← Κύπρος

ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ ν. ΗΛΙΑΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 5051/14, 10/6/2019

ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ ν. ΗΛΙΑΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 5051/14, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A293 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5051/14 XXXXX ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ Ενάγοντας -και- XXXXXX ΗΛΙΑΔΗΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 10 Ιουνίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Παυλίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Χειμώνας TEΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Περί τα τέλη του 2008 με πρώτες μέρες του 2009, ο Εναγόμενος εξέδωσε επιταγή από προσωπικό του λογαριασμό που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα (ως ήταν τότε), στο όνομα του Ενάγοντα, για το ποσό των €2.000,00, με ημερομηνία εξαργύρωσης την 7.1.2009. Η επιταγή, παρουσιάστηκε στην τράπεζα για σκοπούς εξαργύρωσης, εξαργύρωση η οποία δεν επιτεύχθηκε λόγω μη επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό του Εναγόμενου, με οδηγίες της τράπεζας όπως παρουσιαστεί εκ νέου στο μέλλον για εξαργύρωση. Κατά την επόμενη παρουσίασή της, η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε, καθότι, στο μεταξύ, ο λογαριασμός του Εναγόμενου παγιοποιήθηκε και το όνομά του τοποθετήθηκε στο ΚΑΠ. Κατά τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή για να εξοφλήσει δάνειο που του είχε παραχωρήσει λίγες μέρες προηγουμένως, ενώ κατά τον τελευταίο, η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για να καλύψει οφειλή άρρηκτα συνυφασμένη με «παράνομη χρέωση και/ή την πληρωμή χρέους εκ χαρτοπαιγνίου, στοιχήματος και/ή τυχερών παιχνιδιών». Στη βάση των ανωτέρω, από τη μια, ο Ενάγοντας κινεί την παρούσα αγωγή και απαιτεί την έκδοση απόφασης υπέρ του για το ποσό των €2.000,00 προβάλλοντας τη θέση ότι τούτη εκδόθηκε έναντι νόμιμου και καλού ανταλλάγματος, ο δε Εναγόμενος, εις αναχαίτιση της αγωγής, ισχυρίζεται ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε για παράνομη συναλλαγή και/ή για παράνομο αντάλλαγμα και κατά συνέπεια δε νομιμοποιείται ο Ενάγοντας να την επικαλείται για να πετύχει απόφαση υπέρ του. Ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της αγωγής, κατέθεσε ενόρκως μόνο ο Ενάγοντας, ενώ, προς αναχαίτισή της, μόνο ο Εναγόμενος. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας Ο Ενάγοντας Κατά τον Ενάγοντα, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2008, ο Εναγόμενος, ο οποίος διατηρούσε φαρμακείο, του ζήτησε να τον δανείσει €2.000,00 ώστε να δημιουργήσει αναγκαίο αποθεματικό φαρμάκων για να καλύψει τις ανάγκες του φαρμακείου του κατά τις ημέρες των Χριστουγέννων που θα διανυκτέρευε. Συνεπεία τούτου, δάνεισε στον Εναγόμενο το ποσό των €2.000,00 και ο τελευταίος, την ίδια στιγμή, εξέδωσε στο όνομα του την επίδικη επιταγή με ημερομηνία εξαργύρωσης την 7.1.2009 (σχετική αναφορά του Ενάγοντα παρατηρείται στο τέλος της αντεξέτασής του και στην επανεξέτασή του) και με κοινή κατανόηση των διαδίκων ότι, στην περίπτωση που ο Εναγόμενος δεν του επέστρεφε, μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, το ποσό των €2.000,00, ο Ενάγοντας θα νομιμοποιείτο να καταθέσει την επιταγή για να το λάβει. Αφού, από τη μια, ο Εναγόμενος δεν του κατέβαλε τα δανεικά, και από την άλλη, η επιταγή δεν εξαργυρώθηκε για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο Ενάγοντας έδωσε εντολή στο δικηγόρο του όπως προβεί σε όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα για να εισπραχθεί το οφειλόμενο από τον Εναγόμενο ποσό. Ένα εκ των μέτρων αυτών είναι και η παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο Ενάγοντας τον επισκέφθηκε στο φαρμακείο του και ότι ουδέποτε τον δάνεισε το ποσό των €2.000,00 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Η δε επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον ίδιο, συμπληρώνοντας όλα τα στοιχεία της, πλην της καταγραφής του δικαιούχου της, και δόθηκε σε κάποιο «XXXXX», για να την πάρει στον Ενάγοντα, σε σχέση με παράνομα στοιχήματα που τοποθέτησε ο Εναγόμενος. Το όνομα του δικαιούχου συμπληρώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο, και τούτο, πάντα κατά τον Εναγόμενο, είναι εμφανές από τον εντελώς διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα του προσώπου που προέβη στη σχετική συμπλήρωση σε σύγκριση με τις λοιπές συμπληρώσεις της επιταγής. Όπως ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε, η επιταγή εκδόθηκε για να καλύψει οφειλή του που προέκυψε από τοποθέτηση παράνομου στοιχήματος μέσω τηλεφώνου. Κατά τη μαρτυρία του, ως εξ άλλου σημειώθηκε ανωτέρω, αποδέχθηκε, τόσο ότι ο ίδιος είναι ο εκδότης της επίδικης επιταγής (επί τούτου υπάρχει και δικογραφική παραδοχή), όσο και το ότι τούτη εκδόθηκε ώστε τελικός δικαιούχος της να είναι ο Ενάγοντας (σχετική αναφορά παρατηρείται στη παράγραφο 2 της γραπτής δήλωσης του Εναγόμενου, καθώς επίσης και στις απαντήσεις του κατά τη κυρίως εξέτασή του, που θέλουν τον Ενάγοντα να είναι ο τελικός αποδέκτης των στοιχημάτων). Στη βάση των ανωτέρω, και ειδικότερα της θέσης του ότι το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκε η επιταγή ήταν παράνομο, ζητά την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη του Ενάγοντα στα έξοδα. Νομική πτυχή Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όταν ο Εναγόμενος δεν παραδέχεται (α) ότι είναι ο εκδότης της επιταγής και (β) ότι ο Ενάγοντας ορθά την κατέχει (σωρευτικά και τα δύο αυτά στοιχεία), τότε ο Ενάγοντας, συνεχίζει να φέρει το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της νομικής βάσης της αγωγής περί ακάλυπτης επιταγής, περιλαμβανομένου και του ότι η επιταγή εκδόθηκε προς όφελός του έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Όταν, ωστόσο, ο Εναγόμενος παραδέχεται και τα δύο αυτά στοιχεία, τότε το βάρος μεταφέρεται στους ώμους του (του Εναγόμενου) να αποδείξει ότι η έκδοση της επιταγής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία. Στην υπόθεση Vasos Charalambides Ltd v. Πάμπος Ψαρά

(2000)1Α.Α.Δ. 849, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος της για αξία (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Δηλαδή κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (ή επιταγής), θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο. Το βάρος απόδειξης μετατίθεται αν αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση, ή μεταγενέστερη μεταβίβαση της συναλλαγματικής επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία, εκτός αν, και μέχρις ότου, ο κάτοχος αποδείξει ότι εν συνεχεία του κατ΄ ισχυρισμόν δόλου και παρανομίας, έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική (άρθρο 30
(2)). Το τεκμήριο που δημιουργείται μεταθέτει στους ώμους των εναγομένων το βάρος απόδειξης (Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Georghiades v. Antoniou and Another
(1984)1 C.L.R. 155 και Patsalides v. Afsharian
(1965)1 C.L.R. 134 . Βλέπε επίσης Papaellina v. EPCO (Cyprus) Ltd
(1967)1 C.L.R. 338. "Κάτοχος", σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262, είναι ο δικαιούχος ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε η οπισθογράφηση της συναλλαγματικής ή του γραμματίου που έχει στην κατοχή του, ή ο κομιστής. "Κομιστής", σύμφωνα με το ίδιο άρθρο είναι το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο που είναι πληρωτέο στον κομιστή. Ο ενάγων απαλλάσσεται του βάρους να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής, αν στην υπεράσπιση γίνει από τον εναγόμενο σχετική παραδοχή. Το τεκμήριο του άρθρου 30
(2)δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από την υποχρέωση να αποδείξει ότι είναι κάτοχος της επιταγής.» Τα μόλις πιο πάνω, επιβεβαιώθηκαν και στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση 24/2013, μεταξύ Στυλιανού ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας χχχ, ημερομηνία απόφασης 27.2.2019, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την ορθότητα της αξιολογικής κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το νομικό και κύριο σημείο που προώθησε ο εφεσείων δεν είναι δόκιμο. Αυτό, πρωτίστως διότι το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262, δημιουργεί ένα εκ πρώτης όψεως τεκμήριο, μαχητό βεβαίως, ότι ο έχων επί της συναλλαγματικής υπογραφή θεωρείται ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία. Ο εφεσείων κατέθεσε την επιταγή στη Universal Bank όπου διατηρούσε λογαριασμό και την εξαργύρωσε. Αποδείχθηκε, όμως, σύμφωνα με το εύρημα του Δικαστηρίου το οποίο παραμένει αλώβητο, ότι ουδέποτε έδωσε αντάλλαγμα για την έκδοση από την εφεσίβλητη της επιταγής. Έπεται ότι ο εφεσείων ουδέποτε έγινε μέρος της συναλλαγματικής για αξία. Στον Byles on Bills of Exchange and Cheques 29η Έκδ., σελ. 264, όπου σχολιάζεται το αντίστοιχο άρθρο του Bill of Exchange Act 1882, αναφέρεται ότι σε ένα σύνηθες συμβόλαιο ή συμφωνία χρειάζεται στη δικογράφηση σχετικής αγωγής να καταγραφεί η ύπαρξη καλής αντιπαροχής. Το αυτό δεν συμβαίνει επί αγωγής για επιταγής λόγω του μαχητού τεκμηρίου, παρόλο που κατά το πρότυπο στους Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleading 17η Έκδ., Τόμος 1, παρ. 7-16, αυτό είναι εν πάση περιπτώσει επιθυμητό. Κατά παρόμοιο τρόπο και το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(2), έχει εξουδετερωθεί στη βάση του ότι ο εφεσείων δεν είχε, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δώσει οποιαδήποτε αντιπαροχή. Το εδάφιο
(2)δεν ομιλεί, ούτε προνοεί, ούτε προϋποθέτει για συμμετοχή του κατόχου της συναλλαγματικής σε δόλο, εξαναγκασμό, βία, φόβο ή παρανομία. Εκείνο το οποίο τίθεται ως προϋπόθεση για μεταφορά του βάρους απόδειξης είναι να γίνει δεκτό ή να αποδειχθεί ότι η αποδοχή, έκδοση ή μεταγενέστερη μεταβίβαση «επηρεάζεται» από τα πιο πάνω. Στο Αγγλικό κείμενο του s.30
(2)του Act of 1882, χρησιμοποιούνται οι λέξεις «is affected». Επομένως, από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο ευλόγως η έκδοση της επιταγής θεωρείται ότι επηρεαζόταν από δόλο και παρανομία και εναπόκειτο πλέον στον εφεσείοντα να αποδείξει ότι «έχει δοθεί καλή τη πίστει αξία στη συναλλαγματική». Και αυτό μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία «εν συνεχεία του ισχυριζομένου δόλου ή της παρανομίας». Με άλλα λόγια, έστω και η αρχική έκδοση της επιταγής μιαίνετο από δόλο ή παρανομία, παραμένει καλό αξιόγραφο εάν φανεί μεταγενέστερα ότι όντως δόθηκε «καλή τη πίστει» αξία στη συναλλαγματική. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω, σχετική με τα επίδικα ζητήματα, νομολογία είναι ότι, με την παραδοχή ενός Εναγομένου ότι είναι ο εκδότης μιας επιταγής με δικαιούχο τον Ενάγοντα, ενεργοποιείται το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 περί του ότι ο Ενάγοντας κατέχει τούτη κατά προσήκοντα τρόπο και κατά συνέπεια, το βάρος, πλέον μεταφέρεται στους ώμους του Εναγομένου/Εκδότη να αποδείξει ότι τούτη (η επιταγή), επηρεάζεται από δόλο, εξαναγκασμό ή βία, φόβο ή παρανομία, ώστε να ανατρέψει το δημιουργηθέν τεκμήριο και να ξαναπεράσει το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατόχου της επιταγής για να επιδιώξει (ο κάτοχος) να αποδείξει ότι μετά το δόλο και γενικά την όποια παρανομία δόθηκε καλή τη πίστη αξία στη συναλλαγματική. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντας Στο βαθμό που αφορά στον Ενάγοντα, κρίνω ότι τούτος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και ειδικότερα την αντιπαροχή που σκόπευε να καλύψει. Η σχετική επί του ζητήματος μαρτυρία του, συγκρούεται με την κοινή λογική, καθώς επίσης και προωθήθηκε με εντελώς γενικό και αόριστο τρόπο χωρίς να παρέχεται στο Δικαστήριο υπόβαθρο που να μπορεί να αποτελεί τη βάση για εξέταση ως προς την ορθότητά της. Και εξηγώ: Το βασικό επιχείρημα του Ενάγοντα θέλει την επιταγή να εκδίδεται ώστε να πληρωθεί ποσό το οποίο δάνεισε στον Εναγόμενο. Ωστόσο, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να δικαιολογεί την κατ' ισχυρισμό απαίτηση του Εναγομένου να τύχει δανεισμού από τον Ενάγοντα ή η την ετοιμότητα του τελευταίου να δανείσει τον πρώτο. Δεν υποστηρίχθηκε καν, από πλευράς του Ενάγοντα, ότι οι διάδικοι γνωρίζονταν, έστω, πριν την κατ' ισχυρισμό δανειοδότηση. Ακόμα, ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι η επιταγή εκδόθηκε κατά την ημέρα παράδοσης του χρηματικού ποσού των €2.000,00 στον Εναγόμενο και ότι τούτη παραδόθηκε στον ίδιο στο φαρμακείο του τελευταίου. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, ποιος ο λόγος ο Εναγόμενος να μην συμπληρώσει και τη θέση του δικαιούχου της επιταγής με το όνομα του Ενάγοντα και τούτο να παραμείνει ανοικτό προς συμπλήρωση στο μέλλον (η θέση αυτή του Εναγόμενου περί μη συμπλήρωσης της θέσης του δικαιούχου, έγινε δεκτή από τον συνήγορο του Ενάγοντα, ο οποίος, στη βάση της, προώθησε σχετική υποβολή στο Εναγόμενο). Επί του τρόπου έκδοσης της επιταγής, κρίνω σημαντικό να σημειώσω ότι, από τη μια, με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος φέρεται να του παραδίδει τούτη πλήρως συμπληρωμένη, ενώ, από την άλλη, ο συνήγορος του, ως σημειώθηκε ανωτέρω (κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Εναγόμενου), αποδέχθηκε τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι δεν συμπλήρωσε τη θέση του δικαιούχου. Επίσης, ενώ ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι από το 2007 μέχρι και το 2011 (όπου και άρχισε πλέον να λαμβάνει κρατικό επίδομα λόγω προβλήματος υγείας), δεν εργαζόταν και δεν είχε εισοδήματα, παρουσίασε τον εαυτό του να δανείζει τον Εναγόμενο με τα επίδικα χρήματα περί τα τέλη του 2008. Η δε θέση του Ενάγοντα περί οικονομικής του δυνατότητας να δανείσει τα χρήματα στον Εναγόμενο στη βάση κατ' ισχυρισμό αποκόμισης προσωπικού οικονομικού οφέλους από πώλησης της οικίας της μητέρας του, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Και τούτο για πέραν του ενός λόγου. Πρώτον, ο ισχυρισμός αυτός τέθηκε εντελώς γενικά και αόριστα χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε στοιχείο (από τα πολλά που μπορούσαν να παρουσιαστούν, όπως σχετική βεβαίωση από το οικείο κτηματολογικό γραφείο ή αντίγραφο του πωλητήριου εγγράφου κ.ο.κ.), που να επιβεβαιώνει το ρηθέντα ισχυρισμό, και δεύτερον, ο σχετικός ισχυρισμός του θέλει το τίμημα πώλησης να καταβάλλεται σε λίρες Κύπρου σε χρόνο (τέλη του 2008) που το νόμισμα της Κύπρου ήταν Ευρώ. Η δε σχετική θέση του Ενάγοντα ότι ήταν απροετοίμαστος στο να απαντήσει με λεπτομέρεια και με αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό πώλησης της οικίας της μητέρας του, δεν πείθει, αν αναλογιστεί κανείς, (α) ότι η παρούσα αγωγή είναι η τρίτη, σύμφωνα και με παραδοχή του Ενάγοντα, δικαστική διαδικασία που προωθήθηκε για σκοπούς είσπραξης του ποσού της επιταγής, και (β) ότι ο Εναγόμενος προέβαλε υπεράσπιση σε όλες τις διαδικασίες αυτές. Με δεδομένη τη σταθερή θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε τον δάνεισε χρήματα, η λογική, και μόνο, θέλει τον τελευταίο, αν οι σχετικοί ισχυρισμοί του ήταν αληθείς, να ήταν προετοιμασμένος και να μπορούσε να τους αποδείξει. Είναι για τους πιο πάνω λόγους που δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με τις συνθήκες και τους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε από τον Εναγόμενο η επίδικη επιταγή. Εναγομένου Ο Εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο, αναφορικά με τα επίδικα θέματα, ανέφερε την αλήθεια, τόσο ως προς τα γεγονότα που ήλθαν στη γνώση του, όσο και σε σχέση με τις διάφορες πεποιθήσεις του στη βάση των δεδομένων που ο ίδιος γνώριζε. Οι θέσεις που πρόβαλε ήταν σταθερές και η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε ουσιώδη ή άλλως πως αντίφαση που να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί αναξιοπιστίας του. Ούτε η αντεξέταση, στην οποία υπεβλήθη, κλόνισε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τούτη (την αξιοπιστία του). Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αφορά σε γεγονότα και όχι γνώμες (για τις οποίες δεν τέθηκε σχετικό υπόβαθρο που να επιτρέπει την έκφραση τους), γίνεται δεκτή. Κρίνεται ωστόσο σημαντικό να σημειώσω ότι, στη βάση της μαρτυρίας του Εναγόμενου, παρέμεινε άγνωστος στο Δικαστήριο ο σκοπός του στοιχηματισμού του. Επί του προκειμένου, στη γραπτή του δήλωση, ο Εναγόμενος, με διαζευκτικούς ισχυρισμούς, θέλει τούτο (το στοιχηματισμό), να αφορά σε χαρτοπαίγνια και/ή γενικά στοίχημα και/ή τυχερά παίγνια. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, συγκεκριμενοποιώντας τους γενικούς και διαζευκτικούς αυτούς ισχυρισμούς του, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για παράνομα στοιχήματα τα οποία υποβάλλονταν από τον ίδιο μέσω τηλεφώνου, χωρίς ωστόσο, και πάλιν, να προσδιορίσει το άθλημα και/ή το γεγονός στο οποίο αφορούσαν ή τις ενέργειες και γενικά την πορεία του στοιχηματισμού κατόπιν της τηλεφωνικής, σχετικής, εντολής του. Πρόκειται δε για τις μόνες, σχετικές με το ζητούμενο, αναφορές του. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, πέραν των γεγονότων που αναφέρθησαν στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης ως πηγάζοντα από την κοινώς αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τα ακόλουθα αποτελούν επιπλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2008 με αρχές Ιανουαρίου 2009, ο Εναγόμενος, μέσω τηλεφώνου, στοιχημάτισε επί αγνώστου αθλήματος ή γεγονότος με φερόμενο αποδέκτη των στοιχημάτων τον Ενάγοντα ή κάποιο τρίτο πρόσωπο με το οποίο συνεργαζόταν ο τελευταίος. Στα πλαίσια του στοιχηματισμού αυτού, δημιουργήθηκε οφειλή ύψους €2.000,00, την οποία ο Εναγόμενος επιχείρησε να καλύψει δια της έκδοσης της επίδικης επιταγής, την οποία παρέδωσε σε κάποιο συνεργάτη του Ενάγοντα με σκοπό να την παραδώσει στον τελευταίο. Κατά την έκδοση της επιταγής ο Εναγόμενος συμπλήρωσε τούτη σε όλα τα σημεία της, πλην του σημείου του δικαιούχου, το οποίο, σημείο συμπληρώθηκε με το όνομα του Ενάγοντα, προς τον οποίο και προοριζόταν η επιταγή. Τούτη (η επιταγή), για τους λόγους που αναφέρθησαν στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, δεν εξαργυρώθηκε και ουδέποτε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τιμήθηκε. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή στο σχετικό με αυτό νομικό πλαίσιο. Με δεδομένη την παραδοχή του Εναγόμενου ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή ώστε κάτοχός της να γίνει ο Ενάγοντας, ενεργοποιήθηκε το τεκμήριο του άρθρου 30.1 του περί Συναλλαγματικών Νόμου κεφάλαιο 262 περί κατοχής της από τον Ενάγοντα κατά προσήκοντα τρόπο, και κατά συνέπεια, το βάρος απόδειξης ότι η έκδοση της επιταγής επηρεαζόταν από την επικαλούμενη παρανομία μεταφέρθηκε στους ώμους του Εναγόμενου. Παρά την αποδοχή της μαρτυρίας του Εναγόμενου, τούτη (η μαρτυρία του) κρίνεται ανεπαρκές υπόβαθρο για δικαστική κρίση ως προς το νόμιμο ή μη του σκοπού για το οποίο εκδόθηκε η επίδικη επιταγή. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Εναγόμενος, κατά τη μαρτυρία του, χαρακτήρισε, πλειστάκις, το σκοπό αυτό ως παράνομο. Ωστόσο, το ζήτημα του παράνομου ή μη του σκοπού είναι πραγματικό και πρέπει να αποφασίζεται στη βάση της αποδεκτής ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικής μαρτυρίας και όχι του όποιου χαρακτηρισμού προβάλλεται από τους διάδικους, πόσο μάλλον όταν τούτοι (οι διάδικοι) δεν θέτουν το αναγκαίο υπόβαθρο που θα τους επέτρεπε να εκφράσουν σχετική, γνώμη. Οι γενικές αναφορές του Εναγόμενου περί παράνομης συναλλαγής και/ή παράνομου στοιχήματος και/ή στοιχήματος το οποίο υπεβλήθη μέσω τηλεφώνου, δεν επαρκούν για να κριθεί το ζητούμενο. Αναφορικά δε με την αποδεκτή θέση του Εναγόμενου ότι τα στοιχήματα υποβάλλονταν τηλεφωνικώς, τούτη, άνευ άλλου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλές εύρημα ή έστω συμπέρασμα ότι τα στοιχήματα ήταν παράνομα, μιας και παρέμεινε εντελώς άγνωστο το κατά πόσο τούτα (τα στοιχήματα), κατά τα λοιπά, εκτελούνταν με βάση τους νόμους και κανονισμούς που διέπουν το στοίχημα στην Κύπρο. Όπως, συναφώς υποδείχθηκε στην υπόθεση Joseph El Alam v. Χριστόφορου Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, το παράνομο ή μη μιας συναλλαγής λόγω απαγόρευσής της από το νόμο, δεν εξάγεται από την πρόθεση των μερών της συναλλαγής, αλλά από τη φύση της και το σκοπό της, φύση και σκοπός που αποφασίζονται στη βάση της σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας που προσκομίζεται ενώπιων του Δικαστηρίου. Στη βάση των ανωτέρω, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που φέρει για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι την έκδοση της επίδικης επιταγής επηρεάζει παρανομία. Η μόλις κατάληξη του Δικαστηρίου, σφραγίζει, στην ουσία, και την τύχη της αγωγής. Είμαι της γνώμης ότι, το γεγονός ότι η εκδοχή του Ενάγοντα ως προς την αντιπαροχή για την οποία εκδόθηκε η επίδικη επιταγή δεν έγινε δεκτή, δεν οδηγεί, μονοδρομικά, σε κρίση ότι η υπό συζήτηση αντιπαροχή ήταν παράνομη. Για να είχε ο Ενάγοντας υποχρέωση να αποδείξει ότι δόθηκε καλή τη πίστη αξία στην επιταγή, θα έπρεπε πρώτα ο Εναγόμενος να αποσείσει το δικό του βάρος και να αποδείξει ότι την έκδοση της επιταγής επηρεάζει παρανομία, μιας και, εξ αρχής, ενεργοποιήθηκε το τεκμήριο καλής αντιπαροχής του άρθρου 30
(1)του Κεφ. 262 λόγω της παραδοχής του τελευταίου ότι ήταν ο εκδότης της επιταγής η οποία εκδόθηκε προς όφελος του Ενάγοντα. Κατά συνέπεια, στη βάση της μη ανατροπής του τεκμηρίου του άρθρου 30.1. του κεφαλαίου 262, και με δεδομένη τη μη εξαργύρωση της επιταγής, και τη μη μετέπειτα τίμησή της, κρίνω ότι ο τελευταίος κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή του και δικαιούται στην επιζητούμενη υπέρ του απόφαση. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €2.000,00, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής (καμία εξήγηση δόθηκε ως προς το γιατί η αγωγή καταχωρήθηκε έξι περίπου χρόνια μετά την επιστροφή της ως ακάλυπτη) μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................. Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.