← Κύπρος

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Του Συνεταιρισμού Παράσχου & Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 9501/10, 28/6/2019

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Του Συνεταιρισμού Παράσχου & Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 9501/10, 28/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A324 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9501/10 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, από Λευκωσία Ενάγοντα -και- Του Συνεταιρισμού XXXXX Παράσχου & XXXXX Νικολάου δια των

  1. xxxx Παράσχου, Συνέταιρου, από Λακατάμια
  2. xxxx Νικολάου, Συνέταιρου, από Λακατάμια Eναγομένων --------------------- 28 Ιουνίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ι. Τυπογράφος Για τους Εναγομένους: κ. Χρ. Χριστοδούλου για Μ. Ξ. Ιωάννου & Συνεργάτες ---------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή του ο Ενάγων ζητά από τους Εναγόμενους: «Α. Ποσό €195.492,18 οφειλόμενο από τους Εναγομένους δυνάμει Βεβαίωσης φόρου ΦΠΑ των περιόδων από 1.7.1992 μέχρι 30.11.2009, το οποίο περιλαμβάνει πρόσθετη και χρηματική επιβάρυνση και τόκους μέχρι 10.2.
  3. Β. Τόκο προς 5,5% ετησίως από 11.2.2010 μέχρι πλήρους εξόφλησης.» Στην αγωγή του ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι εγείρει την παρούσα αγωγή δια ή/και εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 43 και βάση των διάταξεων της παρ.4

(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου 95(Ι)/2000 που προβλέπει την επιβολή και είσπραξη του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ως και δυνάμει του άρθρου 55 του περί Φ.Π.Α. Νόμου 246/
  1. Οι Εναγόμενοι είναι συνεταιρισμός φυσικών προσώπων με επαγγελματική δραστηριότητα, προπονητές αλλαγών και στάβλοι αλόγων. Οι Εναγόμενοι ενεγράφηκαν στο Μητρώο Φ.Π.Α. από 1/7/1992 και παραμένουν εγγεγραμμένοι μέχρι σήμερα. Ο αριθμός εγγραφής των Εναγομένων στο Μητρώο είναι 50574964S. Οι Εναγόμενοι είναι υποκείμενο σε φορολογία πρόσωπο δυνάμει των προνοιών των Νόμων και Κανονισμών περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αποδέχονται και συνεπώς συμφωνούν, όπως λέγουν αυτολεξεί, τα γεγονότα αυτά. Στην απόφαση ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΛΥΣΙΩΤΗΣ ν.
  2. ΑΧΙΛΛΕΑ ΗΛΙΑ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1567 στη σελίδα 1571, το Ανώτατο αποφάσισε τα εξής: «Θα είμαστε σύντομοι. Ο εφεσείων έχει δίκαιο. Προέκυπτε από την αντιπαραβολή των εγγράφων προτάσεων αλλά και από την κοινή δήλωση των διαδίκων πως δεν υπήρχε βάρος απόδειξης στους ώμους των εφεσειόντων. Δεν είχε αμφισβητηθεί η γέννηση ευθύνης πάνω στη βάση του εγγράφου που παραδέχονταν οι εφεσίβλητοι ότι υπέγραψαν και ήταν με αυτό το δεδομένο που τροχιοδρομήθηκε η δίκη. Αντικείμενο της αντιδικίας ήταν οι ισχυρισμοί των εφεσιβλήτων και η διαπίστωση πως ήταν αναληθείς, στο πλαίσιο των εγγράφων προτάσεων και της κοινής δήλωσης που έγινε, θα έπρεπε να οδηγήσει σε έκδοση απόφασης υπέρ του εφεσείοντα. Δεν παρεχόταν δυνατότητα αναζητήσεων, με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου, σε σχέση με όσα οι εφεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν αλλά αντίθετα παραδέχθηκαν. Από τη μεγάλη σειρά των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τη σημασία των εγγράφων προτάσεων, τις επιπτώσεις από παραδοχές των διαδίκων και το ανεπίτρεπτο της επίλυσης θεμάτων που δεν είναι επίδικα, αναφέρουμε τις GIP Construction v. Neofytou and Another
(1983)1 C L R 669, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1990)1 Α.Α.Δ 24, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 507, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ 764 και Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ 836.» Περαιτέρω, οι Ενάγοντες, στην έκθεση απαίτησης ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας το ποσό των €195.492,18, συμπεριλαμβανομένων των τόκων μέχρι 10.2.2010, το οποίον ποσό αφορά φορολογικές περιόδους από 1/7/1992 μέχρι 30/11/
  1. Λεπτομέρειες (α) Φόρος από φορολογικές δηλώσεις € 0,00 (β) Φόρος από βεβαίωση φόρου από μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων € 19.074,68 (γ) Πρόσθετη επιβάρυνση/πρόσθετος φόρος € 4.108,69 (δ) Χρηματική επιβάρυνση € 95.871,62 (ε) Άλλες επιβαρύνσεις € 854,44 (στ) Τόκος € 75.582.75 Σύνολον € 195.492,18 Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να υποβάλουν έγκαιρα ή/και καθόλου φορολογικές δηλώσεις διάφορες χρονικές περιόδους ως όφειλαν ή/και τις δέουσες ή/και τις ορθές ή/και άλλως πως φορολογικές δηλώσεις και γενικά λόγω παράλειψης των Εναγομένων να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες της σχετικής Νομοθεσίας από την 1/7/1992 μέχρι τις 30/11/2009, ο Ενάγων εφαρμόζοντας τις πρόνοιες των σχετικών Νόμων και Κανονισμών και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και χαρακτηριστικά της επαγγελματικής ή/και επιχειρηματικής δραστηριότητας των Εναγομένων προέβη σε βεβαίωση του Φ.Π.Α. ή/και καθόρισε το οφειλόμενο από τους Εναγομένους ποσό, το οποίον ανέρχεται στο ποσό των €195.492,18, συμπεριλαμβανομένων πρόσθετων επιβαρύνσεων, χρηματικών και άλλων επιβαρύνσεων και τόκους μέχρι 10/2/
  2. Σε σχέση με τον οφειλόμενο φόρο Φ.Π.Α., οι Εναγόμενοι έλαβαν από την Υπηρεσία του Ενάγοντος σειρά ειδοποιήσεων επιβολής φορολογιών καθώς και περιοδικές καταστάσεις λογαριασμού με πληρωτέα ποσά, χωρίς ωστόσο να ανταποκριθούν μέχρι σήμερα στην αποπληρωμή, των οφειλομένων ποσών Φ.Π.Α. Oι Εναγόμενοι παρά τις ειδοποιήσεις που έλαβαν από την Υπηρεσία του Ενάγοντα σε ουδεμία ενδιάμεση ενέργεια ή/και μέτρα ή/και ένσταση προχώρησαν ή/και καταχώρησαν προς αμφισβήτηση του ανωτέρω ποσού με αποτέλεσμα το ποσό αυτό των €195.492,18 να καταστεί τελεσίδικο και άμεσα πληρωτέο. Εκτός από την πιο πάνω παραδοχή των, οι Εναγόμενοι αρνούνται την πιο πάνω παράλειψη τους που περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι πάντοτε ήταν και είναι συνεπείς στις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τους, τις οποίες έχουν προς το Κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας και οποιαδήποτε υπηρεσία του. Ουδέποτε έχουν λάβει οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις φορολογιών και/ή καταστάσεις λογαριασμού έτσι ώστε να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Κατά τα παρελθόντα έτη, δηλαδή από την 1η Ιουλίου 1994 μέχρι και την 30η Νοεμβρίου 2009 δεν υπήρξε απολύτως καμία είσπραξη ΦΠΑ καθότι ο συνεταιρισμός δεν εισέπραττε οποιοδήποτε ποσό για προσφερθείσες υπηρεσίες ως τέτοιος. Είναι προφανές ότι ο Ενάγων ΄Εφορος διά της εξουσίας που του παρέχει ο Νόμος υπολογίζοντας φανταστικά ποσά και καταχρώμενος της ρηθείσης εξουσίας επέβαλε παράτυπα και/ή αυθαίρετα χρηματικές επιβαρύνσεις και/ή πρόσθετους φόρους. Η υποχρέωση όμως του Ενάγοντα να πληροφορήσει τους Εναγόμενους περί της ρηθείσης προθέσεως του η οποία εκπηγάζει εκ της Νομοθεσίας ουδέποτε υλοποιήθηκε. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε οφειλόμενου ποσού όπως αναφέρεται στην ΄Εκθεση Απαίτησης. Ο Ενάγοντας κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα για να αποδείξει την υπόθεση του την XXXXX Παντελή. Κατέθεσε γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της στην οποία λέγει μεταξύ άλλων ότι είναι στην υπηρεσία του Ενάγοντα και κατέχει την θέση λειτουργού Φ.Π.Α.. Ως εκ της ιδιότητας της αυτής έχει προσωπική γνώμη και γνώση για όσα καταθέτει, και έχει στην κατοχή και στην φύλαξη της όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα, αρχεία, συμφωνίες, επιστολές και γενικά ότι αφορά την παρούσα αγωγή. Ο Ενάγοντας είναι η αρμόδια αρχή προς είσπραξη του Φ.Π.Α, Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. Οι Εναγόμενοι ενεγράφησαν στο μητρώο Φ.Π.Α την 01/07/1992 με αριθμό εγγραφής 50574964S. Παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο, Πιστοποιητικό με τα στοιχεία της εγγραφής των Εναγομένων στο Μητρώο Φ.Π.Α. Στις 18/02/2016 η Υπηρεσία ΦΠΑ προχώρησε και ακύρωσε την εγγραφή του πιο πάνω συνεταιρισμού από το Μητρώο ΦΠΑ αναδρομικά από τις 30/11/1998 (τελευταία φορολογική δήλωση που υποβλήθηκε με ποσά). Κατόπιν ελέγχου της επιχείρησης των Εναγομένων από τον Ενάγοντα για την χρονική περίοδο από 01/07/1992 μέχρι 31/08/1996, με την βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 19/03/1997, με την οποία βεβαιώθηκε ως επιπρόσθετος πληρωτέος φόρος για τις φορολογικές δηλώσεις των Εναγομένων από 01/07/1992 μέχρι 31/08/1996, το συνολικό ποσό των €10.165,42 (Λ.Κ.5.949,56). Ποσό Λ.Κ.657,14 (€1.122,79) αφορούσε την περίοδο 01/12/1992-28/02/1993 για την οποία περίοδο η φορολογική δήλωση υποβλήθηκε στις 27/01/
  3. Το ποσό της βεβαίωσης για την εν λόγω τριμηνία έχει διαγραφεί και έτσι το ποσό της βεβαίωσης έγινε Λ.Κ.5.292,42 (€9.042,64) το οποίο καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου. Η πιο πάνω διοικητική πράξη του Ενάγοντα ημερ. 19/03/1997 δεν έχει προσβληθεί από τους Εναγόμενους ούτε με γραπτή ένσταση ενώπιον του Υπουργού Οικονομικών, δυνάμει του άρθρου 52 των περί ΦΠΑ νόμων του 1990 μέχρι 2000, ούτε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος. Οι Εναγόμενοι όφειλαν, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, όπως το αργότερο μέχρι την δέκατη μέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος κάθε φορολογικής περιόδου, όπως υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις δεόντως συμπληρωμένες, οι οποίες να περιέχουν όλα τα απαραίτητα εκ του νόμου στοιχεία και/ή ποσά εκροών και/ή του φόρου για τον οποίο οφείλεται και/ή αποδίδεται λογαριασμός ή διαφορετικά και καταβάλουν τον οφειλόμενο φόρο και/ή φόρο προστιθέμενης αξίας αναφορικά με όλες τις παραδόσεις και/ή πωλήσεις αγαθών και/ή παροχές υπηρεσιών που είχαν πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια της εκάστοτε περιόδου. Την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής το οφειλόμενο ποσό των Εναγομένων ανερχόταν σε €195.492,18 για τις φορολογικές περιόδους από 01/07/1992-30/11/1992 μέχρι 01/09/2009-30/11/
  4. Με την απόφαση της Υπηρεσίας ΦΠΑ στις 18/02/2016 να διαγράψει αναδρομικά τους Εναγόμενους από τις 30/11/1998 τα οφειλόμενα ποσά από 01/12/1998-28/02/1999 μέχρι 01/09/2009-30/11/2009 διαγράφονται. Συγκεντρωτικά έχει διαγραφεί το ποσό των €129.916,26, ήτοι φόρος από βεβαίωση φόρου μετά από έλεγχο €19.074,68, πρόσθετη επιβάρυνση €1.907,23, χρηματική επιβάρυνση €71.985,99, άλλες επιβαρύνσεις €0,14 και τόκος €36.948,
  5. Επίσης στις 06/10/2017 έχει πληρωθεί το ποσό των €200,00 το οποίο κάλυψε €141,56 πρόσθετη επιβάρυνση για την φορολογική περίοδο 01/07/1992-30/11/1992 και €58,44 χρηματική επιβάρυνση για την ίδια φορολογική περίοδο. Μετά την εν λόγω διαγραφή το συνολικό χρέος των Εναγομένων σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων με αριθμό φορολογικών περιόδων από την 1/07/1992 μέχρι 30/11/1998 ανέρχεται στο ποσό των €65.375,92 (€195.492,18 - €129.916,26 - €200,00) το οποίο σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνει το ποσό των €2.059,90 ως πρόσθετη επιβάρυνση/ πρόσθετο φόρο, το ποσό των €23.827,19 ως χρηματική επιβάρυνση, το ποσό των €854,30 ως άλλες επιβαρύνσεις και το ποσό των €38.634,53 ως τόκους όπως αυτοί έχουν υπολογιστεί μέχρι και τις 10/02/
  6. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους δια σειράς ειδοποιήσεων επιβολής φορολογιών καθώς και περιοδικών καταστάσεων λογαριασμού, δια των οποίων ο Ενάγοντας καλούσε τους Εναγόμενους να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους και να καταβάλουν τον επιπρόσθετο πληρωτέο φόρο, την χρηματική επιβάρυνση καθώς και τους τόκους, οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα παραλείπουν και/ή αρνούνται και/ή αμελούν να συμμορφωθούν. Ως εκ των ανωτέρω οι Εναγόμενοι οφείλουν στον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €65.375,92, το οποίο ποσό αφορά τις φορολογικές περιόδους από 11/07/1992 μέχρι 30/11/1998 ως ακολούθως:- Φόρος από φορολογικές δηλώσεις € ..- Φόρος από βεβαίωση φόρου € ..- Πρόσθετη Επιβάρυνση/ Πρόσθετος Φόρος € 2.059,90 Χρηματική επιβάρυνση €23.827,19 Άλλες επιβαρύνσεις € 854,30 Τόκος €38.634,53 Σύνολο: €65.375,92 Τα πιο πάνω ποσά φαίνονται στους πίνακες σε τέσσερεις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που καταχωρήθηκαν ως Τεκμήρια. Για το πιο πάνω πάνω ποσό δεν έχουν υπολογιστεί οι τόκοι από 10/02/2010 γι' αυτό και ο Ενάγοντας αξιοί νόμιμους τόκους από 11/02/2010 επί του ποσού των €26.741,39 μέχρι τη τελική εξόφληση. Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγοντας αξιοί εναντίον των Εναγομένων: (α) Ποσό €65.375,92 ως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο 13 ανωτέρω (β) Νόμιμο τόκο από 11/02/2010 μέχρι την τελική εξόφληση επί του ποσού των €26.741,
  7. Παρά τις πιο πάνω παραδοχές των Εναγομένων τις οποίες καταγράφω, ο δικηγόρος των Εναγομένων εγείρει με την αγόρευση του τα πιο κάτω θέματα. «(α) Στην υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία ότι ο συνεταιρισμός είναι αφενός εγγεγραμμένος δυνάμει του άρθρου 50 των Περί Ομόρρυθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο Κεφ. 116 και ως τέτοιος να έχει νομική προσωπικότητα να ενάγει ή να ενάγεται ή να αποκτά περιουσία. Για την ακρίβεια δεν απασχόλησε την υπηρεσία Φ.Π.Α κατά την ημέρα έκδοσης πιστοποιητικών εγγραφής Φ.Π.Α αν ο συγκεκριμένος συνεταιρισμός είναι εγγεγραμμένος και εάν τέτοιοι συνεταιρισμοί έχουν νομική προσωπικότητα και δύνανται να εναχθούν ως συνεταιρισμός ή εάν η αγωγή θα έπρεπε να κινηθεί ονομαστικά στους κατ' ισχυρισμό συνεταίρους. Δεν απασχόλησε την υπηρεσία Φ.Π.Α ούτε το ζήτημα αν έπρεπε να φορολογηθούν ξεχωριστά οι κατ' ισχυρισμό συνεταίροι αλλά ούτε και το ζήτημα αν εμπίπτουν εις έκαστος σε φορολογική υποχρέωση εγγραφής στο Φ.Π.Α με βάση τα δικά του εισοδήματα. Το Φ.Π.Α προχώρησε στην εγγραφή ανύπαρκτου στον έφορο συνεταιρισμού χωρίς διευκρίνιση αυτού του κρίσιμου γεγονότος και μετέπειτα προχώρησε σε επιβολή Φ.Π.Α επί λογαριασμών του ισχυριζόμενου συνεταιρισμού. Η συνέπεια των πιο πάνω είναι ότι οι Ενάγοντες στρέφονται κατά ανύπαρκτου προσώπου.» Εφόσον υπάρχει ρητή παραδοχή στην υπεράσπιση ότι οι Εναγόμενοι είναι συνεταιρισμός, φυσικών προσώπων με επαγγελματική δραστηριότητα, συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, ο ισχυρισμός των δικηγόρων των Εναγομένων ότι ο συνεταιρισμός δεν είναι εγγεγραμμένος και στερείται νομικής προσωπικότητας απορρίπτεται. Περαιτέρω στον περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμο, Ν.246/1990, στο άρθρο 2, ερμηνευτική διάταξη, προβλέπεται ότι: «Νομικό πρόσωπο» περιλαμβάνει εταιρεία, συνεταιρισμό, σωματείο, λέσχη, σύλλογο, σύνδεσμο, οργανισμό ή οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων, ανεξάρτητα από το εάν έχει συσταθεί ή όχι σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού.» Επίσης «υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο
(2)του άρθρου 5.» Στο άρθρο 5
(2)προβλέπεται ότι: «
(2)Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο
(2)του άρθρου 2, εφόσον έχει εγγραφεί ως τέτοιο στο Μητρώο ΦΠΑ ή οφείλει να εγγραφεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.» Οι Εναγόμενοι έχουν εγγραφεί στο μητρώο ΦΠΑ την 1.7.1992 με αριθμό εγγραφής 50574964S. ΄Εχει κατατεθεί ως Τεκμήριο Πιστοποιητικό με τα στοιχεία της εγγραφής των Εναγομένων στο Μητρώο ΦΠΑ. Στο πιστοποιητικό αναφέρεται ως ονομασία του Υποκείμενου στο φόρο προσώπου οι «XXXXX ΠΑΡΑΣΧΟΥ και XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ». Ως οργανική Υπόσταση: «ΑΤΥΠΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ». Ούτε ένσταση, ούτε οποιαδήποτε προσφυγή κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος έχει καταχωρηθεί για ακύρωση της διοικητικής αυτής πράξης. Στην απόφαση 1. ΜΑΡΙΟΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ κ.ά. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2003)3 Α.Α.Δ. 93, το Ανώτατο αποφάσισε τα εξής: «Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η νομιμότητα του καθεστώτος του άτυπου συνεταιρισμού το οποίο αποδόθηκε από τον Έφορο στην επαγγελματική συνεργασία στην οποία συμμετείχαν οι εφεσείοντες θάπρεπε να προσβληθεί από το 1994, αφ' ης στιγμής, δηλαδή, η επαγγελματική συνεργασία ενεγράφη ως άτυπος συνεταιρισμός την 1.3.1994, κάτι το οποίο δεν έγινε, παρατηρούμε ότι, εν πάση περιπτώσει, εφόσον η έννοια του νομικού προσώπου στο άρθρο 2
(1)του Νόμου περιλαμβάνει «.συνεταιρισμό ... ή οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων, ανεξάρτητα από το εάν έχει συσταθεί ή όχι σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού», εύλογα ο Έφορος μπορούσε να κατατάξει, το 1994, την επαγγελματική συνεργασία των εφεσειόντων ως άτυπο συνεταιρισμό. Κατ' αντιδιαστολή προς τους «συνεταιρισμούς» οι οποίοι καλύπτονται από τον περί Ομορρύθμων και Ετερορύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116 - Partnership Law, Cap. 116. (Βλέπε σχετικά και Α. Βαρνάβα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 788/2000, 31.10.2002, υπό Νικήτα, Δ.)» Ο ισχυρισμός αυτός του δικηγόρου των Εναγομένων απορρίπτεται και γι΄ αυτό το λόγο. Με το δεύτερο λόγο, για απόρριψη της αγωγής, ο δικηγόρος ισχυρίζεται ότι ως τμήμα και ως υπάλληλος του Κράτους ο έφορος Φ.Π.Α. δεν έχει νομική προσωπικότητα να ενάγει και να ενάγεται αλλά δύναται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα να ασκήσει αγωγή. Οι δε αναφορές στο Νόμο και Κανονισμούς Φ.Π.Α. για ανάκτηση του χρέους ως οφειλόμενο στη Δημοκρατία (10ο Παράρτημα παρ. 4) Ν.95(Ι)/2000ασκούνται στο όνομα του Εφόρου μεν μέσω του Γενικού Εισαγγελέα δε. Και για το λόγο αυτό υπάρχει παραδοχή. Παραδέχονται την παράγραφο 1 της ΄Εκθεσης Απαίτησης στην οποία ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι «εγείρει την παρούσα αγωγή διά ή/και εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 43 και βάσει των διατάξεων της παρ. 4
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου 95
(1)/2000 που προβλέπει την επιβολή και είσπραξη του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ως και δυνάμει του άρθρου 55 του περί Φ.Π.Α. Νόμου 246/90. Μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του διαδίκου είναι η αίτηση για διαγραφή της. Η ύπαρξη και η ταυτότητα του Ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει πεδίο αντιδικίας. Προσβολή της ύπαρξης και της ταυτότητας του Ενάγοντα μπορούσε να γίνει μόνο προδικαστικά, με την επίκληση των διατάξεων της Δ.27 θ.3 των Θεσμών. Αντιθέτως στην παρούσα υπόθεση ούτε καν επίδικο θέμα κατέστη η ύπαρξη του Ενάγοντα. Η ύπαρξη του Ενάγοντα έγινε παραδεκτή. Στην απόφαση SARTAS IMPORTERS DISTRIBUTORS LTD v. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΡΟΥΛΛΗ
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1446 το Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής στις σελίδες 1452 - 1453: «Η νομολογία ορίζει, ως σημειώνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι η δικαιοδοσία δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση - (βλ., μεταξύ άλλων, Sevegep Ltd. v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729. Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160). Στην προκείμενη περίπτωση, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα και την Έκθεση Απαιτήσεως. Ως εκ τούτου, δικαιολογημένα το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε και άσκησε δικαιοδοσία προς επίλυσή της. Στην K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 689, διαπιστώθηκε ότι: «Η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση.» - (σελ. 691). Στη Lioufis and Co. Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, που ακολούθησε, επαναλαμβάνεται η αρχή αυτή και επεξηγείται:- (σελ. 780) «Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής.» Καθορίζεται δε ότι:- (σελ 780) «Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.» Συγχρόνως, υποδεικνύεται ότι:- (σελ. 780) «Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητά του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα.» Ο προσδιορισμός του ενάγοντος, όπως και του εναγομένου, καθώς και η πλήρης διεύθυνσή τους προβλέπονται από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών ως συστατικά στοιχεία της οντότητας και της ταυτότητάς τους*. Η διεύθυνση του ενάγοντος τον διακρίνει από συνώνυμα άτομα· αποτελεί στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητάς του. Στην περίπτωση εταιρείας, το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας αποτελεί τη διεύθυνσή της. Σ' αυτή τη διεύθυνση μπορούσε ο εφεσίβλητος να αναζητήσει τους εφεσείοντες και να τους πληρώσει. Ο εφεσίβλητος δεν αμφισβήτησε την οντότητα και ταυτότητα των εφεσειόντων στο προδικαστικό στάδιο και με το μηχανισμό που προβλέπει η Δ.27, θ.1, των Θεσμών. Η ύπαρξή τους δεν αποτελούσε επίδικο θέμα της αγωγής.» Τα ίδια λέχθηκαν και στην απόφαση Lioufi & Co. Ltd ν. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 773 λέχθηκαν τα εξής: «Συμφωνώ, επίσης, ότι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την Υπεράσπιση η ύπαρξη της εταιρείας, του νομικού προσώπου που ήγειρε την αγωγή. Ό,τι θέλω να προσθέσω, είναι ότι η ύπαρξη των εναγόντων δε θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου.» Δεν έχω άλλη εκλογή από του να απορρίψω και τον δεύτερο ισχυρισμό του δικηγόρου των Εναγομένων. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και ακούσω με προσοχή τη μοναδική μάρτυρα στην παρούσα υπόθεση ενώ κατέθετε ενόρκως ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία της με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, τη πηγή των γνώσεων της στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχε για να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, την μνήμη και τους λόγους που είχε να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. Γιαννή κ.α ν. Χριστοφόρου
(1995)1 σελ. 340, Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου
(1989)1 (Ε) 691, Ντίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν Δρουσιώτου και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ σελ. 877. Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), Τάκη Ηλιάδη, σελ. 24 και 215). Αξιολογώντας τη μαρτυρία της βρίσκω ότι η μάρτυρας του Ενάγοντα, Μαρίνα Παντελή ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Παρουσίασε τα γεγονότα στο Δικαστήριο κατά δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο χωρίς υπερβολές ή αντιφάσεις. Κατάθεσε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της από τη θέση την οποία κατέχει στην υπηρεσία του Ενάγοντα. Η μαρτυρία της είναι σύμφωνη με την έγγραφη μαρτυρία την οποία κατάθεσε και η οποία ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έρχεται σε αντίφαση με την έγγραφη μαρτυρία. ΄Εχει προσωπική γνώση για όσα κατέθεσε και έχει στην κατοχή και στη φύλαξη της όλα τα σχετικά με την παρούσα αγωγή έγγραφα, αρχεία, συμφωνίες, επιστολές και γενικά ότι αφορά την παρούσα αγωγή. Βρίσκω ότι με τη μαρτυρία της, η οποία έχει μείνει αναντίλεκτος, ο Ενάγων απέδειξε την αξίωσή του. Οι Εναγόμενοι οφείλουν προς τον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των €65.375,92 και νόμιμο τόκο από 11.2.2010 επί του ποσού των €26.741,
  1. Ενόψει των ανωτέρω βρίσκω ότι ο Ενάγων απέδειξε την απαίτησή του, όπως έχει περιοριστεί από τη μάρτυρα και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για: Α) Το ποσό των €65.375,
  2. Β) Νόμιμο τόκο επί του ποσού των €26.741,39 από 11.2.2010 μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα των επιδικασθέντων ποσών. (Υπ.) Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.