← Κύπρος

Σώζου ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ Λ.Τ.Δ., Αρ. Αγωγής: 6687/2012, 11/6/2019

Σώζου ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ Λ.Τ.Δ., Αρ. Αγωγής: 6687/2012, 11/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A295 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6687/2012 XXXXX Σώζου Ενάγουσας -και- ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ Λ.Τ.Δ. Εναγομένων Ημερομηνία: 11 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μάτσας. Για την Εναγόμενη: κ. Κόνιας. TEΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση Στις 15.3.2012 και περί ώρα 20:30, ο γιος της Ενάγουσας, ο οποίος, στη βάση του ασφαλιστικού συμβολαίου που κάλυπτε το όχημα της τελευταίας (τεκμήριο 2), ήταν ασφαλισμένος οδηγός, οδηγούσε τούτο και το στάθμευσε έξω από συγκεκριμένο περίπτερο εντός των ορίων του Δήμου Αγλαντζιάς με σκοπό να αγοράσει τσιγάρα. Εξερχόμενος του οχήματος, για να μεταβεί στο περίπτερο, δεν κλείδωσε τούτο και άφησε τα κλειδιά σε κάποιο σημείο επί της καρέκλας του οδηγού (αποτελεί διαφιλονικούμενο ζήτημα το σημείο επί του καθίσματος στο οποίο αφέθησαν τα κλειδιά και το κατά πόσο τούτα ήταν ορατά στον όποιον, ενδεχομένως, διερχόμενο παραπλεύρως του οχήματος). Καθ' ον χρόνο ο γιός της Ενάγουσας εξυπηρετείτο από το προσωπικό του περιπτέρου, άγνωστο πρόσωπο έθεσε σε λειτουργία το όχημα και απομακρύνθηκε από το σημείο. Το συμβάν καταγγέλθηκε από τον γιο της Ενάγουσας στην αστυνομία, και στα πλαίσια της διερεύνησης της ρηθείσας καταγγελίας, στη βάση των όσων αυτός ανέφερε στους αστυνομικούς, ετοιμάστηκε και σχετική έκθεση (τεκμήριο 1(α)). Ακολούθως, η Ενάγουσα, στη βάση των όρων του τεκμηρίου 2 που υπέγραψε μαζί με την Εναγόμενη (ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε κάλυψη στην Ενάγουσα και στο γιο της σε σχέση, μεταξύ άλλων, και για απώλεια του οχήματος της πρώτης), υπέβαλε απαίτηση προς την τελευταία για αποζημίωση της για την απώλεια του οχήματος. Η απαίτηση της Ενάγουσας απερρίφθη δια επιστολής της Εναγομένης (τεκμήριο 1(β)), επί το ότι, κατά την τελευταία, η πρώτη και ο γιος της παραβίασαν ουσιώδεις όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου. Η Ενάγουσα, μέσω, πλέον, των συνηγόρων της, ζήτησε, δια επιστολής (τεκμήριο 1(γ)), όπως συγκεκριμενοποιηθούν οι όροι, που κατά την Εναγόμενη παραβιάστηκαν από πλευράς της Ενάγουσας. Ως απάντηση στο πιο πάνω αίτημα της Ενάγουσας, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 22.8.2012 (τεκμήριο 1(δ)) με την οποία ενημέρωνε τους συνηγόρους της πρώτης ότι ο όρος του Τεκμηρίου 2 που παραβιάστηκε, είναι ο όρος 4, σελίδα 13 των Γενικών Όρων του συμβολαίου, στο Μέρος 5 τούτου (στο εξής «ο όρος 4»). Συνεπεία της άρνησης της Εναγόμενης να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την απώλεια του οχήματός της, το οποίο σημειωτέον, μέχρι σήμερα, δεν ανευρέθη, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία επιζητεί απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €30.000,00, ποσό το οποίο αναφερόταν, επί της τελευταίας ανανέωσης του ασφαλιστικού συμβολαίου, ως αξία του οχήματος, η οποία ανανέωση αφορούσε στο χρονικό διάστημα μεταξύ τις 15.12.2011 και 14.12.2012, και δη χρονικό διάστημα, εντός του οποίου, εκλάπη το όχημα. Τα πιο πάνω, αποτελούν κοινό τόπο των δύο πλευρών, καθότι προκύπτουν, είτε από τις δικογραφημένες θέσεις τους, είτε τα κοινώς αποδεκτά, αλλά και τα παραδεκτά, γεγονότα, είτε, τέλος, από το περιεχόμενο των τεκμηρίων τα οποία κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Η εκδοχή της Ενάγουσας Είναι η θέση της Ενάγουσας, ως τούτη υποστηρίχτηκε με την ένορκη μαρτυρία του γιού της (στο εξής «ο μάρτυρας»), ότι η συμπεριφορά του τελευταίου κατά την ημέρα κλοπής του οχήματος δεν μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να θεωρηθεί ως παράβαση οποιουδήποτε όρου του ασφαλιστικού συμβολαίου και με δεδομένη την απώλεια του οχήματος σε χρόνο που ήταν σε ισχύ οι όροι του ασφαλιστικού συμβολαίου, η Εναγόμενη όφειλε να αποζημιώσει την Ενάγουσα. Ως προς το απαιτούμενο ποσό των €30.000,00, είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, από τη στιγμή που το ποσό αυτό αναγράφεται επί της τελευταίας ανανέωσης του ασφαλιστικού συμβολαίου ως αξία του οχήματος, τότε δικαιούται σε ανάλογη αποζημίωση. Η εκδοχή της Εναγόμενης Η Εναγόμενη, η οποία σημειώνεται ότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε δια ζώσης μαρτυρία, δικογραφικά, αλλά και καταληκτικά (μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της) προωθεί τη θέση ότι ο μάρτυρας, σταθμεύοντας το όχημα και αφήνοντας το αφύλακτο και ξεκλείδωτο με τα κλειδιά επί του καθίσματος του οδηγού, παραβίασε τον όρο 4 του ασφαλιστικού συμβολαίου, ο οποίος επιβάλλει στους ασφαλισμένους την υποχρέωση να λαμβάνουν «όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την προστασία του ασφαλισμένου οχήματος από απώλεια ή ζημιά...», και κατά συνέπεια, η Εναγόμενη νομιμοποιείται να αρνείται να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την απώλειά της. Ακροαματική διαδικασία Από πλευράς της Ενάγουσας κατέθεσε ενόρκως ο οδηγός, ενώ από πλευράς της Εναγόμενης, ως σημειώθηκε, ήδη, ανωτέρω, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε δια ζώσης μαρτυρία. Επίδικα ζητήματα Στη βάση των παραδεκτών και/ή κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα αναφέρθησαν στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, τα ζητήματα που παραμένουν επίδικα και επί των οποίων ζητείται η σχετική δικαστική κρίση είναι τα ακόλουθα: (α) κατά πόσο ο τρόπος δράσης του μάρτυρα κατά την ημέρα απώλειας του οχήματος ισοδυναμεί με παράβαση του όρου 4 του ασφαλιστικού συμβολαίου, ώστε η Ενάγουσα να μη νομιμοποιείται να απαιτεί αποζημιώσεις για την απώλειά του και (β) κατά πόσο (και τούτο ανεξαρτήτως της όποιας κρίσης ως προς το (α) ανωτέρω), η μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, και γενικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, επαρκεί για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε κρίση ως προς την αγοραία και/ή υπολογιζόμενη αξία του οχήματος κατά την ημέρα της απώλειας του, μιας και η Εναγόμενη, στη βάση σχετικού όρου του ασφαλιστικού συμβολαίου, προβάλλει τη θέση ότι, η Ενάγουσα, αν δικαιούται σε αποζημιώσεις, τούτες δεν μπορούν να είναι περισσότερες από την αγοραία αξία του οχήματος κατά την ημέρα απώλειάς του. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Σε σχέση με τα μόλις πιο πάνω προσδιορισθέντα επίδικα ζητήματα, ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρωτοετής φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου στη Λευκωσία και για τις διακινήσεις του χρησιμοποιούσε το όχημα της Ενάγουσας. Επισκεπτόταν καθημερινά (τρεις φορές την ημέρα) το συγκεκριμένο περίπτερο για αγορά ειδών περιπτέρου, περιλαμβανομένων και τσιγάρων. Γνώστης, γενικά, της γύρω περιοχής και με πρόθεση η εκεί στάση του να διαρκέσει ελάχιστο χρόνο (όσος χρειάζεται για την αγορά ενός πακέτου τσιγάρων), και εν απουσία οποιασδήποτε εμφανούς ύποπτης κίνησης τρίτων, στάθμευσε το όχημα μπροστά από την είσοδο του περιπτέρου και εξερχόμενος του οχήματος τοποθέτησε τα κλειδιά του στο σημείο που ενώνεται το κάθετο με το οριζόντιο μέρος της καρέκλας του οδηγού, με τέτοιο τρόπο, που δεν θα ήταν ορατά ούτε και στον όποιον τυχόν διερχόμενο παραπλεύρως του οχήματος. Ακολούθως, έκλεισε την πόρτα του οδηγού (χωρίς να τη κλειδώσει) και εισήλθε στο περίπτερο όπου και παρήγγειλε τσιγάρα. Παρέμεινε εντός του περιπτέρου για χρόνο λιγότερο του ενός λεπτού, εντός του οποίου χρόνου ένοιωσε την ανάγκη να στρέψει, τουλάχιστον δύο φορές, την προσοχή του προς το όχημα (ενέργεια στη οποία και προέβη), το οποίο, και τις δύο αυτές φορές, βρισκόταν στο σημείο που το στάθμευσε. Μόλις εξυπηρετήθηκε από το προσωπικό του περιπτέρου και ξεκίνησε να εξέρχεται τούτου, είδε το όχημα να απομακρύνεται. Η απόσταση που χώριζε τον ίδιο από το όχημα τη στιγμή που αντιλήφθηκε την απομάκρυνση του ήταν 70μ. περίπου. Ως προς την, προ της απώλειας, αξία του οχήματος, ο μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Ήταν η θέση του ότι, η όλη δράση του εκείνη την ημέρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβαίνουσα τον όρο 4 του ασφαλιστικού συμβολαίου, καθότι, κατ' εκείνον, τα όσα έπραξε αποτελούσαν ενδεικνυόμενα, υπό τις περιστάσεις, μέτρα για την προστασία του οχήματος από ενδεχόμενη απώλεια. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είμαι της γνώμης ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Η μαρτυρία του παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις, καθώς επίσης και συγκρούεται, σε κάποια ουσιώδη σημεία της, με την κοινή λογική. Και εξηγώ: Βασική θέση του μάρτυρα ήταν ότι, ο ελάχιστος χρόνος που θα χρειαζόταν να αναλώσει εντός περιπτέρου, η καθημερινή τριβή του με την περιοχή σε συνδυασμό και με τη μη εμφανή παρουσία οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, καθώς επίσης και η άγνοιά του ως προς το όποιο, ενδεχομένως, κρούσμα κλοπών οχημάτων, επενέργησαν αρνητικά στο να θεωρήσει ότι υπήρχε κίνδυνος κλοπής του οχήματος. Ως, χαρακτηριστικά, ανέφερε, η κατ' ισχυρισμό ενέργειά του να τοποθετήσει τα κλειδιά στο σημείο που ενώνεται το κάθετο με το οριζόντιο τμήμα της καρέκλας του οδηγού εις τρόπο που τούτα να μην είναι ορατά, δεν έγινε λόγο φόβου ενδεχόμενης κλοπής του, αλλά από συνήθεια, μιας και αυτό πράττει πάντα, όταν προβένει σε μικρού διαστήματος στάση, από τον καιρό που άρχισε να οδηγεί. Και διερωτάται κανείς. Αν όντως δεν πέρασε από το μυαλό του μάρτυρα το ενδεχόμενο κλοπή του οχήματος, ποιος ο λόγος, που, εντός ενός λεπτού (ως ο ίδιος ισχυρίστηκε), ένοιωσε την ανάγκη, καθ' ον χρόνο ήταν εντός του περιπτέρου, να στρέψει, τουλάχιστον δύο φορές, την προσοχή του προς το όχημα και να βεβαιωθεί ότι όντως βρισκόταν στο σημείο που το στάθμευσε; Επίσης, ποιος ο λόγος να τοποθετήσει, έστω και από συνήθεια, ως ισχυρίστηκε, τα κλειδιά σε σημείο που δεν θα ήταν ορατά στον όποιο τυχόν διερχόμενο; Η όλη στάση του, στη βάση των όσων ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έπραξε κατ' εκείνη την ημέρα, δεν συμβαδίζει με τη θέση που προέβαλε περί απουσίας φόβου για ενδεχόμενη κλοπή. Τουναντίον, πρόκειται για δράση προσώπου που θεωρεί εφικτή την κλοπή του οχήματος, τον δε κίνδυνο τούτη να επισυμβεί, υπαρκτό. Αντίφαση παρατηρείται και αναφορικά με το κατά πόσο τα κλειδιά, σύμφωνα πάντα με τις δικές του σχετικές εκδοχές, αφέθηκαν σε σημείο που δεν θα ήταν ορατά από τον οποιοδήποτε που τυχόν να διερχόταν παραπλεύρως του οχήματος. Στη γραπτή του δήλωση, η σχετική αναφορά του θέλει τον ίδιο να τοποθετεί τα κλειδιά σε σημείο που «δεν ήταν σε καμία περίπτωση ορατά από τους περαστικούς». Κατά την αντεξέτασή του, μια εκ των σχετικών αναφορών του ήταν: «κλείνω τη μηχανή, φκάλλω τα κλειδιά και βάλλω το σε ένα σημείο που δεν είναι ορατά...». Άλλη σχετική αναφορά του, θέλει τον οποιονδήποτε διερχόμενο στις «20:30 το βράδυ δίπλα από το τζάμι του αυτοκινήτου, ακόμα και να γυρίσει να δει, εν θα εμπόρεν να δει τα κλειδιά». Όλες οι πιο πάνω αναφορές του μάρτυρα έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου έξι περίπου χρόνια μετά τα επίδικα γεγονότα. Η σχετική (κατά τη μέρα της κλοπής του οχήματος), ωστόσο, αναφορά του μάρτυρα προς την Αστυνομία, ως τούτη καταγράφεται στην έκθεση που ετοιμάστηκε από την Αστυνομία Κύπρου (τεκμήριο 1(α)), θέλει τον ίδιο να εξέρχεται του οχήματος, να αφήνει τούτο ξεκλείδωτο και να τοποθετεί τα κλειδιά «πάνω στο κάθισμα του οδηγού». Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, αναφορικά με το τεκμήριο 1(α) έγιναν δηλώσεις των συνηγόρων των μερών ότι τα όσα εκεί αναγράφονται αφορούν στα όσα ο μάρτυρας ανέφερε στην αστυνομία κατά την υποβολή της καταγγελίας για τη κλοπή του οχήματος λίγη ώρα μετά τη κλοπή. Επανερχόμενος στη αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα. Αν όντως ο μάρτυρας τοποθέτησε τα κλειδιά στο σημείο που ενώνονται τα δύο τμήματα της καρέκλας του οδηγού εις τρόπον που τούτα δεν ήταν ορατά από τον οποιοδήποτε, γιατί να μην αναφέρει το ουσιαστικό αυτό γεγονός στην Αστυνομία κατά την καταγγελία του και απλά να περιοριστεί να δηλώσει ότι άφησε τα κλειδιά πάνω στο κάθισμα του οδηγού; Είμαι της γνώμης ότι, οι αναφορές του μάρτυρα περί τοποθέτησης των κλειδιών στο σημείο που ενώνονται τα δύο τμήματα της καρέκλας του οδηγού με τέτοιο τρόπο ώστε τούτα να μην είναι ορατά, δεν αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό τρόπο δράσης του, αλλά είναι το αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων, θεωρώντας ότι, στη βάση της θέσης αυτής, μπορούσε, ακολούθως, να ισχυριστεί ότι, υπό τις περιστάσεις, έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για προστασία του οχήματος από απώλεια. Αντίφαση στη μαρτυρία του μάρτυρα παρατηρείται και σε σχέση με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, η βασική θέση του ως προς το λόγο που τοποθέτησε τα κλειδιά στο κάθισμα του οδηγού ήταν γιατί αυτό πράττει πάντοτε, από συνήθεια, όταν σταθμεύει, για λίγο χρόνο, και όχι λόγω οποιουδήποτε φόβου του. Παρά ταύτα, στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης, δικογραφούνται τα εξής σχετικά: «... και το τοποθέτησε πάνω στο οριζόντιο μέρος του καθίσματος του οδηγού στο σημείο που αυτό ενώνεται με το κάθετο μέρος του καθίσματος του οδηγού ώστε αυτό να μην είναι ορατό, για σκοπούς απόκρυψης του κλειδιού λαμβάνοντας έτσι όλα τα ενδεικνυόμενα υπό τις περιστάσεις μέτρα προστασίας του οχήματος από κλοπή και/ή απώλεια, φοβούμενος να τα μεταφέρει μαζί του, αφού ήτο νύκτα, ήτο μόνος του, σε ξένη πόλη[1]...». Πέραν της εμφανούς αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ της μαρτυρίας του μάρτυρα και της σχετικής δικογράφησης, η μόλις παρατεθείσα δικογραφημένη θέση, συγκρούεται και με έτερη θέση του μάρτυρα, που τον θέλει να είναι πλήρως εξοικειωμένος με τη περιοχή του περιπτέρου, το οποίο βρίσκεται μόλις 300μ. μακριά από το σπίτι στο οποίο διέμενε και το οποίο επισκεπτόταν τρεις φορές την ημέρα. Τέλος, αναφορικά με το κατά πόσο ο τρόπος δράσης του την επίδικη μέρα ήταν ή όχι ο πλέον ενδεικνυόμενος για προστασία του οχήματος από ενδεχόμενη απώλεια, ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν ήταν. Η σχετική στιχομυθία έχει ως εξής: «Ε. Για να καταλάβω, θεωρείς ότι το να αφήσεις το αυτοκίνητό σου όπως λες εκεί στο σημείο που το άφησες, ξεκλείδωτο, με το κλειδί μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν πιο κατάλληλο μέτρο και ήταν πιο ενδεικνυόμενο μέτρο να λάβεις για να προστατεύσεις το αυτοκίνητο που κλοπή, παρά να το κατεβάσεις μαζί σου ή να το λάβεις στον τσέπη σου; Αυτό θέλεις να πεις στο Δικαστήριο; Α. Δεν είναι πιο κατάλληλο μέτρο, αλλά δεν είναι μέτρο κατ' εμένα, το οποίο χρειαζόταν να κάμω για εκείνο το χρονικό διάστημα που ήμουν στο περίπτερο, νοουμένου ότι δεν είδα άτομα και ήξερα για πόσο χρόνο θα είμαι στο περίπτερο. Δεν ήταν αναγκαίο κατ' εμένα το ακραίο εντελώς μέτρο που λέτε εσείς στη συγκεκριμένη περίπτωση». Στη βάση των όσων υπέδειξα ανωτέρω, είμαι της γνώμης, ως εξάλλου ήδη ανέφερα, ότι, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι τοποθέτησε τα κλειδιά σε τέτοιο σημείο που δεν ήταν ορατά στον οποιοδήποτε διερχόμενο παραπλεύρως του οχήματος, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Ούτε ο ισχυρισμός του που τον θέλει να μην διακατέχεται από οποιοδήποτε φόβο για ενδεχόμενη κλοπή του οχήματος κατά τη διάρκεια που ήταν εντός του περιπτέρου, μπορεί να γίνει δεκτός. Είμαι, ακριβώς, της γνώμης ότι, ο μάρτυρας στάθμευσε το όχημα μπροστά από το περίπτερο, έβγαλε τα κλειδιά από τον εκκινητή και απλά τα τοποθέτησε στο κάθισμα του οδηγού (ως περιέγραψε και ο ίδιος τις ενέργειές του κατά την υποβολή της σχετικής καταγγελίας), αφήνοντας το ξεκλείδωτο και εισήλθε στο περίπτερο για να εξυπηρετηθεί. Είναι συνεπεία των ενεργειών του αυτών, που του δημιουργήθηκε ο λογικός φόβος ότι υπήρχε το ενδεχόμενο το όχημα να κλαπεί, εξ ου και μέσα σε ένα χρονικό διάστημα ολιγότερο του ενός λεπτού (ως ο ίδιος ανέφερε), έστρεψε, τουλάχιστον δύο φορές, την προσοχή του προς τα πίσω ώστε να βεβαιωθεί ότι τούτο ήταν σταθμευμένο στο σημείο που το άφησε. Νομική πτυχή Κάθε ασφαλιστικό συμβόλαιο θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τους κανόνες που διέπουν την ερμηνεία κάθε άλλης γραπτής συμφωνίας. Στις λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται σε ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο θα πρέπει να δίδεται η απλή και συνήθης έννοιά τους, πάντα, ωστόσο, υπό το φως της επιδιωκόμενης κάλυψης και στη βάση των όποιων ειδικών ορισμών εμπεριέχονται σ' αυτό (βλ. Jason v. British Trader's Insurance & Co. Ltd

(1969)1Lloyds Rep. 281). Ειδικότερα, αναφορικά με ασφαλιστικά συμβόλαια τα οποία προβλέπουν για υποχρέωση των ασφαλιζομένων να λαμβάνουν ενδεικνυόμενα μέτρα για προστασία της ασφαλισμένης περιουσίας από απώλεια, τα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου υπέδειξαν ότι, ένας τέτοιος όρος δεν θεωρείται ισοδύναμος με υποχρέωση του ασφαλιζόμενου να μην είναι αμελής κατά τη λήψη τέτοιων μέτρων, καθότι μια τέτοια προσέγγιση θα απέληγε στο να μην είναι δυνατή, στις πλείστες των περιπτώσεων, η αποζημίωση για απώλεια της περιουσίας, αλλά σε υποχρέωση του ασφαλιζόμενου να μην ενεργεί απερίσκεπτα, ενέργεια που εμπεριέχει ηθελημένη αδιαφορία ως προς την ασφάλεια της ασφαλισμένης περιουσίας (βλ. Hayward v. Norwich Union Ltd [2001] Lloyd's Rep. IR 410, Lambert v. Keymood Ltd [1999] Lloyd's Rep. IR 180, Gunns v. Par Insurance Brokers [1997] 1 Lloyd's Rep. 173, Glenmuir Ltd v. Norwich Union Fire Insurance Society Ltd [1995], Unreported, Sofi v. Prudential Assurance [1993] 2 Lloyd's Rep. 289, Devco Holder v. Legal and General Inurance Society [1993] 2 Lloyd's Rep. 567. Εκείνο που προκύπτει από τα όσα αναφέρθησαν στις μόλις πιο πάνω αποφάσεις του Ηνωμένου Βασιλείου είναι ότι, ο δικαστικός έλεγχος ως προς το κατά πόσο ο ασφαλιζόμενος παραβίασε ή όχι τον υπό συζήτηση όρο δεν διενεργείται με αντικειμενικό κριτήριο, αλλά με υποκειμενικό, στη βάση της αντίληψης του ασφαλιζόμενου προσώπου κατά την εκτίμηση του κινδύνου. Έτσι, εκεί που το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ασφαλιζόμενος δεν ενήργησε απερίσκεπτα κατά την εκτίμηση του κινδύνου απώλειας της ασφαλισμένης περιουσίας, παρά το ότι ήταν αμελής κατά τη ρηθείσα εκτίμηση, τούτος νομιμοποιείτο να απαιτεί από την ασφαλιστική εταιρεία κάλυψη για την απώλεια της. Από την άλλη, εκεί που κρίθηκε ότι κατά την εκτίμηση του ρηθέντος κινδύνου ο ασφαλιζόμενος ενήργησε απερίσκεπτα και δη με ηθελημένη αδιαφορία ως προς την ασφάλεια της ασφαλισμένης περιουσίας, αναγνωρίστηκε δικαίωμα στην ασφαλιστική εταιρεία να αρνηθεί να καλύψει την απώλεια. Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, δες και το σύγγραμμα The Law of Motor Inurance των Robert Merkin και Jeremy Stuart-Smith σελίδες 170 και επέκεινα με ειδική ενασχόληση στις σελίδες 172 και 173, παράγραφος 3-65 υπό τον τίτλο Reasonable Care Clauses. Όσον δε αφορά στην αποζημίωση που δυνατόν να αποδοθεί για απώλεια ασφαλισμένου αντικειμένου, στην υπόθεση Chapman v. Pole [1870], 22 L.T. 306, αναφέρθηκε ότι: «You must not run away with the notion that a policy of insurance entitles a man to recover according to the amount represented as insured by the premiums paid [.] He can only recover the real and actual value of his goods». Συναφώς, στην υπόθεση Vance v. Forster [1841] Ir. Cr. Rep. 47, αποφασίστηκαν τα εξής: «Ιt has been truly stated that a policy of Insurance is a contract of Indemnity, and that while the insured may name any sum he likes as the sum for which he will pay a premium, he does not by so proposing that sum, nor does the company by accepting the risk, conclude themselves as to the amount which the plaintiff is to recover in consequence of the loss, because although the plaintiff cannot recover beyond the sum insured upon each particular item [.] he cannot recover even that sum unless he proves that he has sustained damage, and then he will recover a sum commensurate with the loss he has sustained». Επίσης, πάντα όμως συναφώς με τα πιο πάνω, στη υπόθεση Castellain v. Preston 11 QBD 380, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I feel obliged to revert to what is the foundation of every rule with regard to insurance law, which is this: Every contract of marine or fire insurance is a contract of indemnity, and indemnity only, the meaning of which is that the assured in case of a loss is to receive a full indemnity, but is never to receive more. Every rule of insurance law is adopted in order to carry out this fundamental rule, and if ever any proposition is brought forward the effect of which is opposed to this fundamental rule, it will be found to be wrong». Σε ότι αφορά στο επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο, στη σελίδα 9 τούτου, στην τελευταία παράγραφο του όρου 2, αναφέρεται, ως προς την ευθύνη της Εναγόμενης για αποζημίωση για απώλεια του οχήματος, ότι «Η ευθύνη μας σε καμία περίπτωση δεν θα υπερβαίνει την Αγοραία Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος ή την Υπολογιζόμενη Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος που αναφέρεται στον Πίνακα σε περίπτωση που η Αγοραία Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος είναι μεγαλύτερη από την Υπολογιζόμενη Αξία του». Ως προς τον όρο «Αγοραία Αξία», στη σελίδα 2 του συμβολαίου αναφέρεται ότι αυτή αφορά στο «κόστος αντικατάστασης του οχήματος κατά το χρόνο της απώλειας του με άλλο της ίδιας μάρκας, τύπου και μοντέλου, ηλικίας και κατάστασης». Στη βάση των ανωτέρω, η Ενάγουσα, η οποία επιδιώκει να αποζημιωθεί για την απώλεια του οχήματος, οφείλει να αποδείξει την αγοραία αξία του κατά την ημέρα απώλειάς του. Δεν τίθεται, στην προκείμενη περίπτωση, θέμα αποζημίωσης στην υπολογιζόμενη αξία του οχήματος που αναφέρεται στον πίνακα του συμβολαίου, μιας και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να θέλει τούτη (την υπολογιζόμενη αξία) να είναι μικρότερη της αγοραίας αξίας (βλέπε όρο 2, σελ 9 του ασφαλιστικού συμβολαίου, ανωτέρω). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση στο νομικό πλαίσιο που τα αφορά. Στη βάση της πιο πάνω κατάληξής μου ως προς τον τρόπο που ενήργησε ο μάρτυρας κατά την επίδικη ημέρα, είμαι της γνώμης ότι παραβιάστηκε ο όρος 4 του ασφαλιστικού συμβολαίου, μιας και κρίνω ότι ο μάρτυρας επέδειξε ηθελημένη αδιαφορία για την ασφάλεια του οχήματος. Η ενέργεια του να αφήσει το όχημα αφύλακτο, ξεκλείδωτο και τα κλειδιά στο κάθισμα της θέσης του οδηγού και να εγκαταλείψει τούτο για χρόνο, που εκ των πραγμάτων, επέτρεπε σε τρίτο πρόσωπο να θέσει τούτο σε λειτουργία και να το απομακρύνει από το σημείο, έχοντας από πριν ο ίδιος (ο μάρτυρας) αντιληφθεί τον κίνδυνο τούτο να κλαπεί, σε τέτοιο βαθμό, που, εντός του χρόνου που βρισκόταν εντός του περιπτέρου ένοιωσε την ανάγκη να εξετάσει, δύο φορές, αν τούτο βρίσκεται στο σημείο που το στάθμευσε, ευκόλως, κατά τη γνώμη μου, ισοδυναμεί με ηθελημένη αδιαφορία για την ασφάλεια του οχήματος. Και τούτο γιατί, παρά τα όποια μέτρα έλαβε για προστασία του οχήματος από απώλεια, ακόμα και ο ίδιος ένοιωθε ότι τούτα είναι ανεπαρκή και μη προστατευτικά από ενδεχόμενη απώλεια. Εδώ είναι που διακρίνεται η παρούσα υπόθεση από τις περιπτώσεις που Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου έκριναν ότι ο ασφαλιζόμενος νομιμοποιείτο να απαιτεί κάλυψη της απώλειας, μιας και σε εκείνες τις περιπτώσεις, τα Δικαστήρια αποδέχθηκαν την από πλευράς του ασφαλιζόμενου θέση ότι, υποκειμενικά, πίστευε ότι ο κίνδυνος κλοπής ή απώλειας ήταν υπό τις περιστάσεις που ενήργησε απομακρυσμένος. Στη παρούσα υπόθεση, η όλη στάση και συμπεριφορά του μάρτυρα την επίδικη μέρα, πάντα αναφορικά με τη υποχρέωση λήψης μέτρων για προστασία του οχήματος από απώλεια, κρίνεται απερίσκεπτη. Στη βάση της πιο πάνω κατάληξής μου είμαι της γνώμης ότι, η Εναγόμενη ορθώς αρνήθηκε να αποζημιώσει την Ενάγουσα για την απώλεια του οχήματος. Ανεξαρτήτως της μόλις πιο πάνω κατάληξής μου, είμαι της γνώμης ότι η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και για το λόγο ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αγοραία αξία του οχήματος, μιας και ελλείπει μαρτυρία προσδιοριστική του κόστους αντικατάστασης του οχήματος κατά το χρόνο της απώλειάς του με άλλο της ίδιας μάρκας, τύπου και μοντέλου, ηλικίας και κατάστασης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η επιδίκαση οποιαδήποτε σχετικής αποζημίωσης, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι ο τρόπος δράσης του μάρτυρα ισοδυναμούσε με λήψη των ενδεικνυόμενων, υπό τις περιστάσεις, μέτρων προστασίας του οχήματος από ενδεχόμενη απώλεια. Καμία, πλην της αναγραφόμενης, επί της ανανέωσης του συμβολαίου, αξίας του οχήματος, μαρτυρία παρουσιάστηκε, η οποία αναγραφόμενη αξία δεν αποδείχθηκε ότι ήταν και η αγοραία αξία του, ως τούτη ορίζεται, ρητώς, στο συμβόλαιο. Ως εκ των πιο πάνω, και για τους δύο λόγους που υπέδειξα, η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.