CYPRA BIOENERGY LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3343/2017, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3343/2017 Μεταξύ: CYPRA BIOENERGY LTD Ενάγουσας -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ως εκπρόσωπος της κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 08.09.2018 Ημερομηνία: 10.06.2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Λαμπριανίδης για Γεώργιος Γ. Γιάγκου Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο- καθ' ου η Αίτηση: κα Δ. Παπαμιλτιάδους-Νεοκλέους. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08.09.2017, (ως τελικά επιβεβαίωσε τούτο ο αρμόδιος πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας) η ενάγουσα δρομολόγησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησε, αξιώνει δηλωτική απόφαση του δικαστηρίου ότι η σύμβαση με αριθμό 1-4/2015, ημερομηνίας 31.12.2015, μεταξύ της ίδιας και της εναγομένης Κυπριακής Δημοκρατίας, (μέσω του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος) η οποία αφορά παροχή υπηρεσιών για την επεξεργασία και τελική χρήση ή απόρριψη ζωικών υποπροϊόντων, παραμένει σε ισχύ και/ή ότι ο τερματισμός της ως άνω σύμβασης από την εναγόμενη είναι παράνομος και αντισυμβατικός. Διαζευκτικά αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €540.000,00 για παράβαση της ως άνω συμφωνίας και/ή για παράνομο και/ή αντισυμβατικό τερματισμό και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό. Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις και/ή επανάκτηση του ποσού των €54.000,00 που αποτελεί το ποσό της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης του έργου, η οποία αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά κατακρατείται από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες της Δημοκρατίας, όπως επίσης δηλωτική απόφαση του δικαστηρίου ότι ο χρόνος αποπεράτωσης της ως άνω σύμβασης με αριθμό 1-4/2015, ημερομηνίας 31.12.2015 έχει καταστεί μη εφαρμοστέος, λόγω παραλείψεως των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών να παραχωρήσουν τη δέουσα παράταση χρόνου στην ενάγουσα και/ή να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Αξιώνουν παράλληλα δηλωτική απόφαση του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται σε παράταση χρόνου εκτέλεσης της σύμβασης με αριθμό 1-4/2015 για χρόνο που θα καθορίσει και θα θεωρήσει εύλογο υπό τις περιστάσεις το δικαστήριο, ενώ καταληκτικά διεκδικούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις εδράζοντας την απαίτησή τους σε διάφορες βάσεις, ως επίσης νόμιμο τόκο και έξοδα. Την ίδια ημέρα που οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, προώθησαν και την υπό συζήτηση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας, στις 12.09.2017, εξασφάλισαν μονομερώς διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο: «..ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ την κατάσχεση της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης του Έργου ύψους €54.000,00 εκδοθείσας υπό της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ με αριθμό XXXXX9987 και ημερ. λήξης 04.10.2017 μέχρι το πέρας της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Στα πλαίσια της ως άνω μονομερούς αίτησης τους, οι ενάγοντες επιζητούσαν επίσης διάφορα άλλα διατάγματα, αιτητικά για τα οποία δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση. Η έκδοση του ως άνω διατάγματος και η επίδοση της σχετικής αίτησης προκάλεσε την αντίδραση του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση. Ο τελευταίος, στις 02.11.2017 προχώρησε στην καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Ως οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, στο σώμα της ως άνω ένστασης, πέραν από τη νομική της βάση, προβάλλονται και οι λόγοι επί των οποίων αυτή εδράζεται. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ως ειδικότερα προκρίνεται από την πλευρά του εναγομένου: « Ο Καθ' ου η Αίτηση εγείρει τις πιο κάτω προδικαστικές Ενστάσεις: (Α) Η Αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και/ή άνευ αντικειμένου καθ' ότι η κατάσχεση συντελέστηκε και/ή ολοκληρώθηκε και/ή διενεργήθηκε πριν την έκδοση του Διατάγματος και/ή (Β) Το εκδοθέν Διάταγμα αφορά σε απαγόρευση κατάσχεσης της εγγυητικής και όχι εξαργύρωση της επιταγής, με αποτέλεσμα να μην έχει αντικείμενο και/ή (Γ) Στην υπόθεση αυτή άμεση εμπλοκή έχει και τρίτο μέρος και/ή η Τράπεζα και όφειλαν οι Αιτητές να συνεναγάγουν και/ή διεκδικήσουν από αυτήν τις αξιούμενες θεραπείες του παρόντος Δικαστηρίου και/ή (Δ) Η Αίτηση στερείται αντικειμένου ειδικότερα και ως προς το Αιτητικό «Β», καθ' όσον οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προέβηκαν ήδη στην ανάθεση της σύμβασης 1-14/2017, από την 1/8/2017 ακολουθώντας τη νενομισμένη και/ή θεσμοθετημένη και/ή νόμιμη διαδικασία, βάσει της νομοθεσίας και/ή βάσει των περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων, Έργων, Προμηθειών και Υπηρεσιών Νόμων και Κανονισμών, η οποία αφορά την Παροχή Υπηρεσιών για την Συλλογή, Μεταφορά, Επεξεργασία και Τελική Διάθεση των Ζωικών Υποπροϊόντων Κατηγορίας 1 και μέρους της Κατηγορίας 2 και/ή (Ε) Οποιαδήποτε διεκδίκηση και/ή αίτημα και/ή ισχυρισμός και/ή αντικείμενο αφορά στην ανάθεση σύμβασης και/ή δημοσίων συμβάσεων και/ή στην εξουσία του Καθ' ου η Αίτηση αναφορικά με τη διενέργεια δημόσιων διαγωνισμών δεν εμπίπτει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και/ή (ΣΤ) Η Αίτηση στερείται αντικειμένου ειδικότερα ως προς το Αιτητικό «Α», καθ' όσον η ανάθεση της Σύμβασης με Αρ. Διαγωνισμού 1-4/2015 ημερομηνίας 31/12/2015 για Παροχή Υπηρεσιών για την Επεξεργασία και Τελική Χρήση ή Απόρριψη Ζωικών Υποπροϊόντων Κατηγορίας 1 και 2 («η Σύμβαση») έχει συντελεστεί και/ή η Σύμβαση έχει ήδη ανατεθεί στην Ενάγουσα κατά την 31/12/2015 μετά από τη Διαδικασία Διαπραγμάτευσης και έληξε με τον τερματισμό της και/ή (Ζ) Οποιαδήποτε διεκδίκηση και/ή ισχυρισμός και/ή αίτημα αφορά στην ανάθεση της Σύμβασης και/ή στην εξουσία του Καθ' ου η Αίτηση και/ή Δημοσίων Συμβάσεων αναφορικά με τη διενέργεια Δημόσιων Διαγωνισμών δεν εμπίπτει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και/ή εντός των αρμοδιοτήτων και/ή δικαιοδοσίας του παρόντος Επαρχιακού Δικαστηρίου και/ή (Η) Εάν ήθελε εξεταστεί οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά στο Αιτητικό «Β», οι Αιτητές κωλύονται (are estopped), καθότι ουδέποτε προέβαλαν ένσταση και/ή προέβηκαν σε οποιοδήποτε κατάλληλο διάβημα και/ή ένδικο μέσο κατά της προκήρυξης εκούσιας εκ των προτέρων διαφάνειας σύμβασης και/ή κωλύονται καθ' όσον δεν πληρούσαν τα προσόντα προσφοροδότησης και/ή δεν ήταν αδειούχοι. (Θ) Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω Προδικαστικών Ενστάσεων ο Καθ' ου η Αίτηση («ο Εναγόμενος») εγείρει τους πιο κάτω λόγους Ένστασης:
(1)Η Αίτηση είναι απαράδεκτη, παράτυπη, ανεπίτρεπτη, καταχρηστική, αντίθετη με τη νομοθεσία, τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς, τη νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου.
(2)Η Αίτηση είναι παντελώς αβάσιμη και/ή νόμω και/ή ουσία αβάσιμη.
(3)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της νομολογίας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, κυριότερον: (α) Δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και/ή οι Αιτητές δεν έχουν καλές πιθανότητες να δικαιούνται στις θεραπείες που αξιώνουν και/ή στην Αγωγή των και/ή το προσωρινό Διάταγμα είναι άνευ αντικειμένου καθ' ότι η επίδικη κατάσχεση είχε ήδη συντελεστεί πριν την έκδοση του. (β) Εν πάση περιπτώσει, η επίδικη εγγυητική επιστολή και/ή το λεκτικό της δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας και/ή εγγυητική είναι ανεξάρτητο ζήτημα από οποιεσδήποτε συμβατικές ή μη διαφορές μεταξύ των διαδίκων, που αποτελεί και τη βάση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. (γ) Δεν ήταν η μόνη διέξοδος και/ή θεραπεία και/ή υπήρχαν άλλα μέσα να διεκδικήσουν θεραπεία και/ή τις κατ' ισχυρισμόν αξιώσεις των. (δ) Δεν αποδεικνύεται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ότι θα είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον το αντικείμενο αφορά σε είσπραξη χρηματικού ποσού και/ή οι οποιεσδήποτε ζημίες άπτονται χρηματικής αποζημίωσης και/ή δεν υπάρχει απαίτηση και/ή δεν τεκμηριώνεται απαίτηση άλλης μορφής. (ε)Το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και/ή της ευχέρειας γέρνει υπέρ του Εναγομένου-Καθ' ου η Αίτηση και δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να οριστικοποιηθεί το Διάταγμα. (στ)Δεν αποδεικνύεται το κατεπείγον από τα γεγονότα της υπόθεσης και/ή υπό τις περιστάσεις. (ζ)Οι Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με «καθαρά» χέρια και/ή απέκρυψαν ουσιώδη και/ή καθοριστικά για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης γεγονότα και/ή στοιχεία.
(5)Η κατάσχεση της επίδικης εγγυητικής επιστολής είναι πράξη η οποία απορρέει από τις συμφωνηθείσες πρόνοιες της σύμβασης ημερομηνίας 31/12/2015 («η Σύμβαση») μεταξύ Αιτήτριας («Ενάγουσα») και Εναγομένου και/ή είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης των δικαιωμάτων του («Εργοδότη» κατά τη Σύμβαση) και τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ των Μερών και/ή αποτελεί πάγια πρακτική στο χώρο των δημοσίων συμβάσεων και/ή συμβολαίων και/ή διασφαλίζεται γενικότερα το δημόσιο συμφέρον και/ή ακριβώς για τούτο δεν δύναται να τυγχάνει ως αντικείμενο σύγκρισης και/ή διαπραγμάτευσης έναντι ιδιωτικών συμφερόντων. Ως προς αυτό, προκύπτει σαφώς πως το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση, πράγμα που το σεβαστό Δικαστήριο όφειλε και/ή οφείλει να αξιολογήσει και συνεκτιμήσει.
(6)Οι αξιούμενες θεραπείες επί της Αίτησης αντικρούονται μεταξύ των σε ουσιαστικά σημεία και/ή είναι αντιφατικές, με αποτέλεσμα η Αίτηση να είναι καταχρηστική.
(7)Δεν στοιχειοθετείται λόγος, ο οποίος να οδηγήσει σύννομα στην απαγόρευση της κατάσχεσης, καθ' όσον η ίδια η εγγυητική επιστολή δεν τυγχάνει σχολιασμού και/ή αμφισβήτησης.
(8)Οι συμβατικές ή άλλες διαφορές των Μερών και δη των διαδίκων στην Αγωγή ουδεμία σχέση και/ή νομική συσχέτιση έχουν με την επίδικη εγγυητική επιστολή.
(9)Πλήττεται «έγγραφο υψίστης εμπορικής πίστης», ήτοι η εγγυητική επιστολή, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η ασφάλεια, η βεβαιότητα και η εμπιστοσύνη στις εμπορικές συναλλαγές, πόσω μάλλον όταν το άλλο μέρος είναι το Δημόσιο και το αντικείμενο Δημόσια Σύμβαση.
(10)Η εγγυητική περιέχει ανέκκλητη υποχρέωση της τράπεζας για την πληρωμή του ποσού της κατόπιν απαίτησης του Εναγομένου, σε πρώτη ζήτηση, γεγονός το οποίο σημειώθηκε, ενώ η απαίτηση πληρωμής μιας εγγυητικής επιστολής είναι ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη από την συμβατική η άλλη σχέση για την οποία εδόθη.
(11)Το λεκτικό της επίδικης εγγυητικής προτάσσει όπως πληρωθεί άμεσα και/ή το αργότερο εντός τριών εργάσιμων ημερών, το ποσό της εγγυητικής.
(12)Η Ενάγουσα δεν εξασφάλισε Διάταγμα απαγόρευσης εξαργύρωσης της επιταγής, αλλά απαγορευτικό ως προς την κατάσχεση της εγγυητικής.
(13)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις απαγόρευσης κατάσχεσης εφόσον δεν δικογραφείται και πολύ περισσότερο δεν στοιχειοθετείται δόλος στο πρόσωπο του Εναγομένου, η μοναδική περίπτωση εξαίρεσης στην απαγόρευση κατάσχεσης.
(14)Δεν είναι αντικείμενο στην Αίτηση η ίδια η εγγυητική και/ή το λεκτικό της και/ή δεν αμφισβητείται αυτή καθ'εαυτή». Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψης των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν και υποστηρίζουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση. Σημειώνοντας ότι μέσω τους τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου πληθώρα στοιχείων, γεγονότων και ισχυρισμών, ως επίσης ικανότατος αριθμός τεκμηρίων στα οποία οι ομνύοντες παραπέμπουν προς υποστήριξη των θέσεών τους, φαίνεται χρησιμότερη για σκοπούς της παρούσας μια αδρομερής παράθεση των θέσεων των πλευρών όπως αυτές αναδύονται από τις ως άνω δηλώσεις, αποτυπώνουσα ταυτόχρονα τον πυρήνα της υπόθεσης και των θέσεων της κάθε πλευράς όπως αυτές προωθούνται στο δικαστήριο, χωρίς ασφαλώς τούτο να σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του κάθε σχετική λεπτομέρεια, στοιχείο και γεγονός που στις σχετικές ένορκες δηλώσεις καταγράφεται και παρατίθεται. Την ως άνω αίτηση της ενάγουσας, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Γεωργίου, διευθυντή, γραμματέα και μοναδικού μετόχου της ενάγουσας εταιρείας. Εξηγώντας ότι η τελευταία ασχολείται με εργασίες επεξεργασίας ζωικών και οργανικών αποβλήτων και γενικότερα με εργασίες που αφορούν σε διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων, υποδεικνύει ότι η ενάγουσα είναι Ανάδοχος της σύμβασης με αριθμό 1-4/2015 για παροχή υπηρεσιών για την επεξεργασία και τελική χρήση ή απόρριψη ζωικών υποπροϊόντων κατηγορίας 1 και 2, ημερομηνίας 31.12.2015, με αναθέτουσα προς τούτο αρχή τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τους όρους της ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα παραχώρησε Εγγυητική Επιστολή Πιστής Εκτέλεσης με αρ. XXXXX9987 της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €54.000,
- Παρά το γεγονός, ως υποστηρίζει ο ως άνω ομνύων, ότι η ενάγουσα πληροί όλα τα αναγκαία κριτήρια προς εξασφάλιση σχετικών αδειών ώστε οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να δώσουν την έγκρισή τους για την εκκίνηση της εκτέλεσης της ως άνω σύμβασης, για λόγους που αποδίδει σε άλλους, όπως ασυνεννοησία μεταξύ διαφόρων κρατικών τμημάτων και υπηρεσιών, ολιγωρία κρατικών λειτουργών αλλά και πιθανή επιδίωξη ιδιοτελούς συμφέροντος και οφέλους από λειτουργούς των αρμοδίων αρχών και ιδιωτικούς φορείς, δεν κατέστη εφικτή η απόκτηση των σχετικών αδειών. Τούτο, παρά το γεγονός ότι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες χορήγησαν παρατάσεις στην ενάγουσα ώστε να δοθεί η ευκαιρία απόκτησης τους. Στις 04.09.2017, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες προφασιζόμενες την αδυναμία εξασφάλισης των εν λόγω αδειών και παρά το γεγονός ότι γνώριζαν τις ιδιαιτερότητες του πλαισίου εξασφάλισης τους, την καινοφανή και πολύπλοκη διαδικασία που απαιτείτο προς τούτο και την μη ύπαρξη επαρκούς κατάρτισης και αναγκαίας τεχνογνωσίας προς τούτο από αρμόδιους λειτουργούς και υπηρεσίες του κράτους, ειδοποίησαν την ενάγουσα ότι θα προχωρούσαν με την κατάσχεση της ως άνω εγγύησης. Προβάλλοντας τη θέση ότι πράξεις και παραλείψεις των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών αναφορικά με τη διαχείριση της ως άνω σύμβασης ήταν αυτές που προκάλεσαν την αδυναμία της ενάγουσας να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να προσποριστεί τη συμφωνηθείσα αμοιβή των €540.000,00 ανά έτος ισχύος της σύμβασης, προκρίνει παράλληλα ότι η κατάσχεση της ως άνω εγγυητικής αποτελεί άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά εκ μέρους των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Οι τελευταίες, υποστηρίζει, θα προσποριστούν όφελος €54.000,00 σε βάρος της ενάγουσας, χωρίς ταυτόχρονα να έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Αποτελεί παράλληλα θέση του ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που τίθενται από το νόμο για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, σημειώνοντας πως εάν επιτευχθεί η άδικη κατάσχεση της εγγυητικής, σε συνδυασμό τούτο με τον τερματισμό της ως άνω σύμβασης, η ζημιά την οποία η ενάγουσα θα υποστεί από την κατάσχεση της εγγυητικής δεν περιορίζεται στο ποσό των €54.000,00 αλλά θα έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια εκ μέρους της ενάγουσας επένδυσης πολλών εκατομμυρίων ευρώ, με ταυτόχρονο πλήγμα στη φήμη της και με αποτέλεσμα να αποστερηθεί του δικαιώματος να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς του δημοσίου και να αναλάβει έργα τα οποία αποτελούν τη μοναδική αποστολή της. Εξέλιξη, που ως υποστηρίζει, θα σημαίνει τον ουσιαστικό οικονομικό μαρασμό της ενάγουσας, οδηγώντας την με βεβαιότητα σε αδράνεια και τελικά σε διάλυση. Η ενάγουσα, προσθέτει, ούτως ή άλλως αδυνατεί να ξεκινήσει τις σχετικές εργασίες, αφού ουδέποτε εξασφαλίστηκε η υπογραφή της ειδικότερης σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων, η οποία αφορά τη συλλογή και μεταφορά των ζωικών υποπροϊόντων στις εγκαταστάσεις της ενάγουσας. Το γεγονός τούτο, υποστηρίζει, δεν παρείχε δικαίωμα στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να προχωρήσουν με κατάσχεση της εγγύησης. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, καταλήγει, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει προς όφελος της ενάγουσας αιτήτριας, αφού οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ουδεμία ζημιά θα υποστούν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η απαγόρευση να κατάσχουν την εγγυητική, ουσιαστικά θα αφορά αδυναμία είσπραξης ποσού το οποίο ουδέποτε κατέβαλαν και συνεπώς ουδέποτε αποστερήθηκαν. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση της εναγομένης, παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Πίπη, Αναπληρωτή Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ημερομηνίας 02.11.
- Ο ως άνω ομνύων, υιοθετώντας και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, προβάλλει τη θέση ότι η ενάγουσα δεν πληροί ούτε πληρούσε κατά τον επίδικο χρόνο τα αναγκαία κριτήρια για εξασφάλιση των σχετικών αδειών προς εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτή σύμβασης. Προβαίνοντας σε μια λεπτομερή παράθεση της εξέλιξης των γεγονότων σε σχέση με την ανάθεση της συγκεκριμένης σύμβασης στην ενάγουσα από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, αποτελεί θέση του ότι οι τελευταίες ουδέποτε καθυστέρησαν εσκεμμένα ή είχαν οποιοδήποτε σκοπό να πλήξουν την εν λόγω εταιρεία. Η κτηνιατρική έγκριση, υποδεικνύει, δεν αποτελούσε τη μόνη ζητούμενη προϋπόθεση για την έναρξη εκτέλεσης του αντικειμένου της σύμβασης 1-4/
- Παρά το γεγονός ότι αυτή εξασφαλίστηκε σε κάποιο στάδιο από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, τούτο δεν απάλλασσε την αιτήτρια από την υποχρέωση να εξασφαλίσει οποιεσδήποτε άλλες αναγκαίες άδειες και εγκρίσεις απαιτούνται δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Υποστηρίζοντας ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με «καθαρά» χέρια, προβάλλει μεταξύ άλλων ότι ο σταθμός παραγωγής ενέργειας της ενάγουσας, δεν διαθέτει ούτε πολεοδομική άδεια, ούτε άδεια οικοδομής, ούτε πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Παραπέμποντας προς τούτο στην αναγκαιότητα εξασφάλισης πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από το Δήμο Αραδίππου, υπέδειξε ότι ο τελευταίος εξετάζοντας το σχετικό αίτημα της ενάγουσας απέρριψε τούτο αυθημερόν, γεγονός που η πλευρά της ενάγουσας δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο. Παρά τις κατ' επανάληψη παρατάσεις που παραχωρήθηκαν στην αιτήτρια εταιρεία για να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες άδειες, τούτο δεν έγινε κατορθωτό από την πλευρά της. Με δεδομένη την απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων (ΚΕΑΑ), ημερομηνίας 10.05.2007, όπως ενόψει των σοβαρών παραβιάσεων της σύμβασης από την πλευρά της ενάγουσας μη παραχωρηθεί στην τελευταία περαιτέρω παράταση της ισχύος της σύμβασης, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, μετά από γνωμάτευση που έλαβαν από τη Νομική Υπηρεσία, προχώρησαν σε κατάσχεση της εγγυητικής επιστολής βάσει των προνοιών της σύμβασης. Ενημέρωσαν προς τούτο την ενάγουσα μέσω επιστολής ημερομηνίας 04.09.2017, ενώ την ίδια ημέρα υπέβαλαν σχετική απαίτηση και εντολή προς την τράπεζα, αξιώνοντας την έκδοση σχετικής επιταγής προς όφελος τους. Πράγματι στις 12.09.2017 μεταξύ των ωρών 08:00 - 08:30 ιδιώτης επιδότης μετέφερε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου στο αρχείο των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών επιταγή ύψους €54.000,00 η οποία εκδόθηκε στο όνομα των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών από την Τράπεζα Κύπρου στις 11.09.2017, ανταποκρινόμενη στην ως άνω επιστολή απαίτησης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ημερομηνίας 04.09.
- Η εν λόγω επιταγή παρελήφθη από τον ίδιο τον ομνύοντα έναντι υπογραφής παραλαβής της και παραδόθηκε στο ταμείο του Επαρχιακού Κτηνιατρικού Γραφείου Λευκωσίας για κατάθεση στην τράπεζα, πράγμα το οποίο και έγινε. Αποτελεί θέση του ομνύοντα ότι η κατάσχεση της εγγυητικής επιταγής έγινε σύμφωνα με τις ισχύουσες πρόνοιες του νόμου ένεκα της αποτυχίας της ενάγουσας εταιρείας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Η ως άνω κατάσχεση της εγγύησης, υποδεικνύει, είχε ήδη συντελεστεί, με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες να έχουν ήδη παραλάβει και καταθέσει σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Πλατύ Αγλαντζιάς την ως άνω επιταγή, όταν το διάταγμα του δικαστηρίου, ημερ. 12.09.2017, τους γνωστοποιήθηκε και τους επιδόθηκε τελικά το μεσημέρι της 12.09.
- Συνακόλουθα, προκρίνει, το διάταγμα είναι άνευ αντικειμένου. Αποτελεί περαιτέρω θέση του ότι η εξέλιξη των γεγονότων καταδεικνύει ότι ο διευθυντής της ενάγουσας, ουσιαστικά προσπάθησε να παραπλανήσει τους αρμόδιους λειτουργούς του κράτους, επεμβαίνοντας αρχικά τηλεφωνικά και εν συνεχεία διά επιστολών, ζητώντας όπως μη εξαργυρωθεί η επίδικη επιταγή, κάνοντας αναφορά σε σχετικό διάταγμα το οποίο κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα δεν είχε καν εκδοθεί. Οι αναφορές της ενάγουσας, συμπληρώνει, ότι μετά την κατάσχεση της εγγυητικής η τελευταία δεν θα μπορεί να συμμετάσχει σε μελλοντικούς διαγωνισμούς, δεν ισχύει. Κάτι τέτοιο, εξηγεί, μπορεί να επέλθει μόνο ως αποτέλεσμα ειδικής διαδικασίας που θα πρέπει να δρομολογηθεί στη βάση σχετικών κανονιστικών διατάξεων και πάντως μετά από καταγγελία των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ενέργεια που μέχρι σήμερα, παρά την κατάσχεση ήδη της εγγυητικής, δεν έχει γίνει από την πλευρά τους. Πέραν και ανεξάρτητα από την θέση πως ενόψει της εξέλιξης των γεγονότων δεν υπάρχει οποιοδήποτε ουσιαστικό αντικείμενο για επίλυση στην υπό συζήτηση υπόθεση, προκρίνεται από την πλευρά του ομνύοντα ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης και/ή οριστικοποίησης του επίδικου διατάγματος. Με δεδομένο, ως υποδεικνύει, ότι η απαίτηση πληρωμής μιας εγγυητικής επιστολής είναι ανεξάρτητη και ανεπηρέαστη από τη συμβατική ή άλλη σχέση για την οποία εδόθη, ενώ η αξίωση της ενάγουσας και το επίδικο διάταγμα δεν βασίζεται σε δόλο, δεν έχει εκ των πραγμάτων καταδειχθεί οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Σε κάθε περίπτωση, υπογραμμίζει, με δεδομένη την οικονομική κατάσταση και το «status» του εναγομένου, δηλαδή της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν θα ήταν δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση που ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα, το οποίο αφορά μόλις €54.000,
- Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι ότι θα πρέπει να εξεταστεί, αποτελεί το ζήτημα που προβάλλεται από την πλευρά του καθ' ου η αίτηση, ότι δηλαδή η υπό συζήτηση αίτηση είναι απαράδεκτη και/ή άνευ αντικειμένου, καθ' ην έκταση η κατάσχεση της εγγυητικής επιστολή έχει ήδη ολοκληρωθεί πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Αποτελεί αξίωμα στον ευρύτερο εμπορικό - οικονομικό γίγνεσθαι ότι οι εγγυητικές επιστολές αποτελούν έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στην Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1B Α.Α.Δ. 1235, με παραπομπή σε σχετικά συγγράμματα και νομολογία, η εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί, στη βάση σαφούς νομολογίας, ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που τα δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεστεί. Παράλληλα, αποσαφηνίστηκε ότι στο εμπορικό γίγνεσθαι ουσιαστικά θεωρούνται ως μετρητά χρήματα και ότι στην απουσία ισχυρότατου λόγου δεν νοείται η μη πληρωμή ή μη εκτέλεσή της. Ως τέτοιος λόγος, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί η ύπαρξη δόλου εκ μέρους του δικαιούχου. Είναι επίσης σημαντικό να εντοπιστεί ότι η συμφωνία μεταξύ μιας τράπεζας η οποία εκδίδει εγγυητική επιστολή και του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδίδεται, εξετάζεται ξεχωριστά από τη συναλλαγή με την οποία έχει σχέση. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία, χωρίς να επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποία διασφαλίζουν. Σκοπός τους, δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Όπως έχει άλλωστε υποδειχθεί στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1(B) A.A.Δ. 837, η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής. Στη βάση δε της αυτονομίας της σύμβασης εγγύησης, το πρόσωπο κατά παράκληση του οποίου εξεδόθη η εγγύηση, δεν μπορεί να επιβάλει στην εκδότρια τράπεζα ή το πιστωτικό ίδρυμα να μην τιμήσει την εγγυητική επιστολή όταν ο δικαιούχος, επικαλούμενος τους όρους της, αξιώνει την πληρωμή της εγκαίρως και έγκυρα. Κάτι τέτοιο είναι δυνατόν μόνο όταν αυτή μολύνθηκε από παρανομία ή εμφανή δόλο και απάτη εκ μέρους του δικαιούχου της. Η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής, θα πρέπει ταυτόχρονα να είναι και σε γνώση της τράπεζας. (R D Hartbottle (Merchantile) Ltd and another v. National Westminster BankLtd and others
(1977)2 ALL ER 862, Edward Owner Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd
(1978)1 All ER 976, Solo Industries UK LT v. Kanara Bank
(2001)ΕWCA CIV 1041 CA, Αναφορικά με την αίτηση της Veno (Overseas) Inc
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 625 και Elligers' Modern Banking Law 4η έκδοση, σελ. 847, Chity on Contracts, 27η έκδοση παράγραφοι 33 - 371 και 33 - 372, Paget's Law of Banking 13η έκδοση, σελ. 869 - 871 και Pakistan Cables Ltd v NSB General Trading (Overseas) Co κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1711). Είναι σημαντικό άλλωστε να σημειωθεί πως πέραν από την υπόδειξη στην υπόθεση Safa v Banque du Caire
(2000)2 Lloyd's Rep. 600 ότι «The principle that letters of credit must be treated as cash is an important one and must be maintained», απόφαση που υιοθετήθηκε από την υπόθεση Solo Industries UK LT (ανωτέρω), το γεγονός ότι οι Εγγυητικές Πιστής Εκτέλεσης θεωρούνται στο διεθνές εμπόριο ως μετρητά χρήματα, επιβεβαιώθηκε και στα πλαίσια της απόφασης Pakistan Cables Ltd (ανωτέρω). Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω σχετικά με τη φύση, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τους σκοπούς που εξυπηρετεί και τα δραστικά αποτελέσματα της έκδοσης μιας εγγυητικής επιστολής, επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξέλιξη των γεγονότων μεταξύ της 04.09.2017, ημερομηνίας κατά την οποία μέσω επιστολής (τεκμήριο 44 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση) οι δικαιούχοι απαίτησαν την πληρωμή της εγγυητικής επιστολής με αριθμό XXXXX9987, μέχρι και την κατάθεση της σχετικής με αυτή επιταγής που εξέδωσε η Τράπεζα Κύπρου ανταποκρινόμενη στο αίτημα των δικαιούχων της, ήτοι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Πλατύ Αγλαντζιάς, (τεκμήριο 49 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση) ως τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης του Χρ. Πίπη που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, δεν αμφισβητούνται καθ' οιονδήποτε τρόπο. Γεγονός παραμένει ότι η τράπεζα η οποία εξέδωσε την ως άνω εγγυητική, ανταποκρινόμενη στην απαίτηση του δικαιούχου ως καταγράφεται στην επιστολή του τελευταίου ημερομηνίας 04.09.2017, ως οι πρόνοιες της σχετικής εγγυητικής επιστολής προχώρησε στην ικανοποίηση της απαίτησης του δικαιούχου, εκδίδοντας σχετική επιταγή για το ποσό των €54.000,00 επ' ονόματι του τελευταίου, στις 11.09.2017. Η ως άνω επιταγή δε, ως τέθηκε επίσης υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, παραδόθηκε με φροντίδα της εκδότριας τράπεζας στα γραφεία του δικαιούχου, ήτοι των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, την επόμενη μέρα, ήτοι στις 12.09.2017 μεταξύ 0800 - 0830, έναντι υπογραφής παραλαβής της. Ως αναντίλεκτο άλλωστε παρέμεινε, την ίδια ημέρα η ως άνω επιταγή κατατέθηκε στο λογαριασμό των δικαιούχων μέσω υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο της ίδιας ημέρας, ο Γεώργιος Γεωργίου, ιδιοκτήτης της ενάγουσας εταιρείας, επικοινώνησε με τον ως άνω ομνύοντα τηλεφωνικώς καλώντας τον να μην προχωρήσει με εξαργύρωση της επιταγής ενημερώνοντας τον ότι είχε εξασφαλιστεί διάταγμα απαγόρευσης εξαργύρωσής της. Προς τούτο απέστειλε, αργότερα την ίδια μέρα και ηλεκτρονικό μήνυμα στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Την ίδια ημέρα, επίσης σε μεταγενέστερο χρόνο, αποστάληκε στο λογιστήριο την Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, επιστολή του δικηγορικού οίκου George Yiangou LLC μαζί με το κείμενο του σχετικού διατάγματος του δικαστηρίου, έγγραφο το οποίο στη συνέχεια επιδόθηκε και μέσω ιδιώτη επιδότη στο γραφείο του διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών. Η ως άνω αναντίλεκτη ως παρέμεινε στο δικαστήριο εξέλιξη των γεγονότων, ειδικότερα η ανταπόκριση της τράπεζας στο αίτημα των δικαιούχων όπως πληρωθούν με το ποσό των €54.000,00 που αποτελεί την ως άνω Εγγύηση Πιστής Εκτέλεσης που κατατέθηκε εκ μέρους του Αναδόχου, ήδη από τις 11.09.2017, με την έκδοση σχετικής επιταγής και την παράδοση της στους δικαιούχους οι οποίοι την κατέθεσαν σε τραπεζικό τους λογαριασμό, σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης και επίδοσης του σχετικού διατάγματος, έχει ουσιαστικά καταστήσει άνευ αντικειμένου οποιαδήποτε μεταγενέστερη εξέλιξη σε σχέση με την ολοκληρωθείσα κατάσχεση της υπό συζήτηση εγγυητικής επιστολής. Το γεγονός ότι η τράπεζα, ανταποκρινόμενη στις υποχρεώσεις της στη βάση της ως άνω εγγυητικής επιστολής εξέδωσε τραπεζική επιταγή αντί να παραδώσει μετρητά στην πλευρά του δικαιούχου, δεν διαφοροποιεί ασφαλώς την κατάσταση πραγμάτων όσον αφορά αυτό καθ' εαυτό το γεγονός της συμμόρφωσής της προς την απαίτηση του δικαιούχου και στη θετική ανταπόκριση της στο αίτημα της πληρωμής του συγκεκριμένου ποσού στο δικαιούχο σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του σχετικού διατάγματος. Όπως πλειστάκις έχει άλλωστε νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς (βλ. Hetron Co Ltd v Christoforou Costa Socratous
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034 και Olexandro Sontrich v Σκάφους «M/V Kimberly» (Αρ.2)
(1999)1 Α.Α.Δ.1234). Η ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου, αναπόδραστα σφραγίζει την τύχη του μεταγενέστερα των ως άνω γεγονότων μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, στις 12.09.2017. Το γεγονός άλλωστε ότι η τράπεζα, παρά την κατάθεση της επιταγής δεν πίστωσε το ανάλογο ποσό στον λογαριασμό της εναγομένης, ζήτημα για το οποίο η πλευρά της τελευταίας επιφύλαξε ως υποδεικνύει ο Χρ. Πίπης τα δικαιώματά της, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση πραγμάτων επί του συζητούμενου. Έχοντας κατά νου ότι με την υπό συζήτηση αίτηση επιζητούνται και άλλες ενδιάμεσες θεραπείες, ανεξάρτητες από το ως άνω διάταγμα, το δικαστήριο θα προχωρήσει στην εξέταση του ζητήματος αν και κατά πόσο, στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών επί του θέματος, ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Δυνατότητα που στην υπό συζήτηση περίπτωση τα μέρη δεν ενδιαφέρθηκαν τελικά να αξιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 148: «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Παρεμβάλλεται ότι στο φάκελο της διαδικασίας, δεν εντοπίζεται να έχει καταχωρηθεί από την πλευρά της ενάγουσας σχετική έκθεση απαίτησης, εξέλιξη που ενδεχομένως, στη βάση καλά εδραιωμένης νομολογίας, στο τέλος της ημέρας να έχει τη δική της καταλυτική σημασία στην προώθηση εν γένει της διαδικασίας. (Βλ. Κίτσιος κ.α. ν Kitsios Motors Ltd κ.α.
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1262 και Όξυνος κ.α. ν Λου
(2011)1 (Β) ΑΑΔ 1066). Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία υποδεικνύουν ότι πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.» δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. (βλ. Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017). Έχει ήδη εντοπιστεί ότι με την προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, προβάλλονται διάφορες αξιώσεις οι οποίες εδράζονται σε διαφορετικές βάσεις. Έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, σε συνδυασμό θεωρούμενων με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος για συζήτηση σε αιτήσεις ως η υπό κρίση, παρά την ως άνω κατάληξη του δικαστηρίου για τη συντελεσθείσα ήδη κατάσχεση της Εγγυητικής Πιστής Εκτέλεσης του έργου, άλλες, ειδικότερες αιτίες όπως η διεκδίκηση αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης και/ή αντισυμβατικό τερματισμό της τελευταίας, ως και αξίωση για διακήρυξη του δικαστηρίου ότι η σύμβαση 1-4/2015, ημερ. 31.12.2015, παραμένει σε ισχύ, φαίνεται να ικανοποιούν την πρώτη τουλάχιστον προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη επί τούτων υπόθεση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη της υπόθεσής του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει κάποιες τουλάχιστον πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253). Σε κάθε περίπτωση, κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Στην υπό συζήτηση περίπτωση πέραν των δηλωτικών αποφάσεων που διεκδικούνται για την αναγνώριση του γεγονότος ότι η σύμβαση 1-4/2015 παραμένει σε ισχύ και/ή ότι ο τερματισμός της ως άνω σύμβασης είναι παράνομος και/ή αντισυμβατικός, ως επίσης ότι η ενάγουσα δικαιούται σε παράταση του χρόνου εκτέλεσης της σύμβασης, διεκδικούνται διαζευκτικά διάφορες αποζημιώσεις που εδράζονται στον ισχυριζόμενο παράνομο και/ή αντισυμβατικό τερματισμό της σύμβασης και/ή ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητου πλουτισμού εκ μέρους της εναγομένης. Χωρίς επουδενί να παραβλέπω τον αντίλογο της πλευράς της εναγομένης επί των πιο πάνω ζητημάτων και αξιώσεων, την εν γένει απόρριψη των θέσεων της ενάγουσας όπως αυτές προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση της, ως επίσης την παράθεση πλείστων όσων στοιχείων και ισχυρισμών προς υποστήριξη των θέσεων της πλευράς της εναγομένης, με δεδομένο ότι το δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση θα πρέπει να αποφεύγει την ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς, την αξιολόγηση της μαρτυρίας και επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, κρίνεται ότι υπό το σύνολο όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου δεν θα μπορούσε εκ προοιμίου να αποκλειστεί η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται στο τέλος της ημέρας σε κάποιες τουλάχιστον από τις αξιούμενες θεραπείες. Αντίθετα, στη βάση πάντα όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η ενάγουσα έχει υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλείται να υπερπηδήσει σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξει ενδεχόμενο επιτυχίας σε συνάρτηση με θεραπείες γενικών και ειδικών αποζημιώσεων που διεκδικεί. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος ως τα υπό συζήτηση, είναι κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα - αιτητή. Είναι ωστόσο γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση, ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας, εστιάζει ουσιαστικά την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, στο γεγονός πως εάν κατασχεθεί η εγγυητική, η ενάγουσα θα κηρυχθεί «έκπτωτη», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς του δημοσίου ενώ παράλληλα θα προκληθεί τεράστιο πλήγμα στη φήμη της με κακόβουλα δημοσιεύματα σε βάρος της (παράγραφος 95 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση). Γεγονός παραμένει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η εγγυητική επιστολή αξιοποιήθηκε ήδη από τον δικαιούχο, με την Τράπεζα Κύπρου να ανταποκρίνεται θετικά στο κάλεσμα της εναγομένης - δικαιούχου για πληρωμή του ανάλογου ποσού. Ως έχει ήδη τεθεί υπόψη του δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, η αξιοποίηση και κατάσχεση της εγγυητικής, από μόνη της, δεν συνεπάγεται αυτόματα την «έκπτωση» της ενάγουσας κατά τον τρόπο που η πλευρά της εισηγείται και τον αποκλεισμό της από τη συμμετοχή σε άλλους διαγωνισμούς του δημοσίου σε σχέση με το αντικείμενο στο οποίο δραστηριοποιείται. Τούτο αποτελεί, στο τέλος της ημέρας, μέλλον και αβέβαιο γεγονός, το οποίο εξαρτάται από τη δρομολόγηση ή μη ειδικότερων διαδικασιών στη βάση της κείμενης νομοθεσίας και στην ικανοποίηση συγκεκριμένων επί τούτου προϋποθέσεων και κριτηρίων. Για όση δε σημασία μπορεί να έχει, στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει δρομολογηθεί μέχρι σήμερα τέτοια διαδικασία. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει αισθάνομαι να σημειωθεί και τούτο. Η ενάγουσα, ευθύς εξ αρχής συγκατάνευσε στην παράδοση σχετικής εγγυητικής επιστολής. Υιοθέτηση της θέσης ότι η συγκεκριμένη εγγυητική δεν θα πρέπει να αφεθεί να επιτελέσει το σημαντικό της ρόλο στο πλαίσιο του εμπορικού και οικονομικού γίγνεσθαι, με την επίκληση μελλοντικών και αβέβαιων συνεπειών που δυνατόν τούτο να έχει για την ενάγουσα, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτό ανάχωμα για την αχρήστευση ουσιαστικά ενός τόσο σημαντικού θεσμού. Δεδομένη είναι άλλωστε και αδιαμφισβήτητη η φερεγγυότητα της εναγόμενης Δημοκρατίας. Τίποτα δεν έχει τεθεί στο τέλος της ημέρας υπόψη του δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα ήταν δυνατόν η όποια προκληθείσα ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν δυνατός ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας αν τούτο τελικά χρειαστεί, τον υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου για το ζήτημα αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι η ενάγουσα - αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εάν επιτύχει στην αγωγή της δεν θα μπορέσει να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα, αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν όλα ή κάποια τουλάχιστον από τα αιτούμενα διατάγματα. Ο'τι εκ του περισσού έστω και εντελώς επιγραμματικά θα μπορούσε να σημειωθεί, είναι πως στην υπό συζήτηση περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν φαίνεται ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει υποστηρικτικά για την πλευρά της αιτήτριας. Ζητήματα δημόσιου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας που ως γίνεται κατανοητό, μεταξύ άλλων, άπτονται του αντικειμένου της σχετικής σύμβασης, δεν θα επέτρεπαν στην πλάστιγγα να γείρει προς την πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 12.09.2017 ακυρώνεται. Με δεδομένο ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις που θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 412 παρ. 795 και 796) θα επιβαρυνθεί η πλευρά της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο