← Κύπρος

Κλεοβούλου με την προσωπική του ιδιότητα και για την αποβιώσασα σύζυγο του Παπαευσταθίου κ.α. ν. Λιασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 9550/10, 15/7/2019

Κλεοβούλου με την προσωπική του ιδιότητα και για την αποβιώσασα σύζυγο του Παπαευσταθίου κ.α. ν. Λιασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 9550/10, 15/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A354 Αρ. Αγωγής: 9550/10 Μεταξύ: XXXXX Παπαευσταθίου, από τα Λατσιά Ενάγουσα Και 1. XXXXX Λιασής 2. XXXXX Λιασή 3. XXXXX Λιασής 4. Άστρασολ Λτδ 5. Επίσημος Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας "Liasis Shoelasts Company Ltd" 6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Διά Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας) 7. Δήμος Λατσιών Εναγόμενοι Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 16/1/2019 Μεταξύ: 1. XXXXX Κλεοβούλου με την προσωπική του ιδιότητα και για την αποβιώσασα σύζυγο του XXXXX Παπαευσταθίου από τα Λατσιά 2. XXXXX Κλεοβούλου με την προσωπική του ιδιότητα και για την αποβιώσασα μητέρα του XXXXX Παπαευσταθίου από τα Λατσιά 3. XXXXX Κλεοβούλου με την προσωπική της ιδιότητα και για την αποβιώσασα μητέρα της XXXXX Παπαευσταθίου από τα Λατσιά Ενάγοντες Και 1. XXXXX Λιασής 2. XXXXX Λιασή 3. XXXXX Λιασής 4. Άστρασολ Λτδ 5. Επίσημος Παραλήπτη (ως εκκαθαριστή της περιουσίας της εταιρείας "Liasis Shoelasts Company Ltd" 6. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Διά Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας και Υπουργείου Εργασίας και Τμήμα Πολεοδομίας) 7. Δήμος Λατσιών Εναγόμενοι Ημερομηνία: 15 Ιουλίου 2019 Για ενάγοντα: κος Λουκής Λουκαΐδης με κα Λουκία Πατσαλίδου Για εναγόμενους 3 & 4: κα Ελένη Μιντή Για εναγόμενο 6: κος Ανδρέας Χριστοφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εναγομένους 3, 4 & 6) Η παρούσα, είναι μια από τις 22 αγωγές που συνεκδικάστηκαν ως προς το θέμα της ευθύνης, τις οποίες καταχώρησαν κάτοικοι και εργαζόμενοι στην περιοχή Λατσιών, εναντίον των εναγομένων για οχληρία και αμέλεια που προξενείτο από το εργοστάσιο Άστρασολ. Η παρούσα αγωγή κινήθηκε αρχικά από την ενάγουσα, η οποία ζητούσε αποζημιώσεις για την ασθένεια του καρκίνου που της προκλήθηκε κατά τους ισχυρισμούς της, λόγω των συνεχόμενων εκπομπών διχλωρομεθανίου από το εργοστάσιο της Άστρασολ. Πριν την εκδίκαση της αγωγής και την έκδοση της παρούσας απόφασης, η ενάγουσα απεβίωσε. Σύμφωνα με αίτηση τροποποίησης του κλητηρίου που καταχωρήθηκε μετά την απόφαση για την ευθύνη, η ενάγουσα απεβίωσε από την πιο πάνω ασθένεια του καρκίνου στο ογκολογικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου, στις 27.2.12. Σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης τροποποίησης. Ως αποτέλεσμα, διατάχθηκε εκ συμφώνου η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αλλά και της έκθεσης απαίτησης, ώστε στην αγωγή να εμφανίζονται ως ενάγοντες, ο σύζυγος και τα τέκνα της αποβιωσάσης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης ως έχει τροποποιηθεί, η αποβιώσασα, σύζυγος του ενάγοντα 1 και μητέρα των εναγόντων 1 και 2, εγκαταστάθηκε από το 1964 μαζί με τον σύζυγο της ενάγοντα 1, στην οδό XXXXX 3 στα Λατσιά, σε οικία που γειτνιάζει με το εργοστάσιο της Άστρασολ. Οι ενάγοντες 2 και 3 διέμεναν στην εν λόγω διεύθυνση από την γέννηση τους. Τα συμπτώματα της ασθένειας του καρκίνου στην αποβιώσασα άρχισαν τον Ιούλιο του 2010. Μετά από σχετικές εξετάσεις διαγνώσθηκε ότι έπασχε από αδενικό καρκίνωμα τραχήλου της μήτρας. Την 1.9.2010 υποβλήθηκε σε εγχείρηση με την οποία της έγινε αφαίρεση του αδενικού καρκινώματος και της μήτρας. Ακολούθως, υποβλήθηκε σε 27 συνεχόμενες σειρές ακτινοθεραπείας και δύο φορές σε αξονική τομογραφία. Οι παρενέργειες από τις θεραπείες τις οποίες ακολούθησε η αποβιώσασα, ήταν μεγάλες και οδυνηρές. Έχει υποστεί μεγάλη σωματική και κυρίως τεράστια ψυχολογική ταλαιπωρία. Είχε συνέχεια ναυτία και εμετούς, μικρά έλκη στο στόμα (άφθες), απώλεια μαλλιών, αδυναμία και ζαλάδες. Απεβίωσε τελικά από την πιο πάνω ασθένεια, σε ηλικία 56 ετών. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η ασθένεια του καρκίνου προκλήθηκε στην αποβιώσασα, λόγω της πολυετούς και συνεχούς έκθεσης της στην καρκινογόνα ουσία διχλωρομεθάνιο (R40), που εξέπεμπε το εργοστάσιο της Άστρασολ, το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στην οικία που η αποβιώσασα διέμενε με την οικογένεια της. Κατά συνέπεια, οι ενάγοντες ζητούν ειδικές, γενικές καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις για σοβαρή ζημιά στα εξής δικαιώματα της αποβιωσάσης: α) ζωής και υγείας, β) κατοικίας, γ) σεβασμού ιδιοκτησίας, δ) σεβασμού ιδιωτικής ζωής και ε) σεβασμού του δικαιώματος οικογένειας. Ζητούν επίσης αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement) σύμφωνα με το άρθρο 58.7 και 58.10 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και αποζημιώσεις για απώλεια εξάρτησης, σύμφωνα με το άρθρο 58.15 του ιδίου Νόμου. Στις 29.12.2017, εκδόθηκε απόφαση στις πιο πάνω συνεκδικαζόμενες αγωγές, αναφορικά με την ευθύνη των εναγομένων. Το Δικαστήριο έκρινε αφού άκουσε και αξιολόγησε μαρτυρία ειδικών εμπειρογνωμόνων ότι η χρήση και εκπομπή από τα φουγάρα του εν λόγω εργοστασίου της καρκινογόνου ουσίας διχλωρομεθάνιο (R40), προξένησε σύμπλεγμα καρκίνου στην περιοχή γύρω από το εργοστάσιο. Ειδικά για την παρούσα αγωγή, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο καρκίνος στο τράχηλο της μήτρας με το οποίο διαγνώσθηκε η αποβιώσασα, οφείλεται στο σύμπλεγμα καρκίνου που δημιούργησε το πιο πάνω εργοστάσιο με ευθύνη των εναγομένων 3 & 4, λόγω των συστηματικών εκπομπών διχλωρομεθανίου από το 1976 μέχρι το 2009. Αναφορικά με τον εναγόμενο 6 Γενικό Εισαγγελέα, αποφασίσθηκε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία φέρει ευθύνη για παραλείψεις και παραβιάσεις των νομίμων καθηκόντων της έναντι των εναγόντων που συνίστατο σε πλημμελή έλεγχο του επίδικου εργοστασίου. Επιπλέον, η Δημοκρατία χορήγησε Πιστοποιητικό Διεργασίας και Άδεια Εκπομπής Αερίων Αποβλήτων στην Άστρασολ χωρίς να έχει εξασφαλιστεί πολεοδομική άδεια για παραγωγή σόλων υποδημάτων στα υποστατικά που λειτουργούσε ως εργοστάσιο. Και αυτό, γνωρίζοντας ότι τέτοια άδεια δεν μπορούσε να παραχωρηθεί στα συγκεκριμένα υποστατικά που βρίσκονταν σε μικτή βιοτεχνική - οικιστική περιοχή. Έπειτα από την έκδοση της πιο πάνω απόφασης για την ευθύνη, οι αγωγές αποσυνδέθηκαν προκειμένου να εκδικαστεί σε κάθε μια ξεχωριστά, το ζήτημα των αποζημιώσεων. Ακροαματική διαδικασία Μετά την αποσύνδεση των αγωγών, καμία πλευρά δεν παρουσίασε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, σε σχέση με το ζήτημα των αποζημιώσεων. Αναφορικά με τις ειδικές ζημιές, αυτές συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων στο ποσόν των €5.591,00, ήτοι €1.863,66 για έκαστο ενάγοντα. Επιπλέον, καταχωρήθηκε από κοινού πιστοποιητικό της υπηρεσίας κοινωνικών ασφαλίσεων, σύμφωνα με το οποίο οι πραγματικές αποδοχές της αποβιωσάσης για το έτος 2010, ανέρχονται σε €3.629,00. Το γεγονός της προσβολής της αποβιώσασας με την ασθένεια του καρκίνου, είναι επίσης παραδεκτό. Αποτελεί εξάλλου εύρημα του Δικαστηρίου στην απόφαση για την ευθύνη ημ. 27.12.2017 ότι η ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου στην αποβιώσασα, είναι αποτέλεσμα του συμπλέγματος καρκίνου που δημιουργήθηκε στην περιοχή από τις πιο πάνω παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 και 6. Η διαφορά με τις υπόλοιπες αγωγές που εκδικάστηκαν αναφορικά με το σύμπλεγμα καρκίνου που δημιούργησε το εργοστάσιο της Άστρασολ, είναι ότι στην παρούσα, ο θάνατος της αποβιωσάσης επήλθε μετά την καταχώρηση της αγωγής και προτού εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου. Γεγονός που ανάγκασε τους συνήγορους της ενάγουσας να ζητήσουν τροποποίηση του τίτλου και της έκθεσης απαίτησης, η οποία διατάχθηκε χωρίς ένσταση από τους εναγομένους 3, 4 και 6. Στην συνέχεια, οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, αναφορικά με το ποσόν που δικαιούνται οι ενάγοντες για τον θάνατο της αποβιωσάσης ως αποτέλεσμα των παράνομων πράξεων των εναγομένων. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι στον υπολογισμό των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη επιβαρυντικά στοιχεία όσον αφορά την συμπεριφορά τόσο του κράτους, όσο και των υπευθύνων του εργοστασίου της Άστρασολ. Αναφορικά με τις αποζημιώσεις για θάνατο, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο υπέρτατο δικαίωμα της ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται από όλα τα νομικά συστήματα που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επεσήμανε ότι στο Κυπριακό Σύνταγμα, το δικαίωμα της ζωής προστατεύεται στο άρθρο 7. Προστατεύεται επίσης και από το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, τονίζει ότι η προστασία αυτού του ανθρώπινου δικαιώματος, ισχύει τόσο για εκ προθέσεως πρόκληση του θανάτου όσο και για θάνατο εξ' αμελείας. Κατά τον συνήγορο, στην παρούσα υπόθεση το ποσό των αποζημιώσεων για την πρόκληση θανάτου δεν πρέπει να περιοριστεί στην αποζημίωση λόγω απώλειας (bereavement) αλλά πρέπει να επιδικαστούν επιπλέον αποζημιώσεις και για την οδύνη που προκαλεί ο θάνατος, στους οικείους του αποβιώσαντος και της συνεπακόλουθης παραβίασης του Συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή. Το βέβαιο είναι ότι με την πάροδο των ετών και την βελτίωση της ζωής του πληθυσμού γενικά, η αξία της ζωής που ήταν πάντα σημαντική, έχει σήμερα ενισχυθεί. Σε χώρες που διαπιστώθηκαν περιπτώσεις τοξικών αστικών αδικημάτων, οι αποζημιώσεις που έδωσαν τα Δικαστήρια, ήταν πολύ αυξημένες. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι όσον αφορά την Δημοκρατία, δικαιολογούνται οι τιμωρητικές αποζημιώσεις βάσει του κοινοδικαίου, σε περιπτώσεις που υπάρχει καταπιεστική, αυθαίρετη ή αντισυνταγματική ενέργεια από υπαλλήλους της Κυβέρνησης. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι επίδικες πράξεις, έπληξαν συνταγματικό δικαίωμα και μάλιστα το πιο σοβαρό, αυτό της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Τα ίδια ισχύουν και για τους υπεύθυνους του εργοστασίου που ενώ γνώριζαν ότι τα φουγάρα του εξέπεμπαν καρκινογόνα υλικά, συνέχιζαν την λειτουργία του, αδιαφορώντας για την υγεία των περιοίκων και την βλάβη που τους προξενούσε. Ο συνήγορος εξέφρασε μάλιστα την άποψη ότι η πρόκληση καρκίνου στους ενάγοντες λόγω αδράνειας και αμέλειας των αρμόδιων κρατικών αρχών και των υπευθύνων του εργοστασίου, δεν απέχει ουσιαστικά από το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Γεγονός, που δικαιολογεί την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα έχει υποστεί τεράστια σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία από την ασθένεια του καρκίνου και τις χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε. Δυστυχώς, απεβίωσε σε ηλικία 56 ετών από την ασθένεια του καρκίνου που μόνο πόνο και οδύνη επέφερε αυτό το γεγονός στην οικογένεια της, δηλαδή τον σύζυγο και τα παιδία της. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι για την παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιδικαστεί το ποσό €17.086,00 για απώλεια (bereavement) και ως γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή, το ποσό της κλίμακας στο ανώτερο της επίπεδο, δηλαδή €2.000.000,00. Ζήτησε περαιτέρω όπως επιδικαστούν και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, ενδείκνυται όπως επιδικαστούν και αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων της αποβιωσάσης. Με παραπομπή στις πρόνοιες του Κεφ. 148 και σε σχετική νομολογία, ο συνήγορος ανέφερε ότι τέτοιες αποζημιώσεις, εντάσσονται στις γενικές αποζημιώσεις υπό μορφή απώλειας των ανέσεων της ζωής. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι δεν υπάρχει στην παρούσα, μαρτυρία για το ποσόν της εξάρτησης ούτε και για τα προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης. Ως εκ τούτου, στον υπολογισμό των αποζημιώσεων θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η τρίτη μέθοδος της κλασικής ποσοστιαίας προσέγγισης. Όσον αφορά τον πολλαπλασιαστή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιδικάσει τέτοια αποζημίωση, όπως αυτός να επιλεγεί και εφαρμοστεί επί του καθαρού μισθού της αποβιωσάσης κατά το χρόνο του θανάτου της, χωρίς να ληφθεί υπόψη η όποια ενδεχόμενη μελλοντική αύξησή των μισθών. Επιπρόσθετα και σε περίπτωση που επιδικαστούν οι εν λόγω αποζημιώσεις να αφαιρεθεί ποσοστό 25% για προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης και επιδικαστεί το 75% των απολαβών της ως ποσοστό εξάρτησης. Ο συνήγορος αναφέρθηκε σε νομολογία σύμφωνα με την οποία η ηλικία του αποβιώσαντος καθώς και ο χρόνος αφυπηρέτησης του, λαμβάνονται δεόντως υπόψη από το Δικαστήριο στον καθορισμό του πολλαπλασιαστή. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σύμφωνα με την νομολογία, η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής συνεχώς αυξάνεται ενόψει της προόδου της επιστήμης που έχει συνδράμει ανεκτίμητα στην επιμήκυνση της αλλά και στη βελτίωση της ποιότητάς ζωής. Σε σχέση με την παρούσα αγωγή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η προοπτική συνταξιοδότησης της αποβιωσάσης, θα ήταν το 65ο έτος της ηλικίας της. Η συνήγορος των εναγομένων 3 & 4 στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι μετά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, δεν τίθεται θέμα παράλειψης δικογράφησης των απαιτήσεων των εναγόντων. Με την τροποποίηση, έχουν συγκεκριμενοποιηθεί τα αιτητικά και οι αξιώσεις που αφορούν τόσο το bereavement όσον και την απώλεια εξάρτησης, κάτι που δεν ίσχυε με την προηγούμενη έκθεση απαίτησης. Παρ' όλα αυτά, ήταν η θέση της συνηγόρου ότι ακόμα και μετά την τροποποίηση στην οποία οι εναγόμενοι συναίνεσαν, θα μπορούσαν οι ενάγοντες να δώσουν περισσότερες λεπτομέρειες για τους παράγοντες που εξετάζει το Δικαστήριο ώστε να καταλήξει στον πολλαπλασιαστή που θα χρησιμοποιηθεί για τις αποζημιώσεις. Διάφοροι παράγοντες, όπως η ηλικία της αποβιωσάσης, ο χρόνος συνταξιοδότησης της, η φύση της εργασίας της, τα υπάρχοντα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, τυχόν ψυχολογικά προβλήματα που είχε και κατά πόσο έπαιρνε οποιασδήποτε μορφής οικονομική βοήθεια από το κράτος, ελλείπουν από το σώμα της έκθεσης απαίτησης. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της συνηγόρου ότι το Δικαστήριο περιορίζεται στα ενώπιον του στοιχεία για να καταλήξει στο συμπέρασμα του πολλαπλασιαστή. Αυτό γιατί κατατέθηκε ως μαρτυρία, μόνο μια κατάσταση των ασφαλιστικών αποδοχών για ένα συγκεκριμένο έτος, χωρίς να υπάρχει άλλο υπόβαθρο σε σχέση με τα πιο πάνω στοιχεία. Παρόλα αυτά, αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η μαρτυρία που έχει είναι αρκετή για να καταλήξει σε ένα συγκεκριμένο πολλαπλασιασμό, ήταν η άποψη της συνηγόρου ότι αυτός θα πρέπει να μειωθεί κατά πολύ, από τα χρόνια που έχει εισηγηθεί ο συνήγορος των εναγόντων αφού η νομολογία την οποία επικαλέστηκε, αφορά γεγονότα πολύ διαφορετικά από αυτά της παρούσας. Η συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία όπου χρησιμοποιήθηκε πολλαπλασιαστής των 10 ετών σε άτομα που ήταν πολύ νεαρότερα, από την αποβιώσασα στην παρούσα υπόθεση. Ήταν ως εκ τούτου η θέση της συνηγόρου ότι ο πολλαπλασιαστής στην παρούσα θα πρέπει να καθοριστεί στα 5 χρόνια. Στην συνέχεια, η συνήγορος εισηγήθηκε ότι πέραν της αποζημίωσης για την απώλεια ζωής που καθορίζεται από τον Νόμο (bereavement), καμία άλλη ζημιά υπό μορφή γενικής αποζημίωσης δεν μπορεί να είναι υπολογίσιμη στην παρούσα. Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που αιτούνται οι ενάγοντες. Από την στιγμή που δεν υπάρχει μαρτυρία για την ταλαιπωρία που υπέστη ο κάθε διάδικος από τον θάνατο συγγενικού του προσώπου, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να υπολογίσει το ύψος της αποζημίωσης λόγω θανάτου. Επιπλέον, τα αιτούμενα ποσά είναι εκτός λογικής και στη σφαίρα της φαντασίας των εναγόντων. Κατά την συνήγορο, τίποτα και κανένας μάρτυρας δεν υποστηρίζει, τα υπέρογκα ποσά που επιζητούνται. Τέλος, η συνήγορος χαρακτήρισε ως υπερβολικό τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς των εναγομένων ως εγκληματικής. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σε γνώση των υπευθύνων του εργοστασίου ότι το διχλωρομεθάνιο ήταν καρκινογόνα ουσία. Θεωρείτο ως πιθανό καρκινογόνο υλικό και αυτό υπήρξε μάλιστα και ένα από τα επίδικα θέματα της αγωγής. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να καταλογιστεί εσκεμμένη πρόκληση βλάβης, στην υγεία των εναγόντων. Κατά την συνήγορο δεν επέδειξαν οι εναγόμενοι τέτοια συμπεριφορά ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Ο συνήγορος του εναγομένου 6 Γενικού Εισαγγελέα στην δική του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι θα πρέπει να δικογραφούνται οι αποζημιώσεις μελλοντικών απολαβών αλλά και ο μισθός του αποβιώσαντος. Από τη στιγμή που αυτά τα δύο στοιχεία δεν έχουν δικογραφηθεί, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε το οποίο να βοηθά στον υπολογισμό των μελλοντικών απολαβών και το Δικαστήριο από μόνο του δεν μπορεί να διεξέλθει και να κάμει αυτό το έργο, ελλείψει στοιχείων που όφειλαν οι ενάγοντες να παρουσιάσουν. Ο συνήγορος αποδέχθηκε παρόλα αυτά στην συνέχεια, την θέση του συνηγόρου των εναγόντων ως προς το ποσοστό του 25% που πρέπει να αφαιρεθεί για τα προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης. Ως προς τις αιτούμενες αποζημιώσεις για παραβίαση του ανθρωπίνου - συνταγματικού δικαιώματος στην ζωή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να δοθεί καμία αποζημίωση αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για επιδίκαση τέτοιου είδους αποζημιώσεων. Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την αιτία θανάτου της αποβιωσάσης. Επεσήμανε ότι το Δικαστήριο προέβηκε σε εύρημα στην απόφαση του για την ευθύνη, όσον αφορά την δημιουργία καρκίνου στην ενάγουσα, λόγω της λειτουργίας του εργοστασίου της Άστρασολ. Όμως μετά τον θάνατο της ενάγουσας και την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δεν κατατέθηκε οποιοδήποτε πιστοποιητικό θανάτου που να αποδεικνύει ποιος είναι ο λόγος που η ενάγουσα απεβίωσε, ποια ήταν δηλαδή η αιτία θανάτου της. Μπορεί κατά τον συνήγορο να απεβίωσε για οιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από τον καρκίνο που της προκάλεσε η λειτουργία του εργοστασίου. Ο συνήγορος θεωρεί ότι αυτή η παράλειψη, είναι πολύ ουσιώδης και καθορίζει ολόκληρη την απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω θανάτου. Ο συνήγορος δέχθηκε ότι του δόθηκε ιατρικό πιστοποιητικό από τον συνήγορο των εναγόντων, στο οποίο αναφέρεται ότι η ενάγουσα απεβίωσε από καρκίνο. Ισχυρίστηκε παρόλα αυτά ότι η παράδοση του ιατρικού πιστοποιητικού στον ίδιο δεν αποδεικνύει το επίδικο γεγονός της αιτίας θανάτου και θα έπρεπε αυτό το πιστοποιητικό να κατατεθεί ως μαρτυρία στα πλαίσια εκδίκασης της υπόθεσης. Αποζημιώσεις Όπως προαναφέρθηκε, το ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων 3, 4 & 6, έχει κριθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 29.12.17 επί των συνεκδικαζομένων αγωγών. Είναι επίσης παραδεκτή η δημιουργία καρκίνου του τραχήλου στην αποβιώσασα. Γεγονός που επίσης υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της απόφασης για το ζήτημα της ευθύνης. Ειδικά για την παρούσα αγωγή, υπήρξε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο καρκίνος στο τράχηλο με το οποίο διαγνώσθηκε η αποβιώσασα, οφείλεται στο σύμπλεγμα καρκίνου που δημιούργησε το εργοστάσιο της Άστρασολ με ευθύνη των εναγομένων 3, 4 & 6, λόγω των συστηματικών εκπομπών διχλωρομεθανίου. Ήταν παρόλα αυτά η θέση του συνηγόρου της Δημοκρατίας στην τελική του αγόρευση ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την αιτία θανάτου της αποβιωσάσης και ότι εν πάση περιπτώσει δεν έχει αποδειχθεί ότι ο θάνατος της, ήταν αποτέλεσμα της διαπιστωθείσας ασθένειας του καρκίνου. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ήταν σαφές από το υλικό που τέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης οφείλεται στον καρκίνο του τραχήλου, ο οποίος της προκλήθηκε σύμφωνα με την απόφαση ημ. 29.12.17, από τις παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 & 6. Ζητήθηκε μάλιστα για τον λόγο αυτό από τους συνηγόρους της ενάγουσας χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά, αναβολή της ακρόασης προκειμένου να τροποποιηθεί το κλητήριο και να αντικατασταθεί το όνομα της ενάγουσας μετά τον θάνατο της, με αυτό των εναγόντων. Στην αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε στην συνέχεια για τον πιο πάνω σκοπό, επισυνάπτεται στην ΕΔ, σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό από τον θεράποντα ιατρό της αποβιώσασας, σύμφωνα με το οποίο αυτή νοσηλεύτηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο ογκολογικό κέντρο λόγω καρκίνου στον τράχηλο και μεταστάσεων και μετά από επιδείνωση της υγείας της, απεβίωσε στις 27.2.12 από την πιο πάνω ασθένεια του καρκίνου. Και οι δύο συνήγοροι υπεράσπισης, αποδέχθηκαν εκ συμφώνου διάταγμα για τροποποίηση του κλητηρίου στην βάση των πιο πάνω γεγονότων χωρίς να προβάλουν οιανδήποτε επιφύλαξη για την αιτία θανάτου που αναφέρεται στο επισυναφθέν με την ένορκη δήλωση ιατρικό πιστοποιητικό. Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου για την Δημοκρατία ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την αιτία θανάτου της αποβιωσάσης. Αντιθέτως, είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ο θάνατος της αποβιωσάσης, ήταν αποτέλεσμα του καρκίνου του τραχήλου που της προκλήθηκε από τις παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 & 6. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, το μόνο θέμα που απομένει να αποφασιστεί, είναι το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι ενάγοντες για τον θάνατο που προκλήθηκε στην αποβιώσασα από την ασθένεια του καρκίνου, λόγω της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων 3, 4 και 6. Προκύπτει από τα δικόγραφα και τις αγορεύσεις των συνηγόρων ότι οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, αιτούνται τριών ειδών αποζημιώσεις. Η πρώτη αφορά την απώλεια λόγω θανάτου (bereavement), η δεύτερη απαίτηση αναφορικά με την παραβίαση του Συνταγματικού δικαιώματος της ζωής όπως κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Συντάγματος και το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και η τρίτη, αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων της αποβιωσάσης. Αιτούνται περαιτέρω την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Αποζημιώσεις για απώλεια Όσον αφορά τις αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement), αυτές καθορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 58 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ.148), στο ποσόν των €17.085,90 (£10.000,00). Σύμφωνα με το άρθρο 58.8 του Κεφ. 148, η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απώλειας θα είναι μόνο για όφελος— (α) της συζύγου του αποβιώσαντος ή του συζύγου της αποβιωσάσης και των τέκνων αυτού ή αυτής· (β) σε περίπτωση που δεν υπάρχει σύζυγος ή τέκνα του αποβιώσαντος— (
  2. i)των γονέων του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε πριν ή κατά τη διάρκεια γάμου των γονέων του, (
  3. ii)της μητέρας του, εάν αυτός ήταν τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, (iii) του πατέρα του, αν αυτός το είχε αναγνωρίσει· Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 58.11 του Κεφ. 148, η αγωγή για αποζημιώσεις λόγω απώλειας, εγείρεται από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος, προς όφελος των δικαιούχων που προβλέπονται στο άρθρο 58.8 του Νόμου και το ποσόν καταμερίζεται εξίσου μεταξύ τους. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαχειριστής, η αγωγή μπορεί να εγερθεί από οιοδήποτε δικαιούχο. Στην παρούσα υπόθεση, το ποσόν των €17.085,90 για αποζημίωση λόγω απώλειας, θα επιδικαστεί στους ενάγοντες που ως σύζυγος και τέκνα αντίστοιχα της αποβιωσάσης, είναι τα πρόσωπα που δικαιούνται δυνάμει του Νόμου την πιο πάνω αποζημίωση. Το εν λόγω ποσόν θα καταμεριστεί δυνάμει του Νόμου, σε ίσο ποσοστό στους ενάγοντες ήτοι από €5.965,30 έκαστος. Αποζημιώσεις για παραβίαση του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Όπως προαναφέρθηκε, πέραν των αποζημιώσεων για απώλεια (bereavement), οι ενάγοντες αιτούνται και επιπλέον αποζημιώσεις λόγω παραβίασης του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που αφορούν την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) όσον και το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, έχουν ασχοληθεί κατ' επανάληψη με την ερμηνεία του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ. Στην Κύπρο, η επιδίκαση αποζημιώσεων για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την πλήρη ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην θεμελιακή υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου

(2001)1 Α.Α.Δ
  1. Αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος, δίδει δικαίωμα για διεκδίκηση αποζημιώσεων μέσω της δικαστικής οδού. Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Δημοκρατίας ν. Πάλμα κα Πολ. Έφεση 44/13 ημ. 19.11.
  2. Η υπόθεση αφορούσε τον θάνατο έφεδρου στρατιώτη κατά την Τούρκική εισβολή του
  3. Κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι η Δημοκρατία με την πλημμελή εκτέλεση των υποχρεώσεων της κατά την περισυλλογή και ταφή της σωρού του εν λόγω στρατιώτη και την παράλειψή της να διενεργήσει την δέουσα έρευνα, παραβίασε την υποχρέωση της κάτω από το άρθρο 7 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Αναφορικά με το ζήτημα των αποζημιώσεων, λέχθηκαν στην υπόθεση Πάλμα (ανωτέρω) μεταξύ άλλων τα εξής: « Το ζήτημα των αποζημιώσεων για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων εξετάστηκε από την Πλήρη Ολομέλεια στη Γιάλλουρος (ανωτέρω), με ευρεία αναφορά τόσο στην ημεδαπή όσο και στη διεθνή νομολογία. Αναγνωρίστηκε εν πρώτοις ότι η παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου. Αναγνώριση που συνάδει με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία. Το θύμα επομένως παραβίασης ανθρώπινου δικαιώματος δικαιούται σε αποζημίωση, με προεξάρχουσα την αρχή της δίκαιης αποζημίωσης (equitable compensation) η οποία είναι το μέτρο των αποζημιώσεων τόσο για την υλική όσο και τη μη υλική ζημία, γνωστή ως ηθική ζημία (moral damages). Ζημιά που, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει την ανησυχία, θλίψη, αγωνία, το αίσθημα αδικίας, τον δυσμενή επηρεασμό του τρόπου ζωής, τον πόνο και την οδύνη. Πέραν τούτων αναγνωρίστηκε ότι οι αποζημιώσεις μπορεί να προσλάβουν επιβαρυντικό χαρακτήρα όπου η βλάβη είναι ποικιλοτρόπως βαριά και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προσλάβουν τιμωρητικό χαρακτήρα προς παραδειγματισμό. Σημειώθηκε ωστόσο ότι μέχρι τότε δεν είχαν εγκριθεί τιμωρητικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρώπινου δικαιώματος..» Στην Γιάλλουρος (ανωτέρω), τονίστηκε επίσης ότι πολλά από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ, συνιστούν στο αγγλικό δίκαιο το αντικείμενο προστασίας αστικών αδικημάτων. Το θέμα πραγματεύεται αναλυτικά σε μελέτη του ο Λόρδος Bingham, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του "The Business of Judging, Selected Essays and Speeches" Oxford University Press
(2000). Όπως επεξηγεί, παραβιάσεις πλείστων των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συνιστούν στην Αγγλία το αντικείμενο προστασίας, κάτω από το δίκαιο των αστικών αδικημάτων (Tort). Παρόλα αυτά, το δικαίωμα αγωγής για παραβίαση Συνταγματικού δικαιώματος είναι αυτοφυές, ανεξαρτήτως του ότι κατά την διάπλαση του, μπορούν να εξεταστούν ζητήματα και να διατυπωθούν δικαστικά ευρήματα που άπτονται αμελούς συμπεριφοράς ή άλλου αστικού αδικήματος. Το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει ούτε ακυρώνει την δυνατότητα καταχώρησης αγωγής και στην βάση παραβίασης Συνταγματικού δικαιώματος, πέραν της βάσης αγωγής δυνάμει του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Εκτενής ανάλυση γίνεται επί του προκειμένου, στην πρωτόδική απόφαση Ξενοφώντος ν. Γενικού Εισαγγελέα ημ,. 31.12.2018 του Ν. Σάντη ΠΕΔ στην αγωγή 40/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας στις σελίδες 10 και 11. Στην ίδια πρωτόδικη απόφαση, παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση Rabone and Another v. Pennine Care NHS Foundation Trust
(2012)2 All ER 381,
(2012)UKSC 2, όπου αναφέρεται ότι η παράβαση συνταγματικού δικαιώματος μπορεί να αχθεί στο Δικαστήριο, μόνο από πρόσωπα που είναι θύματα της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Section 7
(1)of HRA provides that a claim that a public authority has acted in a way which is incompatible with the Convention right may be brought before the courts only if the person bringing the complaint "is (or would be) a victim of the unlawful act". » Στην αγγλική υπόθεση Al Hassan-Daniel and another v Revenue and Customs Commissioners [2011] 2 All ER 31, [2010] EWCA Civ 1443, λέχθηκε ότι ο όρος θύμα (victim), περιλαμβάνει και τους στενούς συγγενείς προσώπου, του οποίου έχουν κατ' ισχυρισμόν παραβιαστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « In brief, the word 'victim' in s 7
(1)of the 1998 Act is given its autonomous convention meaning by s 7
(7), a meaning which the jurisprudence makes clear can include the close relatives of an individual who has allegedly fallen victim to a violation of his or her convention rights.» Το άρθρο 7.1 του Κυπριακού Συντάγματος που μας ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας, κατ' ουσίαν αναπαράγει το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ και προνοεί τα εξής: «
(1)Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου. Εις ουδένα δύναται να επιβληθή εκ προθέσεως θάνατος, ή μη εις εκτέλεσιν θανατικής ποινής εκδιδομένης υπό Δικαστηρίου εν περιπτώσει αδικήματος τιμωρουμένου υπό του νόμου διά της ποινής ταύτης. Στην απόφαση Oneryildiz v. Turkey [2004] ECHR 657 του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αναφέρεται ότι η ερμηνεία του άρθρου 2 καθοδηγείται από την ιδέα ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης ως εργαλείο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαιτεί ότι οι πρόνοιες του θα ερμηνεύονται και θα εφαρμόζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να καθιστούν τις ασφαλιστικές δικλείδες που εμπεριέχει, πρακτικές και αποτελεσματικές (βλ. παρ. 69 της απόφασης). Αναφέρεται ακόμα στην παρ.71 της πιο πάνω απόφασης ότι το άρθρο 2 δεν αφορά αποκλειστικά θανάτους που προέρχονται από τη χρήση βίας από αντιπροσώπους του κράτους αλλά επίσης, εκθέτει ένα θετικό καθήκον στο κράτος να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τις ζωές, εκείνων που είναι εντός της δικαιοδοσίας του. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: « 71. In this connection, the Court reiterates that Article 2 does not solely concern deaths resulting from the use of force by agents of the State but also, in the first sentence of its first paragraph, lays down a positive obligation on States to take appropriate steps to safeguard the lives of those within their jurisdiction.» Αυτή η υποχρέωση πρέπει να ερμηνεύεται ότι ισχύει σε κάθε δραστηριότητα είτε δημόσια, είτε όχι, κατά την οποία το δικαίωμα της ζωής μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο και κατά μείζονα λόγο, στην περίπτωση βιομηχανικών δραστηριοτήτων, οι οποίες εκ της φύσης τους είναι επικίνδυνες. Στοιχείο που εντοπίζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το θετικό καθήκον λήψης όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της ζωής για σκοπούς του άρθρου 2, υπαγορεύει πάνω από όλα το πρωτογενές καθήκον στο κράτος να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα παρέχει αποτελεσματική αποτροπή, έναντι απειλών στο δικαίωμα της ζωής (βλ. παρ.89). ΟΙ ίδιες αρχές τονίζονται και στο σύγγραμμα του Ανδρέα Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» Λευκωσία 2001 όπου στην σελ. 41, αναφέρονται τα εξής: « Ήταν φυσικό το πρώτο δικαίωμα το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα και βέβαια το άρθρο 2 της Σύμβασης να είναι το δικαίωμα της ζωής. Το άρθρο αυτό κατατάσσεται, όπως ετόνισε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ως ένα από τις πιο θεμελιώδης διατάξεις της Σύμβασης. Η υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης, διαβάζοντάς το σε συνδυασμό με τη γενική υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει τα δικαιώματα που καθορίζονται σ' αυτή, δεν ασχολείται αποκλειστικά με την εκ προθέσεως δολοφονία που είναι αποτέλεσμα χρήσης βίας από αντιπροσώπους του κράτους αλλά επεκτείνεται, με την πρώτη πρόταση του άρθρου 2
(1), στην επιβολή θετικής υποχρέωσης στο κράτος όπως το δικαίωμα ζωής πρέπει να προστατεύεται από το νόμο.» Περαιτέρω, το άρθρο 13 της Σύμβασης προνοεί για την παροχή αποτελεσματικής θεραπείας σε πρόσωπα που παραβιάζονται τα ανθρώπινα τους δικαιώματα. Έχει ως εξής: «Οιοσδήποτε του οποίου τα δικαιώματα ή ελευθερίες που προνοούνται στη Σύμβαση παραβιάζονται, θα πρέπει να έχει αποτελεσματική θεραπεία ενώπιον των εθνικών αρχών ανεξαρτήτως του ότι η παραβίαση έχει διαπραχθεί από πρόσωπα ενεργώντας υπό την επίσημη αρμοδιότητα τους.» Στην Oneryildiz (ανωτέρω), σημειώνεται στην παρ.145 ότι το άρθρο 13 της Σύμβασης απαιτεί όπως το εθνικό νομικό σύστημα καταστήσει διαθέσιμη αποτελεσματική θεραπεία, καθιστώντας εφικτό για την αρμόδια εθνική αρχή να εξετάσει την ουσία ενός συζητήσιμου παραπόνου κάτω από τη Σύμβαση. Ο σκοπός του, είναι να προνοήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα θα μπορούν να εξασφαλίσουν την αρμόζουσα δικαστική θεραπεία σε εθνικό επίπεδο για παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους δυνάμει της Σύμβασης χωρίς να πρέπει να κινήσουν τον διεθνή μηχανισμό υποβολής παραπόνου, ενώπιον του ΕΔΑΔ. Σημειώνεται επιπλέον στην παρ.147 της απόφασης Oneryildiz ότι όταν διαπιστώνονται παραβιάσεις δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το άρθρο 2, χρηματικές και μη χρηματικές αποζημιώσεις (pecuniary and non-pecuniary damage) θα πρέπει ως ζήτημα αρχής, να είναι δυνατές ως μέρος του εύρους των διαθέσιμων θεραπειών. Στην πρωτόδικη απόφαση Παπαδοπούλου κα ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αγ. αρ. 1600/12 του Ε.Δ. Λάρνακας ημ. 19.5.2016, γίνεται από τον Χ Μαλαχτό Π.Ε.Δ, εκτενής αναφορά σε νομολογία του ΕΔΑΔ αναφορικά με την προστασία του δικαιώματος της ζωής που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της Σύμβασης. Παραθέτω στην συνέχεια την εν λόγω νομολογία όπως παρουσιάστηκε στην πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση. Αιτητής στην Oneryildiz ήταν ο επικεφαλής μιας οικογένειας που διέμενε σε παραγκούπολη δίπλα σε δημοτικό σκουπιδότοπο στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με έκθεση εμπειρογνωμόνων που έγινε το 1991, ο σκουπιδότοπος λειτουργούσε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών και ήταν επικίνδυνος για την υγεία. Τον Απρίλιο του 1993 σημειώθηκε έκρηξη μεθανίου στον σκουπιδότοπο που προκάλεσε κατολισθήσεις, οι οποίες καταπλάκωσαν δέκα παράγκες που χρησιμοποιούνταν ως κατοικίες, μεταξύ των οποίων και την παράγκα στην οποία διέμενε η οικογένεια του αιτητή. Έχασαν την ζωή τους 39 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων η σύζυγος του αιτητή και επτά από τα δέκα παιδιά του. Την τραγωδία ακολούθησε έρευνα και δύο δήμαρχοι αντιμετώπισαν κατηγορίες για αμέλεια κατά την διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Όπως διαπίστωσε το ΕΔΑΔ, δεν διώχθηκαν ποινικά στη βάση σοβαρότερων άλλων ποινικών αδικημάτων που προνοούνταν στον τουρκικό ποινικό κώδικα και είχαν εφαρμογή στα περιστατικά της υπόθεσης. Ήταν περαιτέρω διαπίστωση του ΕΔΑΔ ότι οι τουρκικές αρχές σε διάφορα επίπεδα, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι υφίστατο πραγματικός και άμεσος κίνδυνος στη ζωή και την υγεία των ανθρώπων που ζούσαν κοντά στο σκουπιδότοπο. Παρά ταύτα, οι Τουρκικές αρχές είτε απέτυχαν να λάβουν την απαιτούμενη δράση ή ακόμα αντιτέθηκαν στην υιοθέτηση των αναγκαίων επειγόντων μέτρων. Αποδείχθηκε ως εκ των πιο πάνω, παραβίαση του ανθρωπίνου δικαιώματος στην ζωή που κατοχυρώνει το άρθρο 2 της σύμβασης. Επιδικάστηκαν από το ΕΔΑΔ υπέρ του αιτητή, χρηματικές αποζημιώσεις που περιελάμβαναν αποζημίωση για απώλεια πηγής εισοδήματος. Επιδικάστηκαν ακόμα μη χρηματικές αποζημιώσεις για όσα υπέφερε ο αιτητής ως αποτέλεσμα των παραβιάσεων του άρθρου 2 της Σύμβασης. Αναφέρεται ότι το Δικαστήριο προβαίνοντας σε δίκαιο καθορισμό (equitable assessment) έλαβε υπόψη τις επιμέρους περιστάσεις της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της οδύνης των τριών παιδιών του αιτητή που επιβίωσαν. Επιδικάστηκαν €33.750,00 για τον αιτητή και κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, στο σύνολο €135.000,00 ως μη χρηματικές αποζημιώσεις. Στην υπόθεση Kontrova v. Slovakia (Appl.no.7510/04, Judgment 31.5.2007), η αιτήτρια είχε προβεί σε καταγγελία στις αστυνομικές αρχές της Σλοβακίας όπου διέμενε με τον σύζυγο της ότι ο τελευταίος είχε οπλιστεί και απειλούσε να σκοτώσει τα δύο παιδιά τους και τον εαυτό του. Τέσσερεις ημέρες μετά, πραγματοποίησε την απειλή του. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι οι αρχές της Σλοβακίας είχαν ευθύνη κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης για την αποτυχία των αστυνομικών τους αρχών να παρέμβουν και να εξασφαλίσουν τις ζωές των παιδιών της αιτήτριας. Επιδικάστηκε προς όφελος της αιτήτριας ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το ποσό των €25.000,
  1. H Dink v. Turkey (Appl.no.2668/07, 6102/08, 30079/08, 7072/09 και 7124/09, Judgment 14.9.2010) αφορούσε την δολοφονία από εξτρεμιστικά στοιχεία, ενός δημοσιογράφου στην Τουρκία. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι η Τουρκία απέτυχε στην υποχρέωση της να προστατέψει τη ζωή του δημοσιογράφου. Οι τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας γνώριζαν για την έντονη εχθρότητα προς το δημοσιογράφο στους εθνικιστικούς κύκλους. Η αστυνομία είχε πληροφορίες για την πιθανότητα απόπειρας εξόντωσης του ακόμα και για την ταυτότητα των υπόπτων υποκινητών. Ο κίνδυνος δολοφονίας ήταν πραγματικός και επικείμενος. Επιδικάστηκε προς όφελος της συζύγου και των τριών παιδιών του δημοσιογράφου ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των €100.000,00 και προς όφελος του αδερφού του, ποσό €5.000,
  2. Στην Ιlbeyi Kemaloglu and Meriye Kemaloglu v. Turkey (Appl.no.19986/06, Judgment 10.4.2012), ο επτάχρονος γιός των αιτητών είχε βρεθεί νεκρός, παγωμένος από το κρύο κοντά σε ποτάμι στη διαδρομή που επιχείρησε να κάμει πεζός από το σχολείο του στο σπίτι. Οι μαθητές είχαν αφεθεί να σχολάσουν πριν την κανονική ώρα και το δημοτικό λεωφορείο που χρησιμοποιούσε ο επτάχρονος δεν είχε ειδοποιηθεί για το γεγονός ότι το σχολείο είχε κλείσει πιο νωρίς. Το ΕΔΑΔ διαπίστωσε παραβίαση της θετικής υποχρέωσης του κράτους κάτω από το άρθρο 2 της Σύμβασης, να προστατέψει τη ζωή του επτάχρονου. Επιδικάστηκε προς όφελος των αιτητών - γονέων του παιδιού ως μη χρηματικές αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των €50.000,
  3. Στην Budayeva and Others v. Russia (Appl.nos.15339/2, 21166/2, 20058/02, 11673/02 και 15343/02, Judgment 20.3.2008) ο σύζυγος της αιτήτριας είχε σκοτωθεί ενώ βρισκόταν εντός της κατοικίας τους που κατέπεσε και τον καταπλάκωσε αφού κτυπήθηκε από κατολίσθηση λάσπης. Το ΕΔΑΔ κατέληξε ότι δεν υφίστατο δικαιολογία για την παράλειψη των αρχών να θέσουν σε εφαρμογή σχέδια διαμόρφωσης του εδάφους και πολιτικές για αντιμετώπιση κρίσεων σε μια επικίνδυνη περιοχή, αναφορικά με την έκθεση των κατοίκων σε προβλεπτό θανάσιμο κίνδυνο. Οι διοικητικές παραλείψεις επηρέασαν αρνητικά την εφαρμογή σχεδίων και συνδέθηκαν αιτιολογικά με το θάνατο του συζύγου της αιτήτριας. Κρίθηκε ότι το κράτος είχε αποτύχει να εκτελέσει τη θετική του υποχρέωση να εγκαθιδρύσει το νομικό και διοικητικό πλαίσιο που θα εξασφάλιζέ αποτελεσματική αποτροπή έναντι των κινδύνων για τη ζωή, όπως απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης. Επιδικάστηκαν στην εν λόγω υπόθεση υπέρ της αιτήτριας μη χρηματικές αποζημιώσεις ύψους €30.000,
  4. Στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες εντάσσονται στην κατηγορία των θυμάτων παραβίασης του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, που αποτελεί μια εκ των βάσεων αγωγής, με αναφαίρετο δικαίωμα, στην καταχώριση απαίτησης κατά των εναγομένων 3, 4 &
  5. Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση για την ευθύνη ημ. 27.12.2017 ότι οι εναγόμενοι 3, 4 & 6 ευθύνονται για την δημιουργία συμπλέγματος καρκίνου στην περιοχή γύρω από το εργοστάσιο της Άστρασολ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο της αποβιώσασας, συζύγου του ενάγοντα 1 και μητέρας των εναγόντων 2 &
  6. Το δικαίωμα των εναγόντων για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης του ανθρωπίνου δικαιώματος στην ζωή, πηγάζει από μόνη την στενή συγγενική τους σχέση με την αποβιώσασα. Λόγω αυτής της στενής συγγενικής σχέσης, είναι κατά την κρίση μου αυταπόδεικτη η συναισθηματική φόρτιση που προκλήθηκε στους ενάγοντες και η οποία λογικά προκαλείται σε στενούς συγγενείς αποβιωσάντων, που πλήττονται και αποβιώνουν από την ασθένεια του καρκίνου. Όπως αυταπόδεικτη στην παρούσα υπόθεση, είναι η θλίψη, η απώλεια και το άγχος που προκάλεσε στους ενάγοντες, ο θάνατος της αποβιώσασας συζύγου και μητέρας αντίστοιχα. Έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν πιο πάνω, τις συνθήκες που οδήγησαν στο θάνατο της αποβιώσασας αλλά και την Κυπριακή οικονομική πραγματικότητα, κρίνω ότι το ορθό και δίκαιο ποσό μη χρηματικών αποζημιώσεων που οι ενάγοντες δικαιούνται, είναι αυτό των €50.000,00 έκαστος. Αποζημιώσεις προς όφελος των εξαρτωμένων Στο άρθρο 58.15 του Κεφ. 148, καθορίζεται ότι μπορούν να ζητηθούν επιπλέον αποζημιώσεις από τους εξαρτωμένους για ζημιά άλλη από την απώλεια λόγω θανάτου. Πρόκειται στην ουσία για αποζημιώσεις που αναλογούν προς την πραγματική ζημιά, η οποία προκύπτει στους εξαρτώμενους από το θάνατο του αποβιώσαντα. Στο ίδιο το άρθρο 58.15, αναφέρεται επίσης ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις θα καταμερίζονται μεταξύ των εξαρτωμένων σε τέτοια μερίδια, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Καζάκου ν. Αβρααμίδου
(2000)1 ΑΑΔ 1626, γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της φύσης των αποζημιώσεων που μπορεί να διεκδικηθούν είτε για λογαριασμό της περιουσίας του αποβιώσαντος είτε των εξαρτωμένων του. Επεξηγούνται οι τρεις βάσεις, δυνάμει των οποίων μπορούν να διεκδικηθούν αποζημιώσεις από τους εξαρτωμένους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58.15 του Κεφ.148 ως ακολούθως:
  1. Για κάθε κονδύλι ξεχωριστά όπου υπάρχει ακριβής μαρτυρία.
  2. Δυνάμει του κερδαινόμενου εισοδήματος του αποβιώσαντα μείον τα προσωπικά του έξοδα όπου δεν υπάρχει ακριβής μαρτυρία της εξάρτησης και
  3. Η κλασική ποσοστιαία προσέγγιση όπου δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για το ποσόν της εξάρτησης ή των προσωπικών εξόδων του αποβιώσαντα. Εκτενής αναφορά στην μέθοδο της ποσοστιαίας προσέγγισης, έγινε στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιχαήλ
(1999)1 Α.Α.Δ 1866, η οποία αφορούσε αποζημιώσεις για εξαρτώμενη σύζυγο. Το εφετείο αφού παρέπεμψε σε σχετική αγγλική νομολογία, θεώρησε την προσέγγιση αυτή ως αποδεκτή και νόμιμη πρακτική. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του ποσού του ετήσιου εισοδήματος για το έτος 2010 σε €3.629,00 που κατατέθηκε εκ συμφώνου, δεν υπάρχει μαρτυρία για το ποσόν της εξάρτησης ούτε και για τα προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης. Έτσι, στον υπολογισμό των αποζημιώσεων θα χρησιμοποιηθεί η πιο πάνω τρίτη μέθοδος, της κλασικής ποσοστιαίας προσέγγισης. Προκύπτει από το τεκμήριο 1 που κατατέθηκε από κοινού ότι το τελευταίο ετήσιο εισόδημα της αποβιωσάσης το 2010 πριν τον θάνατο της στις 16.4.12, ανερχόταν σε €3.629,
  1. Από το εν λόγω ποσόν, θεωρώ δίκαιο όπως αφαιρεθεί ποσοστό 25% για προσωπικά έξοδα της αποβιωσάσης. Το εν λόγω ποσοστό ανέρχεται σε €907,
  2. Ως εκ τούτου, το υπόλοιπο ποσόν για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων για τους εξαρτωμένους της αποβιωσάσης, ανέρχεται σε €2.721,75 ετησίως. Το ποσόν αυτό θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί στα προσδόκιμα χρόνια οικονομικά ενεργούς ζωής της αποβιωσάσης. Όπως έχει νομολογηθεί, δεν υπάρχουν αυστηροί κανόνες που να μπορούν να οδηγήσουν σε ομοιόμορφη απάντηση ως προς την επιλογή του πολλαπλασιαστή σε κάθε υπόθεση. Αναγνωρίζεται από την νομολογία, ελαστικότητα σε σχέση με το θέμα και τονίζεται πως η εκλογή του πολλαπλασιαστή, είναι κατ' εξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου (βλ. Fysco ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014). Λαμβάνονται υπ' όψη διάφοροι παράγοντες όπως η ηλικία της αποβιώσασας, που όσο πιο μικρή είναι, τόσο μεγαλύτερος πρέπει να είναι ο πολλαπλασιαστής, η ηλικία συνταξιοδότησης, η κατάσταση της υγείας της πριν το ατύχημα, η φύση της εργασίας της κ.α (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Μπίλη
(1998)1 Α.Α.Δ 164). Παρόλα αυτά, ο χρόνος της συνταξιοδότησης δεν σηματοδοτεί από μόνος του και αυτομάτως το τέλος της εργασιακής ζωής (βλ. Kourris Dam Joint Venture κ.ά ν. Πέττη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 856). Η υπόθεση Κούτζιη κα ν. Κωνσταντίνου κα
(2010)1 Α.Α.Δ. 908 αφορούσε αποζημιώσεις για διπλό θανατηφόρο ατύχημα όπου ζεύγος τραυματίστηκε θανάσιμα από επερχόμενο ημιφορτηγό ενώ διασταύρωνε δημόσιο δρόμο. Η αγωγή καταχωρήθηκε προς όφελος των δύο ανήλικων εξαρτωμένων τους, ηλικίας 16 και 10 ετών αντίστοιχα. Επικυρώθηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση με την οποία καθορίστηκε πολλαπλασιαστής, 10 χρόνια για τον πατέρα ηλικίας 44 ετών και 12 χρόνια για τη μητέρα ηλικίας 35 ετών. Στην υπόθεση Ζαχαρία ν. Καραολή,
(2004)1 Α.Α.Δ. 72, σε καθηγήτρια 40 ετών, καθορίστηκε πολλαπλασιαστής
  1. Στην παρούσα περίπτωση, έλαβα υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα την ηλικία της αποβιωσάσης κατά τον χρόνο θανάτου (56 ετών), καθώς και τις προοπτικές εργοδότησης της. Κρίνω δίκαιο υπό τις περιστάσεις τον πολλαπλασιαστή 5 τον οποίο και καθορίζω για σκοπούς αποζημίωσης, προς τους εξαρτωμένους της. Ως εκ τούτου, οι αποζημιώσεις που οι ενάγοντες δικαιούνται ως εξαρτώμενοι της αποβιώσασας, ανέρχονται σε €13.608,75 που αντιστοιχεί στους μισθούς της αποβιώσασας για 5 χρόνια (€2.721,75 Χ 5 = €13,608,75). Το εν λόγω ποσόν θα καταμεριστεί εξίσου στους ενάγοντες δυνάμει του Νόμου ως εξαρτώμενοι της αποβιώσασας, ήτοι €4.536,25 έκαστος (13608,75 ÷ 3 = €4.536,25). Τιμωρητικές αποζημιώσεις Ο συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του, ζήτησε όπως πλην των άλλων αποζημιώσεων, επιδικασθούν περαιτέρω και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 3, 4 &
  2. Τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν περιορίσει την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων σε αστικά αδικήματα που προκύπτουν από την χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από δημόσιους λειτουργούς. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και στην Κύπρο. Στη σημαντική για το υπό συζήτηση ζήτημα Κυπριακή υπόθεση Παπακοκκίνου ν. Κάνθερ 1 C.L.R 65, το Ανώτατο Δικαστήριο ρητά εξέφρασε την προτίμηση του σε μια ευρύτερη προσέγγιση του θέματος ώστε να επιτρέπεται η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων για συμπεριφορά που αποτελεί αστικό αδίκημα. Προϋποτίθεται ότι αυτή η συμπεριφορά του εναγομένου να είναι τόσο αξιόμεμπτη και αξιοκατάκριτη που να δικαιολογείται η τιμωρία του. Τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται, πολύ περισσότερο όταν η συμπεριφορά του εναγομένου, στοχεύει να γελοιοποιήσει το θύμα του αστικού αδικήματος, και έτσι να της αξίζει τιμωρία από πολιτικό Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το αίτημα για τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν δικαιολογείται. Παρά τον σοβαρό τραυματισμό της υγείας και τον θάνατο της αποβιώσασας που προκλήθηκε από τις συνεχόμενες παράνομες πράξεις των εναγομένων 3, 4 & 6 δεν εντοπίζονται στην παρούσα, στοιχεία ακραίας, αλαζονικής ή καταπιεστικής συμπεριφοράς, σε βαθμό τέτοιο που να δικαιολογούν σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου η απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν δικαιολογείται. Τελική κατάληξη Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων 3, 4 & 6 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: Υπέρ του ενάγοντα 1
  3. €1.863,66 - ειδικές αποζημιώσεις όπως συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους ως ανωτέρω αναφέρεται.
  4. €5.965,30 - για απώλεια (bereavement) δυνάμει του άρθρου 58.8 του Κεφ.
  5. €50.000,00 - για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ζωή ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται.
  6. €4.536,25 - για απώλεια εξαρτωμένου δυνάμει του άρθρου 58.15 του Κεφ.
  7. Υπέρ του ενάγοντα 2
  8. €1.863,66 - ειδικές αποζημιώσεις όπως συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους ως ανωτέρω αναφέρεται.
  9. €5.965,30 - για απώλεια (bereavement) δυνάμει του άρθρου 58.8 του Κεφ.
  10. €50.000,00 - για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ζωή ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται.
  11. €4.536,25 - για απώλεια εξαρτωμένου δυνάμει του άρθρου 58.15 του Κεφ.
  12. Υπέρ του ενάγοντα 3
  13. €1.863,66 - ειδικές αποζημιώσεις όπως συμφωνήθηκαν από τους διαδίκους ως ανωτέρω αναφέρεται.
  14. €5.965,30 - για απώλεια (bereavement) δυνάμει του άρθρου 58.8 του Κεφ.
  15. €50.000,00 - για παραβίαση του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 7 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ζωή ως ανωτέρω αναλυτικά αναφέρεται.
  16. €4.536,25 - για απώλεια εξαρτωμένου δυνάμει του άρθρου 58.15 του Κεφ.
  17. Όλα τα πιο πάνω ποσά να φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Οι εναγόμενοι 3, 4 & 6 να επιβαρυνθούν επίσης με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.