύμματος των σκηνών, χωρίς να απορρίψει τη θέση της Εναγόμενης ότι τούτα είναι μικρότερου μήκους από ότι υποδεικνύεται στις προδιαγραφές, προέβαλε τη θέση ότι, το περιορισμένο μήκος τους οφείλεται στο γεγονός ότι επί των πλευρών αυτών βρίσκονται και οι θύρες εισόδου της σκηνής, επί των οποίων, στο κάτω σημείο τους, υπάρχει ταινία μήκους 5 εκ. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι, αν η πρόσθια και η οπίσθια πλευρά της σκηνής κατασκευαζόταν ως οι προδιαγραφές, τότε το άσηπτο μέρος της σκηνής θα ακουμπούσε στο έδαφος με αποτέλεσμα τα όμβρια ύδατα να εισχωρούσαν εντός της συγκόλλησης. Αναφορικά τώρα με την παρατήρηση της Εναγόμενης περί μη τοποθέτησης ταινιών συγκράτησης του καλύμματος των κιβωτίων των σκηνών και παρελκόμενων τους, ο ΜΕ1 αποδέχθηκε την απόκλιση αυτή, πλην όμως προέβαλε τη θέση ότι η λύση που έδωσε η Ενάγουσα στο πρόβλημα είναι καλύτερη από την προβλεπόμενη, μιας και, ανάλογα με το υλικό που θα κατασκευάζονταν οι ταινίες συγκράτησης (αν ακολουθείτο η σχετική υπόδειξη των προδιαγραφών), τούτες (οι ταινίες), θα είχαν και συγκεκριμένο χρόνο ζωής, αφού θα τυγχάνουν αδιαμφισβήτητης φθοράς λόγω της έκθεσής τους στις καιρικές συνθήκες, σκόνη και υγρασία. Από την άλλη, σύμφωνα πάντα με το ΜΕ1, η ενέργεια της Ενάγουσας να τοποθετήσει ειδικό μηχανισμό («ΣΤΟΠ»), ο οποίος συγκρατεί τα καλύμματα των κιβωτίων, σε άνοιγμα γωνίας 90 μοιρών, επιφέρει το ποθητό αποτέλεσμα χωρίς το κίνδυνο φθοράς και κατά συνέπεια πρόκειται για καλύτερη λύση και επ' ουδενί δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόκλιση και/ή εκτροπή από τα συμφωνηθέντα. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να ασφαλίζουν τα καλύμματα των κιβωτίων, τόσο των σκηνών, όσο και των σωλήνων και μεταλλικών παρελκόμενων, ο ΜΕ1 θεωρεί ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απόκλιση από τις προδιαγραφές. Προβάλλει, συναφώς, τη θέση ότι, στις αναφερόμενες στις προδιαγραφές «κλειδαριές», δεν πρέπει να αποδοθεί η ερμηνεία «λουκέτα», ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, αλλά «κλείστρα», ως το εξέλαβε και η Ενάγουσα, και στη βάση τούτης της αντίληψης, ορθώς η τελευταία τοποθέτησε επί των κιβωτίων, για σκοπούς ασφάλισής τους, κλείστρα που δεν έχουν ειδικό μηχανισμό που ελέγχεται με κλειδί. Είναι η σχετική θέση του ΜΕ1 ότι, αν η Εναγόμενη με την αναφορά στις προδιαγραφές σε «κλειδαριές» εννοούσε λουκέτα, όφειλε, με δεδομένη, ως ισχυρίστηκε, τη διαφορετική αντίληψη ενός ελλαδίτη, έναντι ενός κύπριου, αναφορικά με την έννοια της λέξης «κλειδαριά», να διευκρινίσει τούτο προς την Ενάγουσα ώστε να μην προκύψει το ζήτημα που εν τέλει προέκυψε. Εν πάση περιπτώσει, τα κλείστρα που τοποθετήθηκαν ασφαλίζουν επαρκώς τα καλύμματα επί του κυρίως σώματος των κιβωτίων. Ως προς τον ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι το ύφασμα του κρασπέδου των σκηνών έχει πλάτος μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στις προδιαγραφές και ότι τούτο αποβαίνει εις βάρος των λοιπών υφασμάτινων μερών της σκηνής, καθώς επίσης και ότι οι αγκώνες και οι σύνδεσμοι τύπου Τ των σκηνών δεν παρουσιάζουν επιμελή χυτότητα σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές και ότι αρκετά αναγκαία μικρά κομμάτια δεν παραδόθηκαν, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, αφενός, ότι, η τοποθέτηση υφάσματος κρασπέδου μεγαλύτερου από το προβλεπόμενο έγινε για σκοπούς μεγαλύτερης ασφάλειας των σκηνών από τις βροχοπτώσεις και αφετέρου, ότι, οι όποιες αποκλίσεις παρουσιάζονται σε σχέση με τους συνδέσμους και τους αγκώνες, ενδεχομένως να αφορούν σε μια και μόνο σκηνή και ότι, τυχόν καλύτερος σχετικός έλεγχος από πλευράς της Εναγόμενης θα διακρίβωνε ότι τα παρελκόμενα των υπόλοιπων σκηνών δεν παρουσιάζουν τις κατ' ισχυρισμό αποκλίσεις. Είναι στη βάση όλων των ανωτέρω, που ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι λανθασμένα η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι υπάρχουν αποκλίσεις που δικαιολογούν αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή. Όλες οι πιο πάνω θέσεις του ΜΕ1, είτε προβλήθηκαν μέσω της δια ζώσης μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε προβάλλονται μέσα από τις κατά καιρούς αποσταλείσες επιστολές της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, οι οποίες κατατέθηκαν, εκ συμφώνου, ως τεκμήρια και το περιεχόμενό τους υιοθετήθηκε από το ΜΕ
