← Κύπρος

Μακρυγιάννης κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Aρ. Αγωγής: 1890/15, 31/7/2019

Μακρυγιάννης κ.α. ν. Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Aρ. Αγωγής: 1890/15, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A365 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1890/15 Μεταξύ:

  1. xxx Μακρυγιάννης
  2. xxx Μακρυγιάννη Ενάγοντες και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.10.2018 31 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Β. Γιατρού για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Κ. Γιαπανά για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο: «Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή και πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, των υποθηκών με αριθμό Υ7990/99, Υ10000/02 και Υ5031/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Β. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύσει στην Ενάγουσα, να συνεχίσει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 44 (Β) και 44(Γ) του Νόμου περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων του 1965 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και/ή να αναστέλλει την διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 άρθρα 4,5 και
  3. το άρθρο 44Γ(ε)(δ) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικός) Νόμος του 2018, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 48 Θεσμός 1 - 4, 7 και 8, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται εις την επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκο δήλωση της xxx Ξενοφώντος η οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: Είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόρων των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες είναι μόνιμοι κάτοικοι Abu Dhabi και δεν ήταν δυνατό να προβούν στην ένορκη δήλωση μιας και απουσιάζουν στο εξωτερικό. Γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση. Οι Ενάγοντες 1 και 2 είναι σύζυγοι. Διατηρούσαν μακροχρόνια σχέση με την Εναγόμενη Τράπεζα, από την οποία λάμβαναν διαφόρων τύπων χρηματοδοτήσεις από το 1999 με σκοπό την ανέγερση οικοδομής. Προς εξασφάλιση των εν λόγω χρηματοδοτήσεων είχαν παραχωρηθεί την περίοδο 1999 με 2004 οι ακόλουθες τρεις υποθήκες, επί του ίδιου ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΚXX0 στον Στρόβολο: a. Υποθήκη με αριθμό Υ7990/99 του Ε.Κ Λευκωσίας, ύψους Λ.Κ.300.000, την οποία παρουσιάζει ως τεκμήριο
  4. b. Υποθήκη με αριθμό Υ10000/02 του Ε.Κ Λευκωσίας, ύψους Λ.Κ. 100.000, την οποία παρουσιάζει ως τεκμήριο 2 και c. Υποθήκη με αριθμό Υ5031/04 του Ε.Κ Λευκωσίας, ύψους Λ.Κ.61.750, την οποία παρουσιάζει ως τεκμήριο
  5. Η αξία του εν λόγω ακινήτου βάσει της εκτίμησης του κτηματολογίου το 2013 ανέρχετο σε €1,203,
  6. Παρουσιάζω ως τεκμήριο 4 αντίγραφο του ηλεκτρονικού αρχείου του κτηματολογίου με τις εκτιμημένες αξίες των εν λόγω ακινήτων από το κτηματολόγιο, του
  7. Σήμερα θεωρώ ότι η αξία του ακινήτου φτάνει το €1.700.
  8. Το ύψος του οφειλόμενου ποσού συμπεριλαμβανομένου των τόκων, που προκύπτει από σύμβαση υποθήκης, πρέπει να μπορεί να εξακριβωθεί και να μπορεί να προσδιοριστεί επ' ακριβώς ανά πάσα στιγμή. Και αυτό, ούτως ώστε ο δανειολήπτης να είναι σε θέση να γνωρίζει το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει για να εξαλειφτεί η υποθήκη. Διαφορετικά οι υποθήκες είναι άκυρες. Στην παρούσα περίπτωση, σε σχέση με τις ως άνω υποθήκες, ως το βασικό επιτόκιο της Εναγόμενης, από 1/1/2001 καθορίστηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης (Lombard). Στην βάση απόφασης νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 1/9/2006, το επιτόκιο Lombard αντικαταστάθηκε από το επιτόκιο προσφοράς για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Κεντρικής Τράπεζας (repo). Με την είσοδο στην ευρωζώνη, βάσει και πάλι απόφασης νομισματικής πολιτικής της Κεντρικής ημερομηνίας 21/12/2007, το επιτόκιο repo αντικαταστάθηκε από το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. ΙΙαρουσιάζει με την ένορκή της δήλωση ως δέσμη τεκμηρίων 9, ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο της ίδιας της Εναγόμενης από τον Δεκέμβριο του 2007 μέχρι τον Ιούλιο του 2012, σε σχέση με τα εφαρμοστέα βασικά επιτόκια της Εναγόμενης για συμφωνίες που είχαν συναφθεί πριν την 1/1/
  9. Στην βάση των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής της κεντρικής τράπεζας και των ανακοινώσεων της ίδιας της Εναγόμενης, υπήρχε εξυπακουόμενος όρος στις υποθήκες ότι, μετά την είσοδο στην ευρωζώνη, η Εναγόμενη καθόριζε το βασικό της επιτόκιο στην βάση του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και το συνολικό επιτόκιο θα έπρεπε να διακυμαίνεται ανάλογα. Οι χρηματοοικονομικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί συμπεριλάμβαναν και την παραχώρηση εγγυητικών σε αγοραστές που είχαν αγοράσει υπό ανέγερση διαμερίσματα από τους Ενάγοντες. Το 2008 και το 2009, οι Ενάγοντες ζήτησαν περαιτέρω χρηματοδότηση υπό μορφή τρεχούμενο λογαριασμού και δανείου ύψους €365.000 με σκοπό την συνέχιση της οικοδομής. Οι εν λόγω διευκολύνσεις εγκρίθηκαν αμελώς, χωρίς η Εναγόμενη να τηρήσει τις ορθές πρακτικές αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των Εναγόντων. Η Εναγόμενη βασίστηκε αποκλειστικά στην αξία του υποθηκευμένου ακινήτου, η αξία του οποίου ξεπερνούσε κατά πολύ την αιτούμενη χρηματοδότηση. Στις 5/6/2008 ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με αριθμό λογαριασμού XXXXX17-01 και στις 13/3/2009 ο λογαριασμός δανείου με αριθμό XXXXX17-
  10. Οι υπάλληλοι της Εναγόμενης Τράπεζας διαβεβαίωσαν τους Ενάγοντες ότι, ως καλοί πελάτες που ήταν, θα είχαν το ίδιο επιτόκιο με τις μέχρι τότε διευκολύνσεις που τους παρέχονταν. Καμία ενημέρωση δεν είχαν οι Ενάγοντες ότι ο τρόπος υπολογισμού και καθορισμού του βασικού επιτοκίου είχε διαφοροποιηθεί από την μέχρι τότε χρηματοδότηση. Συγκεκριμένα όπως έχω επεξηγήσει πιο πάνω, η μέχρι τότε χρηματοδότηση των Εναγόντων τοκίζετο με βασικό επιτόκιο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Αντί αυτού, η Τράπεζα διαφοροποίησε το είδος του εφαρμοστέου βασικού επιτοκίου, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ενημέρωση, αλλά αντίθετα διαβεβαίωνε τους Ενάγοντες ότι το κόστος της καινούργια χρηματοδότησης θα ήταν το ίδιο ως η προγενέστερες χρηματοδοτήσεις των Εναγόντων. Στην ουσία οι υπάλληλοι της Εναγόμενης παραπλάνησαν τους Ενάγοντες για το γεγονός ότι είχε διαφοροποιηθεί η βάση του εφαρμοστέου επιτοκίου σε σχέση με τις νέες συμφωνίες δανείου και τρεχούμενου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο καμία εμπράγματη εξασφάλιση δεν παραχωρήθηκε. Οι υφιστάμενες υποθήκες Υ7990/99, Υ10000/02 και Υ5031/04 αφορούσαν την παραχώρηση προγενέστερων διευκολύνσεων και αυτές δεν επεκτείνονταν στην κάλυψη των καινούργιων παραχωρήσεων. Σε κάθε περίπτωση, τονίζει ότι οι εν λόγω υποθήκες ουδέποτε αντικαταστάθηκαν και ως εκ τούτου, με δεδομένο ότι αυτές είχαν συναφθεί πριν την είσοδο στην ευρωζώνη το βασικό επιτόκιο με το οποίο θα έπρεπε να χρεώνονταν ήταν το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το δάνειο με αριθμό XXXXX17-06, ημερομηνίας 13/3/2009, προνοούσε βασικό επιτόκιο πλέον περιθώριο ύψους 3%. συνολικό επιτόκιο ύψους 8,25%. Το βασικό επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο, καθοριζόμενο από την Εναγόμενη Τράπεζα. Διευκρινίζει ότι, το βασικό επιτόκιο είναι ενδεικτικό. Είναι η τιμή του βασικού επιτοκίου κατά την ημέρα ετοιμασίας των εγγράφων, όμως αυτό ενδέχεται να μεταβληθεί. Για να μπορεί όμως, να υπολογιστεί το κόστος ενός δανεισμού οι παράγοντες καθορισμού και διακύμανσης του βασικού επιτοκίου πρέπει να είναι ξεκάθαροι. Ο τρόπος με τον οποίο η Εναγόμενη μετέβαλλε το βασικό της επιτόκιο παραβίαζε την υποχρέωση καλής πίστης της που έχει η Εναγόμενη προς τους πελάτες της και την υποχρέωση διαφάνειας. Η διακύμανση του βασικού επιτοκίου δεν είχε καμία σχέση με τις συνθήκες της αγοράς όπως αντικατοπτρίζεται από την διακύμανση των μετρήσιμων βασικών επιτοκίων. Την 1/2/2012 η Εναγόμενη χωρίς να ενημερώσει τους Ενάγοντες αφού πλήρωσε προς τον xxx Ξενοφώντος το ποσό των €118.054,95 της εγγυητικής, χρέωσε το ποσό αυτό στον τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό XXXXX17-
  11. Η ενέργεια αυτή της Εναγόμενης ασκήθηκε κακόπιστα και αποσκοπούσε να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος των Εναγόντων. Το αυξημένο κόστος του δανεισμού ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών της Εναγόμενης, που ήταν δυσανάλογο και μη συμβατό με τις συνθήκες της αγοράς, που κατά τον ουσιώδη χρόνο επέβαλλαν μείωση του κόστους του χρήματος, εμπόδιζε τους Ενάγοντες από το να πληρώνουν τις αυξημένες δόσεις που επέβαλλε η Εναγόμενη. Η Εναγόμενη στις 30/4/2012 αύξησε το συνολικό επιτόκιο στο 13%, επιβάλλοντας 5% τόκο υπερημερίας πέραν του ήδη ψηλού επιτοκίου που επέβαλλε παράνομα για το οποίο καμία διαφάνεια δεν υπήρχε για το πως υπολογίζετο. 0 τόκος υπερημερίας ύψους 5% αποτελεί εφαρμογή ποινικής ρήτρας και ως τέτοιος είναι άκυρος. Το 2012 η Εναγόμενη καταχώρησε αγωγή εναντίον των Εναγόντων αιτούμενη αποπληρωμή ισχυριζόμενων ποσών ύψους €354.806,49 και €130.107,25 πλέον επιτόκιο 13%. Η Εναγόμενη με την εν λόγω αγωγή δεν προβάλλει οποιανδήποτε αξίωση για εκποίηση των υποθηκών με αριθμό Υ7990/99, Υ10000/02 και Υ5031/04 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Τον Σεπτέμβριο του 2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δημοσίευσε Οδηγία σε σχέση με τις αναδιαρθρώσεις. Είναι εξυπακουόμενος όρος όλων των συμφωνιών ότι η Ενάγουσα συμμορφώνεται με τις οδηγίες και εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίες χαράζουν την δημόσια πολιτική του κράτους και της ευρωζώνης σε αυτά τα θέματα. Σε αντίθετη περίπτωση εάν δεν υπήρχε αυτή η υποχρέωση, οι συμφωνίες θα παραβίαζαν την ίδια την δημοσία πολιτική και θα ήταν άκυρες. Οι Ενάγοντες μέσω σύμβουλου αναδιάρθρωσης ήρθαν σε επαφή με την Εναγόμενη Τράπεζα με σκοπό την εξεύρεση εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στα πλαίσια του Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας. Οι Ενάγοντες είναι πρόθυμοι να εξυπηρετούν τα νομίμως οφειλόμενα υπόλοιπα νοουμένου ότι θα αφαιρεθούν οι παράνομες χρεώσεις που έχουν προκύψει από την αδιαφανή διακύμανση του βασικού επιτοκίου της Εναγόμενης και την επιβολή επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας ύψους 5%. Η Εναγόμενη, μέσω της εταιρείας APS Debt Servicing Cyprus Ltd, με email ημερομηνίας 12/6/2018 απέστειλε στους Ενάγοντες επιστολές τύπου I με τις οποίες ισχυρίζεται ότι τα απαιτητά ποσά για τους λογαριασμούς XXXXX17-06 και XXXXX17-01 ήταν €623.087.37 με επιτόκιο 8,85% από 1/6/2018 επί του ποσού των €600.823,45 και €170.755,
  12. Οι Ενάγοντες είναι πρόθυμοι να εξυπηρετούν τα νομίμως οφειλόμενα υπόλοιπα νοουμένου ότι θα αφαιρεθούν οι παράνομες χρεώσεις που έχουν προκύψει από την αδιαφανή διακύμανση του βασικού επιτοκίου της Εναγόμενης και την επιβολή επιπρόσθετου τόκου υπερημερίας ύψους 5%. Ζητούν από το Δικαστήριο να επέμβει δυναμικά, άμεσα για να διατηρηθεί η κατάσταση ως έχει μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής ούτως ώστε οι ενέργειες της Εναγομένης να μην καταστήσουν την παρούσα αγωγή άνευ αντικειμένου και προκαλέσουν στους Ενάγοντες τέτοια ανεπανόρθωτη ζημιά, απογυμνώνοντας τους Ενάγοντες από την περιουσία τους, για να τους εξαναγκάσουν να αποδεχτούν τις απαιτήσεις της Τράπεζας. H Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης, τους ακόλουθους: «
  13. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή δεν έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό και/ή νομικό υπόβαθρο και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή νομική βάση.
  14. Η παρούσα αίτηση είναι κατ' ουσία και νόμο αβάσιμη και/ή χωρίς κανένα νομικό έρεισμα και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή του χρόνου του Δικαστηρίου.
  15. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν ούτε κατ' ελάχιστο οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος και/ή οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν: i. την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, ii. την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούνται στις θεραπείες που αξιώνουν εναντίον της Εναγομένης, iii. ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης ή ακύρωσης των σχετικών διαταγμάτων, iv. ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των Διαταγμάτων που επιζητούνται με την παρούσα Αίτηση, ή ν. ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα σχετικά Διατάγματα, και/ή νi. ότι συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος.
  16. Η διαδικασία που προωθούν οι Αιτητές με την παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή άκυρη και/ή αβάσιμη και/ή δεν μπορεί να προωθείται και/ή προωθείται πρόωρα δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965όπως έχει τροποποιηθεί.
  17. Οι Αιτητές έχουν ερμηνεύσει εσφαλμένα τις διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, και ειδικότερα τις διατάξεις του Μέρους VIA αυτού.
  18. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπη και αντικανονική και/ή δεν στηρίζεται σε οποιαδήποτε δέουσα και/ή επαρκή μαρτυρία όπως προβλέπουν οι θεσμοί και η νομολογία και/ή δεν αναφέρει την πηγή πληροφόρησης και/ή είναι κακόπιστη, παράτυπη, καταχρηστική, γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη και/ή στηρίζεται σε αναληθείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς.
  19. Τα αιτήματα και/ή διατάγματα που επιδιώκονται με την Αγωγή και/ή η παρούσα αίτηση εγείρονται κατόπιν υπέρμετρης καθυστέρησης και με αλλότρια κίνητρα και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και/ή μεθοδεύσεις και/ή τεχνάσματα των Αιτητών χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε σχετική εξήγηση.
  20. Η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμμορφωθεί πλήρως και/ή ακολούθησε νομότυπα και/ή ως όφειλε και/ή εδικαιούτο τη διαδικασία που προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί.
  21. Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή μοναδικό σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού, να αποτρέψει την εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων και να αποστερήσει της Καθ' ης η αίτηση από τα δικαιώματα της δημιουργώντας παράλληλα αχρείαστα έξοδα.
  22. Οι Αιτητές κωλύονται από το να προωθούν την παρούσα Αίτηση καθότι οι ίδιοι οι Αιτητές έχουν διαθέσει την περιουσία τους μέσω της υποθηκεύσεως της προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση.
  23. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιαστεί το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965, να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, θα αντιστρατευθεί το πνεύμα και ο σκοπός του εν λόγω Νόμου και θα συνιστά επέμβαση στην εξουσία του Νομοθέτη.
  24. Σε περίπτωση έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων η Καθ' ης η Αίτηση θα χάσει τα δικαιώματα της ως αυτά κατοχυρώνονται βάσει Νόμου και/ή θα χάσει το νόμιμο δικαίωμα της προς εκποίηση του ακινήτου δυνάμει πλειστηριασμού και/ή ολόκληρη η διαδικασία θα καταστεί άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη αδικία εναντίον της.
  25. Οι Αιτητές δεν έχουν ακόμη διευθετήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους απέναντι στην Καθ' ης η Αίτηση.
  26. Οι Αιτητές κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αίτηση και/ή ισχυρισμούς και/ή αγωγή και/ή απαιτήσεις ενόψει των παραδοχών που έγιναν στα πλαίσια της Υπεράσπισης τους στην αγωγή υπ' αρ. 8411/2012 η οποία εκκρεμεί εναντίον τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.
  27. Δεν έχουν παραβλαφτεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα των Αιτητών και/ή οι Αιτητές δεν αναφέρουν οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο, και λόγω της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, σε περίπτωση που επιτύχουν στην Αγωγή.
  28. Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η έκδοση των αιτούμενων από τον Αιτητή διαταγμάτων καθώς τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πλήξουν βασικά συνταγματικά δικαιώματα της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκο δήλωση του χχχ Καλλή ο οποίος λέγει στην ένορκη του δήλωση, μεταξύ άλλων, ότι είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή - Καθ΄ ης η Αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασής της. Η εγγυητική επιστολή υπ' αρ. XXXXX4/018 εκδόθηκε προς όφελος του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης και καλύπτει την έκδοση τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα αρ. 301 στο όνομα χχχ Ξενοφώντος. Επιπλέον, εκδόθηκε και η εγγυητική επιστολή υπ' αρ. XXXXX6/018 προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Στροβόλου για κάλυψη έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα αρ. 302 στο όνομα χχχ Μακρυγιάννης. Το 2008 και το 2009 οι Ενάγοντες ζήτησαν περαιτέρω χρηματοδότηση υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου ύψους €365,
  29. Αναφορικά με τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις εκκρεμεί εναντίον των Εναγόντων αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπ' αρ. 8411/
  30. Τα όσα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στις παραγράφους 13, 14 και 15 της ένορκης δήλωσης αποτελούν γραμμή υπεράσπισης η οποία θα μπορούσε να προωθηθεί στα πλαίσια της ήδη εκκρεμούσας αγωγής υπ' αρ. 8411/2012 και επομένως η εισαγωγή, για πρώτη φορά, τέτοιων ισχυρισμών στην παρούσα διαδικασία υποδεικνύει τις κακόπιστες προθέσεις των Αιτητών. Οι Αιτητές σκόπιμα δεν έθεσαν στην προσοχή του Δικαστηρίου την ρητή παραδοχή τους ως αυτή εκτίθεται στην Έκθεση Υπεράσπισης τους στην αγωγή 8411/2012 αναφορικά με την παροχή εγγυήσεων και εξασφαλίσεων προς την Καθ' ης η Αίτηση και ειδικότερα την εγγραφή υποθηκών προς όφελος της. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο, στην ένσταση, επιστολή ημερομηνίας 05/03/2009 σύμφωνα με την οποία κατά την 13/03/2009 οι Αιτητές αποδέχτηκαν, εγγράφως, τους βασικούς όρους και τις λεπτομέρειες, συμπεριλαμβανομένων των εξασφαλίσεων, των σχετικών διευκολύνσεων και του Δανείου που τους παρείχε η Καθ' ης η Αίτηση. Η παρούσα διαδικασία δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από εκ των υστέρων σκέψεις και τεχνάσματα των Αιτητών για να θέσουν το υπόβαθρο σύμφωνα με το οποίο κατά την άποψη τους θα έχουν την δυνατότητα σε μεταγενέστερο στάδιο να καταχωρίσουν Έφεση, δυνάμει του Νόμου αναφορικά με την διαδικασία πλειστηριασμού, γεγονός που από μόνο του υποδηλώνει τα αλλότρια κίνητρα των Αιτητών. Η Καθ΄ ης η Αίτηση ακολούθησε νομότυπα τη διαδικασία που προβλέπεται από το Μέρος VIA του Νόμου. Η διαδικασία εκποίησης μέσω πλειστηριασμού δυνάμει του Περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Νόμου του 1965 ως αυτός έχει τροποποιηθεί και κυρίως του Μέρους VIA αυτού είναι μια διαδικασία ανεξάρτητη και σε καμία περίπτωση περιορίζεται από την ύπαρξη οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Επιπλέον, η Καθ' ης η Αίτηση, στα πλαίσια της αγωγής 8411/2012 επιφύλαξε πλήρως όλα τα δικαιώματα της σε σχέση με τις εν λόγω υποθήκες και τα ακίνητα που καλύπτονται από αυτές. Kαμία ουσιαστική πρόταση προς διευθέτηση των υποχρεώσεων των Αιτητών είχε γίνει στην Kαθ' ης η Αίτηση και επομένως προχώρησε νομότυπα στην διαδικασία εκποίησης του ακινήτου δια μέσου πλειστηριασμού. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τους ισχυρισμούς παράβασης Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας εκ μέρους της Καθ' ης Αίτηση και τον ισχυρισμό περί ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων, αναφέρει ότι τέτοιος ισχυρισμός αποτελεί καταρχήν θέση υπεράσπισης που θα μπορούσε να προωθηθεί στα πλαίσια της αγωγής 8411/2012 και περαιτέρω ότι οι εκδιδόμενες από την Κεντρική Τράπεζα Οδηγίες αποσκοπούν στην παροχή υποδείξεων προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης. ΄Εχει κατατεθεί αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή στο ενυπόθηκο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/1XXX9 (Υ7990/1990). Βάσει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου και ειδικότερα του άρθρου 4410

(2), η Καθ' ης η Αίτηση δεν δύναται να προχωρήσει με την αποστολή των Τύπων ΙΑ και IB καθώς η διαδικασία εκποίησης αναστέλλεται μέχρι ως ότου εξεταστεί τελικώς η σχετική αίτηση. Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση και αγωγή αμφισβητούν την νομιμότητα των συμβάσεων δανείου, των χρεώσεων των εν λόγω λογαριασμών καθώς και την εγκυρότητα των παραχωρηθησών εμπράγματων εξασφαλίσεων. Σχεδόν 7 χρόνια μετά την σύναψη πιστωτικών διευκολύνσεων με την Καθ' ης η αίτηση, και παρά την εκκρεμότητα αγωγής εναντίον τους από το 2012, οι Αιτητές, τώρα, επιδιώκουν διατάγματα ακύρωσης των συμφωνιών και των υποθηκών. Σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα παραβλαφτούν οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα των Αιτητών καθώς οι Αιτητές δεν αναφέρουν οποιαδήποτε γεγονότα που να αποδεικνύουν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο, και λόγω της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, σε περίπτωση που επιτύχουν στην Αγωγή. Σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η διαδικασία εκποίησης αλλά επιτύχει η παρούσα αγωγή των Αιτητών εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, οι Αιτητές θα είναι σε θέση να αποζημιωθούν. Αντίθετα, τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα παραβιάσει το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση, ως αυτό απορρέει από το Μέρος VIA του Νόμου, να πωλήσει δυνάμει πλειστηριασμού το ενυπόθηκο ακίνητο προς εξασφάλιση του λαβείν της εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, και μετά την εξέταση της αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή που εκκρεμεί, με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη αδικία εναντίον της. Περαιτέρω, η Καθ' ης η Αίτηση στην προσπάθεια της για μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων βρίσκεται κάτω από την ασφυκτική πίεση των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Μηχανισμών και Αρχών με συνέπεια η τυχόν αναστολή του πλειστηριασμού να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες για την ίδια και για τους στόχους που οφείλει να πετύχει και ότι τυχόν μη εκποίηση του ενυπόθηκου αποτελεί τροχοπέδη στην εκπλήρωση των στόχων και των προσπαθειών της για περεταίρω μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Χορηγήσεων. Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει καλή και βάσιμη υπόθεση ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας και επομένως δεν έχουν δικαίωμα να απαιτούν την θεραπεία την οποία ζητούν με την Αγωγή. Νομική Πτυχή Εγείρονται δύο θέματα τα οποία θα πρέπει να εξετάσω προτού ασχοληθώ με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από έγκυρη ένορκη δήλωση αφού αυτή γίνεται από δικηγόρο αντί από τους ίδιους τους Αιτητές. Οι Ενάγοντες δίδουν εξήγηση γι΄ αυτό και ο λόγος είναι η μόνιμη διαμονή των Εναγόντων στο εξωτερικό, στο Abu Dhabi και δεν ήταν δυνατό να προβούν στην ένορκη δήλωση. Στην απόφαση Γεώργιου Νικολάου ν. 1. ΤΟTAL PROPERTIES LTD κ.ά.
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1358 στη σελίδα 1368 λέχθηκαν τα εξής: «Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva κ.ά.
(2010)1(Α) A.A.Δ. 82). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (Rybolovlev κ.ά. (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου.» Συνεπώς κρίνω δικαιολογημένο τον καταρτισμό της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση από δικηγόρο του γραφείου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες και όχι από τους ίδιους τους Ενάγοντες. Το δεύτερο θέμα εγείρεται από πλευράς Εναγόντων και αφορά την υποχρέωση εφαρμογής του κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας για τις αναδιαρθρώσεις και ακυρότητας των συμβάσεων ένεκα παράβασης των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση. Οι εκδιδόμενες από την Κεντρική Τράπεζα Οδηγίες αποσκοπούν στην παροχή υποδείξεων προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης. Στην απόφαση Στέλιος Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1Α Α.Α.Δ. 324 στη σελίδα 336 αποφασίστηκε: «Εν πάση περιπτώσει σε σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι, ακόμα και τυχόν παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων. Τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και Εμπορικών Τραπεζών και δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα συμβάσεων που γίνονται, με τρίτους, κατά παράβαση τους - Δέστε: Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131. Στην υπόθεση εκείνη, που σε πολλά σημεία προσομοιάζει με την παρούσα, τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο σχετικός Ν. 66(Ι)/97δεν απαγόρευε την επίδικη συναλλαγή ούτε και το Άρθρο 23 του Κεφ. 149 την καθιστούσε άκυρη. Στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 τονίστηκε ότι, συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει τις εγκυκλίους στον πελάτη της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Εν πάση περιπτώσει, με τις εγκυκλίους της η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να είναι πιο προσεχτικές. Η φύση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εξετάστηκε και στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1635, στην οποία τονίστηκε ότι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας δεν επηρεάζουν αναδρομικά τη νομιμότητα της συμφωνίας.» Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην απόφαση Τ.Α. Micrologic Com. Consult Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 -
  1. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Αιτητών, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται στην ισχυριζόμενη ακυρότητα του δανείου και/ή οποιασδήποτε παρεπόμενης συμφωνίας και/ή επιτοκίου. Επίσης ότι οι διάφορες ρήτρες πάσχουν από αοριστία και οι υποθήκες με αριθμό Υ7990/99, Υ10000/02 και Υ5031/04 εξασφάλιζαν άλλες υποχρεώσεις των Εναγόντων προς την Εναγομένη και δεν αφορούσαν τους λογαριασμούς με αριθμό XXXXX17-06 και XXXXX17-
  2. Με βάση το δικογραφημένο υλικό της παρούσας Αίτησης και των όσων έχουν καταγραφεί στο κλητήριο ένταλμα σε σχέση με τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση και ειδικά των ισχυρισμών ότι η εξασφάλιση και οι συμφωνίες είναι παράνομες και/ή άκυρες θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκουν οι Αιτητές με την αγωγή τους. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών στην ένορκη δήλωσή τους που υποστηρίζει την Αίτηση ότι οι εν λόγω διευκολύνσεις εγκρίθηκαν αμελώς, χωρίς η Εναγομένη να τηρήσει τις ορθές πρακτικές αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας των Εναγόντων. Η Εναγομένη βασίστηκε αποκλειστικά στην αξία του υποθηκευμένου ακινήτου, η αξία του οποίου ξεπερνούσε κατά πολύ την αιτούμενη χρηματοδότηση. Ως προς το επιτόκιο είχαν διαβεβαιώσεις ότι θα ήτο το ίδιο με αυτό που είχαν μέχρι τις τότε διευκολύνσεις που τους παρείχαν. Οι υφιστάμενες υποθήκες Υ7990/99, Υ10000/02 και Υ5051/04 αφορούσαν την παραχώρηση προγενέστερων διευκολύνσεων και δεν καλύπτουν τις νέες. Σίγουρα η Καθ΄ ης η Αίτηση αμφισβητεί την αξίωση των Αιτητών. Αυτά όμως είναι θέματα τα οποία θα αποφασίσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής. Βρίσκω ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται ο Αιτητής κάποιες θεραπείες. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστούν οι Ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και τη προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. Ένας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Οι Αιτητές στήριξαν τη θέση τους ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα δεν θα μπορεί μετά, σε περίπτωση που πετύχουν στην αγωγή τους, να αποζημιωθούν, αφού η χρηματική αποζημίωση δεν θα τους επιστρέψει πίσω την περιουσία τους. Είναι άδικο να στερηθούν την περιουσία τους όταν χωρίς να αποφασιστεί το ποσό το οποίο δικαιούται η Καθ' ης η Αίτηση, προχωρά αυθαίρετα σε πλειστηριασμό της περιουσίας τους. Θα πουληθεί η περιουσία τους ενώ εκκρεμεί η αγωγή. Η Καθ' ης η Αίτηση είναι πιστωτικό ίδρυμα φερέγγυο, αφού δεν υπάρχει αντίθετος ισχυρισμός ή στοιχεία, να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση που επιτύχει η αγωγή. Είναι ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ότι σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η διαδικασία εκποίησης αλλά επιτύχει η παρούσα αγωγή των Αιτητών εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, οι Αιτητές θα είναι σε θέση να αποζημιωθούν. Στην απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Ltd
(2013)1B ΑΑΔ 1235 το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίησή του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών. Τυχόν ζημιά των Αιτητών δύναται να αποτιμηθεί σε χρήμα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανεπανόρθωτη. Δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές από τη στιγμή που τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση-Εναγομένης δίδοντάς της το δικαίωμα δυνάμει των Συμβάσεων και Δηλώσεων Υποθήκευσης Ακινήτων να πωλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα για την είσπραξη του ενυπόθηκου χρέους, ένεκα της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Η πώληση των συγκεκριμένων υποθηκευμένων ακινήτων μπορεί να αποστερεί τους Αιτητές από την ακίνητη περιουσία τους αλλά δεν υπάρχει θέμα δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνεπώς, καταλήγω ότι η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν συντρέχει. Τυχόν επιτυχία τους θα μπορούν να αποζημιωθούν από την Καθ΄ ης η Αίτηση για την οποία δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε το οποίο να την καθιστά αφερέγγυο. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Με βάση τα όσα αναφέρω ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως απορριφθεί η παρούσα Αίτηση. Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, τα οποία να πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.