← Κύπρος

Σε πτώχευση: Καρή Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 11/2019, 15/7/2019

Σε πτώχευση: Καρή Ιωάννου, Αρ. Αίτησης: 11/2019, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 11/2019 Σε πτώχευση: XXXXX Καρή Ιωάννου (Α.Τ.XXXXX6917), Οδός XXXXX 10, XXXXX, XXXXX ----------------- Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: Εμφανίζεται προσωπικά Για Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου με κ Ρ. Μίσιη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής Πέτρος Πετράκης (στο εξής ο «Αιτητής») επιδιώκει την έκδοση Διατάγματος Πτώχευσης εναντίον του XXXXX Καρή Ιωάννου (στο εξής ο «Καθ' ου η αίτηση»). Ειδικότερα, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση του οφείλει τα ποσά τα οποία αναφέρονται στην αίτηση δυνάμει αποφάσεων των Πρωτοκολλητών των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λευκωσίας, Λάρνακας και Πάφου και ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει διαπράξει πράξη πτώχευσης λόγω μη συμμόρφωσής του με την Ειδοποίηση Πτώχευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 34/2018. Στην αίτηση αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Ο Καθ' ου η αίτηση για μεγαλύτερη περίοδο του ενός έτους πριν από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης κατοικούσε και διεξήγαγε την εργασία του στην Λακατάμεια, επαρχία Λευκωσίας. Ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει στον Αιτητή δικηγορικά έξοδα ως εξής: -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 1297/11 το ποσό των €3.392,90 με τόκο προς 3.5% ετησίως από 20.9.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €604,77 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 1298/11 το ποσό των €3.446,00 με τόκο προς 3.5% ετησίως από 20.9.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €615,22 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 1746/11 το ποσό των €3.749,05 με τόκο προς 3.5% ετησίως από 20.9.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €664,05 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 1774/11 το ποσό των €2.109,00 με τόκο προς 3.5% ετησίως από 20.9.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €375,25 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 10805/10 το ποσό των €1.552,30 με τόκο προς 5.5% ετησίως από 12.7.2011 μέχρι 31.12.2014 και 4% από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και 3.5% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως πλέον €271,26 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 9038/12 το ποσό των €684,10 με τόκο προς 5.5% ετησίως από 8.3.2013 μέχρι 31.12.2014 και με τόκο 4% ετησίως από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και με τόκο 3.5% ετησίως από 1.1.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €117,42 Φ.Π.Α., -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτηση-Αγωγή με αρ. Ε15/11 - 6/13 το ποσό των €2.154,00 με τόκο προς 5.5% ετησίως από 28.1.2011 μέχρι 31.12.2014 και με τόκο 4% ετησίως από 1.1.2015 μέχρι 31.12.2016 και με τόκο 3.5% ετησίως από 1.1.2017 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €409 Φ.Π.Α. πλέον €371 πραγματικά έξοδα, -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αρ. 531/11 το ποσό των €1.539,50 πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €1.395,00, και -Δυνάμει απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Αγωγή με αρ. 3333/10 το ποσό των €2.181,00 με τόκο 3.5% ετησίως από 7.9.2018 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €279,70 Φ.Π.Α. Ούτε ο Αιτητής αλλά ούτε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους του κατέχει οποιαδήποτε εξασφάλιση επί της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση ή οποιουδήποτε μέρους αυτής για την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης Πτώχευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ. αρ. 34/2018 τόσο πριν από την 17.1.2019 όσο και μετά την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 28.2.2019, σύμφωνα με την οποία η πράξη πτώχευσης συντελέστηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη Δήλωση του Αιτητή, με την οποία επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της αίτησης. Μετά την επίδοση της αίτησης στον Καθ' ου η αίτηση στις 15.4.2019 αυτός καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στις 14.5.2019, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Ο Καθ' ου η αίτηση είναι συνταξιούχος ηλικίας 68 ετών. (β) Ο Καθ' ου η αίτηση έχει πληρώσει όλα τα ποσά που όφειλε στον Αιτητή και ουδέν ποσό οφείλει σε αυτόν. (γ) Ο Αιτητής ουδέποτε έδωσε ή παρουσίασε τιμολόγια στον Καθ' ου η αίτηση τα οποία να φέρουν χρέωση Φ.Π.Α και/ή αριθμό εγγραφής του στο Φ.Π.Α, παρόλο που ο Καθ' ου η αίτηση συχνά ζητούσε τιμολόγια για τις χρεώσεις που του ζητούσε προφορικά ο Αιτητής. Λόγω δε της ιδιαίτερης σχέσης δικηγόρου - πελάτη και της εμπιστοσύνης που είχε στον Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση δεν επέμενε στην παρουσίαση των εν λόγω τιμολογίων. (δ) Ο Καθ' ου η αίτηση πλήρωνε τον Αιτητή αμέσως και πάντα τον εξοφλούσε σε μετρητά. Οι δε πληρωμές γίνονταν πάντα σε ιδιαίτερα απομονωμένα μέρη μακριά από τα βλέμματα τρίτων. (ε) Ο Αιτητής ουδέποτε προμήθευσε τον Καθ' ου η αίτηση με οποιαδήποτε απόδειξη και βεβαίωση πληρωμής. (στ) Ο Αιτητής ετοίμασε καταλόγους εξόδων οι οποίοι ψηφίστηκαν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ενώ θα έπρεπε να λάβει δικαστικά μέτρα άλλα από την παρούσα διαδικασία για σκοπούς εξασφάλισης του ποσού που ισχυρίζεται ότι του οφείλει ο Καθ' ου η αίτηση. (ζ) Η διαδικασία ψήφισης καταλόγου εξόδων που γίνεται από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή δεν αποτελεί απόφαση δικαστηρίου που διευκρινίζει αν το ποσό πραγματικά οφείλεται από τον Καθ' ου η αίτηση, αλλά καθορίζει εάν ο κατάλογος έχει γίνει ορθά στη βάση της κλίμακας της εκάστοτε αγωγής και της μορφής εξουσιοδότησης του δικηγόρου (Retainer ή Special Retainer) που είναι καταχωρημένο στο φάκελο της αγωγής. Ο Πρωτοκολλητής δεν έχει εξουσία να αποφανθεί επί του ζητήματος του εάν τελικά το ποσό που θα ψηφιστεί οφείλεται ή όχι από τον Καθ' ου η αίτηση. (η) Κατά την διαδικασία ψήφισης των διάφορων καταλόγων εξόδων που τέθηκαν ενώπιον του Πρωτοκολλητή προβλήθηκε η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι τα ποσά εξοφλήθηκαν και ο ίδιος δήλωσε αναρμοδιότητα να αποφασίσει επί του ζητήματος και πως αρμοδιότητά του είναι να ελέγξει και ψηφίσει τους καταλόγους εξόδων. (θ) Ο Καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον του Αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπ' αριθμό 381/2019 με την οποία αξιώνει μεταξύ άλλων δηλωτική απόφαση ότι δεν οφείλει στον Εναγόμενο (Αίτηση στην παρούσα) οποιοδήποτε ποσό, καθώς επίσης αποζημιώσεις για επαγγελματική αμέλεια. Περαιτέρω, στην πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσον ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει το ποσό στο οποίο αφορά η παρούσα διαδικασία. (ι) Σύμφωνα με το άρθρο 6

(6),
(7),
(8)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το ζήτημα της εξόφλησης του ποσού και ως εκ τούτου είναι ορθό όπως η παρούσα διαδικασία πτώχευσης ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση του επίδικου ζητήματος της εξόφλησης του Αιτητή από τον Καθ' ου η αίτηση στην αγωγή με αρ. 381/
  1. (κ) Η παρούσα αίτηση είναι καταπιεστική, νομικά λανθασμένη και θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση όπου υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Να σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 φωτοαντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 381/
  2. Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία εκ μέρους του Αιτητή έδωσε η κα XXXXX Ευαγγελίδου, υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Μ.Α. 1), και ο Αιτητής (Μ.Α.2), ενώ για την πλευρά του Χρεώστη κατέθεσε η κα XXXXX Μιλτιάδους (Μ.ΚΑ. 1) και ο Καθ' ου η αίτηση (Μ.ΚΑ.2). Συνοψίζοντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σημειώνονται τα ακόλουθα: Η κα XXXXX Ευαγγελίδου είναι υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο Πτωχεύσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και υπό την ιδιότητα της αυτή έχει υπό την φύλαξη της τον φάκελο της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 34/2018, ο οποίος και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 34/2018 καταχωρήθηκε από τον Αιτητή στις 21.12.2018 και επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά στις 9.1.
  4. Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 34/2018, ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε στις 11.1.2019 Ένορκη Δήλωση για ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης Πτώχευσης. Στις 8.2.2019 καταχωρήθηκε ένσταση από τον Αιτητή και η διαδικασία ορίστηκε στις 14.2.
  5. Στις 14.2.2019 αφού άκουσε τις δύο πλευρές το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του. Στις 28.2.2019 εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η Ένορκη Δήλωση του Καθ΄ ου η αίτηση με έξοδα υπέρ του Αιτητή στην Ειδοποίηση Πτώχευσης. Σύμφωνα με την απόφαση η πράξη πτώχευσης τελέστηκε στις 28.2.
  6. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Καθ΄ου η αίτηση. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Αιτητής κ. XXXXX Πετράκης υιοθέτησε το περιεχόμενο της αίτησης και ανέφερε ότι η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά στις 15.4.2019 (τούτο προκύπτει και από την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται εντός του φακέλου). Το συνολικό χρέος του Καθ΄ ου η αίτηση είναι το αναφερόμενο στην αίτηση αφού ο Καθ΄ου η αίτηση ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι τούτου είτε πριν είτε μετά την έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 34/2018, όπως ούτε κατά την καταχώρηση της αίτησης πτώχευσης και μετέπειτα. Ο Αιτητής απέρριψε τη θέση του Καθ΄ ου η αίτηση περί πληρωμής ποσού €78.000 χωρίς την έκδοση αποδείξεων η οποία προωθείται στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 381/2019, τονίζοντας πως όσα ποσά καταβλήθηκαν από τον Καθ΄ ου η αίτηση σημειώνονται στα σχετικά πιστοποιητικά εξόδων που εκδόθηκαν από τους διάφορους Πρωτοκολλητές. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση κατά πόσον είχαν εκδοθεί οποιαδήποτε τιμολόγια για τα έξοδα που οφείλονταν από τον Καθ' ου η αίτηση, ο κ. Πετράκης απάντησε θετικά υποδεικνύοντας ότι τούτα παρουσιάστηκαν ενώπιον των αρμόδιων Πρωτοκολλητών. Παρομοίως, εκδόθηκαν και αποδείξεις σε σχέση με την πληρωμή των ποσών που καταβλήθηκαν έναντι των εξόδων. Αντεξεταζόμενος αναφορικά με τη διαδικασία ψήφισης εξόδων, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τηρούνταν πρακτικά, ενώ δεν δόθηκε μαρτυρία από οποιοδήποτε μέρος στα πλαίσια αυτά. Το θέμα της εξόφλησης των δικηγορικών εξόδων είχε εγερθεί στο στάδιο της ψήφισης των εξόδων και για το λόγο αυτό είχε ζητηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση να προσκομίσει σχετικές αποδείξεις. Για όσα ποσά παρουσιάστηκαν αποδείξεις έγινε σχετική σημείωση από τον Πρωτοκολλητή στα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν. Η Μ.ΚΑ.1 XXXXX Μιλτιάδους διετέλεσε γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του Αιτητή. Όπως ανέφερε, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει, κατά την περίοδο 2010-2015 η ίδια δεν εξέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο προς τον Καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος εκπροσωπείτο από τον Αιτητή σε διάφορες υποθέσεις. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με οδηγίες του Αιτητή εξέδωσε κάποιες αποδείξεις στο όνομα του Καθ΄ ου η αίτηση, χωρίς, όμως, η ίδια να είχε γνώση των πληρωμών που γίνονταν. Όπως εξήγησε, ο Αιτητής και ο Καθ΄ ου η αίτηση είχαν συναντήσεις και εκτός γραφείου. Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του ο Καθ΄ ου η αίτηση (Μ.ΚΑ. 2) υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) όπου αναφέρει τα ακόλουθα: Πριν από περίπου δυο χρόνια του επιδόθηκαν διάφορες αιτήσεις για ψήφιση καταλόγων εξόδων στα πλαίσια των οποίων όφειλε να εμφανιστεί ενώπιον των αρμόδιων Πρωτοκολλητών. Έτσι, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του και συγκεκριμένα στα δικηγορικά γραφεία Μάριος Γεωργίου ΔΕΠΕ και XXXXX Αγγελίδης, οι οποίοι εμφανίστηκαν ενώπιον των Πρωτοκολλητών και δήλωσαν ότι ο κ. Πετράκης έχει πληρωθεί και ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Αποτέλεσε θέση του Καθ΄ ου η αίτηση ότι έχει πληρώσει όλα τα ποσά που όφειλε στον Αιτητή και αφορούν τα έξοδα που ψηφίστηκαν σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην αίτηση. Τόνισε περαιτέρω ότι ο Αιτητής ουδέποτε του έδωσε οποιαδήποτε τιμολόγια τα οποία να φέρουν χρέωση Φ.Π.Α και αριθμό εγγραφής του στο Φ.Π.Α, όπως ούτε εξέδωσε οποιεσδήποτε αποδείξεις για τις πληρωμές που γίνονταν πάντα σε μετρητά. Ο Καθ΄ ου η αίτηση ανέφερε επίσης ότι για κάποιες υποθέσεις είχε δώσει στον Αιτητή ποσό περί τις €20,000 σε μετρητά, μετά από ανάληψη που έκανε από τον τραπεζικό λογαριασμό του. Ως εκ των γεγονότων που αναφέρονται πιο πάνω, έχει δώσει οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν αστική αγωγή εναντίον του Αιτητή, την οποία και καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με αριθμό 381/
  7. Με την εν λόγω αγωγή ο Καθ' ου η αίτηση ζητά την έκδοση δηλωτικής απόφασης περί αποπληρωμής του Αιτητή όλων ανεξαιρέτως των οφειλών του σε αυτόν για δικηγορικά έξοδα, ενώ παράλληλα αξιώνονται αποζημιώσεις για επαγγελματική αμέλεια. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρθηκε στα χρόνια προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και στο γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχει διαγνωστεί με καρκίνο και ακολουθεί θεραπεία - χημειοθεραπεία στο Ογκολογικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου. Επιπλέον, αποτέλεσε θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι έχει εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία επ' ονόματι του σημαντικής αξίας και ως εκ τούτου σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι οφείλει χρήματα στον Αιτητή, τότε αυτός είναι εξασφαλισμένος (αντίγραφο της έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4). Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο Καθ' ου η αίτηση ζητά όπως η παρούσα διαδικασία ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της αγωγής υπ. αριθμό 381/2019 όπου το (εκεί) Δικαστήριο θα αποφασίσει εάν ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή. Διαζευκτικά, καλεί το Δικαστήριο όπως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εξετάσει το ζήτημα της εξόφλησης του Αιτητή και στη βάση της μαρτυρίας του απορρίψει την αίτηση. Για τους λόγους που θα διαφανούν αμέσως πιο κάτω κρίνω ορθό όπως προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας ασχοληθώ με το αίτημα του Καθ' ου η αίτηση για αναστολή της παρούσας διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με αρ. 381/2019, και τούτο στη βάση του ισχυρισμού του ότι η εξόφληση του Αιτητή επεσυνέβη σε χρόνο (ή χρόνους) πριν από την έκδοση των επίδικων πιστοποιητικών εξόδων και όχι μετά από αυτήν. Προτού βέβαια πράξω τούτο καθίσταται αναγκαίο να εξετάσω την έτερη θέση του Καθ' ου η αίτηση επί το ότι τα πιστοποιητικά εξόδων που ψηφίστηκαν από τους αρμόδιους πρωτοκολλητές δεν υπέχουν θέση απόφασης Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ Μίσιης υποστήριξε ότι η διαδικασία ψήφισης εξόδων από αρμόδιο Πρωτοκολλητή δεν αποτελεί και δεν προσομοιάζει με δικαστική διαδικασία. Και τούτο, σύμφωνα με τον συνήγορο, γιατί δεν τηρούνται πρακτικά της διαδικασίας και δεν δίδεται η ευκαιρία στα μέρη να διατυπώσουν τις θέσεις τους. Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος, ο κ Μίσιης εισηγήθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.59 Θ. 35 ως προς την εκτελεστότητα των πιστοποιητικών καταλόγου εξόδων, τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις όπου οι κατάλογοι εξόδων ετοιμάζονται στη βάση απόφασης του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία επιδικάζονται έξοδα, και όχι όπου ο δικηγόρος επιζητεί την ψήφιση των εξόδων έναντι του πελάτη του. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Πετράκη επί του προκειμένου. Είναι στο στάδιο αυτό ορθό να λεχθεί ότι όπως ρητά προβλέπεται από τη Δ. 59 Θ. 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας «αny party who may be dissatisfied with the certificate of the taxing officer, as to any item which may have been objected to, may within seven days from the date of the certificate, apply for review of the taxation as to such item or part of an item, and the Court may thereupon make such order as it may think just; but the certificate of the taxing officer shall be final and conclusive as to all matters which shall not have been objected to». Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν προχώρησε με την προβλεπόμενη, στον πιο πάνω αναφερόμενο θεσμό, διαδικασία και ουδεμία ένσταση ήγειρε σε σχέση με οποιαδήποτε αναφορά και/ή κονδύλι που αναφέρεται στα εκδοθέντα πιστοποιητικά, και τούτο παρόλο που στα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν στις αγωγές με αρ. με αρ. 1297/11, 1298/11, 1746/11, 1774/11, 10805/10 και 9038/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας γίνεται καταγραφή των ποσών που πληρώθηκαν έναντι των εξόδων. Με τούτο ως δεδομένο, και έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.59 Θ.35[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, από την καταχώρηση τους τα πιστοποιητικά ψήφισης εξόδων δύνανται να εκτελεστούν ωσάν να αποτελούν διαταγή του Δικαστηρίου και μια τέτοια εκτέλεση μπορεί να ανασταλεί μόνο κατόπιν σχετικής διαταγής Δικαστού υπό όρους που το Δικαστήριο θα ορίσει. Σημειώνεται ότι η εκτέλεση των επίδικων πιστοποιητικών δεν έχει ανασταλεί. Στη βάση της ίδιας διαταγής δεν γίνεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ πιστοποιητικών ψήφισης εξόδων κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου και αυτών που ψηφίζονται μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, με τρόπο ώστε η εισήγηση του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση επί του προκειμένου να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε ό,τι, τέλος, αφορά στη θέση του κ. Μίσιη περί μη δυνατότητας λήψης μαρτυρίας κατά τη διεξαγωγή της ψήφισης εξόδων, περιορίζομαι να σημειώσω ότι λαμβανομένων υπόψη των προνοιών της Δ.59 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάτι τέτοιο δεν ισχύει[2]. Επανερχόμενη στο αίτημα για αναστολή της διαδικασίας, παρατηρώ ότι τούτο εδράζεται στις πρόνοιες της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του Κεφ. 5 που έχουν ως εξής: «
(6)Όταν ο χρεώστης εμφανιστεί κατά την ακρόαση της αίτησης και αρνηθεί ότι οφείλει στον αιτητή, ή ότι οφείλει ποσό τέτοιο που θα νομιμοποιούσε τον αιτητή στην υποβολή αίτησης πτώχευσης εναντίον του, το Δικαστήριο, με την παροχή τέτοιας εξασφάλισης (αν υπάρχει) την οποία το Δικαστήριο δυνατό να απαιτήσει για την πληρωμή στον αιτητή κάθε χρέους το οποίο μπορεί να αποδειχτεί εναντίον του σε νόμιμη διαδικασία, και των εξόδων για την απόδειξη του χρέους, δύναται αντί να απορρίψει την αίτηση, να αναστείλει κάθε διαδικασία που αφορά την αίτηση για όσο χρόνο δυνατό να απαιτηθεί για εκδίκαση του ζητήματος αναφορικά με το χρέος.» Έχοντας μελετήσει τις σχετικές διατάξεις και λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις που προώθησαν οι δυο πλευρές επί του ζητήματος, παρατηρώ τα ακόλουθα: Επαναλαμβάνεται ότι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ως προς την εξόφληση του Αιτητή αφορούσε σε πληρωμές που έγιναν πριν από την έκδοση των πιο πάνω αναφερόμενων πιστοποιητικών και όχι μετά από αυτήν. Σύμφωνα με τα όσα υποδεικνύονται στο σύγγραμμα Williams & Hunter on Bankruptcy (19η έκδοση) στις σελίδες 57 και 58, αποτελεί γενική αρχή ότι κατά την εκδίκαση της αίτησης πτώχευσης το Δικαστήριο δεν εξετάζει ζητήματα που αφορούν στην εγκυρότητα της δικαστικής απόφασης στη βάση της οποίας καταχωρήθηκε η ειδοποίηση και αργότερα η αίτηση πτώχευσης, παρά μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ότι η απόφαση ήταν αποτέλεσμα δόλου, συμπαιγνίας ή κακοδικίας. Επισημαίνεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση που τα μέρη εκπροσωπούνταν από δικηγόρο κατά την διαδικασία έκδοσης της απόφασης ή δήλωσης συμβιβασμού, το Δικαστήριο δεν θα «πάει πίσω» από την απόφαση, εκτός στις πιο πάνω περιπτώσεις ή στην περίπτωση που υπάρχει μαρτυρία ότι ο δικηγόρος ενήργησε ακατάλληλα ή χωρίς να έχει πλήρη γνώση των γεγονότων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «The court has a very wide power, and in many cases a duty, to inquire into the consideration even of a judgment debt, whether upon hearing a petition or adjudicating upon a proof (see section 30, post, p. 151); for otherwise a debtor might by default suffer judgment without consideration, and deprive his just creditors of their rights. Even where the debtor consented to the judgment, yet if he alleges that, in spite of the judgment, there was no real debt, e.g. by reason of fraud, the court will inquire into the truth of the allegation, notwithstanding that the judgment has been affirmed on appeal. So also, where the judgment was obtained by the compromise of an action, if the court, after inquiring into all the transactions leading up to the compromise, can see that although not fraudulent it was unfair and unreasonable, it will not treat the judgment debt as a good petition debt. But where the parties were represented by independent counsel at the time of the judgment or compromise, the court will not go behind it unless there is evidence that counsel acted improperly or without full knowledge of the facts.» As a general principle, the validity of the judgment debt will only be inquired into where there is evidence of fraud or collusion, or miscarriage of justice, or that there is no good petitioning creditor's debt apart from the judgment. Where the committee of Tattersalls had made an award on a betting dispute between the parties on which the petitioning creditor obtained judgment, and presented a petition, the court refused to go behind the judgment and the award and inquire into the merits of the original disputes. The court may go behind a judgment on a bill of exchange and investigate alleged irregularities in the bill. A judgment purporting to be for a liquidated sum, but found on investigation to be in reality only unliquidated damages, was held to be incapable of support­ing a petition. Where judgment had been obtained for the price of a horse, the plea of infancy having been raised but withdrawn in the course of the hearing, the Irish Court of Appeal in Bankruptcy held that it had power to go behind the judgment, and that as in fact the debt was for goods other than necessaries. supplied to an infant, a receiving order ought to be not made. Τhe court cannot set aside or review the judgment, but can only decide whether I or not it will make a receiving order upon it, and cannot adjudicate whether there is a valid debt: see note on p. 65, " Stay of proceedings where appeal from ; judgment," post. The refusal to make a receiving order does not operate as res I judicata so as to prevent fresh proceedings founded on the judgment debt. An irregularity or formal defect in the judgment is no sufficient reason for going behind it.» Είναι, κατά την κρίση μου, φανερό ότι η εμβέλεια των παραγράφων
(6)και
(7)του άρθρου 6 του Κεφ. 5 θα πρέπει να αντικριστεί υπό το πρίσμα των όσων τυγχάνουν καταγραφής στο πιο πάνω απόσπασμα. Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα και δη στην παροχή ευκαιρίας στον χρεώστη για επανασυζήτηση της υπόθεσης του και θεμάτων τα οποία έχουν ήδη κριθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του ως προς την οφειλή, ενώ παράλληλα θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Καθ' ου η αίτηση δεν επικαλείται την ύπαρξη δόλου ή συμπαιγνίας κατά την έκδοση των επίδικων πιστοποιητικών, ενώ, ως έχει ήδη σημειωθεί και πιο πάνω, κατά την διαδικασία ψήφισης των εξόδων του Αιτητή, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους της επιλογής του, οι οποίοι εξακολουθούν να τον εκπροσωπούν τόσο στην παρούσα διαδικασία, όσο και στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 381/2019. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν ενεργοποίησε τη διαδικασία που προβλέπεται από την Δ.59 Θ. 17 και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.59 Θ. 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα εκδοθέντα πιστοποιητικά δύνανται να εκτελεστούν ως αποφάσεις Δικαστηρίου. Στη βάση όλων των πιο πάνω και στην απουσία θέσης του Καθ' ου η αίτηση περί εξόφλησης ή μείωσης της οφειλής του μετά την έκδοση των σχετικών πιστοποιητικών, κρίνεται ότι οι πρόνοιες της παραγράφου
(6)του άρθρου 6 δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για εξέταση του αιτήματος του Καθ' ου η αίτηση για αναστολή της εναντίον του πτωχευτικής διαδικασίας. Και τούτο γιατί επίκληση των προνοιών της πιο πάνω παραγράφου μπορεί να γίνει όταν η άρνηση της οφειλής σχετίζεται με κατ' ισχυρισμό εξόφληση ή μείωσης της στη βάση γεγονότων που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της απόφασης (πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων στην παρούσα περίπτωση) και όχι πριν από αυτήν (ως η θέση του Καθ' ου η αίτηση στην παρούσα διαδικασία). Συνεπώς, στο απώγειο της αποδεικτικής της αξίας, η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για έγκριση του αιτήματος του για αναστολή. Προχωρώντας στην εξέταση της διαζευκτικής θέσης του Καθ' ου η αίτηση περί του ότι η αίτηση πτώχευσης πρέπει να απορριφθεί, κρίνεται αναγκαία η αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει με προσοχή τον τρόπο και τη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους με γνώμονα τις αρχές της νομολογίας (βλέπε C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273, Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Παρλάτα ν. Δημητρίου, ECLI:CY:AD:2014:A339, Πολιτική Έφεση αρ. 387/09, απόφαση ημερομηνίας 21.5.2014). Αναφορικά με τη μαρτυρία των Μ.Α.1 και Μ.ΚΑ.1 σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο να μην την αποδεχθώ ως αληθινή. Θεωρώ ότι οι μάρτυρες ήταν αντικειμενικοί και ανεξάρτητοι. Η μεν Μ.Α.1 περιορίστηκε στην παρουσίαση του φακέλου της Ειδοποίησης Πτώχευσης με αρ. 34/2018 που έχει υπό την φύλαξη της στα πλαίσια των καθηκόντων της και δεν αντεξετάστηκε. Η δε Μ.ΚΑ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζε υπό την ιδιότητα της ως γραμματέας του Αιτητή και η αντεξέτασή της περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις χωρίς να αμφισβητηθεί η μαρτυρία της. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Αιτητή κ. Πετράκη (Μ.Α.2), ο οποίος κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας. Το μοναδικό μέρος της μαρτυρίας του το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από τους συνηγόρους του Καθ΄ ου η αίτηση αφορούσε την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων του. Ο μάρτυρας αρνήθηκε με σαφήνεια τη συγκεκριμένη θέση του Καθ' ου η αίτηση και εξήγησε με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο την είσπραξη των πραγματικών εξόδων και μόνο, παρόλο που εκπροσώπησε τον Καθ' ου η αίτηση σε διάφορες υποθέσεις και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως ανέφερε, λόγω του ότι στις πλείστες υποθέσεις είχε αναλάβει την υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση, εισέπραττε από αυτόν κάτι περισσότερο από τα πραγματικά έξοδα, ως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, έχοντας, παράλληλα, υπόψη ότι ο Καθ' ου η αίτηση ανέμενε να εισπράξει ένα σεβαστό ποσό από την υπόθεση με αρ. Ε15/2011 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων από το οποίο ο Αιτητής θα πληρωνόταν για τα δικηγορικά του έξοδα. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η θέση του Αιτητή περί έκδοσης αποδείξεων προς τον Καθ' ου η αίτηση επιβεβαιώνεται από την Μ.ΚΑ.2 η οποία κλήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση. Αντίθετα ο Καθ' ου η αίτηση δεν μου άφησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν διάχυτη από αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων, ενώ, ταυτόχρονα, μπορεί να λεχθεί ότι αρκετές από τις θέσεις που προώθησε στα πλαίσια της μαρτυρίας του δεν κρίνονται λογικές ούτε πειστικές. Οι δε αναφορές του Καθ' ου η αίτηση περί εξόφλησης του Αιτητή παρέμειναν στη σφαίρα της γενικότητας και αοριστίας και δεν τεκμηριώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη θέση του Καθ' ου η αίτηση περί καταβολής συνολικού ποσού €78,000 χωρίς να εξασφαλίσει έστω και μια απόδειξη και ενώ ο ίδιος, ως ισχυρίζεται, πλήρωνε πάντα σε μετρητά και επανειλημμένα ζητούσε την έκδοση αποδείξεων πληρωμής. Η δε θέση του περί ιδιάζουσας σχέσης πελάτη και δικηγόρου δεν είναι ικανή να αλλοιώσει τα πράγματα ενόψει ιδιαίτερα του ύψους του ποσού που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον Αιτητή. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Καθ' ου η αίτηση επαναλάμβανε συνεχώς τις ίδιες θέσεις τονίζοντας, παράλληλα, ότι ουδέποτε ο Αιτητής εξέδωσε τιμολόγια τα οποία να φέρουν αριθμό εγγραφής του στο Φ.Π.Α., θέμα το οποίο δεν κρίνεται άμεσα σχετικό με τα επίδικα θέματα αφού εκείνο που υπέχει σημασίας είναι η έκδοση των πιστοποιητικών εξόδων από τους αρμόδιους πρωτοκολλητές και οι πληρωμές που έγιναν έναντι ή προς εξόφληση των εξόδων. Σημειωτέον ότι η θέση του Καθ' ου η αίτηση περί μη έκδοσης αποδείξεων από τον Αιτητή δεν συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.ΚΑ. 1, σύμφωνα με την οποία η ίδια είχε εκδώσει διάφορες αποδείξεις επ' ονόματι του Καθ' ου η αίτηση με βάση τις οδηγίες του Αιτητή. Καταθέτοντας στο Δικαστήριο ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρθηκε σε πληρωμή ποσού €20,000 στον Αιτητή στα γραφεία του Κτηματολογίου, ενώ τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον Αιτητή ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθεί, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να τύχει της δέουσας αξιολόγησης (βλέπε Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ. 1527 και Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785). Η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι το ζήτημα της εξόφλησης του Αιτητή εγέρθηκε επισταμένα και λεπτομερώς ενώπιον των αρμόδιων Πρωτοκολλητών και ότι αυτοί δήλωσαν αναρμοδιότητα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο γιατί όπως προκύπτει από τα πλείστα πιστοποιητικά εξόδων που επισυνάπτονται στην Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 34/2018, από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση παρουσιάστηκαν κάποιες αποδείξεις σε σχέση με τις οποίες έγιναν ανάλογες σημειώσεις στα πιστοποιητικά (βλέπε πιστοποιητικά εξόδων που εκδόθηκαν στις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αρ. 1297/2011, 1298/2011, 1746/2011, 1774/2011, 10805/2010 και 9038/2012). Αυτή ήταν και η θέση του Αιτητή στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, κατά την διαδικασία ψήφισης των εξόδων αυτός εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους και ο ίδιος δεν ήταν παρών. Ως εκ τούτου, ο Καθ΄ου η αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση των όσων έλαβαν χώρα κατά την διαδικασία και η επί τούτου μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, έχοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ούτε οι Πρωτοκολλητές που προχώρησαν σε ψήφιση των εξόδων, αλλά ούτε και οι δικηγόροι που εκπροσώπησαν τον Καθ' ου η αίτηση, οι οποίοι και τον εκπροσωπούν μέχρι σήμερα, παρουσιάστηκαν (ή κλήθηκαν) ως μάρτυρες για να υποστηρίξουν τις θέσεις του. Ας μην λησμονείται, άλλωστε, ότι κανένας από τους Πρωτοκολλητές δεν ενεργοποίησε τις πρόνοιες της Δ.59 Θ. 25[3] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ κάτι τέτοιο θα ήταν αναμενόμενο αν όντως κατά την ψήφιση των εξόδων οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση αμφισβητούσαν ουσιωδώς και τεκμηριωμένα την ύπαρξη οφειλής και γενικά το ύψος των δικηγορικών εξόδων του Αιτητή. Σημειώνεται, τέλος, ότι παρά τα όσα αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 3(γ) της Ένορκης Δήλωσης που καταχώρησε στην Ειδοποίηση Πτώχευσης με αρ. 34/2018[4], κληθείς κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης να παρουσιάσει τα στοιχεία αυτά ενόψει του χρόνου που μεσολάβησε, ο Καθ' ου η αίτηση ανέφερε ότι θα μπορούσε να τα εντοπίσει νοουμένου ότι του δίνονταν επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με τις ημερομηνίες πληρωμής, θέση η οποία κρίνεται αντιφατική με τους υπόλοιπους σχετικούς ισχυρισμούς του. Με δεδομένη δε την πάροδο πέντε μηνών από την καταχώρηση της ένορκης δήλωσής του στα πλαίσια της ειδοποίησης πτώχευσης, εύλογα αναμενόταν ότι ο Καθ' ου η αίτηση θα αποτείνετο στην τράπεζα προς το σκοπό αυτό και ότι ο εντοπισμός των στοιχείων αυτών θα ήταν εύκολος, όπως εύκολη θα ήταν και η παρουσίαση τους στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Οι πιο πάνω αντιφάσεις και ασυνέπειες στη μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση δεν μου επιτρέπουν να κρίνω τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη και ως εκ τούτου την απορρίπτω. Για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, τα όσα κατέθεσαν οι Μ.Α. 1, Μ.Α. 2 και Μ.ΚΑ. 1 αναφορικά με τα γεγονότα αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο προχωρώ να εξετάσω τη νομική βάση της αίτησης. Το άρθρο 4 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, θεσμοθετεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος πτώχευσης, κατόπιν υποβολής αίτησης πτώχευσης, είτε από τον πιστωτή, είτε από τον ίδιο τον χρεώστη, για την προστασία της περιουσίας του χρεώστη. Η παράγραφος
(1)του άρθρου 5 του ίδιου Νόμου καθορίζει τους όρους στη βάση των οποίων ένας πιστωτής δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη. Οι όροι αυτοί είναι οι εξής: (α) το χρέος που οφείλεται από τον χρεώστη προς τον αιτητή-πιστωτή να υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), και (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης, και (δ) ο χρεώστης να είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο για περίοδο ενός έτους πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, και (ε) ο πιστωτής που υποβάλλει την αίτηση δηλώσει στην αίτηση τόσο το πλήρες όνομα, τον αριθμό ταυτότητας, το επάγγελμα και τη διεύθυνσή του, όσο και τα αντίστοιχα του οφειλέτη, και (στ) ο πιστωτής καταβάλλει στον Επίσημο Παραλήπτη τέλος ύψους πεντακοσίων ευρώ (€500), και (ζ) ο Αιτητής παραδώσει αντίγραφο της αίτησης και του διατάγματος πτώχευσης όταν εκδοθεί, στον Επίσημο Παραλήπτη, στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, στον Διευθυντή του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας, στον Γενικό Διευθυντή του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και στον Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Το άρθρο 6 του Κεφ. 5 καθορίζει τη διαδικασία προώθησης μιας αίτησης πτώχευσης, ενώ το εδάφιο
(2)αυτού προνοεί ότι κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα στοιχεία προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης: (α) Το χρέος που οφείλεται προς τον αιτούντα πιστωτή, (β) η επίδοση της αίτησης, και (γ) η πράξη πτώχευσης. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams & Hunter on Bankruptcy (18η έκδοση) στη σελίδα 51, το βάρος απόδειξης της κάθε προϋπόθεσης βαρύνει τον πιστωτή. Όπως περαιτέρω υποδεικνύεται, το χρέος θα πρέπει να έχει δημιουργηθεί πριν από την πράξη πτώχευσης, δηλαδή να ήταν πληρωτέο πριν από την τέλεση της πράξης πτώχευσης, όπως επίσης να οφείλεται τόσο κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης πτώχευσης, όσο και κατά το στάδιο έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Υπογραμμίζεται δε ότι, εάν στο μεταξύ το χρέος πληρωθεί, το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει διάταγμα πτώχευσης. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Αιτητή, η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν αμφισβητούνται τα ακόλουθα: -Στις 21.12.2018 εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 34/2018 η οποία επιδόθηκε σε αυτόν προσωπικά στις 9.1.2019. -Ο Καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση υπό μορφή ένορκης δήλωσης στην Ειδοποίηση Πτώχευσης στις 11.1.2019. -Σύμφωνα με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 28.2.2019 η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση απορρίφθηκε και ο Καθ' ου η αίτηση διέπραξε πράξη πτώχευσης στις 28.2.2019, και ότι πράγματι διέπραξε την υπό κρίση πράξη πτώχευσης. -Η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των έξι
(6)μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 5
(1)(γ) του Κεφ. 5 και επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση στις 15.4.2019. -Στην αίτηση πτώχευσης δηλώνονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει του εδαφίου 5
(1)(ε) του Κεφ. 5. -Εντός του φακέλου της αίτησης πτώχευσης υπάρχει απόδειξη καταβολής του ποσού των €500 στον Επίσημο Παραλήπτη και Πιστοποιητικό της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας σύμφωνα με το οποίο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 5 και από την έρευνα που διεξάχθηκε στο Αρχείο της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας δεν έχει υποβληθεί αίτηση ούτε βρίσκεται σε ισχύ προσωπικό σχέδιο αφερεγγυότητας ή προστατευτικό διάταγμα σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής οφειλών) Νόμου 2015. -Η αίτηση πτώχευσης έχει επιδοθεί σε όλα τα αρμόδια τμήματα, ως προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)(ζ) του Κεφ. 5. -Ο Καθ' ου η αίτηση για το μεγαλύτερο μέρος του ενός έτους πριν από την καταχώρηση της αίτησης διέμενε και διεξήγαγε εργασίες στην επαρχία Λευκωσίας. Ως έχει ήδη υποδειχθεί, το μοναδικό ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση είναι πως δεν υπάρχει χρέος προς τον Αιτητή αφού αυτός έχει εξοφληθεί, θέση η οποία και έχει απορριφθεί αφού στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης πτώχευσης ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο που να υποστηρίζει τη θέση του και η μαρτυρία του επί τούτου απορρίφθηκε με τρόπο ώστε να ελλείπει αποδεκτή μαρτυρία που να την υποστηρίζει. Σε αυτή τη βάση, λοιπόν, πληρούνται οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί κατά τρόπο καταχρηστικό. Αν και το ζήτημα δεν προωθείται στην γραπτή αγόρευση αναφέρω επιγραμματικά τα ακόλουθα: Αποτελεί βασική αρχή ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν αποσκοπεί στο να εξαναγκάσει τον χρεώστη να πληρώσει το χρέος του προς τον πιστωτή. Εάν η διαδικασία χρησιμοποιείται με αυτό τον τρόπο (βλέπε Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 788 και Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522), τότε κρίνεται ως καταχρηστική και πρέπει να καταστέλλεται. Ο σκοπός και ο στόχος της έκδοσης διατάγματος παραλαβής, και μετά την τροποποίηση του Κεφ. 5 με τον Ν.61(Ι)/2015 διατάγματος πτώχευσης είναι να προστατεύσει και να διασφαλίσει την περιουσία του υπό πτώχευση προσώπου ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί και να διατεθεί ως καθορίζει το Κεφ. 5 για την ικανοποίηση εξ' ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλως των πιστωτών του χρεώστη (βλέπε London Clubs Ltd κ.ά. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 669). Όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει θέμα κατάχρησης διαδικασίας, πρέπει να το εξετάζει με γνώμονα τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από την ενώπιον του μαρτυρία. Παραπέμπω στην ακόλουθη ανάλυση από την απόφαση του Εφετείου στην Πετράκης ν Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή.» Στην παρούσα περίπτωση, με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής επιδιώκει να αποκομίσει αθέμιτο όφελος ή πλεονέκτημα εις βάρος άλλων πιστωτών του Καθ' ου η αίτηση με την προώθηση της πτωχευτικής διαδικασίας ή ότι χρησιμοποιεί την παρούσα διαδικασία με τρόπο καταπιεστικό προς τον Χρεώστη. Συνεπώς δεν συμφωνώ με τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η διαδικασία προωθείται καταχρηστικά, θέση η οποία εν πάση περιπτώσει δεν επεξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Περαιτέρω, από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση υποστηρίζεται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι αυτός οφείλει οποιαδήποτε χρήματα στον Αιτητή, ο τελευταίος είναι εξασφαλισμένος έχοντας υπόψη ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας σύμφωνα και με το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου που έχει καταθέσει. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Και τούτο γιατί σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 5, ασφαλισμένος πιστωτής σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σ' αυτόν από τον χρεώστη (βλέπε επίσης Σπύρος Αντωνίου v. Alpha Bank Limited
(2007)1 Α.Α.Δ 558 και Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255), ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, στη βάση όλων όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα πτώχευσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση XXXXX Καρή Ιωάννου, η δε περιουσία του περιέρχεται στον Επίσημο Παραλήπτη ο οποίος καθίσταται διαχειριστής αυτής. Το διάταγμα να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και να κοινοποιηθεί στον Έφορο Φορολογίας, στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στη βάση των προνοιών της Δ.59 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
  1. Certificates of taxation may, upon being filed, be executed as if they were orders of the Court, but execution thereon may be stayed by order of a Judge of the Court on the same terms as execution of an order of the Court may be stayed. [2] «
  2. For the purposes of taxation or any other matter which he is authorized to hear the Registrar may administer oaths». [3] «
  3. Where on taxation between advocate and client the advocate relies upon any agreement and the client objects that it is unfair and unreasonable, the Registrar may enquire into the facts and certify the same to the Court; and if, upon such certificate, it shall appear to the Court or Judge that cause has been shown either for cancelling the agreement or for reducing the amount payable under the same, the Court or Judge shall have power to order such cancellation or reduction, and to give all such directions necessary or proper for the purpose of carrying such order into effect, or otherwise consequential thereon, as to the Court or Judge may seem fit». [4] «γ) Θυμάμαι συγκεκριμένα ότι για κάποιες υποθέσεις του είχα δώσει μέχρι και 20.000 ευρώ σε μετρητά τα οποία έκανα ανάληψη από την Τράπεζα μου και σκοπεύω να επικοινωνήσω και να ζητήσω καταστάσεις λογαριασμών που να δείχνουν τις αναλήψεις αυτών των ποσών. Λόγω των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων για καταχώρηση της παρούσας ένορκης δήλωσης δεν έγινε εφικτό να επισυνάψω τις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών στην παρούσα». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.