Elma Investments Limited (A.E. 20943) ν. Gordian Holdings Limited, Αρ. Αγωγής: 159/2018, 24/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A359 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 159/2018 Μεταξύ:
- Elma Investments Limited (A.E. 20943)
- Elma Holdings Public Company Limited (A.E. 42338)
- Elma Properties & Investments Public Company Limited (A.E. 2229)
- Jupiter Portfolio Investments Public Company Limited (A.E. 107348) Ενάγουσες και Gordian Holdings Limited Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 30.05.2019 Ημερομηνία: 24.07.2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κ. Ν. Μακρίδη για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο- καθ' ου η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που οι ενάγοντες καταχώρησαν δρομολογώντας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 18.01.2018, αξιώνουν αποφάσεις και/ή διατάγματα του δικαστηρίου με τα οποία να διατάσσεται η εναγόμενη όπως παραδώσει σε αυτούς καταστάσεις λογαριασμών που αφορούν χρεοπιστώσεις τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούσαν με την εναγόμενη τράπεζα, ως επίσης αποφάσεις με τις οποίες να αναγνωρίζεται ότι το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος στις καταστάσεις λογαριασμού που βρίσκονται συνημμένες επί των ειδοποιήσεων Τύπος «Ι» που επιδόθηκαν στους ενάγοντες σε σχέση με τις υποθήκες Υ11541/2002 και Υ2664/2008 είναι εσφαλμένο, ανακριβές και αόριστο και ότι οι ως άνω καταστάσεις λογαριασμού είναι ανεπαρκής, ελλιπείς και λανθασμένες, χωρίς να συνιστούν κατάσταση λογαριασμού κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44Γ
(1)του Ν.9/
- Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, αξιώνουν απόφαση του δικαστηρίου με την οποία να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται και/ή αναστέλλονται οι ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι» που αφορούν τις ως άνω υποθήκες. Με την υπό συζήτηση αίτησή τους, την οποία καταχώρησαν στις 30.05.2019, οι ενάγοντες αξιώνουν: «
- Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και / ή απαγορεύει και / ή αναστέλλει την πώληση δια πλειστηριασμού, η οποία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στις 29.07.2019 μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ. στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' 28, 2324 Κάτω Λακατάμια, Λευκωσία και/ ή την προώθηση από την Εναγόμενη / Καθ' ης η Αίτηση (πιο κάτω η «Καθ' ης η Αίτηση») της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/1795, Φύλλο-Σχέδιο, Τμήμα 21/55W2/2, Τεμάχιο 1727, Αγλαντζιά, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 3 (πιο κάτω το «πρώτο Ακίνητο»), η οποία προωθείται από την Καθ' ης η Αίτηση στη βάση Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 05.03.2019, η οποία επιδόθηκε στις Αιτήτριες στις 03.04.2019 και η οποία αφορά την Υποθήκη Αρ. Υ11541/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (πιο κάτω η «πρώτη Υποθήκη»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και / ή απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση την έκδοση και αποστολή στις Αιτήτριες οποιασδήποτε άλλης και / ή περαιτέρω Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση και / ή αναφορικά με το πρώτο Ακίνητο και / ή την πρώτη Υποθήκη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και / ή απαγορεύει και / ή αναστέλλει την πώληση δια πλειστηριασμού, η οποία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στις 17.07.2019 μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ. στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' 28, 2324 Κάτω Λακατάμια, Λευκωσία και/ ή την προώθηση από την Καθ' ης η Αίτηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8647, Φύλλο-Σχέδιο, Τμήμα 21/540102/1, Τεμάχιο 989, Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Αιτήτριας 1 (πιο κάτω το «δεύτερο Ακίνητο»), η οποία προωθείται από την Καθ' ης η Αίτηση στη βάση Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 05.03.2019, η οποία επιδόθηκε στις Αιτήτριες στις 03.04.2019 και η οποία αφορά την Υποθήκη Αρ. Υ2664/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (πιο κάτω η «δεύτερη Υποθήκη»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και / ή απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση την έκδοση και αποστολή στις Αιτήτριες οποιασδήποτε άλλης και / ή περαιτέρω Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση και / ή αναφορικά με το δεύτερο Ακίνητο και / ή την δεύτερη Υποθήκη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
- Έξοδα πλέον Φ.Π.Α». Την ως άνω αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του XXXXX Ιωαννίδη, διευθυντή όπως υποδεικνύει των εναγουσών εταιρειών, ημερομηνίας 30.05.
- Μέσω της, ο ως άνω ομνύων παραθέτει το υπόβαθρο γεγονότων, προβάλλει ισχυρισμούς, αναπτύσσει και εξηγεί τους λόγους που κατά τη θέση των αιτητών πάντα, οι τελευταίοι θεωρούν ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Θέτει παράλληλα υπόψη του δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων και στοιχείων στα οποία και παραπέμπει. Παρέλκει η αναγκαιότητα επανάληψής της στα πλαίσια της παρούσας. Αποτελεί πάντως καταληκτική εισήγηση του πως εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο εάν όχι αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού οι αιτητές αυτόματα θα απολέσουν το δικαίωμα που έχουν ήδη εξασκήσει να αμφισβητήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο που αφορούν οι σχετικές ειδοποιήσεις που απεστάλησαν σε αυτούς στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/
- Τυχόν πώληση διά πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων, προκρίνει, ενώ εκκρεμούν σοβαρότατα νομικά και πραγματικά ζητήματα προς εκδίκαση, θα προκαλέσει στους αιτητές ανεπανόρθωτες ζημιές οι οποίες δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθούν ή να αποτιμηθούν χρηματικώς, σημειώνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο ενδεχόμενη απόφαση υπέρ των αιτητών στην αγωγή, να παραμείνει ανικανοποίητη. Η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε στις 08.07.2019, προέβαλε αριθμό λόγων ένστασης. Για σκοπούς πληρότητας, μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται: «
- Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική.
- Οι Αιτήτριες καθυστέρησαν υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και/ή λόγω της ολιγωρίας που οι Αιτήτριες επέδειξαν στην καταχώρηση και/ή προώθηση της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και/ή των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας και/ή στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Με τα αιτούμενα διατάγματα οι Αιτήτριες ουσιαστικά αξιώνουν από το Δικαστήριο να αποφασίσει την ουσία της αγωγής και/ή εάν τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν το Δικαστήριο θα έχει αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης στο πρώιμο αυτό στάδιο της διαδικασίας χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην Καθ' ης η Αίτηση να παρουσιάσει την υπόθεση της.
- Οι Αιτήτριες κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή των προγραμματισμένων πλειστηριασμών καθ' ότι με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους έδωσαν στην Καθ' ης η Αίτηση την εύλογη υπό τις περιστάσεις εντύπωση ότι αποδέχονται και/ή δεν αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή λόγω της συμμετοχής των Αιτητριών στην διαδικασία και της συμμόρφωσης τους με την απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση για διορισμό εκτιμητών οι Αιτήτριες κωλύονται από το να αμφισβητούν και/ή να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Οι Αιτήτριες κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού και/ή κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή των προγραμματισμένων πλειστηριασμών καθ' ότι η νομιμότητα και/ή εγκυρότητα και/ή εκτελεστότητα των Συμβάσεων Υποθηκών και/ή των Εγγράφων Υποθήκης δεν αμφισβητείται από τις Αιτήτριες και/ή δεν αμφισβητείται από τις Αιτήτριες το δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, όπως αυτό προβλέπεται από τα Έγγραφα Υποθηκών, το οποίο δικαίωμα οι ίδιες οι Αιτήτριες έδωσαν στην Καθ' ης η Αίτηση.
- Οι Αιτήτριες στην συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση προβαίνουν σε ουσιαστικές παραδοχές και/ή παραδέχονται εμμέσως πλην σαφώς ότι υπάρχουν οφειλόμενα ποσά προς την Καθ' ης η Αίτηση έναντι των οποίων δεν έχουν καταβάλει οποιαδήποτε ποσά και/ή το οποίο ουδέποτε προσέφεραν και/ή κατέβαλαν στην Τράπεζα και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση και ως εκ τούτου ουσιαστικά έχουν αποσύρει την Αγωγής και/ή την αξίωση τους και/ή η διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού ορθά έχει ξεκινήσει και/ή κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτήτριες να δικαιούνται σε θεραπεία στην αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητριών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας και/ή λόγω της καθυστέρησης και/ή ολιγωρίας των Αιτητριών να προωθήσουν την αγωγή τους και/ή να καταχωρήσουν την Έκθεση Απαίτησης αυτοί δεν δικαιούνται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτήτριες ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μία παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων.
- Οι αξιώσεις των Αιτητριών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στις Αιτήτριες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Καθ' ης η Αίτηση, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της παρούσας Αίτησης.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτηση». Την ως άνω ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση υπαλλήλου της ως άνω τράπεζας, του XXXXX Αδάμου, ίδιας ημερομηνίας. Ο εν λόγω ομνύων, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, παραθέτοντας λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θέτει παράλληλα διάφορα τεκμήρια και στοιχεία υπόψη του δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση - τις οποίες ανάλογα παραθέτει και σχολιάζει - υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, προκρίνοντας ως εκ τούτου ότι η αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Παρεμβάλλεται ότι στην εξέλιξη της διαδικασίας, ειδικότερα κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων - αιτητών, με δεδομένη ως δήλωσε τη γνωστοποίηση από την πλευρά της εφεσίβλητης τράπεζας ότι η διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου που περιγράφεται στην Υποθήκη Αρ. Υ2664/2008 έχει ανασταλεί, ζήτησε και έλαβε την άδεια του δικαστηρίου να αποσύρει τα αιτητικά αρ.3 και 4 της υπό συζήτηση αίτησης που αφορούσαν ως άνω ακίνητο. Συνακόλουθα τα εν λόγω ζητήματα δεν θα απασχολήσουν στο πλαίσιο της παρούσας. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. To ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ. Ως η νομολογία υποδεικνύει, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Δυνατότητα που στην υπό συζήτηση περίπτωση τα μέρη δεν ενδιαφέρθηκαν να αξιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 148: «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Ότι κατά προτεραιότητα αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί στην υπό συζήτηση περίπτωση αποτελεί το ζήτημα της «νομιμοποίησης» της εταιρείας Gordian Holdings Limited να συμμετάσχει στη διαδικασία, αντικαθιστώντας και υποκαθιστώντας την εναγόμενη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα δεν προκρίνεται ως ένας από τους λόγους προώθησης της αίτησης, με δεδομένο ότι το ζήτημα της νομιμοποίησης ενός διαδίκου να συμμετέχει σε μια δικαστική διαδικασία αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης δυνάμενο να προβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, σφραγίζοντας στην κατάλληλη πάντα περίπτωση την πορεία και την τύχη μιας διαδικασίας, παρέχεται η δυνατότητα συζήτησης του κατά προτεραιότητα. Σημειώνεται πως ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπό συζήτηση υπόθεσης, η ως άνω αντικατάσταση μέσω της σχετικής ειδοποίησης δυνάμει του άρθρου 18 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου, (Ν.169(Ι)/2015)προέκυψε μετά την καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Ως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, χωρίς να αμφισβητηθεί, οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία Gordian Holdings Limited κατ' εφαρμογή προνοιών του Ν.169(Ι)/2015. Ειδικότερα, δυνάμει προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23.05.2019 με την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 372/2019. Η ως άνω εξέλιξη γνωστοποιήθηκε στον πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με καταχώρηση στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης σχετικής ειδοποίησης, στη βάση του άρθρου 18
(4)του Ν.169(Ι)/2015, στις 19.06.2019. Η συγκεκριμένη εξέλιξη, γνωστοποιήθηκε επίσης προς τις ενάγουσες εταιρείες μέσω επιστολών ημερομηνίας 31.05.2019, που απεστάλησαν σε αυτές κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 του Ν.169(Ι)/2015, τόσο από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όσο και από την εταιρεία Gordian Holdings Limited (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Η ως άνω μεταβίβαση, υποστηρίζει ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, δεν μπορεί να θεωρηθεί σύννομη, αφού ο συγκεκριμένος νόμος, ως υποδεικνύει παραπέμποντας προς τούτο στην πρόνοια του άρθρου 3
(1)(α) και (β) του Ν.169(Ι)/2015, περιορίζει τη δυνατότητα μεταβίβασης χρέους σε ποσά κάτω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, περιπτώσεις στις οποίες δεν εμπίπτει η υπό συζήτηση. Σημειώνω ασφαλώς την διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων επί του ζητήματος από τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος, παραπέμποντας στο εδάφιο 2 του άρθρου 3 του ως άνω νόμου, προκρίνει τη θέση ότι σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις από πιστωτικά ιδρύματα, καθορίζεται διαφορετική διαδικασία. Πέραν και ανεξάρτητα από την ως άνω διάσταση θέσεων μεταξύ των δύο πλευρών, η ύπαρξη του ως άνω διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με το οποίο, ως έχει τεθεί χωρίς να αμφισβητηθεί, επικυρώθηκε η ως άνω μεταβίβαση, δεν επιτρέπει εκ των πραγμάτων στο παρόν δικαστήριο να καταστήσει αντικείμενο εξέτασης και συζήτησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και την ορθότητα ή μη του ως άνω διατάγματος του δικαστηρίου. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι δικαστήριο της Δημοκρατίας δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική (βλ. ανάλυση και παραπομπή σε σχετική νομολογία επί του ζητήματος στην πρόσφατη απόφαση του σεβαστού δικαστή Ναθαναήλ, στην Αίτηση για έκδοση εντάλματος certiorari (σε σχέση με αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 2928/2017 Ε.Δ. Λ/σου) Πολιτική Αίτηση αρ. 32/2019 ημερ. 17.04.2019). Παρεμβάλλεται ότι η πλευρά των εναγόντων παρά την καταχώρηση σχετικής ειδοποίησης στην παρούσα για την ως άνω μεταβίβαση - αντικατάσταση - υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την εταιρεία Gordian Holdings Limited, αλλά και προγενέστερης ενημέρωσης που έτυχαν μέσω επιστολών για την ως άνω εξέλιξη, (ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας προβλέπουν) δεν φαίνεται να έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με το σύννομο ή μη της ως άνω μεταβίβασης και της ορθότητας του διατάγματος του δικαστηρίου που την επικύρωσε. Η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν την ακριβή σχέση μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και της Gordian Holdings Ltd δεν διαφοροποιεί ασφαλώς το ζήτημα. Συνακόλουθα, το ως άνω διάταγμα, η ύπαρξης και η ισχύς του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα. Αποτέλεσε εισήγηση της καθ' ης η αίτηση, παραπέμποντας πρωτίστως στη συμπεριφορά των αιτητών, ειδικότερα στο γεγονός ότι καθυστέρησαν να προωθήσουν την υπό συζήτηση αίτηση τους - θέτοντας εκ των πραγμάτων στενά χρονικά περιθώρια για την εκδίκασή της - ως επίσης το γεγονός ότι συμμετείχαν ήδη στη διαδικασία που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965, με τον διορισμό εκτιμητή από την πλευρά τους στο πλαίσιο της εξέλιξης της εν λόγω διαδικασίας, αποτελούν πραγματικότητες που εκ προοιμίου θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της υπό συζήτηση αίτησης, αφενός λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης και ολιγωρίας που επέδειξαν στην προώθησή της και αφετέρου λόγω κωλύματος συνεπεία της συμπεριφοράς τους, ειδικότερα λόγω προγενέστερων παραστάσεων από μέρους τους. Οι πιο πάνω εισηγήσεις, στηριζόμενες σε καλά αναγνωρισμένες και από μακρού χρόνου εδραιωμένες αρχές της νομολογίας μας, αισθάνομαι ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα μπορούσαν να υιοθετηθούν. Η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην προώθηση της υπό συζήτηση δια κλήσεως αίτησης εκ μέρους των αιτητών, σε συνάρτηση τούτο πάντα με τον χρόνο που επιδόθηκε στους τελευταίους η σχετική Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» (03.04.2019) και της ορισθείσας ημερομηνίας πλειστηριασμού του ακινήτου που αφορά η Υποθήκη Αρ. Υ 11541/2002, (29.07.2019) έχοντας κατά νου τα γεγονότα που ευρύτερα περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν μπορεί εκ των προτέρων να οδηγήσουν στο δραστικότατο μέτρο της απόρριψης του διαβήματος για τον συγκεκριμένο και μόνο λόγο. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, το δικαστήριο είχε τον χρόνο και την ευκαιρία να προγραμματίσει ανάλογα την υπόθεση, δίνοντας την ευκαιρία στην πλευρά των καθ' ων η αίτηση που ενημερώθηκαν για την υπό συζήτηση αίτηση συμμετέχοντας εξ' αρχής στη διαδικασία, απρόσκοπτα να προβάλουν τις θέσεις τους, έχοντας έτσι την ευκαιρία το δικαστήριο να ακούσει και τις δύο πλευρές πριν από την δικαστική του κρίση. Δεν παραβλέπω, άλλωστε, το γεγονός ότι η επίδοση των σχετικών ειδοποιήσεων Τύπος «Θ» και «Ι» που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, είχε προηγηθεί ήδη από τις 21.12.2017, χωρίς η πλευρά της τράπεζας να προωθεί περαιτέρω την προβλεπόμενη στο μέρος VIA τουΝ.9/1965 διαδικασία, παρά μόνο μέχρι τον Απρίλιο του 2019, με την αποστολή της σχετικής ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ». Ομοίως, ο διορισμός εκ μέρους των αιτητών εκτιμητών κατά την εξέλιξη και στο πλαίσιο τα διαδικασίας εκποίησης που προβλέπεται στο μέρος VIA του N.9/1965, επιφυλάσσοντας γενικότερα οι τελευταίοι όλα τα δικαιώματά τους ως καταγράφουν στη σχετική τους επιστολή ημερ. 12.04.2019, δεν φαίνεται υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλουν την υπό συζήτηση περίπτωση να δημιουργεί για τους αιτητές εκ προοιμίου κώλυμα λόγω συμπεριφοράς να προωθήσουν αίτηση ως η υπό συζήτηση. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Ομοίως, ο λόρδος Diplock, στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727, σε σχέση με τις διάφορες μορφές που μπορεί να λάβει η κατάχρηση της διαδικασίας και τη συνακόλουθη εξουσία του δικαστηρίου ανάλογα να παρεμβαίνει, υπέδειξε στη σελ 729 του τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, ότι: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Στις δοσμένες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, η όποια καθυστέρηση στην προώθηση της υπό συζήτησης αίτησης και η προγενέστερη συμπεριφορά των αιτητών σε σχέση με τον διορισμό από την πλευρά τους εκτιμητή, δεν φαίνεται να επιτρέπουν την ένταξη της προώθησης της υπό συζήτηση αίτησης στα όρια της κατάχρησης, ως η έννοια του όρου έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία μας, κατά τρόπο που θα επέβαλε την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν εντοπίζονται εξ' άλλου στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την καταχώρηση και την προώθηση της παρούσας αίτησης. Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος ως το υπό συζήτηση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της αίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση- μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, στη σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.», δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017, σε σχέση με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, εντοπίζοντας την αναγκαιότητα διακριτής ενασχόλησης με αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε την συνδρομή της πρώτης προϋπόθεσης αυτοτελώς, σε συνάρτηση με την έκθεση απαίτησης και τις επικαλούμενες αιτίες αγωγής, παρά μόνο σωρευτικά, μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση (..) εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάστηκαν σε σχέση με τη συνδρομή ή μη της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ως απαιτείτο και στο βαθμό βεβαίως που απαιτείτο, οι προβαλλόμενες αιτίες αγωγής, η συνομωσία και ο δόλος. Δεν προσδιορίστηκαν οι έννοιες των αστικών αυτών αδικημάτων με ζητούμενο κατά πόσο από την έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση». Έχοντας κατά νου το σύνολο των στοιχείων τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, τόσο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση αλλά και την Έκθεση Απαίτησης που στο μεσοδιάστημα έχει καταχωρηθεί από την πλευρά των εναγόντων, θεωρώ ότι πράγματι έχουν αναδειχθεί σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση. Η αμφισβήτηση αυτής καθ' αυτής της διαδικασίας εκποίησης που προωθείται από την πλευρά των εναγόντων στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/1965, μέσω της προβολής θέσεων περί παράνομης και καταχρηστικής προώθησης της διαδικασίας εκποίησης, όπως και του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους σε σχέση με την Υποθήκη Αρ. Υ11541/2002 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, προκρίνοντας ότι το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέος ως καταγράφεται στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού είναι λανθασμένο και παράνομα διογκωμένο με καταχρηστικούς και παράνομους τόκους και χρεώσεις, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού συζητήσιμου θέματος στα πλαίσια αίτησης ως η υπό συζήτηση, φαίνεται ότι ικανοποιούν την πρώτη προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη τουλάχιστον υπόθεση επί τούτων. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που ο νόμος και η νομολογία τάσσουν για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Θα πρέπει, όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιων του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει πιθανότητες επιτυχίας. (Βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253. Είναι γεγονός ότι στο στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «.κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.» Επανερχόμενος στην υπό εξέταση περίπτωση με δεδομένο το ανεπιθύμητο της αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά συμπεράσματα σε αυτό το στάδιο, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί η πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες. Η αμφισβήτηση αυτού καθ' αυτού του ισχυριζόμενου υπολοίπου του ενυπόθηκου χρέους, σε συνδυασμό με τα προβαλλόμενα ζητήματα σε σχέση με το περιεχόμενο και εν τέλει το σύννομο της ειδοποίησης Τύπος «Ι» και της κατάστασης λογαριασμού που την συνοδεύει, αποτελούν ζητήματα που οι ενάγοντες - αιτητές προβάλλουν κατά τρόπο που υπερβαίνει το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν το ενδεχόμενο επιτυχίας σε κάποιες τουλάχιστον από τις θεραπείες που επιζητούνται. Τα πιο πάνω, χωρίς ασφαλώς να παραβλέπω τα γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμούς που προκρίνονται από την πλευρά των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση επί τούτων, τοποθετήσεις όμως που σε κάθε περίπτωση δεν οδηγούν, αυτόματα, στον αποκλεισμό κάθε πιθανότητας επιτυχίας για την πλευρά των αιτητών. Το δικαστήριο, συνειδητά αποφεύγει την ουσιαστική και σε βάθος εξέταση και ανάλυση τους σε αυτό το στάδιο καταλήγοντας σε τελικά συμπεράσματα. Τούτα στην ώρα τους, κατά το στάδιο της ακρόασης. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος ως τα υπό συζήτηση, είναι κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς (βλ. επίσης Κιτρομιλήδου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1165). Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Είναι ωστόσο γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα, μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317). Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου στην υπό συζήτηση περίπτωση και έχοντας πάντα κατά νου ότι το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση για την ύπαρξη, το κύρος και τη νομιμότητα της Υποθήκης Αρ. Υ11541/2002 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Ότι συζητείται από τους εναγόντες στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής τους, πέραν από τα ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία εκποίησης στη βάση του μέρους VIA του Ν.9/1965, είναι η ορθότητα του διεκδικούμενου ενυπόθηκου χρέους, αμφισβητώντας κατά τον τρόπο που εξηγούν το υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του ενυπόθηκου χρέους. Χρηματική αξία έχει η ενυπόθηκη ακίνητη περιουσία και ως τέτοια επιχειρείται να αξιοποιηθεί. Ο συμβαλλόμενος ενυπόθηκος οφειλέτης άλλωστε, ως καταδεικνύεται στο Έγγραφο Υποθήκης που συνοδεύει την Υποθήκη Αρ. Υ11541/02, ειδικότερα στον όρο αρ. 4, ευθύς εξ' αρχής συνομολόγησε, γνώριζε και προφανώς αποδεχόταν τη δυνατότητα της τράπεζας να αξιοποιήσει το ενυπόθηκο ακίνητό του προβαίνοντας σε πώληση του τελευταίου, ακόμα και χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση στον ίδιο, προς ολική ή μερική εξόφληση υποχρεώσεων τις οποίες εξασφάλιζε η συγκεκριμένη υποθήκη. Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου άλλα κριτήρια ή παράγοντες που θα μπορούσαν να καταδείξουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς, με μια έννοια ευρύτερη της χρηματικής, επιβάλλοντας έτσι την παρέμβαση του δικαστηρίου κατά τον τρόπο που επιζητούν οι αιτητές. Η μη έκδοση δε των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν καθιστά άνευ αντικειμένου την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ούτε διασυνδέεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με τα επίδικα ζητήματα που προκρίνονται στις αγωγές αρ. 4123/2015 και 4124/2015 στις οποίες οι ενάγοντες - αιτητές αναφέρονται. Ζήτημα συμψηφισμού άλλωστε, όπως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούσε βάσιμα να συζητηθεί. Αλώβητη παραμένει η δυνατότητα, στην περίπτωση που τελικά δικαιωθούν οι ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους, να επιζητήσουν στο ακέραιο την αποκατάσταση για την χρηματική αξία της ενυπόθηκής τους περιουσίας. Τίποτα δεν έχει τεθεί στο τέλος της ημέρας υπόψη του δικαστηρίου ικανό να πείσει ότι στην περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα ήταν δυνατόν η όποια τυχόν προκληθείσα ζημιά να αποτιμηθεί σε χρήμα ή έστω ότι δεν θα ήταν δυνατός ο υπολογισμός της. Τα μεγέθη, οι παράγοντες και τα στοιχεία που απαιτούνται προς τούτο παραμένουν μετρήσιμα και δυνάμενα να καθοριστούν, επιτρέποντας αν τούτο τελικά χρειαστεί, τον υπολογισμό σχετικών αποζημιώσεων. Είναι γεγονός ότι από την πλευρά των αιτητών τέθηκε ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά αποτελούν αφερέγγυους πιστωτές. Η ως άνω θέση, ωστόσο, παρέμεινε μετέωρη, γενική και αόριστη και ως τέτοια δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ικανά να καταδείξουν, στο βαθμό έστω που απαιτείται σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση, τυχόν αδυναμία των καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν την πλευρά των εναγόντων - αιτητών και ότι τυχόν εκδοθείσα προς όφελος τους απόφαση στην υπό συζήτηση αγωγή δεν θα καταστεί δυνατόν να ικανοποιηθεί. Αντίθετα, ως τέθηκε από τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την οικονομική τους κατάσταση και τα περιουσιακά στοιχεία που διαθέτουν, παραμένοντας στο τέλος της ημέρας αναντίλεκτο, οι τελευταίοι δεν φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους σε περίπτωση που τελικά ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους και προς όφελος των εναγόντων, ικανοποιώντας πλήρως τους τελευταίους. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του τελευταίου ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα, αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως εκ τούτου, η αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη αφού η πλευρά των εναγόντων - αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό κρίση πάντα περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 412 παρ. 795 και 796) θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγόντων - αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. . (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο