← Κύπρος

ΚΟΥΛΑΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 5504/2013, 8/7/2019

ΚΟΥΛΑΣ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Αρ. Αγωγής: 5504/2013, 8/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5504/2013 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΚΟΥΛΑΣ
  2. XXXXX ΚΟΥΛΑ Ενάγοντες -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένη Αίτηση ημερομηνίας 08.04.2019 Ημερομηνία: 08.07.2019 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - αιτητή: κα Ε. Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο- καθ' ου η Αίτηση: κα Χρ. Πεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ EX TEMPORE Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος που οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 29.08.2013, αξιώνουν δηλωτικές και αναγνωριστικές αποφάσεις σε σχέση με την ακυρότητα και/ή παρανομία γραπτών συμφωνιών δανειοδότησης και άλλων συμφωνιών που συνδέονται με χρηματοδότηση που εξασφάλισαν, αξιώνοντας επιπρόσθετα αποζημιώσεις, τις οποίες εδράζουν σε διάφορες βάσεις. Στις 13.11.2013, η πλευρά των εναγόντων προχώρησε στην καταχώρηση έκθεσης απαίτησης ως προνοείται από τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, προβάλλοντας με λεπτομέρεια την απαίτηση τους. Στις 06.02.2013, καταχωρήθηκε από την πλευρά των εναγομένων η υπεράσπιση των τελευταίων, ενώ στις 13.12.2013, τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση εκ μέρους των εναγόντων της απάντησής τους στην υπεράσπιση των εναγομένων. Χρόνια αργότερα, ειδικότερα στις 08.04.2019, οι ενάγοντες προώθησαν, μονομερώς, την υπό συζήτηση αίτηση τους, στα πλαίσια της οποία αξιώνουν προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης ή/και πλειστηριασμού ακινήτων που περιλαμβάνονται και περιγράφονται στις υποθήκες Υ17751/07, Υ17752/07 και Υ7979/09 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείο Λευκωσίας. Περαιτέρω επιζητούν προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων που δρομολογήθηκε στη βάση των άρθρων 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, (Ν.9/1965), ως στο μεταξύ έχει τροποποιηθεί. Η ως άνω αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα αρ.1, ίδιας ημερομηνίας, δόθηκαν οδηγίες από το δικαστήριο όπως επιδοθεί στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Στο μεταξύ, οι ενάγοντες - αιτητές έχοντας εξασφαλίσει σχετική άδεια, προχώρησαν στις 19.04.2019 στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά την επίδοση της στους εναγομένους, οι τελευταίοι, στις 04.07.2019, προχώρησαν στην καταχώρηση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης. Αριθμός λόγων ένστασης προτάσσονται από την πλευρά της εναγόμενης - καθ' ης η αίτηση. Για σκοπούς πληρότητας μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα. Ειδικότερα, προκρίνεται από την πλευρά της ότι: «
  3. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στα πλαίσια της Ανταπαίτησης τους στην παρούσα Αγωγή. (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Οι αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  5. Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της. Ειδικότερα, το άρθρο 44Α παρέχει στον ενυπόθηκο δανειστή το δικαίωμα να προωθήσει παράλληλα τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA, το Μέρος VI ή με πολιτική αγωγή.
  6. Το αιτητικό που καταγράφεται στην Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει καθώς είναι δυσανάλογο και/ή υπέρμετρα επαχθές με το αποτέλεσμα που θα έχει για την Καθ' ης η Αίτηση, διότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η Καθ' ης η Αίτηση θα αποστερηθεί του δικαιώματος που της παρέχουν οι Συμβάσεις Υποθηκών, το Σύνταγμα και ο Νόμος 9/1965, με αποτέλεσμα το ισοζύγιο της ευχέρειας να γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  7. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα διατηρήσει αλλά θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo, με βάση το οποίο έχει παραχωρηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση δια των Συμβάσεων Υποθηκών, το δικαίωμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων.
  8. Οι Αιτητές δυνάμει των επίδικων Συμβάσεων Υποθηκών οι οποίες υπογράφηκαν και κατατέθηκαν προς όφελος και εις εξασφάλιση της Καθ' ης η Αίτηση, παραχώρησαν ανέκκλητα το δικαίωμα στην Καθ' ης η Αίτηση να πωλήσει τα επιβαρυμένα ακίνητα με οποιοδήποτε τρόπο επιθυμεί.
  9. Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει είναι γενικές και αόριστες και καταπιάνονται με άσχετα θέματα και/ή με θέματα που δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αγωγής, επομένως δεν αποσείουν το απαιτούμενο βάρος απόδειξης ώστε να εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες.
  10. Οι ισχυρισμοί αναφορικά με τη δανειοδότηση των Αιτητών σε ελβετικό φράγκο αφορούν στην ουσία της υπόθεσης και δεν θα εξετασθούν στο παρόν στάδιο. Εν πάση δε περιπτώσει, η Καθ' ης η Αίτηση τους απορρίπτει και ισχυρίζεται ότι ενημέρωσε δεόντως τους Αιτητές αναφορικά με τη δανειοδότησή τους σε ελβετικό φράγκο, στην οποία προέβησαν ελευθέρα βουλήσει.
  11. Η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν αποτελεί το κατάλληλο δικονομικό μέσο για εξέταση ισχυρισμών περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου 9/1965 καθώς (α) οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας και εξειδικευμένης αιτιολόγησης, (β) η εξέταση της κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητας δεν θα οδηγήσει στην επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς και (γ) η κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα δεν αποτελεί καν επίδικο ζήτημα της κυρίως αγωγής και ανταξίωσης.
  12. Η τιμή πώλησης του προτιθέμενου εις πλειστηριασμό ακινήτου τίθεται δια συγκεκριμένης νομοθετικά προβλεπόμενης διαδικασίας εκτιμήσεων και δεν εμφιλοχωρεί υποψία πώλησης του ακινήτου σε χαμηλότερη από την αξία του τιμή πώλησης.
  13. Δεν συντρέχει η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/ή τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα ανατρέψει, αλλά θα διατηρήσει το υφιστάμενο καθεστώς.
  14. Οι ισχυρισμοί που σχετίζονται με τη διαδικασία πλειστηριασμού και την κατάσταση λογαριασμού, αποτελούν αντικείμενο της Αίτησης-Έφεσης υπ' αρ. 108/2019, επομένως είναι καταχρηστικό και αντίθετο με την αρχή του δικαστικού προηγούμενου, να ζητείται εκ δευτέρου και/ή εκ νέου η εξέτασή τους από το παρόν Δικαστήριο». Ο ενάγοντας αρ.1, μέσω της μακροσκελούς ένορκης δήλωσης του που συνοδεύει την αίτηση, παραθέτει ουσιαστικά το υπόβαθρο των γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η αξίωση των εναγόντων, θέτοντας επίσης υπόψη του δικαστηρίου αριθμό τεκμηρίων και στοιχείων στα οποία παραπέμπει. Προκρίνει παράλληλα τους λόγους για τους οποίους, σύμφωνα πάντα με την πλευρά των αιτητών, η υπό συζήτηση αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Το αίτημα συνεπικουρεί και η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου προσώπου, ημερομηνίας 18.04.
  15. Την ένσταση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση κάποιου XXXXX Δημητρίου, ημερομηνίας 04.07.
  16. Ο εν λόγω ομνύων, αφού εξηγεί την εμπλοκή του στην υπόθεση, παραθέτει λεπτομέρειες για την εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση, επαναλαμβάνοντας και εξειδικεύοντας σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Παρέλκει αισθάνομαι, στο πλαίσιο της ex parte αυτής απόφασης, η αναγκαιότητα επανάληψης του περιεχομένου αυτούσιων των ως άνω δηλώσεων. Το δικαστήριο έχει εξετάσει με πολλή προσοχή στο σύνολο τους τις ως άνω ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως και τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν, λαμβάνοντας τα υπόψη, στο βαθμό πάντα που τούτο είναι αναγκαίο και επιτρεπτό σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις αγορεύσεις τους τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του δικαστηρίου, υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τούτο έπραξαν και διά ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δυο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά η πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides ν. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, Μ & M Transport ν. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. To ζήτημα δεν εξαντλείται εδώ. Ως η νομολογία υποδεικνύει, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση ως η υπό συζήτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, με δεδομένη πάντα τη δυνατότητα αντεξέτασης, ως προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Δυνατότητα που στην υπό συζήτηση περίπτωση τα μέρη δεν ενδιαφέρθηκαν τελικά να αξιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 148: «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Είναι γεγονός ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που ο νόμος και η νομολογία υποδεικνύουν ότι πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης - στον περιορισμένο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση - μέσω αυτής. Το δικαστήριο κατά την εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, θα πρέπει να προσδιορίσει τις αιτίες αγωγής που αποκαλύπτονται από τους ενάγοντες και τα συστατικά στοιχεία κάθε μιας από αυτές. Η εξέταση αυτή οφείλει να είναι αυτοτελής. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα, σελ. 124 «.δεν πρέπει να συγχέεται ή να συνδέεται με το δεύτερο κριτήριο του οποίου η εξέταση δεν εστιάζεται στα δικόγραφα αλλά σε κάτι άλλο.» δηλαδή κατά πόσον υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. (βλ. Κωνσταντίνου Λόρδος κ.α. ν. Πέτρου Σιακόλα Πολιτική Έφεση E143/2015, ημερ. 23.03.2017). Προσεγγίζοντας το ζήτημα του κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, εντοπίζεται το γεγονός ότι από την πλευρά τους προκρίνονται αξιώσεις που εδράζονται σε ειδικότερες και διάφορες βάσεις και αιτίες, όπως η ισχυριζόμενη ακυρότητα και παρανομία των συμφωνιών στη βάση των οποίων παραχωρήθηκαν τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους ενάγοντες, η αμφισβήτηση των χρεωστικών υπολοίπων, η διεκδίκηση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων ως απόρροια συγκεκριμένων συμπεριφορών που οι ενάγοντες αποδίδουν στους εναγόμενους. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με τις αρχές που διέπουν τη θεώρηση του ζητήματος της αποκάλυψης σοβαρού ζητήματος για συζήτηση σε αιτήσεις του είδους, φαίνεται ότι ικανοποιούν την πρώτη τουλάχιστον προϋπόθεση που η νομολογία θέτει, αποκαλύπτοντας συζητήσιμη υπόθεση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η δεύτερη προϋπόθεση που τίθεται για την επιτυχία αιτήματος ως το υπό συζήτηση, είναι η ανάγκη κατάδειξης από τον αιτητή κάτι περισσότερο από μιας απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά πάντως, κάτι πολύ λιγότερο από απόδειξη της υπόθεσής του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπως κατ' επανάληψη έχει υπογραμμιστεί, θα πρέπει με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχουν προσαχθεί ενώπιον του δικαστηρίου, αυτή να συγκεντρώνει κάποιες τουλάχιστον πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α., 1996 1(Α) Α.Α.Δ. 253). Σε κάθε περίπτωση, κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης ως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για τα ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Η έρευνα του δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω)). Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Των ως άνω λεχθέντων, δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του δικαστηρίου και ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980, όπου ειδικότερα για το ζήτημα υπεδείχθη πως: «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο». Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση και με δεδομένο το ανεπιθύμητο της αξιολόγησης και κατάληξης σε τελικά συμπεράσματα σε αυτό το στάδιο, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί η πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες που προκρίνουν. Δεν παραβλέπω τις υποδείξεις της πλευράς των καθ' ων η αίτηση, με ταυτόχρονη παραπομπή από μέρους τους σε διάφορα έγγραφα που για τον καταρτισμό τους ήταν εμφανής η σύμπραξη των εναγόντων, πλην όμως τούτο δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι στη βάση των στοιχείων που οι ενάγοντες τουλάχιστον προκρίνουν και επικαλούνται δεν εκλείπει παντελώς η πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων τους. Αντίθετα, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες - αιτητές έχουν υπερβεί του ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε υποθέσεις ως η υπό συζήτηση, για να καταδείξουν το ενδεχόμενο επιτυχίας σε κάποιες τουλάχιστον από τις θεραπείες που επιζητούνται. Ειδικότερα, παρά την προβολή συγκεκριμένων θέσεων εκ μέρους των εναγομένων, οι ενάγοντες - αιτητές προβάλλουν συγκεκριμένους ισχυρισμούς και θέσεις που έχουν να κάνουν με την ενδεχόμενη παρανομία ή ακυρότητα των διαφόρων συμβάσεων, ανεξάρτητα με τη συμπεριφορά τους ως αυτή αναδύεται από την όψη και μόνο διαφόρων εγγράφων στα οποία παραπέμπουν οι καθ' ων η αίτηση, θέσεις που το δικαστήριο συνειδητά αποφεύγει να σχολιάσει σε αυτό το στάδιο καταλήγοντας σε τελικά συμπεράσματα. Τούτα στην ώρα τους, κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται ή όχι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ότι διερευνάται για να κριθεί δικαιολογημένη και αναγκαία η έκδοση ενός διατάγματος ως τα υπό συζήτηση, είναι κατά ποσό στην περίπτωση που τελικά ένας ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Ομοίως, στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2), 2008 1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντας τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει ανικανοποίητη τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα - αιτητή. Είναι ωστόσο γεγονός πως εξετάζοντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Timberland Co
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791). Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου και έχοντας πάντα υπόψη ότι το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεση, θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να σημειωθεί ότι κανένα στοιχείο ή μαρτυρία τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των αιτητών, ικανά να καταδείξουν ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, η πλευρά των εναγόντων - αιτητών δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί. Στην υπό συζήτηση περίπτωση η επιδιωκόμενη εκποίηση αφορά καταστήματα και γραφεία. Πρόκειται για ακίνητα που οι αιτητές με τη βούληση τους έθεσαν ως ενυπόθηκη εγγύηση για την τυχόν ικανοποίηση οποιουδήποτε οφειλόμενου χρέους. Το γεγονός ότι πρόκειται για ακίνητα, από μόνο του, δεν είναι ικανό να καταδείξει ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα, αν χρειαστεί, χρηματικής αποτίμησης της αξίας τους. Είναι γεγονός πως από την πλευρά των αιτητών τέθηκε ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά αποτελούν αφερέγγυους πιστωτές και ως εκ τούτου, ως γίνεται τουλάχιστον κατανοητό, ελλοχεύει ο κίνδυνος τυχόν έκδοση τελικής απόφασης προς όφελός τους να παραμείνει ανικανοποίητη. Ωστόσο, η ως άνω θέση παρέμεινε γενική και αόριστη μη δυνάμενη ως τέτοια να υιοθετηθεί. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ικανό έστω να ενισχύσει την ως άνω εισήγηση των αιτητών. Κανένα στοιχείο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και εν γένει τη φερεγγυότητα της καθ' ης η αίτηση, το οποίο θα υποστήριζε τη θέση ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος των αιτητών, οι τελευταίοι δεν θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν λόγω αφερεγγυότητας της καθ' ης η αίτηση. Αντίθετα, στην υπό συζήτηση περίπτωση, ως τέθηκε και παρέμεινε στο τέλος της ημέρας αναντίλεκτο, η καθ' ης η αίτηση εταιρεία η οποία διαδέχθηκε την τράπεζα, παρουσιάζεται να είναι μια φερέγγυα εταιρεία τόσο σε χρηματικά αποθεματικά όσο και σε περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, κατά τρόπο που ως και η εισήγηση της πλευράς της, φαίνεται να της επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της σε περίπτωση που ήθελε εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος των αιτητών οποιαδήποτε δικαστική απόφαση, ικανοποιώντας πλήρως τους ενάγοντες - αιτητές. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του τελευταίου ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αν επιτύχουν στην αγωγή τους, δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Με δεδομένη την κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν ικανοποιούνται, σωρευτικά, οι ως άνω τρεις θεμελιακές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων ως τα αιτούμενα, παρέλκει η αναγκαιότητα να απασχολήσει το δικαστήριο το ευρύτερο ζήτημα, αν τελικά, υπό τις περιστάσεις πάντα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Συνακόλουθα, η αίτηση αναπόδραστα οδηγείται σε απόρριψη αφού η πλευρά των εναγόντων - αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό κρίση πάντα περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/1960 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα έξοδα της διαδικασίας, κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 412 παρ. 795 και 796) θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγόντων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή, θα καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. . (Υπ.) ........... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.