- ΜΥ1 Ο ΜΥ1, στη βάση των προνοιών της ΚΔΠ 115/04 (η οποία ίσχυε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο), καθώς επίσης και του Άρθρου 8.12 της σύμβασης (τεκμήριο 6), του οποίου οι πρόνοιες είναι πανομοιότυπες με τον κανονισμό 23 της ΚΔΠ 115/04, προβάλλει τη θέση ότι ορθώς η Επιτροπή Παραλαβής, της οποίας ήταν μέλος, εισηγήθηκε την αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή κατά 10% του τιμήματος πώλησης. Περαιτέρω ανέφερε ότι, η τελική απόφαση για αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή στο 6% επί του τιμήματος πώλησης, αντί στο 10% που εισηγήθηκε η Επιτροπή Παραλαβής, λήφθηκε από την Τμηματική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων, στην οποία παραπέμφθηκε η σχετική εισήγηση της Επιτροπής Παραλαβής. Όσον τώρα αφορά στις διάφορες παρατηρήσεις της Εναγόμενης περί αποκλίσεων των επίδικων σκηνών, οι θέσεις του μάρτυρα, συνοπτικά, είναι οι ακόλουθες: Αναφορικά με την επικόλληση των αγκίστρων επί των πασσάλων των σκηνών, αποδέχθηκε ότι οι συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές δεν υποδεικνύουν τον τρόπο που θα έπρεπε να γίνει τούτη. Χαρακτήρισε, ωστόσο, τις επίδικες επικολλήσεις ως μη επιμελώς διενεργηθείσες στη βάση του ότι τα αγκίστρια επικολλήθηκαν μόνο σε 2 - 3 σημεία επί του πασσάλου. Ως προς τη στερεότητα των πασσάλων και την όποια επίδραση επ' αυτής λόγω του τρόπου επικόλλησης των αγκίστρων, τίποτε δεν αναφέρθηκε από πλευράς του ΜΥ
- Αναφορικά με το σύστημα «ΣΤΟΠ» που τοποθέτησε η Ενάγουσα για σκοπούς συγκράτησης του καλύμματος των κιβωτίων, ο ΜΥ1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τούτο να έχει καλύτερα αποτελέσματα από ότι θα είχαν οι προδιαγραφόμενες ταινίες, προβάλλοντας ωστόσο τη θέση ότι, τέτοιο σύστημα δεν προβλεπόταν από τις προδιαγραφές, οι οποίες προνοούσαν ρητά την τοποθέτηση ταινιών. Ως προς τη θέση της Εναγόμενης ότι οι αγκώνες και οι σύνδεσμοι των σκηνών είναι ελαττωματικοί, απλά επανέλαβε τη θέση αυτή αναφέροντας τις παρατηρηθείσες σχετικές αποκλίσεις. Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με την παρατήρηση που θέλει τα εμπρόσθια και οπίσθια μέρη των σκηνών να είναι κοντύτερα από ότι τα προδιαγραφόμενα. Επί του τελευταίου, ωστόσο, πρόσθεσε ότι, ανεξαρτήτως του λόγου που η Ενάγουσα επέλεξε να κατασκευάσει τα μέρη αυτά κοντύτερα, δεν παύει, οι σκηνές να κατασκευάστηκαν κατ' απόκλιση από τις σχετικές προδιαγραφές. Ως προς τον τρόπο ασφάλισης των καλυμμάτων επί του κυρίως σώματος των κιβωτίων ισχυρίστηκε ότι, η αναφορά στις προδιαγραφές σε «κλειδαριές» δεν αφορούσε σε κλείστρα, ως η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αντελήφθη, αλλά σε «τσακροκλειδωνιές» και δη λουκέτα, και κατά συνέπεια η μη τοποθέτηση τέτοιων λουκέτων ισοδυναμεί με απόκλιση από τις σχετικές προδιαγραφές. Ως προς το πλάτος του υφάσματος του κρασπέδου, ήταν η θέση του ότι επωφελήθηκε η Ενάγουσα, καθότι χρησιμοποίησε ύφασμα σκηνής κατά 5εκ. μικρότερο. Τέλος, όσον αφορά στην αδιαβροχία, ο ΜΥ1 αποδέχθηκε ότι η μέθοδος BS4736 που χρησιμοποιήθηκε για τις τρεις πλύσεις των σκηνών δεν προβλέπεται από τη σύμβαση των μερών, και πρόσθεσε ότι τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων για την αδιαβροχία των σκηνών ήταν εντός των επιτρεπόμενων ορίων, παράγοντας που συνέδραμε ουσιωδώς στην απόφαση να εισηγηθούν την αποδοχή των σκηνών. Όσον δε αφορά στην τελική θέση της Επιτροπής Παραλαβής να εισηγηθεί την αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή κατά 10% του τιμήματος αγοράς, ισχυρίστηκε ότι τούτη είναι ορθή με γνώμονα τον μεγάλο αριθμό, αλλά και σημαντικότητα, των αποκλίσεων. Χαρακτηριστικά ισχυρίστηκε ότι, αν η Ενάγουσα διόρθωνε τις τρεις αποκλίσεις που τις υπέδειξε στα αρχικά στάδια της σύμβασης η Επιτροπή Αξιολόγησης (όταν ελέγχθηκε δείγμα της σκηνής που απέστειλε η Ενάγουσα), τότε η Επιτροπή Παραλαβής, στην οποία συμμετείχε, θα εισηγείτο αποδοχή των σκηνών με μείωση 6% - 7% παρά 10% που εισηγήθηκε και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι επί αυτών των ποσοστών που «θα διαπραγματεύετουν η Επιτροπή Παραλαβής». Μια άλλη σχετική αναφορά του, ενδεικτική της θέσης του μάρτυρα ότι η τελική εισήγηση για μείωση της τάξης του 10% εξαρτήθηκε πρωτίστως στη βάση του αριθμού των αποκλίσεων, είναι και η ακόλουθη: «...αν είχα τις μισές αποκλίσεις δεν θα πήγαινα στο 10, θα πήγαινα στο 5, τουλάχιστον η Επιτροπή Παραλαβής». ΜΥ2 Ο ΜΥ2 είναι ο διευθυντής της εταιρείας/εργαστηρίου που διενήργησε τους εργαστηριακούς ελέγχους επί των σκηνών κατόπιν σχετικής εντολής της Εναγόμενης. Επί του τεκμηρίου 23, αναγνώρισε την καταγραφή των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών ελέγχων που διενήργησε. Ερωτηθείς αναφορικά με τη μέθοδο BS4736, η οποία εφαρμόστηκε για σκοπούς διενέργειας των τριών πλύσεων των σκηνών στα πλαίσια του ελέγχου ως προς την αδιαβροχία τους, συμφώνησε ότι τούτη (η μέθοδος) δεν προβλέπεται στη σύμβαση. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, στα πλαίσια της εντολής της Εναγόμενης για διενέργεια ελέγχου αδιαβροχίας των σκηνών, δεν υποδεικνυόταν η μέθοδος που θα έπρεπε να εφαρμοστεί για τις τρεις αναγκαίες πλύσεις, και συνεπεία τούτου, αφού πρώτα ενημέρωσε την Εναγόμενη περί του ότι μόνο δύο μεθόδους χρησιμοποιεί για σκοπούς διενέργειας των πλύσεων, μεταξύ των οποίων και η υπό συζήτηση, έλαβε εντολή από την Εναγόμενη όπως οι πλύσεις διενεργηθούν με την ρηθείσα μέθοδο, για την οποία ανέφερε ότι, σε σύγκριση με την έτερη σχετική μέθοδο πλύσης, τούτη ήταν «προς όφελος του κατασκευαστή». Κρίνω φυσικά αναγκαίο να σημειώσω ότι, ο ΜΥ2, με τη σχετική μαρτυρία του, δεν διαφώτισε ως προς το κατά πόσο η έτερη μέθοδος εμπεριείχε και σιδέρωμα των σκηνών, μετά το στέγνωμά τους, σιδέρωμα, το οποίο δεν προβλεπόταν στη μέθοδο BS4736 που εφαρμόστηκε. Όσον τώρα αφορά στα αποτελέσματα των λοιπών εργαστηριακών ελέγχων και ειδικότερα εκείνων που θέλουν κάποια εκ των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των σκηνών να παρουσιάζουν αποκλίσεις από τις συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές (βλ. τις υπ' αριθμόν 2 μέχρι 6 σχετικές παρατηρήσεις, στη σελίδα 2, του τεκμηρίου 23), υιοθέτησε πλήρως τούτες και δεν αντεξετάστηκε σχετικά. MY3 Ο ΜΥ3 ήταν μέλος της Τμηματικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, η οποία και πήρε την τελική απόφαση για αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή της τάξης του 6% επί του τιμήματος αγοράς. Κατά το ΜΥ3, ένας από τους λόγους που οδήγησε την επιτροπή να περιορίσει τη μείωση στο 6%, αντί του 10% που εισηγήθηκε η Επιτροπή Παραλαβής, ήταν και το γεγονός ότι, αν η επιτροπή του εισηγείτο μείωση πέραν του 6%, το όλο ζήτημα θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε άλλη επιτροπή (Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων) με αποτέλεσμα η τελική απόφαση να λαμβανόταν μετά πάροδο ενός - δύο μηνών, γεγονός που θα απόβαινε εις βάρος της Ενάγουσας. Στη βάση της μόλις πιο πάνω σκέψης, αλλά και γενικότερα της καθυστέρησης που θα παρατηρείτο στην καταβολή της πληρωμής προς την Ενάγουσα, η Τμηματική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων θεώρησε ορθό να εισηγηθεί μείωση 6% αντί 10%. Σημαντικός παράγοντας που συνυπολογίστηκε για την απόφαση αυτή, ήταν και το επουσιώδες όλων, πλην μιας, των αποκλίσεων που παρουσίαζαν οι επίδικες σκηνές. Ως απόκλιση που δεν χαρακτηρίζεται ως επουσιώδης, υπέδειξε την απόκλιση της αδιαβροχίας. Ως ισχυρίστηκε, η απόκλιση της αδιαβροχίας, σε συνδυασμό με κάποιες εκ των λοιπών επουσιωδών αποκλίσεων, συνεπεία των οποίων, ωστόσο, η Ενάγουσα εξοικονόμησε κόστος, ήταν η βασικοί λόγοι που οδήγησαν την Τμηματική Επιτροπή Απαιτήσεων και Αλλαγών να εισηγηθεί, ως τελική απόφαση, την αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή κατά 6%. Ερωτηθείς να προσδιορίσει γιατί το ποσοστό αποκοπής περιορίστηκε στο 6% και δεν ήταν μικρότερο ή μεγαλύτερο, παρέπεμψε στις προηγούμενες απαντήσεις του και στη βασική του θέση ότι, δια κάποιων εκ των αποκλίσεων, ανεξαρτήτως του ουσιώδους ή μη τούτων, η Ενάγουσα εξοικονόμησε κόστος, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίσει σε αξία ή άλλως πως το κόστος που θεωρεί ότι εξοικονομήθηκε από την Ενάγουσα. Κατά την αντεξέτασή του, βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση ότι στη βάση των όρων της σύμβασης δεν επιτρεπόταν στην Εναγόμενη να προχωρήσει, μονομερώς, στην επίδικη αποκοπή χρημάτων από την Ενάγουσα, ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε κατόπιν σχετικών οδηγιών του Γενικού Λογιστηρίου και του Γενικού Εισαγγελέα, οι οποίοι, σε σχέση με παραλαβές προϊόντων, έδωσαν οδηγίες όπως η όποια σχετική απαίτηση της Εναγόμενης να αποκόπτεται από το τιμολόγιο. Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει κατά πόσο η Ενάγουσα γνώριζε ή της γνωστοποιήθηκαν οι σχετικές οδηγίες του Γενικού Λογιστηρίου και του Γενικού Εισαγγελέα, απάντησε «δεν μπορώ να απαντήσω». Σε υπόδειξη που του έγινε από το συνήγορο της Ενάγουσας ότι ο κανονισμός 23 της Κ.Δ.Π. 115/04 και η πανομοιότυπη με αυτό διατύπωση που παρατηρείται στο Άρθρο 8.12 της σύμβασης δεν επιτρέπουν την επίδικη αποκοπή που έγινε από πλευράς της Εναγόμενης, επανέλαβε ότι τούτη (η αποκοπή), έγινε κατόπιν των οδηγιών στις οποίες αναφέρθηκε προηγουμένως. Νομική Πτυχή Αναφορικά με την ερμηνεία όρων σύμβασης, στην υπόθεση Liberty Life Insurance Ltd v. Άντρη Μιχαήλ κ.α., Πολ. Εφ. 88/2010, απόφαση ημερομηνίας 6/3/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων, προκειμένου να επέλθει λύση της επίδικης διαφοράς, επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου· είναι μια άσκηση με αμιγώς νομικό χαρακτήρα. Υπάρχει δε, συναφώς, πάντοτε κατά νου ότι μια γραπτή συμφωνία περιέχει τα συμφωνηθέντα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κατά το χρόνο σύναψής της· αντανακλούν την κοινή πρόθεσή τους αναφορικά με το αντικείμενό της. ΄Οταν, στη συνέχεια, κατά την εκτέλεση της συμφωνίας, προκύψει διαφορά ως προς τη σημασία κάποιων όρων της, κριτής αυτής είναι ο ουδέτερος αναγνώστης του κειμένου της. Εφόσον δε η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ο αρμόδιος για την εκδίκαση της υπόθεσης δικαστής, εφαρμόζοντας καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας εγγράφων συμφωνιών. Ο συνήθης κανόνας, ο οποίος μπορεί να οδηγήσει και σε συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει, στους επίδικους όρους μιας συμφωνίας, οποιαδήποτε ασάφεια ή δυσκολία στην αντίληψη της σημασίας τους, συνίσταται στην απόδοση σ' αυτούς της συνήθους λεξικολογικής σημασίας, δηλαδή της σημασίας την οποία αυτοί φέρουν όταν χρησιμοποιούνται στην καθομιλουμένη, (βλ. Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβ. Αποχετεύσεων Λ/σίας
(1999)1 Α.Α.Δ. 630, Pell FrischmannCons. Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 33, Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058 και Maison Jenny Ltd ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156).» Χρήσιμο, ακόμα, κρίνεται, να παρατεθούν και οι νομολογιακές αρχές σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[1], και τούτο συνεπεία της νομικής βάσης της παρούσας αγωγής και δη της επικαλούμενης από την Ενάγουσα παράβαση συμφωνίας από πλευράς της Εναγομένης. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά την ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά την λογική πρόβλεψη, κατά τον χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι η «έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Αξιολόγηση μαρτυρίας Είναι καλά γνωστή στο Δικαστήριο η καθιερωμένη νομολογιακή αρχή που θέλει την αξιολόγηση των μαρτύρων να διενεργείται τμηματικά και όχι συλλήβδην. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι, στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί ευκόλως να διενεργηθεί η αξιολόγηση και για τους τέσσερις μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως χωρίς να καθίσταται ανάγκη να εξετάζεται η μαρτυρία ενός εκάστου ξεχωριστά. Και τούτο γιατί, και οι τέσσερις μάρτυρες, αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση (με εξαίρεση ένα γεγονός στο οποίο θα αναφερθώ ειδικά κατωτέρω), είπαν την αλήθεια ως ακριβώς την αντιλαμβάνονταν. Έτσι, δε, αντιμετωπίστηκαν και από το/την συνήγορο που τους αντεξέταζε. Αυτή είναι και η εικόνα που αποκόμισα έχοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, την ετοιμότητά τους να απαντήσουν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τη σαφήνεια των σχετικών θέσεών τους, αλλά και το γεγονός ότι, ως επί το πλείστον, η μαρτυρία και των τεσσάρων αυτών μαρτύρων, επί των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, υποστηρίζεται και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, εκ συμφώνου, ενώπιον του Δικαστηρίου. Η βασική διαφωνία τους, παρατηρείται στην ερμηνεία που έκαστος δίδει αναφορικά με τα συμφωνηθέντα των δύο πλευρών, και ειδικότερα σε σχέση με τα συμβατικά δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις εκάστου διαδίκου και όχι αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα της αγωγής. Μοναδική διαφωνία επί γεγονότος, παρατηρείται στο κατά πόσο, κατά την παρουσία του ΜΕ1 στην Κύπρο, και την εκεί συναρμολόγηση και ανάρτηση της σκηνής για σκοπούς ελέγχου, τούτη στερεώθηκε επί χώματος (ως εισηγείται η πλευρά της Εναγόμενης), ή επί δαπέδου κατασκευασμένου από μπετόν (ως εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας). Αν και επί τούτου, είναι με μεγάλη ευκολία που καταλήγω ότι προτιμώ τη σχετική εκδοχή που προέβαλε ο ΜΥ1, και τούτο λόγω της πλήρους σαφήνειας και σταθερότητας που χαρακτήριζαν τις σχετικές αναφορές του, σε αντιδιαστολή με τις γενικές, ασαφείς και αόριστες σχετικές τοποθετήσεις του ΜΕ1, ο οποίος τελούσε, σε κάποιες στιγμές και υπό σύγχυση ως προς το κατά πόσο ήταν ή όχι παρών κατά τη συναρμολόγηση και ανάρτηση της σκηνής στην Κύπρο, εντούτοις θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία (για τη κρίση επί της αγωγής) η επιλογή μιας εκ των δύο αυτών εκδοχών. Και τούτο γιατί, οι λοιπές σχετικές αναφορές του ΜΥ1 παρέμειναν αναντίλεκτες, μιας και δεν έτυχε επί τούτων αντεξέτασης, ούτε και παρουσιάστηκε από πλευράς της Ενάγουσας αντίθετη ή έστω απλά συγκρουόμενη με αυτές μαρτυρία. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις αναντίλεκτες αυτές θέσεις του ΜΥ1, η Ενάγουσα κλήθηκε δεόντως να παρουσιαστεί, πριν την τελική παράδοση των σκηνών, κατά τη συναρμολόγηση και ανάρτηση δειγμάτων σκηνών ώστε να διενεργηθούν μακροσκοπικοί έλεγχοι και να υποδειχθούν στην Ενάγουσα οι παρατηρήσεις της Εναγόμενης, και παρά τη ειδοποίηση αυτή, κανένας, από πλευράς της πρώτης, δεν παρουσιάστηκε. Έτσι, ο σχετικός έλεγχος διενεργήθηκε στην απουσία της Ενάγουσας και οι σκηνές που ελέγχθηκαν στερεώθηκαν επί του χώματος. Η δε συναρμολόγηση και ανάρτηση της σκηνής στην οποία παρών ήταν ο ΜΕ1, έγινε κατόπιν της παραλαβής όλων των σκηνών από την Εναγόμενη, και δη μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης, και μόνο για σκοπούς υπόδειξης προς το ΜΕ1 των κατ' ισχυρισμό της Εναγόμενης αποκλίσεων που παρουσίαζαν οι σκηνές, αποκλίσεις οι οποίες διαφάνηκαν κατόπιν του αρχικού μακροσκοπικού ελέγχου, στον οποίο η Ενάγουσα δεν παρευρέθηκε. Κατά συνέπεια, η θέση του ΜΥ1 ότι κατά τους πρώτους αυτούς ελέγχους, η συναρμολόγηση και ανάρτηση της σκηνής έγινε με στερέωσή τους επί χώματος, παρέμεινε αναντίλεκτη. Το δε γεγονός ότι, κατά το δεύτερο μακροσκοπικό έλεγχο, στον οποίο παρών ήταν και ο ΜΕ1, τα αποτελέσματα ήταν τα ίδια με αυτά του πρώτου, ευκόλως με οδηγεί στην κρίση ότι η σκηνή, κατά την παρουσία του ΜΕ1, συναρμολογήθηκε και στερεώθηκε επί χωμάτινης επιφάνιας, ως και κατά τον πρώτο μακροσκοπικό έλεγχο. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, προβαίνω στα πιο κάτω τελικά ευρήματα σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα γεγονότα. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης η Ενάγουσα απέστειλε ένα δείγμα εκάστου μεγέθους των επίδικων σκηνών προς την Εναγόμενη ώστε τούτα να ελεγχθούν μακροσκοπικά αλλά και εργαστηριακά. Το μακροσκοπικό έλεγχο που διενεργήθηκε επί των ρηθέντων δειγμάτων, η Ενάγουσα, παρά το ότι ειδοποιήθηκε σχετικά, δεν απέστειλε εκπρόσωπό της για να τον παρακολουθήσει. Ως αποτέλεσμα των ελέγχων αυτών, η Εναγόμενη θεώρησε ότι οι σκηνές παρουσίαζαν συνολικά 13 αποκλίσεις, εκ των οποίων οι 7 διεφάνησαν κατόπιν μακροσκοπικού ελέγχου, ενώ οι λοιπές 6 κατόπιν του εργαστηριακού ελέγχου, και κατέγραψε τούτες επί του τεκμηρίου 23. Ως προς τις 5 εκ των 6 αποκλίσεων που προέκυψαν κατόπιν του εργαστηριακού ελέγχου, ενόψει μη αμφισβήτησής τους και μη προβολής από πλευράς της Ενάγουσας οποιασδήποτε θέσης που να θέτει τούτες εν αμφιβόλω, κρίνω ότι αυτές (οι αποκλίσεις), όντως παρουσιάζονταν επί των υλικών με τα οποία κατασκευάστηκαν οι σκηνές. Ως προς την 6η τέτοια απόκλιση, και δη αυτή της αδιαβροχίας, με κάθε σεβασμό προς την αντίθετη θέση της Εναγόμενης, είμαι της γνώμης ότι τούτη δεν αποδείχθηκε. Και τούτο γιατί, για να προκύψουν τα σχετικά εργαστηριακά αποτελέσματα, χρησιμοποιήθηκε μέθοδος η οποία δεν προνοείτο στη σύμβαση, και για την εφαρμογή της οποίας δεν ενημερώθηκε η Ενάγουσα ούτε και επιδιώχθηκε η συγκατάθεσή της. Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, η σχετική θέση του ΜΕ1 (πρόσωπο με πολυετή πείρα στην κατασκευή σκηνών ως οι επίδικες) ότι, αν οι σκηνές, μετά τις τρεις πλύσεις και το στέγνωμά τους, σιδερώνονταν. τότε τούτες θα θερμοφιξαρίζονταν και το υλικό της αδιαβροχίας θα επανερχόταν στην επιφάνειά τους προτού υποβληθούν στο αναγκαίο spray test (το οποίο θα έδιδε και τα τελικά αποτελέσματα της αδιαβροχίας), δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης. Κατά συνέπεια, εν απουσία σχετικού όρου στη σύμβαση ως προς τον τρόπο και/ή μέθοδο υπό την οποία θα έπρεπε να διενεργηθούν οι, κατά τα άλλα, υποχρεωτικές τρεις πλύσεις των σκηνών προτού τεθούν υπό το spray test, και με δεδομένη την επιλογή της σχετικής μεθόδου από πλευράς της Εναγόμενης, μονομερώς, και δη χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, και τέλος, με δεδομένη την πιο πάνω αναντίλεκτη θέση του ΜΕ1 ως προς το θερμοφιξάρισμα, κρίνω ότι η Εναγόμενη, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, δεν απέδειξε τη θέση της ότι οι επίδικες σκηνές είχαν αποκλίσεις από τις σχετικές προδιαγραφές στο θέμα της αδιαβροχίας τους. Ερχόμενος τώρα στις αποκλίσεις που προέκυψαν από το μακροσκοπικό έλεγχο, και πάλι παρατηρώ ότι μέρος αυτών δεν αμφισβητείται από πλευράς της Ενάγουσας. Τούτες αφορούν: (α) τη μη τοποθέτηση ταινιών για συγκράτηση των καλυμμάτων των κιβωτίων των σκηνών και των παρελκόμενων τους, (β) την απουσία διαφόρων μερών από τους αγκώνες και τις συνδέσεις τύπου Τ (έστω σε αυτές που ελέγχθηκαν), (γ) τη χρησιμοποίηση λιγότερου υφάσματος της σκηνής λόγω χρησιμοποίησης μεγαλύτερου υφάσματος κρασπέδου, και, (δ) τη χρησιμοποίηση λιγότερου υφάσματος στα εμπρόσθια και οπίσθια μέρη των σκηνών. Ως προς δε τις λοιπές τρεις, κατ' ισχυρισμό, αποκλίσεις των σκηνών στη βάση του μακροσκοπικού ελέγχου που διενεργήθηκε επ' αυτών, σύμφωνα με τις οποίες (α) τα καλύμματα των κιβωτίων των σκηνών και (β) των παρελκόμενων, δεν ασφαλίζονται με κλειδαριές, καθώς επίσης και ότι (γ) τα άγκιστρα δεν είναι επιμελώς στερεωμένα επί των σιδερένιων πασσάλων διατομής, είμαι της γνώμης ότι η τελευταία δεν αποδείχθηκε. Εν απουσία προδιαγραφής ως προς τον τρόπο που θα έπρεπε να γίνει η επικόλληση των αγκίστρων επί των πασσάλων, και εν απουσία μαρτυρίας που να θέλει την επίδικη επικόλληση να δημιουργεί οποιαδήποτε αστάθεια στον πάσσαλο και/ή κίνδυνο αποκόλλησης των αγκίστρων επ' αυτών, και εν απουσία καν ελέγχου ως προς τη σταθερότητα και αντοχή της επίδικης επικόλλησης, δεν μπορώ να δεχθώ ότι οι πάσσαλοι ετοιμάστηκαν κατ' απόκλιση των σχετικών με αυτούς προδιαγραφών. Το ζήτημα, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να εξετάζεται στη βάση της εντύπωσης που δημιουργεί η εικόνα της κόλλησης, αλλά στη βάση της σταθερότητας και αντοχής που τούτη εξασφαλίζει με γνώμονα πάντα τον σκοπό και τη χρήση που πρέπει να γίνεται επί των πασσάλων, έρευνα η οποία δεν διενεργήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης. Όσον τώρα αφορά στην ασφάλιση των κιβωτίων με κλειδαριές, είμαι της γνώμης ότι η Εναγόμενη έπεισε με τη μαρτυρία της ότι τα κιβώτια των σκηνών και των παρελκόμενων τους παρουσιάζουν τη σχετική απόκλιση. Η θέση του ΜΕ1 ότι η τοποθέτηση «κλείστρων», που απλά επιτρέπει τη σφράγιση του κιβωτίου, χωρίς, ωστόσο, να αποτρέπει το άνοιγμά τους από τον οποιοδήποτε, πληροί τις συμφωνηθείσες μεταξύ των μερών προδιαγραφές, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως αναφέρθηκε κατά την παράθεση της σχετικής, με την παρούσα αγωγή, νομικής πτυχής, κατά την ερμηνεία συμβάσεων, στους όρους και λέξεις που εμπεριέχονται σ' αυτές θα πρέπει να αποδίδεται η απλή και συνήθης έννοιά τους, πάντα υπό το φως της φύσης της σύμβασης, του σκοπού που τείνει να εξυπηρετήσει και των όποιων ειδικών ορισμών εμπεριέχονται σ' αυτές. Είναι δε παγίως νομολογημένο ότι το Δικαστήριο κατά την ενασχόλησή του με την ερμηνεία συμβάσεων δύναται, εκεί που κρίνει τούτο αναγκαίο, να ανατρέξει σε λεξικά (Το Δίκαιο της Απόδειξης, των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ 380 και 381). Στη βάση ακριβώς αυτών των αρχών που διέπουν την ερμηνεία συμβάσεων και με δεδομένη την έννοια που αποδίδεται στη λέξη «κλειδαριά»[2], σε αντιδιαστολή με την έννοια της λέξης «κλείστρο»[3] καθίσταται έκδηλο ότι ο μηχανισμός που χρησιμοποιήθηκε από την Ενάγουσα δεν μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί ως κλειδαριά, μιας και δεν παρέχει την αναγκαία ασφάλιση των κιβωτίων, που να επιτρέπει το άνοιγμα τους μόνο από πρόσωπα που κατέχουν κλειδιά ή κωδικό που απασφαλίζει το σχετικό μηχανισμό κλειδώματος. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αγωγή στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά Είμαι της γνώμης ότι η παρούσα αγωγή, με περιορισμένη, πλέον, την απαίτηση στο ποσό που αποκόπηκε από την Εναγόμενη στη βάση των αποκλίσεων που παρουσίαζαν οι σκηνές, θα πρέπει να πετύχει. Και τούτο γιατί, όπως και αν διαβαστεί το περιεχόμενο του μόνου σχετικού με το ζητούμενο όρου της σύμβασης, και δη του Άρθρου 8.12 τούτης, δεν παρέχει στην Εναγόμενη δικαίωμα μονομερούς αποκοπής χρημάτων λόγω αποκλίσεων. Εκείνο που πραγματικά επιτρέπει ο ρηθείς όρος στην Επιτροπή Παραλαβής της Εναγόμενης, είναι, στην περίπτωση που ήθελε κρίνει τις όποιες αποκλίσεις ως επουσιώδεις και ως μη επιφέρουσες ουσιαστικό κόστος στην Εναγόμενη, να εισηγηθεί αποδοχή των προμηθειών με μειωμένη τιμή, καταγράφοντας τούτο σε ειδική έκθεση, την οποία και παραπέμπει στην αρμόδια Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων ή σε άλλο αρμόδιο όργανο για τη λήψη τελικής απόφασης ως προς το πώς θα ενεργήσει η Επιτροπή Παραλαβής. Μια τέτοια απόφαση από την Επιτροπή παραλαβής της Εναγόμενης, πάντα στη βάση των προνοιών του Άρθρου 8.12 της σύμβασης, αποτελεί εισήγηση του εν λόγω οργάνου, η οποία εισήγηση «θα τυγχάνει χειρισμού ως απαίτηση της αναθέτουσας αρχής η οποία στη συνέχεια προχωρεί στην έκδοση, ανάλογα με την περίπτωση, πιστοποιητικού παραλαβής ή απόρριψης[4]». Κατά συνέπεια, εκείνο που θεωρώ ότι το Άρθρο 8.12 επέτρεπε στην Εναγόμενη να πράξει, στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, ήταν να ενημερώσει την Ενάγουσα περί της απόφασής της, παρά τις αποκλίσεις που παρουσίαζαν οι επίδικες σκηνές, να αποδεχθεί τούτες με μειωμένη τιμή και να εκδώσει σχετικό πιστοποιητικό παραλαβής. Οι πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου, δεν αναφέρουν τίποτα για απόφαση περί του εύρους της μείωσης ή περί αποκοπής χρημάτων από το ποσό της σύμβασης. Το σίγουρο είναι ότι, στη βάση της γραμματικής και συνήθους ερμηνείας των λέξεων που χρησιμοποιούνται στο Άρθρο 8.12 της σύμβασης, δεν αναγνωρίζεται στην Εναγόμενη δικαίωμα μονομερούς αποκοπής χρημάτων από το τίμημα αγοράς της σύμβασης. Την άποψη ότι το Άρθρο 8.12 της σύμβασης απλά επέτρεπε στη Εναγόμενη να εισηγηθεί προς την Ενάγουσα αποδοχή των σκηνών με μειωμένη τιμή και όχι, μονομερώς, να προβεί σε σχετική αποκοπή, φαίνεται να συμμερίζεται και ο ΜΥ1, ο οποίος, ως υποδείχθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του, αναφέρθηκε σε διαπραγμάτευση, που θα έπρεπε να ακολουθήσει μιας τέτοιας εισήγησης, μεταξύ της Ενάγουσας και των αρμοδίων επιτροπών της Εναγόμενης. Ως προς τη σχετική εισήγηση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι δεν δικογραφείται από πλευράς της Ενάγουσας θέση περί μη δικαιώματος της Εναγόμενη για μονομερή αποκοπή, είμαι της γνώμης ότι τούτη δεν είναι ορθή. Στη παράγραφο 20 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται ότι «ο Ενάγοντας λέγει ότι οι ως άνω αποκοπές είναι αυθαίρετες και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές και ότι οι Εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται σε αυτές». Δεν παραγνωρίζω τη γενικότητα του δικογραφημένου αυτού ισχυρισμού, αλλά, εν απουσία αναζήτησης, από πλευράς της Εναγόμενης, περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, τούτος (ο δικογραφημένος ισχυρισμός) επαρκεί για να μπορεί να ζητά η Ενάγουσα να εξεταστεί το επί του προκειμένου ζήτημα. Η μόλις πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου σφραγίζει και την τύχη της υπό εξέταση αγωγής, που δεν μπορεί παρά να είναι επιτυχής. Παρά ταύτα, και τούτο για σκοπούς πληρότητας και περαιτέρω αιτιολόγησης, αλλά και για να είναι καταγραμμένη η θέση του Δικαστηρίου στην περίπτωση που ήθελε, κατ' έφεση, κριθεί η πιο πάνω κατάληξη μου λανθασμένη, είμαι της γνώμης ότι, και να δικαιούτο η Εναγόμενη να προβεί σε μονομερή αποκοπή χρημάτων, τούτη (η αποκοπή), δεν είναι δυνατόν να γίνεται ασύνδετα και ασυνάρτητα με κάποια ζημιά που προκαλείται στην Εναγόμενη ή με κάποιο αδικαιολόγητο κέρδος που αποκομίζει η Ενάγουσα. Είμαι, ακριβώς, της γνώμης ότι, η μείωση από την Τμηματική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων κατά 6% επί του τιμήματος αγοράς, στη βάση της σχετικής με το ζήτημα αποδεκτής μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, κρίνεται εντελώς αυθαίρετη. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με τη σχετική μαρτυρία που προσκόμισε η Εναγόμενη, και ειδικότερα αυτή του ΜΥ3 (η οποία και δεν αμφισβητήθηκε), η Ενάγουσα φαίνεται να αποκόμισε κάποιο οικονομικό όφελος, είτε λόγω της σύστασης των υλικών που χρησιμοποίησε επί μερών των σκηνών (βλ. πέντε αποκλίσεις που προέκυψαν από τους εργαστηριακούς ελέγχους), είτε από τη χρησιμοποίηση λιγότερου υφάσματος, είτε λόγω μη συμπερίληψης όλων των αναγκαίων παρελκόμενων των σκηνών είτε, τέλος, χρήσης μηχανισμών, άλλων από αυτούς που συμφωνήθηκαν. Ωστόσο, η όποια τέτοια εξοικονόμηση κόστους δεν συσχετίστηκε, έστω και κατά προσέγγιση, με οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρηματική αξία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αναγνωρίσει στην Εναγόμενη δικαίωμα αποκοπής συγκεκριμένου ποσού ή ποσοστού επί του τιμήματος αγοράς. Στο σημείο αυτό νοιώθω την ανάγκη να υποδείξω ότι, με δεδομένες τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης και δεδομένη την ετοιμασία και παράδοση από πλευράς της Ενάγουσας των επίδικων σκηνών και παραλαβής τους από την Εναγόμενη, η τελευταία είχε πλέον το βάρος να αποδείξει τη δικογραφημένη θέση της που την θέλει να δικαιολογείται να μην καταβάλει το συνολικό τίμημα αγοράς τους, και τούτο στη μόνη βάση που κρίνεται σχετική με το ζητούμενο, που δεν είναι άλλη από τις πρόνοιες του Άρθρου 8.12 της σύμβασης. Εν απουσία, όμως, μαρτυρίας που να θέλει την πρόκληση ζημιάς στην Εναγόμενη ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της Ενάγουσας να ισούται με το ποσό των €40.519,08 που αποκόπηκε ή με οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο ποσό, η ενέργεια της Εναγόμενης να αποκόψει, υπό τις περιστάσεις, το επίδικο ποσό, ισούται με παράβαση της σύμβασης. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι αδικαιολόγητα της αποκόπηκε το επίδικο ποσό, και κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €40.519,08, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξόφλησης. Ως προς τα έξοδα της αγωγής, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. [2] «μεταλλικός μηχανισμός ο οποίος λειτουργεί με κλειδί ή συνδυασμό (κλειδάριθμο) και που επιτρέπει να κλείνει με ασφάλεια πόρτα, παράθυρο, συρτάρι, φύλλο ντουλάπας κ.α.». Γίνεται και ειδική αναφορά σε κλειδαριά «κιβωτίου», ως ισχύει και στη παρούσα υπόθεση, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη . [3] Όπου, στο ίδιο λεξικό (Γ. Μπαμπινιωτη), δίδεται η έννοια του μεταλλικού εξαρτήματος των όπλων ή του εξαρτήματος της φωτογραφικής μηχανής που ανοιγοκλείνει το διάφραγμα. [4] Αυτούσια μεταφορά μέρους των προνοιών του όρου 12 της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο