← Κύπρος

Θεοδότου με την προσωπική της ιδιότητα και για τον αποβιώσαντα σύζυγό της, Θεοδότου κ.α. ν. Λιασής, Αρ. Αγωγής: 4639/10, 15/7/2019

Θεοδότου με την προσωπική της ιδιότητα και για τον αποβιώσαντα σύζυγό της, Θεοδότου κ.α. ν. Λιασής, Αρ. Αγωγής: 4639/10, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A351 Αρ. Αγωγής: 4639/10 Μεταξύ: XXXXX Θεοδότου με την προσωπική της ιδιότητα και για τον αποβιώσαντα σύζυγό της, XXXXX Θεοδότου, από τα Λατσιά Ενάγουσα και

  1. XXXXX Λιασής
  2. XXXXX Λιασή
  3. XXXXX Λιασής
  4. Άστρασολ Λτδ
  5. Επίσημος Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας "Liasis Shoelasts Company Ltd"
  6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Διά Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας)
  7. Δήμος Λατσιών Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Για ενάγουσα: κος Λουκής Λουκαΐδης με κα Λουκία Πατσαλίδου Για εναγόμενους 3 & 4: κα Ελένη Μιντή Για εναγόμενο 6: κος Ανδρέας Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εναγομένους 3, 4 & 6) Η παρούσα, είναι μια από τις 22 αγωγές που συνεκδικάστηκαν ως προς το θέμα της ευθύνης, τις οποίες καταχώρησαν κάτοικοι και εργαζόμενοι στην περιοχή Λατσιών, εναντίον των εναγομένων για οχληρία και αμέλεια που προξενείτο από το εργοστάσιο Άστρασολ. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα ηλικίας 51 ετών κατά την καταχώρηση της αγωγής, εγκαταστάθηκε στη διεύθυνση XXXXX 78, στα Λατσιά, το 1990 μαζί με τον σύζυγο της XXXXX Θεοδότου. Η εν λόγω οικία γειτνιάζει με το εργοστάσιο της Άστρασολ στα Λατσιά. Ο σύζυγος της απεβίωσε τον Μάιο του 1998, σε ηλικία 47 ετών από την ασθένεια του καρκίνου. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι ο αποβιώσας XXXXX Θεοδότου, παρουσίασε πρόβλημα υγείας το 1997 σε ηλικία 46 ετών και συγκεκριμένα Λευχαιμία (acute myeloid leukemia). Υπεβλήθη σε peripheral blood stem rescue από 4/2/1997 μέχρι το 1998 στο St Bartholomews Hospital, στο Λονδίνο. Μετά, στην Κύπρο, όπου είχε υποτροπιάσει, συνέχισε τη θεραπεία του στο Μακάρειο Νοσοκομείο μέχρι το θάνατό του. Η θεραπεία αποτελείτο από χημειοθεραπείες, ραδιοθεραπεία και μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η πιο πάνω ασθένεια του XXXXX Θεοδότου, του προκάλεσε φρικτό σωματικό και ψυχολογικό πόνο. Μαζί με την ενάγουσα και άλλα συγγενικά του πρόσωπα, αναγκάστηκε να μεταβεί στην Αγγλία για θεραπεία με αποτέλεσμα να χάσει τους μισθούς του. Πολλοί συνάδελφοι του αποβιώσαντα και της ενάγουσας έκαναν έρανο για αυτόν. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και των δύο, καταρρακώθηκε αφάνταστα. Η ενάγουσα ήταν πάντα καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας στο πλευρό του συζύγου της, στο ίδιο δωμάτιο. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η ασθένεια της λευχαιμίας, προκλήθηκε στον αποβιώσαντα σύζυγο της, λόγω της πολυετούς και συνεχούς έκθεσης του στην καρκινογόνα ουσία διχλωρομεθάνιο (R40), που εξέπεμπε το εργοστάσιο της Άστρασολ, το οποίο γειτνίαζε με την κατοικία στην οποία διέμεναν. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα υπέστη σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, σοβαρή ζημιά στα εξής δικαιώματα της: (α) ζωής και υγείας, (β) κατοικίας, (γ) σεβασμού της ιδιοκτησίας, (δ) σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και (ε) σεβασμού του δικαιώματος οικογένειας ως αποτέλεσμα της παράνομης ή/και επικίνδυνης ή/και ανεπίτρεπτης λειτουργίας του εργοστασίου. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα ζητά με την παρούσα αγωγή της, ειδικές γενικές καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στα πιο πάνω αναφερόμενα δικαιώματα της. Στις 29.12.2017, εκδόθηκε απόφαση στις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εναγόμενοι 3, 4 & 6, ευθύνονταν μεταξύ άλλων για την δημιουργία συμπλέγματος καρκίνου στην περιοχή, γύρω από το εργοστάσιο της Άστρασολ. Το Δικαστήριο έκρινε αφού άκουσε και αξιολόγησε μαρτυρία ειδικών εμπειρογνωμόνων, ότι η χρήση και εκπομπή από τα φουγάρα του εν λόγω εργοστασίου της καρκινογόνου ουσίας διχλωρομεθάνιο (R40), προξένησε σύμπλεγμα καρκίνου στην περιοχή, γύρω από το εργοστάσιο. Ειδικά για την παρούσα αγωγή, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο σύζυγος της ενάγουσας XXXXX Θεοδότου, απεβίωσε το Μάιο του 1998, σε ηλικία 47 ετών από λευχαιμία. Ήταν επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ασθένεια της λευχαιμίας με την οποία διαγνώσθηκε ο αποβιώσαντας και η οποία τον οδήγησε στον θάνατο, οφείλεται στο σύμπλεγμα καρκίνου που δημιούργησε το εργοστάσιο της Άστρασολ, λόγω των συστηματικών εκπομπών διχλωρομεθανίου από το 1976 μέχρι το
  8. Αναφορικά με την Δημοκρατία, αποφασίσθηκε ότι φέρει ευθύνη για παραλείψεις και παραβιάσεις των νομίμων καθηκόντων της έναντι των εναγόντων που συνίσταντο σε πλημμελή έλεγχο του επίδικου εργοστασίου. Επιπλέον, η Δημοκρατία χορήγησε πιστοποιητικό Διεργασίας και Άδεια Εκπομπής Αερίων Αποβλήτων στην Άστρασολ χωρίς να έχει εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια για παραγωγή σόλων υποδημάτων στα υποστατικά που λειτουργούσε ως εργοστάσιο. Και αυτό, γνωρίζοντας ότι τέτοια άδεια δεν μπορούσε να παραχωρηθεί στα συγκεκριμένα υποστατικά που βρισκόταν σε μικτή βιοτεχνική - οικιστική περιοχή. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης για την ευθύνη, οι αγωγές αποσυνδέθηκαν προκειμένου να εκδικαστεί σε κάθε μια ξεχωριστά, το ζήτημα των αποζημιώσεων. Ακροαματική διαδικασία Στην παρούσα αγωγή, το γεγονός του θανάτου του XXXXX Θεοδότου, είναι παραδεκτό από τους εναγομένους 3, 4 &
  9. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση για την ευθύνη ημ. 27.12.2017 ότι ο θάνατος του εν λόγω προσώπου, είναι αποτέλεσμα του συμπλέγματος καρκίνου που δημιουργήθηκε στην περιοχή από τις πιο πάνω παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 και
  10. Μετά την αποσύνδεση των αγωγών, στην παρούσα υπόθεση καμία πλευρά δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων. Οι ειδικές ζημιές, συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους στο ποσόν των €57.712,
  11. Ως εκ τούτου, οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις αναφορικά με το ποσόν που δικαιούται η ενάγουσα ως γενικές αποζημιώσεις για τον θάνατο του πιο πάνω αποβιώσαντα συζύγου της. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη επιβαρυντικά στοιχεία όσον αφορά την συμπεριφορά τόσο του κράτους, όσο και των υπευθύνων του εργοστασίου της Άστρασολ. Αναφορικά με τις αποζημιώσεις για θάνατο, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο υπέρτατο δικαίωμα της ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από όλα τα νομικά συστήματα που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επεσήμανε ότι στο Κυπριακό Σύνταγμα, το δικαίωμα της ζωής προστατεύεται στο άρθρο
  12. Προστατεύεται επίσης και από το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, τονίζει ότι η προστασία αυτού του ανθρώπινου δικαιώματος, ισχύει τόσο για εκ προθέσεως πρόκληση του θανάτου όσο και για θάνατο εξ' αμελείας. Κατά τον συνήγορο, στην παρούσα υπόθεση το ποσό των αποζημιώσεων για την πρόκληση θανάτου δεν πρέπει να περιοριστεί στην αποζημίωση λόγω απώλειας (bereavement) αλλά πρέπει να επιδικαστούν επιπλέον αποζημιώσεις και για την οδύνη που προκαλεί ο θάνατος, στους οικείους του αποβιώσαντος και της συνεπακόλουθης παραβίασης του Συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή. Το βέβαιο είναι ότι με την πάροδο των ετών και την βελτίωση της ζωής του πληθυσμού γενικά, η αξία της ζωής που ήταν πάντα σημαντική, έχει σήμερα ενισχυθεί. Σε χώρες που διαπιστώθηκαν περιπτώσεις τοξικών αστικών αδικημάτων, οι αποζημιώσεις που έδωσαν τα Δικαστήρια, ήταν πολύ αυξημένες. Κατά τον συνήγορο, όσον αφορά την Δημοκρατία δικαιολογούνται οι τιμωρητικές αποζημιώσεις βάσει του κοινοδικαίου, σε περιπτώσεις που υπάρχει καταπιεστική ή αντισυνταγματική ενέργεια από υπαλλήλους της Κυβέρνησης. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι επίδικες πράξεις, έπληξαν συνταγματικό δικαίωμα και μάλιστα το πιο σοβαρό, αυτό της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Τα ίδια ισχύουν και για τους υπεύθυνους του εργοστασίου που ενώ γνώριζαν ότι τα φουγάρα του εξέπεμπαν καρκινογόνα υλικά, συνέχιζαν την λειτουργία του, αδιαφορώντας για την υγεία των περιοίκων και την βλάβη που τους προξενούσε. Ο συνήγορος εξέφρασε μάλιστα την άποψη ότι η πρόκληση καρκίνου στους περίοικους λόγω αδράνειας και αμέλειας των αρμόδιων κρατικών αρχών και των υπευθύνων του εργοστασίου, δεν απέχει ουσιαστικά από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Γεγονός, που δικαιολογεί την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσας είχε υποστεί τεράστια σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία από την ασθένεια του και τις χημειοθεραπείες. Είχε ναυτία, εμετό, μικρά έλκη στο στόμα, απώλεια σχεδόν όλων των μαλλιών του, αδυναμία και ζαλάδες. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι για την παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό €17.086,00 ευρώ ως bereavement και ως γενικές αποζημιώσεις, το ποσό της κλίμακας στο ανώτερο της επίπεδο δηλαδή €2.000.000,
  13. Ζήτησε περαιτέρω όπως επιδικαστούν και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, ενδείκνυται όπως επιδικαστούν και αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων της αποβιωσάσης. Με παραπομπή στις πρόνοιες του Κεφ. 148 και σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τέτοιες αποζημιώσεις, εντάσσονται στις γενικές αποζημιώσεις υπό μορφή απώλειας των ανέσεων της ζωής. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι δεν υπάρχει στην παρούσα, μαρτυρία για το ποσόν της εξάρτησης ούτε και για τα προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης. Ως εκ τούτου, στον υπολογισμό των αποζημιώσεων θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η τρίτη μέθοδος της κλασικής ποσοστιαίας προσέγγισης. Όσον αφορά τον πολλαπλασιαστή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτός θα πρέπει να επιλεγεί και εφαρμοστεί επί του καθαρού μισθού του αποβιώσαντος κατά το χρόνο του θανάτου του, χωρίς να ληφθεί υπόψη η όποια ενδεχόμενη μελλοντική αύξησή των μισθών. Επιπρόσθετα και σε περίπτωση που επιδικαστούν οι εν λόγω αποζημιώσεις να αφαιρεθεί ποσοστό 25% για προσωπικά έξοδα του αποβιώσαντος και επιδικαστεί το 75% των απολαβών του ως ποσοστό εξάρτησης. Ο συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία η ηλικία του αποβιώσαντος καθώς και ο χρόνος αφυπηρέτησης του, λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το Δικαστήριο στον καθορισμό του πολλαπλασιαστή. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σύμφωνα με την νομολογία, η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής συνεχώς αυξάνεται ενόψει της προόδου της επιστήμης που έχει συνδράμει ανεκτίμητα στην επιμήκυνση της αλλά και στη βελτίωση της ποιότητάς ζωής. Σε σχέση με την παρούσα αγωγή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η προοπτική συνταξιοδότησης του αποβιώσαντος θα ήταν το 65ο έτος της ηλικίας του. Η συνήγορος των εναγομένων 3 & 4 στην δική της αγόρευση, χαρακτήρισε ως υπερβολικό τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς των εναγομένων ως εγκληματικής. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε γνώση των υπευθύνων του εργοστασίου ότι το διχλωρομεθάνιο ήταν καρκινογόνα ουσία. Θεωρείτο ως πιθανό καρκινογόνο υλικό και αυτό υπήρξε μάλιστα και ένα από τα επίδικα θέματα της αγωγής. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να καταλογιστεί εσκεμμένη πρόκληση βλάβης, στην υγεία των εναγόντων. Κατά την συνήγορο δεν επέδειξαν οι εναγόμενοι τέτοια συμπεριφορά ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ήταν περαιτέρω η εισήγηση της συνηγόρου ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση αποζημιώσεων για απώλεια εξαρτωμένων επειδή δεν δικογραφείται παρότι η ενάγουσα είχε όλο τον χρόνο για να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης της κάτι που έκαναν οι ενάγοντες σε άλλες αγωγές της Άστρασολ. Η απαίτηση για γενικές αποζημιώσεις λόγω παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή, διαφέρει κατά την συνήγορο από τις αποζημιώσεις που καθορίζονται ρητά στο άρθρο 58.15 του Κεφ.
  14. Για τις αποζημιώσεις του άρθρου 58.15 χρειάζεται ειδική δικογράφηση, ειδικότερα για το ύψος της ζημιάς των εξαρτωμένων. Αναφορικά με τις αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος στην ζωή, η συνήγορος επανέλαβε τους ισχυρισμούς της ότι ουδεμία μαρτυρία δόθηκε και κανένα έγγραφο προσκομίστηκε, σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που αιτείται η ενάγουσα. Από την στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία για την ταλαιπωρία που υπέστη από τον θάνατο του συζύγου της, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να υπολογίσει το ύψος της αποζημίωσης λόγω θανάτου. Επιπλέον, τα αιτούμενα ποσά είναι εκτός λογικής και στη σφαίρα της φαντασίας της ενάγουσας. Κατά την συνήγορο, τίποτα και κανένας μάρτυρας δεν υποστηρίζει, τα υπέρογκα ποσά που επιζητούνται. Ήταν εντούτοις η θέση της συνηγόρου ότι αποτελεί εξαίρεση η υπόθεση 4730/10 όπου η ενάγουσα έχασε το τριών ετών παιδί της από καρκίνο του εγκεφάλου. Θεωρεί δεδομένο υπό τας περιστάσεις, τον πόνο και την ταλαιπωρία μιας μητέρας που χάνει το παιδί της υπό αυτές τις συνθήκες. Σε όλες όμως τις άλλες περιπτώσεις, δεν θα πρέπει να επιδικαστούν αποζημιώσεις, λόγω έλλειψης μαρτυρίας αναφορικά με την ταλαιπωρία που έχει υποστεί κάθε διάδικος για τον θάνατο συγγενικού του προσώπου. Ο συνήγορος του εναγομένου 6 Γενικού Εισαγγελέα στην δική του αγόρευση, επεσήμανε ως προς το ζήτημα των αποζημιώσεων λόγω θανάτου, ότι η ενάγουσα επικαλείται την παραβίαση του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου, που αφορά την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην πρωτόδικη απόφαση του Ν. Σάντη Π.Ε.Δ Ξενοφώντος και Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα, αρ. αγωγής 40/2013 που εκδόθηκε στις 31/12/2018, η οποία αφορούσε πρόκληση θανάτου μετά από καταδίωξη. Το Δικαστήριο εκεί δεν ασχολήθηκε με το θέμα της αμέλειας, αλλά μόνο με την παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή και επιδίκασε στους συγγενείς, στη μητέρα και στα αδέλφια του αποβιώσαντα, το ποσό των €35.000,00 στον καθένα, αλλά με βάση τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και πλούσια νομολογία που αναλύει. Το Δικαστήριο, θεώρησε περαιτέρω ότι δεν υπήρχε λόγος να επιδικαστούν παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Κατά την άποψη του συνηγόρου, αν το Δικαστήριο στην παρούσα αποφασίσει να επιδικάσει αποζημιώσεις με βάση την νομολογία που παρατέθηκε στην συγκεκριμένη υπόθεση δεν θα πρέπει να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό. Ο συνήγορος εισηγείται μάλιστα χαμηλότερο ποσό, παρότι συμφωνεί με την συνήγορο για τους εναγομένους 3 & 4 ότι εκτός από τη μητέρα του βρέφους στην υπόθεση 4730/10, στις υπόλοιπες υποθέσεις δεν μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει τον βαθμό επηρεασμού του κάθε ενάγοντα. Στο σημείο αυτό, διευκρινίστηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας κο Λουκαΐδη, ότι η ταλαιπωρία λόγω θανάτου στενού συγγενικού προσώπου για την οποία αιτείται η ενάγουσα αποζημιώσεις, περιλαμβάνει σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, όλα εκείνα τα οποία ενσωματώνονται ως ανθρώπινα δικαιώματα και ιδιαίτερα το δικαίωμα της ζωής που προστατεύει το Σύνταγμα. Στην συνέχεια, ο συνήγορος του εναγομένου 6 υιοθέτησε την θέση της συνηγόρου για τους εναγομένους 3 & 4 για έλλειψη δικογράφησης αναφορικά με τις αιτούμενες αποζημιώσεις για απώλεια εξαρτωμένων. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο θάνατος επήλθε τον Μάιο του
  15. Όμως η ευθύνη του εναγόμενου 6 ξεκινά κατά τον συνήγορο μεταγενέστερα. Σύμφωνα με την απόφαση για την ευθύνη, οι παραλείψεις για τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να καταλογιστούν ευθύνες στην Δημοκρατία, ήταν μεταγενέστερες. Ο συνήγορος για την ενάγουσα απαντώντας επί του θέματος, παρέπεμψε στην απόφαση του Δικαστηρίου για την ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει διαφοροποίηση ως προς το χρόνο ευθύνης της Δημοκρατίας. Αναφορικά με την δικογράφηση των αποζημιώσεων εξαρτωμένων δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ. 148, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν είναι αναγκαία γιατί οι αποζημιώσεις αυτές πηγάζουν από τον ίδιο τον Νόμο. Αποζημιώσεις Όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων 3, 4 & 6, έχει κριθεί στην απόφαση για την ευθύνη ημ. 29.12.
  16. Είναι επίσης παραδεκτή η δημιουργία καρκίνου στον σύζυγο της ενάγουσας και ο θάνατος του από την ασθένεια αυτή λόγω των παράνομων πράξεων των εναγομένων 3, 4 &
  17. Γεγονότα που επίσης υπήρξαν ευρήματα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της απόφασης για το ζήτημα της ευθύνης. Ως εκ τούτου, το μόνο θέμα που απομένει να αποφασιστεί, είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται η ενάγουσα για τον θάνατο που προκλήθηκε από την ασθένεια του καρκίνου στον σύζυγο της, λόγω της πιο πάνω παράνομης συμπεριφορά των εναγομένων 3, 4 και
  18. Προκύπτει από τις αγορεύσεις των συνηγόρων ότι η ενάγουσα αιτείται τριών ειδών αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά την απώλεια λόγω θανάτου (bereavement) και η δεύτερη, απαίτηση για απώλεια εξαρτωμένων δυνάμει του άρθρου 58 του Κεφ.
  19. Η τρίτη απαίτηση, αφορά αποζημίωση για παραβίαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ζωής όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αιτείται περαιτέρω την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Δεν συμφωνώ με τον συνήγορο του εναγομένου 6 Γενικού Εισαγγελέα ότι τίθεται ζήτημα χρονικής έναρξης της ευθύνης για την Δημοκρατία μετά το
  20. Αντιθέτως, είναι απόλυτα σαφές στην απόφαση για την ευθύνη ότι η Δημοκρατία παρέλειψε να ελέγξει και επιπλέον ανέχθηκε τις παράνομες πράξεις των εναγομένων 3 & 4 από την αρχή της λειτουργίας του εργοστασίου και εν πάση περιπτώσει πολύ πριν το
  21. Οι συνήγοροι υπεράσπισης αναφέρθηκαν επίσης στην έλλειψη δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης, του αιτήματος για αποζημίωση λόγω απώλειας εξαρτωμένων δυνάμει του άρθρου 58.15 του Κεφ.
