← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Χ¨ Ευθυμίου ν. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΥΚΚΟΥ, δια του Ηγούμενου της Πανιερώτατου Κύκκου και Τυλληρίας κ.κ

ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας Χ¨ Ευθυμίου ν. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΥΚΚΟΥ, δια του Ηγούμενου της Πανιερώτατου Κύκκου και Τυλληρίας κ.κ. Νικηφόρο, Αρ. Αγωγής: 192/19, 30/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 192/19 Μεταξύ: XXXXX ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Χ¨ Ευθυμίου Ενάγοντας -και- ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΥΚΚΟΥ, δια του Ηγούμενου της Πανιερώτατου Κύκκου και Τυλληρίας κ.κ. Νικηφόρο Εναγόμενη ---------------------------------------------- Αίτηση ημερ.: 29/1/2019 από τον Ενάγοντα για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 30 Ιουλίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Δ. Κρονίδης για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγομένη-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Ι. Θεοδοσίου για ΒΕΛΑΡΗΣ & ΒΕΛΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων, ζητά από το Δικαστήριο: «Α. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα που να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους οποιουσδήποτε αντιπροσώπους και/ή εκπροσώπους και/ή υπαλλήλους της όπως προβούν σε πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή διάθεση και/ή την με οποιοδήποτε τρόπο δέσμευση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση και/ή εκμετάλλευση του ακινήτου που είναι εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της με στοιχεία Αρ. Εγγραφής DXXX0, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ / 53. W1, Τμήμα D, Αρ. Τεμαχίου 1XX3, έκτασης 586 τετραγωνικά μέτρα, που βρίσκεται στην τοποθεσία Κατσούνα, Έγκωμη, Λευκωσία (στο εξής το «επίδικο ακίνητο»), μέχρι τελικής εκδίκασης και/ή αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου». Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 2, 4,

(1), 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31, 32 και 42, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ 1-4, 7, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και/ή πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση του Αντώνη Σταυρίδη. Λέγει στην ένορκη του δήλωση, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Είναι ο Ενάγοντας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και κινά την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Χ¨ Ευθυμίου, που απεβίωσε στις 28.10.1976, στην υπ΄αρ. Διαχείριση 479/81 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Η Εναγόμενη είναι η Ιερά Μονή Κύκκου που αποτελεί Σταυροπηγιακή Μονή της Εκκλησίας της Κύπρου. Ηγούμενος δε της Μονής είναι ο εκάστοτε Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κύκκου και Τυλληρίας της οποίας σήμερα ηγείται και/ή είναι ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Νικηφόρος. Κατά ή περί τις 30.11.1970 υπεγράφηκε σχετικό Πωλητήριο Έγγραφο ίδιας ημερομηνίας μεταξύ της αποβιώσασας και της Εναγόμενης για αγορά του ακινήτου ιδιοκτησίας της Εναγόμενης με στοιχεία Αρ. Εγγραφής DXXX0, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ /
  1. W1, Τμήμα D, Αρ. Τεμαχίου 1XX3, έκτασης 586 τετραγωνικά μέτρα, που βρίσκεται στην τοποθεσία Κατσούνα, Έγκωμη, Λευκωσία. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας που αφορά το επίδικο ακίνητο και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο του πιο πάνω Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 30.11.
  2. Για την πράξη αγοράς είχε μεσολαβήσει κατά τον πιο πάνω χρόνο ο τότε σύζυγος της αποβιώσασας XXXXX Χ¨ Ευθυμίου προς όφελος και/ή για λογαριασμό της αποβιώσασας και ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του Πωλητηρίου Εγγράφου είχε διάφορες δοσοληψίες με την Εναγόμενη. Το δε τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ανέρχετο στο ποσό των Λ.Κ. £10.000,00 όπως ήταν τότε (δηλαδή Ευρώ €17.086,00 περίπου σήμερα) και το οποίο έχει προ πολλού και/ή κατά ή περί το έτος 1984 πλήρως εξοφληθεί με καταβολή τμηματικών δόσεων από την ίδια την αποβιώσασα πριν τον θάνατο της και/ή από τον XXXXX Χ¨ Ευθυμίου προς όφελος και λογαριασμό της αποβιώσασας και/ή τόσο από αυτόν (τον ίδιο τον ενόρκως δηλούντα) όσο και τον XXXXX Χ¨ Ευθυμίου (κληρονόμο κα αδελφό της συζύγου του και επίσης κληρονόμο της Διαχείρισης XXXXX Χ¨ Ευθυμίου Σταυρίδου), στα πλαίσια μεσολάβησης τους και για σκοπούς διεκπεραίωσης της Διαχείρισης κατά ή περί τον Μάρτιο του έτους 1984 αντίστοιχα. Ως προς τούτο εκδόθηκε από την Εναγόμενη σχετική Απόδειξη Πληρωμής και/ή εξόφλησης ημερομηνίας 27.03.1984, που κάλυπτε μεταξύ άλλων εξόφληση του λογαριασμού για αγορά του επίδικου ακινήτου στο όνομα των ανωτέρω κληρονόμων XXXXX Χ¨ Ευθυμίου και XXXXX Σταυρίδου αντίστοιχα και τους παραδόθηκε ο σχετικός χειρόγραφος Ισολογισμός και/ή Κατάσταση πληρωμής και/ή εξόφλησης που ετοίμασε το Λογιστήριο της Εναγόμενης στον οποίο καταγράφονται αναλυτικά οι τμηματικές πληρωμές δόσεων εξόφλησης του τιμήματος αγοράς μέχρι τον πιο πάνω χρόνο. Ο Όρος 4 του Πωλητηρίου Εγγράφου διελάμβανε ότι με την εξόφληση και αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς στο σύνολο του θα προχωρούσε η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της αποβιώσασας. Το δε τίμημα αγοράς εξοφλήθηκε πλήρως κατά ή περί τον Μάρτιο του 1984 με τις δικές του ενέργειες που αναφέρονται πιο πάνω. Μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Η XXXXX Χ¨ Ευθυμίου απεβίωσε στις 28/10/
  3. Κληρονόμοι της αποβιώσασας είναι η σύζυγος του XXXXX Σταυρίδου και ο αδελφός της XXXXX Χ¨ Ευθυμίου. Κατά ή περί την 02.12.1981 κατατέθηκε αίτηση για άνοιγμα Διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας και σε αυτήν δόθηκε Αρ. Αίτησης 479/
  4. Οι αρχικοί διαχειριστές της Διαχείρισης έκλεισαν την Διαχείριση κατά ή περί την 19.07.1994 με την καταχώρηση τελικών λογαριασμών και διενήργησαν διανομή στους κληρονόμους όλων των περιουσιακών στοιχείων της περιουσίας της αποβιώσασας, πλην του επίδικου ακινήτου το οποίο εκ παραδρομής ή άλλως πως ουδέποτε δηλώθηκε στην Απογραφή της Διαχείρισης και με αυτό τον τρόπο παρέμεινε αδιάθετο. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στους λόγους που συνέτειναν στο να ξεχαστεί το ζήτημα και/ή στο να μην ληφθούν τα κατάλληλα νομικά μέτρα προς επανάνοιγμα της Διαχείρισης παρόλες τις μακροχρόνιες και/ή τις κατά καιρούς σχετικές εκκλήσεις τους προς αυτούς. Ακολούθως αντικείμενο αγωγής που καταχωρήθηκε από τη σύζυγο του εναντίον τόσο του Χ¨ Ευθυμίου όσο και της Εναγόμενης ήταν ένα άλλο ακίνητο, το Τεμάχιο 1XX4, μετά την οποία έγινε αποποίηση και/ή παραχώρηση του κληρονομικού του μεριδίου επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της αδελφής του στα πλαίσια της Διαχείρισης. Παρήλθαν πολλά χρόνια από το 1999 και μετά χωρίς οι αρχικοί διαχειριστές της Διαχείρισης να λάβουν οποιαδήποτε ενέργεια επανανοίγματος της Διαχείρισης με σκοπό τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από την Εναγόμενη στην περιουσία της αποβιώσασας και εντεύθεν τη διανομή του όλου μεριδίου αυτού επ΄ ονόματι της συζύγου του ως κληρονόμου δυνάμει και της προαναφερόμενης δήλωσης αποποίησης του έτερου κληρονόμου Χ¨ Ευθυμίου. Μέχρι το έτος 2012 ουδέποτε απευθύνθηκε γραπτώς ή άλλως πως αίτημα στην Εναγόμενη να προχωρήσει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου. Η σύζυγος του και ο Χ¨ Ευθυμίου καταχώρησαν από κοινού ως κληρονόμοι την αίτηση ημερομηνίας 28.12.2012 για παύση του εν ζωή αρχικού διαχειριστή και την αντικατάσταση αυτού από αυτόν ως διαχειριστή της Διαχείρισης με σκοπό το επανάνοιγμα της Διαχείρισης και την μεταβίβαση και/ή διανομή του όλου μεριδίου επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της συζύγου του ως κληρονόμου. Ακολούθως προέκυψε κάποια διαφορά και αποδέχτηκαν όπως διοριστεί ο Χ¨ Ευθυμίου ως συν - διαχειριστής μαζί του στη Διαχείριση, έτσι και έγινε. Σε μεταγενέστερο χρόνο κατά ή περί το τέλος του έτους 2015 ο Χ¨ Ευθυμίου διεκδίκησε το κληρονομικό του μερίδιο επί του επίδικου ακινήτου στα πλαίσια της Διαχείρισης και απέσυρε την δήλωση αποποίησης του που προηγούμενα υπέγραψε στις 19.05.
  5. Αποτάθηκε ακολούθως στην Εναγόμενη και ειδικότερα στον υπεύθυνο λογιστή της Εναγόμενης Γιώργο Παύλου ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι το Πωλητήριο Έγγραφο βρίσκεται σε ισχύ και ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου θα προχωρήσει μόλις αναλάβουν με τον Χ΄ Ευθυμίου καθήκοντα συν - διαχειριστών επίσημα με την έκδοση και/ή σύνταξη του αναγκαίου Διοριστηρίου. Κατά ή περί το μήνα Ιούλιο 2016 μετέβηκε στα γραφεία του Λογιστηρίου της Εναγόμενης προκειμένου να μιλήσει εκ νέου με τον προαναφερόμενο XXXXX Παύλου για το ζήτημα όπως είχε προκύψει της άρνησης του Χ¨ Ευθυμίου να προσέλθει στο Δικαστήριο για υπογραφή του εγγυητήριου για το αδιέξοδο στο οποίο αναπόφευκτα υπήρχε στο να προχωρήσει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι δεν υπάρχει ζήτημα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου διότι τόσο το Πωλητήριο Έγγραφο όσο και η όλη δικαιοπραξία αγοράς του επίδικου είχαν ακυρωθεί χωρίς να του δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Σε απάντηση επιστολής των δικηγόρων τους η Εναγόμενη δια μέσω των δικηγόρων της απέστειλε απαντητική επιστολή ημερομηνίας 14.07.2016 με την οποία αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς τους και περαιτέρω ανέφεραν τόσο για το τεμάχιο 1624 όσο και το επίδικο ακίνητο ότι «η υπόθεση στην οποία αναφέρεσθε έχει λήξει από 30ετίας και πλέον
(1984)στα πλαίσια διευθέτησης δοσοληψιών της οικογένειας Χ¨ Ευθυμίου με τη Μονή χωρίς ποτέ στο μεταξύ η πελάτιδα σας ή οποιοσδήποτε εκ μέρους της να έχει ποτέ εγείρει οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με αυτή». Επισύναψε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 αντίγραφο της εν λόγω επιστολής των δικηγόρων της Εναγομένης ημερομηνίας 14.07.2016, το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του. Το επίδικο ακίνητο είναι σήμερα ελεύθερο παντός βάρους. Ο Χ¨ Ευθυμίου με αίτηση του ημερομηνίας 18.10.2018 στα πλαίσια της Διαχείρισης παύθηκε από διαχειριστής και συνέχισε ο ίδιος ως μοναδικός διαχειριστής. Έχει πληροφορηθεί και συγκεκριμένα στις 24.01.2019 από τον βοηθό κτηματομεσίτη XXXXX Χριστοδούλου, ότι το επίδικο ακίνητο έχει τεθεί από την Εναγόμενη στην ελεύθερη αγορά προς πώληση και ότι υπάρχει ήδη ενδιαφερόμενος αγοραστής του επίδικου ακινήτου τον οποίο ο εν λόγω κτηματομεσίτης γνωρίζει προσωπικά και ότι υπάρχουν συζητήσεις ή διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη για πώληση του επίδικου ακινήτου. Έχει καταστεί ξεκάθαρο ότι η Εναγόμενη προτίθεται άμεσα να πωλήσει το επίδικο ακίνητο με αποτέλεσμα τυχόν απόφαση ή διάταγμα που ήθελε εκδοθεί υπέρ της Διαχείρισης από το Σεβαστό Δικαστήριο να μην μπορεί να ικανοποιηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που το επίδικο ακίνητο όντως πωληθεί ή αποξενωθεί. Το δε επίδικο ακίνητο αποτελεί την κύρια αξίωση στην παρούσα αγωγή βάσει της οποίας διεκδικούν την εγγραφή και/ή μεταβίβαση αυτού δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου. Σε περίπτωση κατά την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα τότε υπάρχει ορατή πιθανότητα το επίδικο ακίνητο να πωληθεί σε καλόπιστο τρίτο. Ως αποτέλεσμα η αξίωση τους για εγγραφή και/ή μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι της περιουσίας της αποβιώσασας ως αγοραστής που έχει εξοφλήσει το τίμημα αγοράς αναπόφευκτα θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στις 29/1/19 εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση Καταχώρισε ένσταση, την οποία βάσισε στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2,4
(1), 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29,31,32 και 42, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48.Θ.Θ.1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11,12 και 13, στο δίκαιο της επιείκειας, στην σχετική νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες κα πρακτική του Δικαστηρίου. Στην ειδοποίηση ένστασης κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης, τους ακόλουθους: «
  1. Η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένο και/ή ανύπαρκτο νομικό υπόβαθρο και/ή επί ελλιπούς και/ή ασαφούς και/ή ανύπαρκτης πραγματικής βάσης, με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζονται επαρκώς οι θέσεις των Αιτητών.
  2. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος ούτως ώστε να δικαιολογείται η έκδοση και/ή διατήρηση των αιτούμενων και/ή εκδοθέντων διαταγμάτων.
  3. Η αίτηση είναι καταχρηστική, καθώς τα γεγονότα που την περιβάλλουν έλαβαν χώρα προ δεκαετιών, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη και/ή αδύνατη η εξεύρεση μαρτυρίας για αυτά από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση.
  4. Για τα γεγονότα της αίτησης υπάρχει δεδικασμένο στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ΄ αρ. 5466/
  5. Οι Αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
  6. Δεν μπορεί να αποδοθεί θεραπεία ειδικής εκτέλεσης, επειδή το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημ. 30.11.1970 είναι άκυρο, επειδή δεν φέρει υπογραφή του πωλητή και/ή δύο μαρτύρων και/ή επειδή δεν έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και συνεπώς ελλείπει η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  7. Οι Αιτητές δεν έχουν παραθέσει στην αίτησή τους οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει την αξία του επίδικου ακινήτου.
  8. Οι Αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει ακόμα έκθεση απαίτησης, με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό στους Καθ΄ ων η Αίτηση ποιες είναι οι θέσεις τους και ποιες ακριβώς θεραπείες επιδιώκουν.
  9. Δεν μπορούν να αποδοθούν οι θεραπείες που επιζητούνται, ένεκα εφαρμογής των δογμάτων του laches και/ή acquiescence». Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η ένσταση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και συμπληρώνονται στην συνημμένη στην ένσταση ένορκο δήλωση του XXXXX Παύλου, ο οποίος λέγει ότι είναι υπεύθυνος λογιστηρίου της Ιεράς Μονής Κύκκου από το
  10. Έχει στην κατοχή και φύλαξη του τα αρχεία και βιβλία της Μονής καθώς και τα έγγραφα που αφορούν τις δικαιοπραξίες της και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της Μονής. Τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα προ 35ετίας και πλέον και αρκετά από τα πρόσωπα που είχαν προσωπική γνώση της υπόθεσης έχουν αποθάνει, καθιστώντας δύσκολο στην Καθ΄ ης η Αίτηση να εξεύρει πληροφορίες για να υποστηρίξει την παρούσα ένσταση επαρκώς. Εξ όσων φαίνεται από τα αρχεία της Μονής, το επίδικο ακίνητο (1XX3) καθώς και το διπλανό του (1XX4), αγοράστηκαν από τον XXXXX Χ¨ Εθυμίου (σύζυγο της αποβιωσάσης), ένα στο όνομα αυτής και ένα στο όνομα των παιδιών τους. Όπως αναφέρεται στο τεκμήριο 4 της Ε/Δ Σταυρίδη, στο κάτω μέρος του εγγράφου, αναφέρεται ότι επήλθε συνολική διευθέτηση των οφειλών του κληρονόμων του XXXXX Χ¨ Ευθυμίου και γίνεται αναφορά και σε σχετική επιστολή του δικηγορικού γραφείου Βελάρης. Εντούτοις και παρά την έρευνα του στα αρχεία της Μονής δεν εντόπισε τέτοια σχετική επιστολή. Ούτε το δικηγορικό γραφείο εντόπισε οτιδήποτε στα δικά τους αρχεία. Αυτό είναι ενδεικτικό της δυσκολίας που παρουσιάζεται από πλευράς Καθ΄ ης η Αίτηση να ιχνηλατήσει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, λόγω της παρέλευσης τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε που έλαβαν χώρα. Ο Ενάγων δεν δικαιολογεί επαρκώς την πολύ μεγάλη καθυστέρηση που επέδειξε προτού αποταθεί στο Δικαστήριο, λόγος ο οποίος θα πρέπει να οδηγήσει από μόνος του στην ακύρωση του διατάγματος. Είναι εμφανές ότι το πωλητήριο έγγραφο δεν φέρει υπογραφή του πωλητή, αλλά υπογράφεται μόνο από τον αγοραστή. Επίσης δεν φέρει υπογραφές δύο μαρτύρων, αλλά μόνο ενός. Ο Ενάγων, επειδή το πωλητήριο είναι άκυρο και δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο δικαιούται σε αποζημιώσεις, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανένας λόγος να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα, αφ΄ ης στιγμής ο Ενάγων δεν προβάλλει καν ισχυρισμό περί οικονομικής αδυναμίας των Εναγομένων να τον αποζημιώσουν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του. Η ύπαρξη του πωλητηρίου εγγράφου ημ. 30.11.1970 ήταν γνωστή τόσο στην αποβιώσασα, όσο και στους μετέπειτα διαχειριστές της, συμπεριλαμβανομένου του σημερινού διαχειριστή Σταυρίδη. Στην παρ. 6 της Ε/Δ του αναφέρει ότι ο ίδιος κατέβαλε ποσά για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, το οποίο εξοφλήθηκε το 1984 και μάλιστα επισυνάπτει και το σχετικό τεκμήριο
  11. Αναφέρει ότι η διαχείριση της αποβιώσασας έκλεισε το 1994 και το επίδικο ακίνητο ουδέποτε μεταβιβάστηκε στους κληρονόμους αυτής. Η γνώση του Σταυρίδη για το επίδικο ακίνητο επαναλαμβάνεται σχεδόν σε όλη την Ε/Δ του. Με την επιστολή Τεκμήριο 15, η πλευρά των Αιτητών ήγειρε το ζήτημα του επίδικου ακινήτου στις 12 Ιουλίου
  12. Οι δικηγόροι της Καθ΄ ης η Αίτηση απάντησαν, με την επιστολή τεκμήριο 16 της Ε/Δ Σταυρίδη, απορρίπτοντας τις διεκδικήσεις και τους ισχυρισμούς τους. Η δικαιοπραξία που αφορούσε το τεμάχιο 1XX3 ακυρώθηκε περί το 1983, στα πλαίσια συνολικής διευθέτησης των οφειλών του XXXXX Χατζηευθυμίου προς την Καθ΄ ης η Αίτηση. Το δε τεμάχιο 1XX4 θεωρήθηκε εξοφληθέν και παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της Καθ΄ ης η Αίτηση μέχρι που μεταβιβάστηκε κατά ή περί το 1987 με οδηγίες των δικαιούχων στην εταιρεία «Αλφιός Ατμοπλνητήρια Λτδ». Στην αγωγή 5466/2016 επήλθε συμβιβασμός, όπως περιγράφεται στην Ε/Δ Σταυρίδη. Το γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα, με δεδομένες τις θέσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση όσον αφορά τα εκεί επίδικα ακίνητα, έχει δημιουργήσει δεδικασμένο και οι Αιτητές κωλύονται και για αυτόν τον λόγο να λάβουν θεραπείες που πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας. Για το ακίνητο υπ΄ αρ. 1623 οι θέσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση ήταν σαφείς, ήδη από το
  13. Αυτό συνιστά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από το Δικαστήριο και το εκδοθέν διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και για αυτόν τον λόγο μόνο. Πράγματι υπάρχει ενδιαφέρον για το επίδικο ακίνητο, αλλά η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν είναι σε προχωρημένες διαπραγματεύσεις για των πώλησή του, πόσο δε μάλλον με συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο. Δεν επίκειται δηλαδή η άμεση πώληση του. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιαστικά ιδρύματα της Κύπρου, διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και είναι σε οικονομική θέση να καλύψει πλήρως οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί υπέρ της περιουσίας της αποβιωσάσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται επί συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου από την Εναγομένη στην αποβιώσασα XXXXX Χ¨ Ευθυμίου. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι εξοφλήθη το τίμημα και ζητείται η μεταβίβαση του ακινήτου στην διαχείριση της αποβιώσασας ή στους κληρονόμους της. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Αιτητής με την αγωγή του. Ο Αιτητής-Ενάγοντας με την έκθεση Απαίτησης ζητά ειδική εκτέλεση της συμφωνίας ή διάταγμα που να διατάσσει την Εναγομένη να του μεταβιβάσει το ακίνητο και διαζευκτικά €450.000 αποζημιώσεις σε περίπτωση μη μεταβίβασης του ακινήτου και με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή συνέπεια παράβασης συμφωνίας. Όπως φαίνεται η συμφωνία, πωλητήριο έγγραφο είναι υπογραμμένο μόνο από την αποβιώσασα. Συμφωνία η οποία αφορά πώληση ακινήτου. Η συμφωνία δεν κατετέθη στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Υπάρχει όμως μαρτυρία για την αξίωση του ποσού. Σίγουρα η Καθ΄ ης η Αίτηση αμφισβητεί την αξίωση του Αιτητή. Αυτά όμως είναι θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Στην απόφαση, στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 785, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να εμποδιστεί ο Ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του» αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Και συνεχίζει το Δικαστήριο στην ίδια απόφαση και λέγει τα εξής: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινή Κολλάτου, Πολ. Εφ. 10274, ημερομηνίας 10.9.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη(ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η επιτυχία έκδοσης απόφασης ως η έκθεση απαίτησης. Απονέμεται πλήρης δικαιοσύνη όταν, ο Ενάγοντας κατορθώσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας σε μια δικαστική απόφαση. Τέτοιος κίνδυνος, δηλαδή να μην απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του σε περίπτωση έκδοσης υπέρ του απόφασης θα υπάρχει σε περίπτωση που το Δικαστήριο αρνηθεί την έκδοση διατάγματος και ακολούθως υπάρχει αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης. Στην απόφαση
  2. ΡΕΝΑ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΛΤΔ κ.ά. ν.
  3. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 στη σελίδα 286 αποφασίστηκε: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Στην απόφαση C. Phasarias (Auto Centre) Ltd (ανωτέρω) στη σελίδα 791 αποφασίστηκε: «Αυτά, θέλουμε να αποσαφηνίσουμε, δεν σημαίνουν και αποδοχή της άποψης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσιβλήτων πως αν ήταν μεγάλη η διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης δεν θα ήταν σε καμιά περίπτωση δυνατό να εκδοθεί τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα. Δεν προκύπτει, όπως ήταν η εισήγηση, τέτοιος περιορισμός από το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Το άρθρο 5
(1)αναφέρεται σε μη αποξένωση τόσης ακίνητης περιουσίας (so much of immovableproperty) ώστε να αποφεύγεται η δέσμευση περιουσίας πέραν εκείνης που, εφόσον δεσμευτεί, θα απομακρύνει τον κίνδυνο.» Εάν υπάρχει διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση τέτοιου παρεμπίπτοντος διατάγματος. Στην απόφαση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. σελίδα 1237 στη σελίδα 1245 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο της απειλής. Ο ισχυρισμός, όμως, περί απειλής δε θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά απομόνωση αλλά σε συσχετισμό με την αλλαγή των σχέσεων των μερών, η οποία επήλθε με τον τερματισμό της σύμβασης. Ο κίνδυνος αποξένωσης, με τον τερματισμό της σύμβασης, κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Ορθά νομίζουμε το Δικαστήριο, μέσα στο σύνολό των πιο πάνω, άσκησε τη διακριτική του εξουσία και εξέδωσε το διάταγμα. Η εισήγηση ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται κατ΄ εξαίρεση και ασκείται με φειδώ - (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759) - μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το σύνολο, όμως, των στοιχείων, που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας, μεταξύ των οποίων και το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής, δικαιολογούσαν την κατάληξη. Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφασή του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης.» Σίγουρα επήλθε αλλαγή των σχέσεων των μερών η οποία επήλθε μετά την καταχώριση της αγωγής. Στην παρούσα υπόθεση η πλευρά της Εναγομένης εγείρει κάποια θέματα: (α) Ότι η αγωγή ηγέρθη με καθυστέρηση πέραν της 35ετίας, (β) Ότι η συμφωνία είναι άκυρη αφού δεν έχει υπογραφεί και από τους δύο συμβαλλόμενους και (γ) αυτή δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και συνεπώς δεν δικαιούται σε ειδική εκτέλεση. Όσον αφορά το πρώτο θέμα, αυτό της καθυστέρησης στην καταχώριση της Αγωγής, στην απόφαση 1. Γιαννάκης Φράγκου κ.ά. v Κυριάκου Νικόλα Στυλιανίδη
(2007), Α.Δ.Δ. 73 το Ανώτατο αποφάσισε ότι η αναιτιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ της γένεσης ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρησης της αγωγής αποτελεί λόγο απόρριψης της αγωγής, στις σελίδες 76-77 είπε μάλιστα τα εξής: «Κρίνουμε πως η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή, όχι μόνο για το λόγο που αναφέρεται σ΄αυτή, και που παραθέσαμε πιο πάνω, αλλά και λόγω της καθυστέρησης που επέδειξαν οι εφεσείοντες στην αξίωση δικαιωμάτων τους, ενώπιον του Δικαστηρίου που προέκυπταν από τη σύμβαση. Η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα ο εφεσίβλητος, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Νικόλα Βασίλης, να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση των εφεσειόντων, εφόσον αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Το διάστημα δε που μεσολάβησε λειτούργησε ώστε και οποιαδήποτε έγγραφα, δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε τις επιπτώσεις παρόμοιας καθυστέρησης στην Χαράλαμπος Ιερείδης υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχαήλ Καλακουτά και Άλλη ν. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498 όπου η πλειοψηφία του εφετείου (Αρτεμίδης, Π. και Χατζηχαμπής) είπε τα πιο κάτω, στην απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής Χατζηχαμπής. (Ο Νικολάου, Δ. διαφώνησε με το αποτέλεσμα της έφεσης, η οποία, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας, είχε επιτύχει). «Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι΄αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη». Αυτό όμως το Δικαστήριο θα το αποφασίσει μετά που θα ακούσει και τις δύο πλευρές στην δίκη της κυρίως υπόθεσης, της αγωγής, και όχι στην εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Όσον αφορά το δεύτερο θέμα, δηλαδή της ειδικής εκτέλεσης, μόνο στην περίπτωση εγγραφής της σύμβασης στο Κτηματολόγιο ο αγοραστής αποκτά δικαιώματα επί του ακινήτου, τα οποία μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο ειδικής εκτέλεσης, δυνάμει του Περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 232, 1. Αντρίκκος Νίκου Χρίστου κ.ά. v Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 Β Α.Α.Δ.
  1. Επίσης στην απόφαση
  2. HARRY LEONARD FLOWER κ.ά. v
  3. ΦΩΤΕΙΝΗΣ Χ¨ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.ά.
(2008)1 Β Α.Δ.Δ. 770 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα εξής: «Η νομολογία επιβεβαιώνει ότι η σύμβαση πώλησης γης δεν παρέχει δικαίωμα στον αγοραστή να απαιτήσει την εγγραφή του ακινήτου επ ονόματι του σε περίπτωση διαρρηξης της σύμβασης. Τα δικαιώματα του αγοραστή περιορίζονται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων χωρίς να παρέχεται δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης με βάση το Άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στην Markidou v. Killiaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392 αναφέρθηκαν τα εξής: «The rights acquired under a contract for the sale of land are personal and as such prima facie assignable. A contract for the sale of land does not create an estate in land, that is, rights in rem.» Η νομολογία επιβεβαιώνει επίσης ότι δικαίωμα επί της γης δημιουργείται μόνο στην περίπτωση που η πώληση ακινήτου γίνεται με γραπτή σύμβαση η οποία εγγράφεται στο Κτηματολόγιο, βάσει των προνοιών του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, και τότε μόνο, ο αγοραστής αποκτά δικαίωμα (in rem) επί του ακινήτου το οποίο (δικαίωμα), μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο ειδικής εκτέλεσης. Η εγγραφή της σύμβασης στο Κτηματολόγιο βάσει των προνοιών του Κεφ. 232 συνιστά, εν πάση περιπτώσει, κώλυμα στη διάθεση του ακινήτου από τον ιδιοκτήτη προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Στην Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718, υιοθετήθηκε η θέση ότι εφόσον το θέμα ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο, οι αρχές της επιείκειας υποχωρούν. (Βλ. επίσης Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881, Χρίστου κ.ά. ν. Γεωργίου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 940.) Στην Δρυάδης (ανωτέρω) αντιδιαστέλλονται επίσης οι σχετικές πρόνοιες του Κεφ. 232 από το Άρθρο 76 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149». Το τρίτο θέμα που εγείρει η πλευρά της Εναγομένης-Καθ΄ ης η Αίτηση αφορά την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου από τον ένα συμβαλλόμενο μόνον. Ο Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81
(1)/2011) άρθρο 3(β) προβλέπει: «(β) η σύμβαση είναι γραπτή, περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών, περιγράφει επαρκώς την ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της σύμβασης, αναφέρει τα ανταλλάγματα και είναι υπογραμμένα από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη». Από την προσκομισθείσα μαρτυρία φαίνεται ότι το πωλητήριο δεν είναι υπογραμμένο και από τους δύο συμβαλλόμενους και συνεπώς δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3(β) του Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (Ν. 81
(1)/2011) για να εγγραφεί στο Κτηματολόγιο η συμφωνία και ούτε έχει εγγραφεί για να μπορεί να απαιτήσει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Συνεπώς, το μόνο που απομένει είναι η διεκδίκηση αποζημιώσεων. Η φερεγγυότητα της Εναγομένης όχι μόνον δεν αμφισβητείται αλλά υπάρχει η αναντίλεκτη μαρτυρία στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ότι η Εναγομένη είναι αξιόχρεη. Η Καθ΄ ης η Αίτηση, λέγει ο ενόρκως δηλών, είναι ένα από τα μεγαλύτερα εκκλησιαστικά ιδρύματα της Κύπρου, διαθέτει μεγάλη ακίνητη περιουσία και είναι σε οικονομική θέση να καλύψει πλήρως οποιοδήποτε ποσό τυχόν επιδικαστεί υπέρ της περιουσίας της αποβιωσάσης. Με την πώληση ή την μεταβίβαση σε τρίτο ή με την αποξένωση ή επιβάρυνση του συγκεκριμένου ακινήτου δεν θα εμποδιστεί ο Αιτητής στην ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο στην παράγραφο Α, διάταγμα. Απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι μόνο η επιτυχία έκδοσης απόφασης στην Αγωγή. Απονέμεται πλήρης δικαιοσύνη όταν ο Ενάγων, κατορθώσει να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας σε μια δικαστική απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση ο κίνδυνος αυτός δεν είναι υπαρκτός. Η Εναγομένη-Καθ΄ης η Αίτηση είναι αξιόχρεα. Με βάση όλα τα πιο πάνω, βρίσκω ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Ενόψει όλων των πιο πάνω, βρίσκω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Το εκδοθέν, μονομερώς, διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης, ακυρώνεται. Επιδικάζονται €1000 έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ.) Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.