  22. Ο συνήγορος της ενάγουσας αντιτείνει ότι τέτοια δικογράφηση δεν είναι αναγκαία γιατί πρόκειται για αποζημιώσεις που πηγάζουν από τον Νόμο. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη του συνηγόρου για την ενάγουσα. Για να δικαιούτο η ενάγουσα να ζητήσει τις πιο πάνω αποζημιώσεις, όφειλε να τις συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης της. Από την στιγμή που τέτοια απαίτηση δεν συμπεριλαμβάνεται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να την επιδικάσει. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης και το Δικαστήριο λαμβάνει πάντα υπόψη και αξιολογεί τη μαρτυρία που συνάδει με αυτά. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ. 24: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeroes h. Courtis and others v. Panos K. Iasonids
(1970)1 C.L.R 180.(βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D Hay and sons Ltd
(1971)1 C.L.R 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής» Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Φρίξου Νικολαΐδη «Αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες» στην σελ. 29 παρ. 1-24 υπό τον τίτλο 'Δικόγραφα': « Σκοπός των δικογράφων είναι να καταστήσει καθαρό στην άλλη πλευρά τι θα αναμένει να συναντήσει κατά την ακρόαση, ενώ θα πρέπει να εξηγείται στον εναγόμενο η πραγματική αξίωση του ενάγοντος.» Ως εκ τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση μόνον των αιτούμενων αποζημιώσεων για παραβίαση του Συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή, αλλά και για απώλεια λόγω θανάτου (bereavement). Αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement). Όσον αφορά τις αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement), αυτές καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 58 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στο ποσόν των €17.085,90 (£10.000,00). Σύμφωνα με το άρθρο 58.8 του Κεφ. 148, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απώλειας θα είναι μόνο για όφελος: (α) της συζύγου του αποβιώσαντος ή του συζύγου της αποβιωσάσης και των τέκνων αυτού ή αυτής· (β) σε περίπτωση που δεν υπάρχει σύζυγος ή τέκνα του αποβιώσαντος— (
  1. i)των γονέων του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια γάμου των γονέων του, (
  2. ii)της μητέρας του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, (iii) του πατέρα του, αν αυτός το είχε αναγνωρίσει· Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 58.10 του Κεφ. 148, σε περίπτωση που υπάρχει αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απώλειας προς όφελος του ή της συζύγου και των τέκνων του αποβιώσαντος ή στην απουσία αυτών, προς όφελος αμφοτέρων των γονέων του αποβιώσαντος, το ποσό που επιδικάζεται, αφού αφαιρεθούν οποιαδήποτε έξοδα που δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο, θα καταμερίζεται εξίσου μεταξύ τους. Στην παρούσα υπόθεση, το ποσόν των €17.085,90 για αποζημίωση λόγω απώλειας, το δικαιούται με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις, η ενάγουσα ως σύζυγος του αποβιώσαντος. Αποζημιώσεις για παραβίαση του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Όπως προαναφέρθηκε, πέραν των αποζημιώσεων για απώλεια (bereavement), η ενάγουσα αιτείται και επιπλέον αποζημιώσεις λόγω παραβίασης του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που αφορούν της προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) όσον και το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, έχουν ασχοληθεί κατ' επανάληψη με την ερμηνεία του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Στην Κύπρο, η επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την πλήρη ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην θεμελιακή υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ
  1. Αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος δίδει δικαίωμα για διεκδίκηση αποζημιώσεων μέσω της δικαστικής οδού. Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Δημοκρατίας ν. Πάλμα κα Πολ. Έφεση 44/13 ημ. 19.11.
  2. Η υπόθεση αφορούσε τον θάνατο έφεδρου στρατιώτη κατά την Τούρκική εισβολή του
  3. Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι η Δημοκρατία με την πλημμελή εκτέλεση των υποχρεώσεων της κατά την περισυλλογή και ταφή της σωρού του εν λόγω στρατιώτη και την παράλειψή της να διενεργήσει την δέουσα έρευνα, παραβίασε την υποχρέωση της κάτω από το άρθρο 7 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων, λέχθηκαν στην υπόθεση Πάλμα (ανωτέρω) μεταξύ άλλων τα εξής: « Το ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (ανωτέρω), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Σημειώθηκε ωστόσο ότι μέχρι τότε δεν είχαν εγκριθεί τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος..» Στην Γιάλλουρος (ανωτέρω), τονίστηκε επίσης ότι πολλά από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ, συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων. Το θέμα πραγματεύεται αναλυτικά σε μελέτη του ο Λόρδος Bingham, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του "The Business of Judging, Selected Essays and Speeches" Oxford University Press
(2000). Όπως επεξηγεί, παραβιάσεις πλείστων των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνιστούν στην Αγγλία το αντικείμενο προστασίας, κάτω από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (Tort). Παρόλα αυτά, το δικαίωμα αγωγής για παραβίαση Συνταγματικού δικαιώματος είναι αυτοφυές, ανεξαρτήτως του ότι κατά την διάπλαση του, μπορούν να εξεταστούν ζητήματα και να διατυπωθούν δικαστικά ευρήματα που άπτονται αμελούς συμπεριφοράς ή άλλου αστικού αδικήματος. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει ούτε ακυρώνει την δυνατότητα καταχώρησης αγωγής και στην βάση παραβίασης Συνταγματικού δικαιώματος, πέραν της βάσης αγωγής δυνάμει του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Εκτενής ανάλυση γίνεται επί του προκειμένου στην πρωτόδική απόφαση Ξενοφώντος ν. Γενικού Εισαγγελέα ημ,. 31.12.2018 του Ν. Σάντη ΠΕΔ στην αγωγή 40/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας στις σελίδες 10 και 11. Στην ίδια πρωτόδικη απόφαση, παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Rabone and Another v. Pennine Care NHS Foundation Trust
(2012)2 All ER 381,
(2012)UKSC 2, όπου αναφέρεται ότι η παράβαση συνταγματικού δικαιώματος μπορεί να αχθεί στο Δικαστήριο, μόνο από πρόσωπα που είναι θύματα αυτής της παράνομης και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Section 7
(1)of HRA provides that a claim that a public authority has acted in a way which is incompatible with the Convention right may be brought before the courts only if the person bringing the complaint "is (or would be) a victim of the unlawful act". » Στην αγγλική υπόθεση Al Hassan-Daniel and another v Revenue and Customs Commissioners [2011] 2 All ER 31, [2010] EWCA Civ 1443, λέχθηκε ότι ο όρος θύμα (victim), περιλαμβάνει και τους στενούς συγγενείς προσώπου του οποίου έχουν κατ' ισχυρισμόν παραβιαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « In brief, the word 'victim' in s 7
(1)of the 1998 Act is given its autonomous convention meaning by s 7
(7), a meaning which the jurisprudence makes clear can include the close relatives of an individual who has allegedly fallen victim to a violation of his or her convention rights.» Το άρθρο 7 του Συντάγματος που μας ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας, κατ' ουσίαν αναπαράγει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και προνοεί τα εξής: «
(1)Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ή μη εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό Δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου διά της ποινής ταύτης.
(2)Ο θάνατος δεν θεωρείται ως επιβαλλόμενος κατά παράβασιν του άρθρου τούτου εις ας περιπτώσεις θα επήρχετο συνεπεία χρήσεως βίας καταστάσεις απολύτως αναγκαίας: α) διά την υπεράσπισιν οιουδήποτε προσώπου κατά παρανόμου βίας. β) διά την πραγματοποίησιν νομίμου συλλήψεως ή προς παρεμπόδισιν αποδράσεως προσώπου νομίμως κρατουμένου. γ) διά την καταστολήν, συμφώνως τω νόμω, στάσεως ή ανταρσίας.» Στην απόφαση Oneryildiz v. Turkey [2004] ECHR 657 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 καθοδηγείται από την ιδέα ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης ως εργαλείο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαιτεί ότι οι πρόνοιες του θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, πρακτικές και αποτελεσματικές (βλ. παρ. 69 της απόφασης). Αναφέρεται ακόμα στην παρ.71 της πιο πάνω απόφασης ότι το άρθρο 2 δεν αναφέρεται αποκλειστικά σε θανάτους που προέρχονται από τη χρήση βίας από αντιπροσώπους του κράτους αλλά επίσης, εκθέτει ένα θετικό καθήκον στο κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τις ζωές, εκείνων που είναι εντός της δικαιοδοσίας του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « 71. In this connection, the Court reiterates that Article 2 does not solely concern deaths resulting from the use of force by agents of the State but also, in the first sentence of its first paragraph, lays down a positive obligation on States to take appropriate steps to safeguard the lives of those within their jurisdiction.» Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει σε κάθε δραστηριότητα είτε δημόσια, είτε όχι, κατά την οποία το δικαίωμα της ζωής μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο, και κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εκ της φύσης τους είναι επικίνδυνες. Στοιχείο που εντοπίζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το θετικό καθήκον λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ζωής για σκοπούς του άρθρου 2, υπαγορεύει πάνω από όλα το πρωτογενές καθήκον στο κράτος να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρέχει αποτελεσματική αποτροπή, έναντι απειλών στο δικαίωμα της ζωής (βλ. παρ.89). ΟΙ ίδιες αρχές τονίζονται και στο σύγγραμμα του Ανδρέα Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» Λευκωσία 2001 όπου στην σελ. 41, αναφέρονται τα εξής: « Ήταν φυσικό το πρώτο δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και βέβαια το άρθρο 2 της Σύμβασης να είναι το δικαίωμα της ζωής. Το άρθρο αυτό κατατάσσεται, όπως ετόνισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ως ένα από τις πιο θεμελιώδης διατάξεις της Σύμβασης. Η υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης, διαβάζοντάς το σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει τα δικαιώματα που καθορίζονται σ' αυτή, δεν ασχολείται αποκλειστικά με την εκ προθέσεως δολοφονία που είναι αποτέλεσμα χρήσης βίας από αντιπροσώπους του κράτους αλλά επεκτείνεται, με την πρώτη πρόταση του άρθρου 2
(1), στην επιβολή θετικής υποχρέωσης στο κράτος όπως το δικαίωμα ζωής πρέπει να προστατεύεται από το νόμο.» Περαιτέρω, το άρθρο 13 της Σύμβασης προνοεί για την παροχή αποτελεσματικής θεραπείας σε πρόσωπα που παραβιάζονται τα ανθρώπινα τους δικαιώματα. Έχει ως εξής: «Οιοσδήποτε του οποίου τα δικαιώματα ή ελευθερίες που προνοούνται στη Σύμβαση παραβιάζονται, θα πρέπει να έχει αποτελεσματική θεραπεία ενώπιον των εθνικών αρχών ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση έχει διαπραχθεί από πρόσωπα ενεργώντας υπό την επίσημη αρμοδιότητα τους.» Στην Oneryildiz (ανωτέρω), σημειώνεται στην παρ.145 ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί όπως το εθνικό νομικό σύστημα καταστήσει διαθέσιμη αποτελεσματική θεραπεία, καθιστώντας εφικτό για την αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει την ουσία ενός συζητήσιμου παραπόνου κάτω από τη Σύμβαση. Ο σκοπός του, είναι να προνοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα θα μπορούν να εξασφαλίσουν την αρμόζουσα δικαστική θεραπεία σε εθνικό επίπεδο για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους δυνάμει της Σύμβασης χωρίς να πρέπει να κινήσουν τον διεθνή μηχανισμό υποβολής παραπόνου, ενώπιον του ΕΔΑΔ. Σημειώνεται επιπλέον στην παρ.147 της απόφασης Oneryildiz ότι όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 2, χρηματικές και μη χρηματικές αποζημιώσεις (pecuniary and non-pecuniary damage) θα πρέπει ως ζήτημα αρχής, να είναι δυνατές ως μέρος του εύρους των διαθέσιμων θεραπειών. Στην πρωτόδικη απόφαση Παπαδοπούλου κα ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αγ. αρ. 1600/12 του Ε.Δ. Λάρνακας ημ. 19.5.2016, γίνεται από τον Χ Μαλαχτό Π.Ε.Δ, εκτενής αναφορά σε νομολογία του ΕΔΑΔ αναφορικά με την προστασία του δικαιώματος της ζωής που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της Σύμβασης. Παραθέτω στην συνέχεια την εν λόγω νομολογία όπως παρουσιάστηκε στην πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση. Αιτητής στην Oneryildiz ήταν ο επικεφαλής μιας οικογένειας που διέμενε σε παραγκούπολη δίπλα σε δημοτικό σκουπιδότοπο στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων που έγινε το 1991, ο σκουπιδότοπος λειτουργούσε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και ήταν επικίνδυνος για την υγεία. Τον Απρίλιο του 1993 σημειώθηκε έκρηξη μεθανίου στον σκουπιδότοπο που προκάλεσε κατολισθήσεις, οι οποίες καταπλάκωσαν δέκα παράγκες που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες, μεταξύ των οποίων και την παράγκα στην οποία διέμενε η οικογένεια του αιτητή. Έχασαν την ζωή τους 39 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η σύζυγος του αιτητή και επτά από τα δέκα παιδιά του. Την τραγωδία ακολούθησε έρευνα και δύο δήμαρχοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για αμέλεια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Όπως διαπίστωσε το ΕΔΑΔ, δεν διώχθηκαν ποινικά στη βάση σοβαρότερων άλλων ποινικών αδικημάτων που προνοούνταν στον τουρκικό ποινικό κώδικα και είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης. Ήταν περαιτέρω διαπίστωση του ΕΔΑΔ ότι οι τουρκικές αρχές σε διάφορα επίπεδα, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υφίστατο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που ζούσαν κοντά στο σκουπιδότοπο, αλλά είτε απέτυχαν να λάβουν την απαιτούμενη δράση ή ακόμα αντιτέθηκαν στην υιοθέτηση των αναγκαίων επειγόντων μέτρων. Επιδικάστηκαν από το ΕΔΑΔ υπέρ του αιτητή, χρηματικές αποζημιώσεις που περιελάμβαναν αποζημίωση για απώλεια πηγής εισοδήματος. Επιδικάστηκαν ακόμα μη χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέφερε ο αιτητής ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων του άρθρου 2 της Σύμβασης που διαπιστώθηκαν. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο προβαίνοντας σε δίκαιο καθορισμό (equitable assessment) έλαβε υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της οδύνης των τριών παιδιών του αιτητή που επιβίωσαν. Επιδικάστηκαν €33.750,00 για τον αιτητή και κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, στο σύνολο €135.000,00 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Kontrova v. Slovakia (Appl.no.7510/04, Judgment 31.5.2007), η αιτήτρια είχε καταγγείλει στις αστυνομικές αρχές της Σλοβακίας όπου διέμενε με τον σύζυγο της. Η καταγγελία αφορούσε στο γεγονός ότι ο τελευταίος είχε οπλιστεί και απειλούσε να σκοτώσει τα δύο παιδιά τους και τον εαυτό του. Τέσσερεις ημέρες μετά πραγματοποίησε την απειλή του. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Σλοβακία είχε ευθύνη κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης για την αποτυχία των αστυνομικών της αρχών να παρέμβουν και να εξασφαλίσουν τις ζωές των παιδιών της. Επιδικάστηκε προς όφελος της αιτήτριας, ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το ποσό των €25.000,
  1. H Dink v. Turkey (Appl.no.2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, Judgment 14.9.2010) αφορούσε τη δολοφονία από εξτρεμιστικά στοιχεία ενός δημοσιογράφου στην Τουρκία. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Τουρκία απέτυχε στην υποχρέωση της να προστατέψει τη ζωή του δημοσιογράφου. Οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας γνώριζαν για την έντονη εχθρότητα προς το δημοσιογράφο στους εθνικιστικούς κύκλους. Η αστυνομία είχε πληροφορίες για την πιθανότητα απόπειρας εξόντωσης του ακόμα και για την ταυτότητα των υπόπτων υποκινητών. Ο κίνδυνος δολοφονίας ήταν πραγματικός και επικείμενος. Επιδικάστηκε προς όφελος της συζύγου και των τριών παιδιών του δημοσιογράφου ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των €100.000,00 και προς όφελος του αδερφού του, ποσό €5.000,
  2. Στην Ιlbeyi Kemaloglu and Meriye Kemaloglu v. Turkey (Appl.no.19986/06, Judgment 10.4.2012), ο επτάχρονος γιός των αιτητών είχε βρεθεί νεκρός, παγωμένος από το κρύο κοντά σε ποτάμι στη διαδρομή που επιχείρησε να κάμει πεζός από το σχολείο του στο σπίτι. Οι μαθητές είχαν αφεθεί να σχολάσουν πριν την κανονική ώρα και το δημοτικό λεωφορείο που χρησιμοποιούσε ο επτάχρονος δεν είχε ειδοποιηθεί για το γεγονός ότι το σχολείο είχε κλείσει πιο νωρίς. Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του κράτους κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης, να προστατέψει τη ζωή του επτάχρονου. Επιδικάστηκε προς όφελος των αιτητών - γονέων του παιδιού ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των €50.000,
  3. Στην Budayeva and Others v. Russia (Appl.nos.15339/2, 21166/2, 20058/02, 11673/02 και 15343/02, Judgment 20.3.2008) ο σύζυγος της αιτήτριας είχε σκοτωθεί ενώ βρισκόταν εντός της κατοικίας τους που κατέπεσε και τον καταπλάκωσε αφού κτυπήθηκε από κατολίσθηση λάσπης. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι δεν υφίστατο δικαιολογία για την παράλειψη των αρχών να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια διαμόρφωσης του εδάφους και πολιτικές για αντιμετώπιση κρίσεων σε μια επικίνδυνη περιοχή, αναφορικά με την έκθεση των κατοίκων σε προβλεπτό θανάσιμο κίνδυνο. Οι διοικητικές παραλείψεις επηρέασαν αρνητικά την εφαρμογή σχεδίων και συνδέθηκαν αιτιολογικά με το θάνατο του συζύγου της αιτήτριας. Κρίθηκε ότι το κράτος είχε αποτύχει να εκτελέσει τη θετική του υποχρέωση να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα εξασφάλιζέ αποτελεσματική αποτροπή έναντι των κινδύνων για τη ζωή, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Επιδικάστηκαν υπέρ της αιτήτριας μη χρηματικές αποζημιώσεις ύψους €30.000,
  4. Στην παρούσα υπόθεση, η ενάγουσα εντάσσεται στην κατηγορία των θυμάτων παραβίασης του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, που αποτελεί μια εκ των βάσεων αγωγής, με αναφαίρετο δικαίωμα, στην καταχώριση απαίτησης κατά των εναγομένων 3, 4 & 6 για τον θάνατο του συζύγου της. Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση για την ευθύνη ημ. 27.12.2017 ότι οι εναγόμενοι 3, 4 & 6 ευθύνονται για την δημιουργία συμπλέγματος καρκίνου στην περιοχή γύρω από το εργοστάσιο της Άστρασολ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του συζύγου της ενάγουσας. Το δικαίωμα της ενάγουσας για απαίτηση αποζημιώσεων λόγω παραβίασης του ανθρωπίνου δικαιώματος στην ζωή, πηγάζει από μόνη την στενή συγγενική της σχέση με τον αποβιώσαντα. Λόγω αυτής της στενής συγγενικής σχέσης, είναι κατά την κρίση μου αυταπόδεικτη η συναισθηματική φόρτιση που προκλήθηκε στην ενάγουσα και η οποία λογικά προκαλείται σε στενούς συγγενείς αποβιωσάντων, που πλήττονται και αποβιώνουν από την ασθένεια του καρκίνου. Όπως αυταπόδεικτη στην παρούσα υπόθεση είναι η θλίψη, η απώλεια και το άγχος που προκάλεσε στην ενάγουσα, ο θάνατος του αποβιώσαντος συζύγου της. Έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, τις συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο του πιο πάνω αποβιώσαντος, την στενή συγγένεια της ενάγουσας ως συζύγου του αποβιώσαντος, αλλά και την Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα, κρίνω ότι το ορθό και δίκαιο ποσό μη χρηματικών αποζημιώσεων, που η ενάγουσα δικαιούται για τα όσα αναμφίβολα έχει υποφέρει και θα συνεχίσει να υποφέρει και τον πόνο και την οδύνη από το θάνατο του αποβιώσαντα, είναι αυτό των €50.000,
  5. Τιμωρητικές αποζημιώσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, ζήτησε όπως πλην των άλλων αποζημιώσεων, επιδικασθούν περαιτέρω και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 3, 4 &
  6. Τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν περιορίσει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων που προκύπτουν από την χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του δημοσίου. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στην Κύπρο. Στη σημαντική για το υπό συζήτηση ζήτημα Κυπριακή υπόθεση Παπακοκκίνου ν. Κάνθερ 1 C.L.R 65, το Ανώτατο Δικαστήριο ρητά εξέφρασε την προτίμηση του σε μια ευρύτερη προσέγγιση του θέματος κατά τρόπο που επιτρέπει να επιδικάζονται παραδειγματικές αποζημιώσεις για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα. Προϋποτίθεται ότι αυτή η συμπεριφορά του εναγομένου να είναι τόσο αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη. Τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται, πολύ περισσότερο όταν η συμπεριφορά του εναγομένου, στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα του αστικού αδικήματος, και έτσι να της αξίζει τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το αίτημα για τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν δικαιολογείται. Παρά τον σοβαρό τραυματισμό της υγείας και τον θάνατο του αποβιώσαντος που προκλήθηκε από τις συνεχόμενες παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 & 6 δεν εντοπίζονται στην παρούσα, στοιχεία ακραίας, αλαζονικής ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογούν σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν δικαιολογείται. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 3, 4 & 6 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως:
  7. €57.712,49 ειδικές αποζημιώσεις όπως συμφωνήθηκαν και δηλώθηκαν από τους διαδίκους.
  8. €17.085,90 για απώλεια (bereavement).
  9. €50,000,00 - για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ζωή ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται. Όλα τα πιο πάνω ποσά να φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Οι εναγόμενοι 3, 4 & 6 να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.