← Κύπρος

Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα, Αρ. Αγωγής: 747/86, 12/7/2019

Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα, Αρ. Αγωγής: 747/86, 12/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A350 Αρ. Αγωγής: 747/86 Μεταξύ: Federal Bank of Lebanon (SAL) Ενάγουσας και XXXXX Σιακόλα Εναγομένου Αίτηση ημερ. 5.7.19 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για κατάθεση μαρτυρίας που δόθηκε σε προηγούμενη διαδικασία Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2019 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Κυριάκος Μιχαηλίδης Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Ανδρέας Δημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της η ενάγουσα τράπεζα αιτείται απόφαση εναντίον του εναγομένου για διάφορα ποσά, δυνάμει τραπεζικών διευκολύνσεων που παρείχε στην Ελληνική εταιρεία Hellas Eurotrade Ltd και για τις οποίες σύμφωνα με την ενάγουσα, ο εναγόμενος παρείχε γραπτή εγγύηση. Η υπόθεση εκδικάστηκε από τον Κ. Κληρίδη ΠΕΔ (ως ήταν τότε) και εκδόθηκε απόφαση στις 15.9.2005. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε όμως την πιο πάνω απόφαση στις 18.7.2011 και διέταξε την επανεκδίκαση της αγωγής. (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα

(2011)1 ΑΑΔ 1422). Ακολούθησαν μετά την διαταγή για επανεκδίκαση, διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες τόσον ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου όσον και του ενώπιον του Εφετείου αναφορικά με την τροποποίηση των δικογράφων. Στην συνέχεια, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για επανεκδίκαση. Όπως ήταν φυσικό, δόθηκε προτεραιότητα στην υπόθεση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση της. Η παρούσα αίτηση Μετά την κατάθεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δύο μαρτύρων από πλευράς ενάγουσας, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία η ενάγουσα αιτείται τα πιο κάτω: (Α) Όπως η μαρτυρία, την οποίαν έδωσαν κατά την ακρόασιν της αγωγής υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν ενώπιον του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσία κ. Κώστα Κληρίδη, οι XXXXX Atamian και XXXXX Bechara, γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία κατά την επανακρόασιν της αγωγής υπό τον άνω τίτλον και αριθμόν. (Β) Όπως αντίγραφα των πρακτικών του Δικαστηρίου, τα οποία περιέχουν την δοθείσαν μαρτυρίαν υπό των XXXXX Atamian και XXXXX Bechara κατά την προηγουμένην ακρόασιν της ως άνω αγωγής ενώπιον του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσία κ. Κώστα Κληρίδη, κατατεθούν ως μαρτυρία κατά την επανακρόασιν της ως άνω αγωγής. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.30, Δ.48, θθ1, 2 και 3 επί του άρθρου 24 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, επί των άρθρων 30 και 35 του Συντάγματος και των άρθρων 6, 13 και 14 της Σύμβασης για προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου όπως επικυρώθηκε από τον κυρωτικό νόμο 39/
  1. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Farid Saab προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκη δήλωση, ο XXXXX Beshara εργοδοτείτο από την ενάγουσα τράπεζα στα γραφεία της στη Βηρυτό. Κατά τα επίδικα έτη 1975 και 1976, ήταν υπεύθυνος του τμήματος ανοίγματος πιστωτικών επιστολών της ενάγουσας. Αφυπηρέτησε από την ενάγουσα και μετανάστευσε το 1987 στον Καναδά. Η ακρόαση της παρούσας αγωγής ξεκίνησε ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις φορές. Για τον λόγο αυτό, ο προαναφερόμενος XXXXX Beshara ήρθε στην Κύπρο τρεις φορές με σκοπό να δώσει μαρτυρία. Η τελευταία φορά που έδωσε μαρτυρία ήταν στις 26.9.
  2. Η μαρτυρία του αφορούσε τις συναλλαγές που είχε με τον εναγόμενο αφού ο εν λόγω μάρτυρας κατά τους επίδικους χρόνους, ασχολείτο με την έκδοση και λειτουργία των πιστωτικών επιστολών που εκδόθηκαν από την ενάγουσα προς την Hellas Eurotrade. Ασχολείτο επίσης με τη δημιουργία των περιθωρίων σχετικά με το άνοιγμα των πιστωτικών επιστολών. Κατά την πιο πάνω μαρτυρία του, ο εν λόγω μάρτυρας υπέδειξε μεταξύ άλλων στο Δικαστήριο, αριθμό χρεωστικών και πιστωτικών ενταλμάτων πάνω στα οποία έθεσε την υπογραφή του και τα οποία είναι ήδη τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ανέφερε επίσης πως υπολογιζόταν ο τόκος καθυστερήσεως (delay interest) και περαιτέρω έδωσε μαρτυρία σχετικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στην υπογραφή των τεκμηρίων 72 και
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε κατά τον ομνύοντα και άλλη πολύτιμη μαρτυρία, η οποία στο παρόν στάδιο δεν είναι διαθέσιμη. Σήμερα πρέπει να είναι μεγάλης ηλικίας και διαμένει στον Καναδά. Ο ομνύοντας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει που ευρίσκεται ούτε ποια είναι η κατάσταση της υγείας του. Περαιτέρω, η μαρτυρία που έδωσε το 2001 δεν μπορεί να δοθεί εκ νέου και δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο που να μπορεί να αναφερθεί σε αυτά τα γεγονότα. Ακόμη ένας μάρτυρας που κατέθεσε στη διαδικασία το 2001 σε ηλικία 77 ετών, ήταν ο XXXXX Atamian. Ο εν λόγω μάρτυρας αφυπηρέτησε από την ενάγουσα το 1987 ως ανώτερος διευθυντής και μετανάστευσε στον Καναδά. Ήταν υπεύθυνος του τμήματος ξένου συναλλάγματος στην ενάγουσα τράπεζα. Στα πλαίσια των καθηκόντων του ήταν μεταξύ άλλων και το δικαίωμα υπογραφής ως δεύτερος υπογραφέας των εγγράφων της τράπεζας ώστε αυτά να καταστούν επίσημα. Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, ο εν λόγω μάρτυρας συνάντησε τον εναγόμενο αρκετές φορές. Στην διαδικασία του 2001, έδωσε μαρτυρία ως προς τας περιστάσεις που οδήγησαν στην υπογραφή του τεκμηρίου 14 αλλά και άλλων τραπεζικών εγγράφων όπως τα τεκμήρια 72 και
  4. Πρόκειται κατά τον ομνύοντα για σημαντική μαρτυρία και δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο που να μπορεί να καταθέσει σε σχέση με αυτά τα θέματα. Ήταν τέλος η θέση του ομνύοντα ότι μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου με τον Ν.32
(1)/2004, η ως άνω μαρτυρία πρέπει να επιτραπεί να παρουσιαστεί στη διαδικασία της παρούσας υπόθεσης διαφορετικά δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Η ειδοποίηση ένστασης Ο εναγόμενος καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα χωρίς να δοθεί καμία δικαιολογία για αυτό και ως εκ τούτου, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα δεν παρουσιάζει κανένα πειστικό λόγο γιατί να εγκριθεί το αίτημα της, δεδομένου ότι είχε πάρα πολύ χρόνο στο ενδιάμεσο να διενεργήσει προσπάθειες εντοπισμού των εν λόγω προσώπων και να τους παρουσιάσει στο Δικαστήριο, κάτι που δεν έπραξε. Ως εκ τούτου, το αίτημα είναι καταχρηστικό και καταπιεστικό καθώς προκαταλαμβάνει εξ απήνης τον εναγόμενο και του προκαλεί αδυναμία να προβάλει επαρκώς και αποτελεσματικά την υπεράσπισή του, έναντι της επιδιωκόμενης προς εισαγωγή μαρτυρίας. Επιπλέον, σε κανένα σημείο της αίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που την συνοδεύει δεν γίνεται ουσιαστική μνεία στους λόγους αδυναμίας προσκόμισης των προσώπων που φέρονται να προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις, στις οποίες αφορά η επιδιωκόμενη προς εισαγωγή μαρτυρία. Ούτε γίνεται αναφορά στην αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης μαρτυρίας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η επιδιωκόμενη προς εισαγωγή μαρτυρία είναι προφανώς και κατ΄ ουσία εξ ακοής. Ο τρόπος και το στάδιο κατά το οποίο η εν λόγω μαρτυρία επιχειρείται να εισαχθεί έχει ως απώτερο στόχο να στερήσει στον εναγόμενο την δυνατότητα αντεξέτασης των προσώπων που φέρονται να έχουν προβεί στις αρχικές δηλώσεις στις οποίες αφορά η εν λόγω μαρτυρία με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδικία εις βάρος του εναγόμενου και να καταστρατηγείται το δικαίωμά του να υπάρχει ισότητα των όπλων στην ακροαματική διαδικασία και κατ' επέκταση δίκαια δίκη. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης, η επιθυμία της ενάγουσας να παρουσιάσει την εν λόγω μαρτυρία, τείνει να συσκοτίσει τα θέματα παρά να τα διαφωτίσει καθώς το Δικαστήριο δεν θα έχει τη δυνατότητα να προβεί στην απαιτούμενη αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που φέρονται να προέβησαν στις αρχικές δηλώσεις στις οποίες αφορά η επιδιωκόμενη προς εισαγωγή μαρτυρία. Από την μαρτυρία την οποία επιχειρεί να προσκομίσει η ενάγουσα δεν θα είναι δυνατόν να εξαχθούν συμπεράσματα αξιοπιστίας και αξιολόγησης των συγκεκριμένων δηλώσεων ούτε και να δοθεί ουσιαστική βαρύτητα στην εν λόγω μαρτυρία. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι τυχόν αποδοχή της υπό κρίση μαρτυρίας, αποτελεί ουσιαστική παραβίαση του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, καταστρατηγεί την διαδικασία ως αυτή προβλέπεται από το εν λόγω άρθρο και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εμπίπτει στην εξαίρεση του άρθρου 24 για αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του XXXXX Μιτσίδη που είναι νομικός και διευθυντής της εσωτερικής νομικής υπηρεσίας του Συγκροτήματος Σιακόλα από το Σεπτέμβριο του
  1. Ως εκ της θέσης του, ισχυρίζεται ότι ασχολείται εκτενώς έκτοτε με τα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Έχει επίσης λάβει πληροφόρηση για τα γεγονότα από ανταλλαγή απόψεων με τον εναγόμενο και με τους δικηγόρους του, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό του. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ο ομνύοντας υιοθετεί και επαναλαμβάνει όλους τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Περαιτέρω, κάνει αναφορά στο μεγάλο χρονικό διάστημα στο οποίο έλαβε χώρα η μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην παρούσα με το αιτιολογικό από πλευράς ενάγουσας ότι θα ήταν ο μόνος μάρτυρας γεγονότων και ότι θα συμπύκνωνε όλη την μαρτυρία που δόθηκε στην προηγούμενη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που επιδιώκεται να προσαχθεί με την παρούσα αίτηση. Ο ομνύοντας παρέπεμψε στην μαρτυρία του Μ.Ε. 1 σύμφωνα με την οποία ουδέποτε έδωσε οδηγίες ή κατέβαλε ο ίδιος, ως διευθυντής της ενάγουσας τράπεζας, οποιεσδήποτε προσπάθειες για εντοπισμό των εν λόγω μαρτύρων. Τουναντίον, η ενάγουσα έρχεται εκ των υστέρων και μετά από την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της να αιτείται όπως κατατεθούν τα εν λόγω πρακτικά. Ήταν η θέση του ομνύοντα ότι για να είναι ορθή και δίκαιη η υποβολή μιας τέτοιας αίτησης θα έπρεπε η ενάγουσα να καταβάλει εύλογες προσπάθειες εντοπισμού και κλήσης των εν λόγω προσώπων. Εντούτοις, αυτό που επιχειρεί με την παρούσα αίτηση, είναι όπως χωρίς να καταβάλει οποιανδήποτε προσπάθεια να μετακινήσει το βάρος στον εναγόμενο για εντοπισμό και κλήση των εν λόγω μαρτύρων σε πολύ στενά χρονικά περιθώρια ώστε να είναι αδύνατον να επιτευχθεί τέτοια κλήση. Κατά τον ομνύοντα, ο Μ.Ε.1 επέλεξε να αναφερθεί στην μαρτυρία του σε μέρος των όσων λέχθηκαν από μέρους του κ. Atamian στην πρώτη εκδίκαση της υπόθεσης ενώ στα όσα είχαν λεχθεί από μέρους του κ. Bechara δεν αναφέρθηκε σχεδόν καθόλου. Επ' αυτών των σημείων αντεξετάστηκε ο Μ.Ε.
  2. Επιπλέον, επιχειρείται να απαντηθούν εκ των υστέρων και χωρίς η μαρτυρία αυτή να υπόκειται σε αντεξέταση, θέματα τα οποία εγέρθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 με τρόπο και μέθοδο που δεν θα επιτρέπεται η ουσιαστική αξιολόγηση, του κατά πόσον τέτοια επιδιωκόμενη προς εισαγωγή μαρτυρία, είναι ειλικρινής ή όχι. Στην παρούσα περίπτωση, η ενάγουσα επιχειρεί με εύσχημο τρόπο να αφοπλίσει τον εναγόμενο από τη δυνατότητα να προβεί σε αντεξέταση. Παραβλέποντας ότι η δυνατότητα παρουσίασης τέτοιας μαρτυρίας, προϋποθέτει την κατά το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου παρουσίαση της από το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω δήλωση ούτως ώστε να είναι δυνατή η αντεξέταση του. Ο ομνύοντας ανέφερε στην συνέχεια ότι τόσο από την γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 όσο και από την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να καταστεί σαφές το κατά πόσο τα πρόσωπα των οποίων γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί μαρτυρία, είναι εν ζωή. Ο ομνύων αναρωτήθηκε πως το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μαρτυρία προσώπων, τα οποία δεν γνωρίζει καν εάν είναι εν ζωή. Ο ομνύοντας ανέφερε τέλος ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα καταπατούσε τα δικαιώματα του εναγόμενου για δίκαιη Δίκη. Αυτό διότι όταν η ίδια η ενάγουσα χωρίς να καταβάλει οποιαδήποτε προσπάθεια έκρινε ότι θα είναι δύσκολο ή ακατόρθωτο να προσέλθουν οι εν λόγω μάρτυρες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τότε είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί δυνατή η κλήτευση τους για αντεξέταση από τον εναγόμενο αν η πλευρά του εναγόμενου το επιθυμεί. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσον προφορικά όσον και με κατάθεση γραπτού κειμένου αγόρευσης. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αγορεύσεις, προκειμένου να γίνουν πλήρως κατανοητές οι θέσεις των δύο πλευρών. Η αγόρευση του συνηγόρου για την ενάγουσα - αιτήτρια Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, αναφέρει ότι όντως τα αιτούμενα διατάγματα είναι σπάνια αφού δεν συμβαίνει συχνά να μην μπορεί κάποιος να καλέσει τους μάρτυρες του. Έκαμε αναφορά στην υπόθεση C&A Pelekanos Associates Ltd και Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 A.A.Δ.1273 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δέχθηκε παρόμοιο αίτημα. Όμως ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στην παρούσα, το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί από την πιο πάνω υπόθεση Pelekanos. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η πιο πάνω απόφαση Pelekanos δόθηκε πριν την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου. Με την τελευταία τροποποίηση όπου επιτράπηκε η εισαγωγή εξ' ακοής μαρτυρίας, το νομικό πλαίσιο έχει αλλάξει ώστε να δικαιολογείται η αποδοχή της αίτησης. Επιπλέον, ο συνήγορος έκαμε κριτική στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί το κοινοδίκαιο δυνάμει του άρθρου 29 (γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Ο συνήγορος έκαμε εκτεταμένη αναφορά στις αρχές του κοινοδικαίου επί του θέματος όπου κατά την άποψη του, επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιας μαρτυρίας όταν ισχύουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:
  1. Η διαδικασία είναι μεταξύ των ιδίων διαδίκων.
  2. Πρόκειται για τα ίδια επίδικα θέματα (same issues).
  3. Ο διάδικος, εναντίον του οποίου παρουσιάζεται η μαρτυρία, είχε κατά την προηγουμένην δίκην, πλήρη ευκαιρίαν αντεξέτασης.
  4. Ο μάρτυς είναι αδύνατον να κληθεί στην δευτέραν δίκην. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι στην παρούσα, ισχύουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Και οι δύο μάρτυρες είναι υπέργηροι στον Καναδά, με τους οποίους δεν υπήρξε επικοινωνία μετά την μαρτυρίαν τους το
  5. Δεν πρόκειται κατά τον συνήγορο για συνέχιση της Δίκης από άλλο δικαστή. Το αίτημα προς το Δικαστήριο είναι να δεχθεί μέσα στο πλαίσιο της νέας Δίκης και την μαρτυρίαν δύο μαρτύρων υπέργηρων ηλικίας περίπου 90 ετών που είναι κάπου στον Καναδά, αγνώστου καταστάσεως, διευθύνσεως, υγείας, κλπ. Ούτε που βρίσκονται στον Καναδά δεν γνωρίζει η ενάγουσα. Άρα η κλήτευση τους δεν είναι ούτε εύλογη ούτε εφικτή. Ο συνήγορος παρέπεμψε επιπλέον στο σύγγραμμα «Το Δίκαιον της Απόδειξης» των Ηλιάδη - Σάντη, όπου στην σελίδα 303 αναφέρεται ότι θα μπορούσε δυνάμει του κοινοδικαίου να κατατεθεί κατά την επανεκδίκαση μιας υπόθεσης, δήλωση μάρτυρα που είχε κατατεθεί κατά την πρώτη Δίκη με σκοπό να αξιολογηθεί ως εξ ακοής μαρτυρία δεδομένου ότι ο μάρτυρας δεν μπορεί ευλόγως να παρουσιαστεί στη νέα Δίκη. Αναφορικά με το ζήτημα της όποιας βαρύτητας θα μπορούσε να δοθεί στην εν λόγω δήλωση, αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης Τέλος, ο συνήγορος απέρριψε την θέση της ένστασης ότι η αίτηση έγινε καθυστερημένα. Ισχυρίστηκε ότι τώρα είναι ο κατάλληλος χρόνος αφού σήμερα επανεκδικάζεται η υπόθεση. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η πλευρά του εναγομένου, καθυστέρησε την υπόθεση για 8 χρόνια με αχρείαστες ενδιάμεσες αιτήσεις και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται να εγείρει ζητήματα καθυστέρησης και κατάχρησης της διαδικασίας. Η αγόρευση του συνηγόρου για τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση Ο συνήγορος για τον εναγόμενο στην δική του αγόρευση, αφού υιοθέτησε τους λόγους ένστασης, έκαμε στην συνέχεια αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης. Εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα είχε τα χρονικά περιθώρια να καταβάλει προσπάθειες εντοπισμού και κλήτευσης των εν λόγω μαρτύρων. Ωστόσο, επέλεξε όπως χωρίς να καταβάλει οποιανδήποτε προσπάθεια και λίγο πριν την ολοκλήρωσης της παρουσίασης της μαρτυρίας της να υποβάλει την παρούσα αίτηση. Είναι φανερό κατά τον συνήγορο ότι η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στο να απαντηθούν εκ των υστέρων και χωρίς η μαρτυρία να υπόκειται σε αντεξέταση, θέματα τα οποία εγέρθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 με τρόπο και μέθοδο που δεν θα επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας. Είναι επίσης φανερό ότι με την προσθήκη της αιτούμενης μαρτυρίας και με βάση τα όσα έχει αναφέρει ο ίδιος ο Μ.Ε.1 για την κατάσταση των μαρτύρων, δεν θα είναι δυνατή οποιαδήποτε κλήση τους προς αντεξέταση. Ο μάρτυρας υπέδειξε δηλώσεις του Μ.Ε.1 κατά την μαρτυρία σύμφωνα με τις οποίες ο Atamian όδευε προς το τέλος, άρα δεν μπορούσε να εξαρτάται για οτιδήποτε από εκείνον και ότι δεν μίλησε καθόλου με τον Bechara. Προκύπτει από τις πιο πάνω δηλώσεις ότι δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση από πλευράς ενάγουσας ότι οι προτιθέμενοι μάρτυρες Atamian και Bechara βρίσκονται εν ζωή ούτε υπάρχει καμία ένδειξη για το που βρίσκονται σήμερα καθώς και για το πως θα μπορεί να εξασφαλιστεί η παρουσία τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για σκοπούς αντεξέτασης. Αν αφεθεί να κατατεθεί η αιτούμενη μαρτυρία δεν θα υπάρχει τρόπος αξιολόγησης της, εφόσον η παρουσία των προσώπων αυτών είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα με την παρούσα αίτηση, ζητά από το Δικαστήριο την αποδοχή της κατάθεσης της πιο πάνω μαρτυρίας χωρίς καμία εξασφάλιση ότι θα είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, αντεξέταση. Καταστρατηγώντας έτσι τόσο την εξασφάλιση που παρέχει το πιο πάνω άρθρο στην υπεράσπιση όσο και την ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Ο συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία, σύμφωνα με την οποία η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Διερωτήθηκε δε, τι αξιολόγηση μπορεί να γίνει όταν είναι αδύνατον οι εν λόγω μάρτυρες να εντοπιστούν και αντεξεταστούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά τον συνήγορο, ένας επιπρόσθετος και βαρυσήμαντος λόγος γιατί η αίτηση αυτή δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, είναι διότι δεν εμπίπτει στην εξαίρεση που αφορά την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας δυνάμει του Άρθρου 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  6. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι εξ' ακοής μαρτυρία με βάση το κοινοδίκαιο, είναι δηλώσεις που γίνονται εκτός Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, τα πρακτικά δικαστικής διαδικασίας τα οποία περιέχουν δηλώσεις που έχουν κατατεθεί ενόρκως ενώπιον Δικαστηρίου όπως στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον είναι μαρτυρία η οποία λήφθηκε υπό όρκο και το πρόσωπο που προέβη στην δήλωση, έχει αντεξεταστεί. Στην πραγματικότητα, η ενάγουσα προσπαθεί κατά τον συνήγορο να εισαγάγει με συγκεκαλυμμένο τρόπο, πραγματική μαρτυρία ως εξ ακοής μαρτυρία. Αλλά ακόμη και εάν η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί θεωρηθεί ως εξ' ακοής, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αποδοχή της θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου αφού η κλήτευση και παρουσίαση των Atamian και Bechara για αντεξέταση θα ήταν αδύνατη και εκ των πραγμάτων θα στερούσε τόσο από τον εναγόμενο το δικαίωμα της αντεξέτασης αλλά και από το ίδιο το Δικαστήριο την δυνατότητα αξιολόγησης των μαρτύρων, στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος για προσαγωγή αυτής της μαρτυρίας θα καταπατούσε τα δικαιώματα του εναγόμενου για δίκαιη δίκη. Νομική πτυχή Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) με τον Νόμο 32(Ι)/2004, δόθηκε διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για αποδοχή εξ' ακοής μαρτυρίας. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ. 9, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από μόνο τον λόγο ότι αυτή είναι εξ' ακοής. Η έννοια της εξ' ακοής μαρτυρίας καθορίζεται στο το άρθρο 23 του Νόμου ως εξής: "εξ ακοής μαρτυρία" σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή. Η βαρύτητα της εξ' ακοής μαρτυρίας εξετάζεται στο τέλος της υπόθεσης, κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο. Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξ' ακοής μαρτυρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 9, μια σειρά από παράγοντες μεταξύ των οποίων και το κατά πόσον ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Ειδικότερα για το ζήτημα της κατάθεσης μαρτυρίας σε προηγούμενη διαδικασία, σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα στο οποίο με παρέπεμψε ο συνήγορος της ενάγουσας από το σύγγραμμα των Ηλιάδη - Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελ. 303: «Είναι επίσης δυνατόν να κατατεθεί κατά την επανεκδίκαση μιας υπόθεσης, δήλωση μάρτυρα που είχε κατατεθεί κατά την πρώτη δίκη με σκοπό να αξιολογηθεί ως εξ ακοής μαρτυρία δεδομένου ότι ο μάρτυς δεν μπορεί ευλόγως να παρουσιαστεί στη νέα δίκη, με το ζήτημα της όποιας βαρύτητας θα μπορούσε να δοθεί στη δήλωση αυτή να αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης (R v Shabir
(2012)EWCA Crim 2564). Είναι ως εκ τούτου αναγκαίο να αποδειχθεί ότι ο μάρτυρας δεν μπορεί εύλογα να παρουσιαστεί από τον διάδικο που προσφέρει την μαρτυρία, δεδομένου ότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μεταφερθεί χωρίς αιτιολογία, το βάρος στον αντίδικο να καλέσει ο ίδιος τον μάρτυρα για σκοπούς αντεξέτασης. Στην υπόθεση C&A Pelekanos Associates Ltd και Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 A.A.Δ.1273, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την κατάθεση μάρτυρα σε προηγούμενη διαδικασία με έμφαση στο στοιχείο της απουσίας αντεξέτασης, που αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα αξιολόγησης της μαρτυρίας. Είναι ορθή βέβαια η επισήμανση του συνηγόρου για την ενάγουσα ότι η πιο πάνω απόφαση Pelekanos, εκδόθηκε πριν την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου με τον Νόμο 32(Ι)/2004. Όμως, η τροποποίηση αυτή δεν καθορίζει άνευ άλλου αποδοχή της εξ' ακοής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ή όχι εξ' ακοής μαρτυρία. Στα πλαίσια αυτής της διακριτικής ευχέρειας, εξετάζεται και το κατά πόσον έγιναν γνήσιες προσπάθειες να εμφανιστούν οι μάρτυρες στο Δικαστήριο και επίσης το κατά πόσον η αδυναμία προσέλευσης, επηρεάζει το δικαίωμα κλήσης από τον αντίδικο για αντεξέταση, η οποία είναι σημαντικής βαρύτητας ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Έχει επιπλέον νομολογηθεί ότι οι δηλώσεις προσώπων που απεβίωσαν δεν μπορεί να θεωρηθούν εξ' ακοής μαρτυρία δυνάμει του Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) με τον Νόμο 32(Ι)/2004, καταργήθηκε το άρθρο 4 το οποίο προνοούσε την παρουσίαση έγγραφης μαρτυρίας χωρίς την ανάγκη εμφάνισης του προσώπου που την σύνταξε όταν αυτό είχε αποβιώσει εν τω μεταξύ. Έτσι παρέμενε προς εξέταση το ζήτημα κατά πόσον τα έγγραφα αυτά θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ευρύτερη έννοια της εξ' ακοής μαρτυρίας, αποδοχή της οποίας επιτρέπεται πλέον, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει ο Περί Αποδείξεως Νόμος όπως τροποποιήθηκε. Την λύση στο ζήτημα έδωσε η απόφαση Muskita Alumin. Ind. Ltd κ.ά. v. Alsako Alumin. Ltd κ.ά. (Αρ. 2)
(2009)1 Α.Α.Δ. 1481, στην οποία νομολογήθηκε ότι έγγραφα που έγιναν από αποβιώσαντες δεν καλύπτονται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.32(Ι)/04 που επέτρεψε την αποδοχή εξ' ακοής μαρτυρίας. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση αυτή. « Από τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 32
(1)/04, καθίσταται σαφές ότι η εξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση, ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Επομένως ορθά έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η χειρόγραφη σημείωση που αποδιδόταν στον αποβιώσαντα Γεώργιο Μουσκή δεν μπορούσε να παρουσιαστεί ως μαρτυρία για το αληθές του περιεχομένου της. Το άρθρο 4 του Κεφ. 9, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 32(Ι)/04, που επέτρεπε την παρουσίαση εγγράφων χωρίς την ανάγκη να κληθεί το πρόσωπο που το σύνταξε όταν αυτό ήταν εκτός της Δημοκρατίας ή αποβιώσας, καταργήθηκε με το Ν. 32
(1)/
  1. Επομένως ορθά το δικαστήριο δεν επέτρεψε την εν λόγω μαρτυρία.» Είναι ως εκ τούτου σαφές ότι για να γίνει αποδεκτή η δήλωση προσώπου σε προηγούμενη διαδικασία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο αυτό είναι εν ζωή ώστε να δίνεται η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να τον κλητεύσει για αντεξέταση. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είναι σαφές ότι ο πρώτο στοιχείο που πρέπει να διερευνηθεί είναι το κατά πόσον οι μαρτυρία που επιχειρείται να προσαχθεί, συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία στα πλαίσια που καθορίζει ο Περί Αποδείξεως Νόμος. Ο συνήγορος του εναγομένου ισχυρίστηκε ότι δεν συνιστά εξ' ακοής μαρτυρία γιατί πρόκειται για μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Όταν το άρθρο 23 του Κεφ. 9 που δίνει τον ορισμό της εξ' ακοής μαρτυρίας αναφέρεται σε δηλώσεις που έγιναν εκτός Δικαστηρίου, εννοεί δηλώσεις εκτός της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας, στην οποία επιχειρείται η εισαγωγή της μαρτυρίας. Δεν εννοεί κάθε δήλωση που γίνεται σε οιονδήποτε Δικαστήριο. Το γεγονός ότι καταθέσεις μαρτύρων σε προηγούμενες διαδικασίες εμπίπτουν στον όρο της «εξ' ακοής μαρτυρίας» του Κεφ. 9, προκύπτει και από την προαναφερθείσα νομολογία αλλά και από το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Ηλιάδη - Σάντη (ανωτέρω). Δεν ισχύει ως εκ τούτου η θέση του συνηγόρου για τον εναγόμενο ότι η μαρτυρία που επιχειρείται να προσαχθεί δεν συμπεριλαμβάνεται στον όρο της εξ' ακοής μαρτυρίας όπως αυτός καθορίζεται στον Περί Αποδείξεως Νόμο επειδή οι δηλώσεις αυτές έγιναν ενώπιον Δικαστηρίου. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι αν η ενάγουσα προέβη σε εύλογες προσπάθειες να ανακαλύψει που βρίσκονται οι μάρτυρες αυτοί, προκειμένου να τους τους καλέσει να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι προέβηκε σε τέτοιες ενέργειες. Αντιθέτως, τόσον από την ένορκη δήλωση της αίτησης όσον και από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 στην παρούσα διαδικασία, είναι σαφές ότι η ενάγουσα θεωρεί ότι λόγω μεγάλης ηλικίας και απόστασης, είναι αδύνατο να καταθέσουν τα εν λόγω άτομα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ούτε δόθηκε καθόλου μαρτυρία αν έγινε προσπάθεια να εντοπιστούν, προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανότητα να έρθουν στην Κύπρο για να καταθέσουν. Αντιθέτως, ο Μ.Ε.1 δεν είναι σίγουρος αν βρίσκονται σήμερα στην ζωή. Για τον ένα ειδικά από τους δύο όταν του μίλησε πριν από καιρό, ανέφερε ότι όδευε προς το τέλος. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι καθοριστική και συνηγορεί προς την απόρριψη του αιτήματος. Από την στιγμή που δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι στη ζωή, ιδιαίτερα στην παρούσα όπου υπάρχει κατά την ενάγουσα σοβαρό ενδεχόμενο να έχουν πεθάνει, δεν μπορεί να υπάρξει εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία τους είναι εξ' ακοής στα πλαίσια του Κεφ.
  2. Αυτό γιατί όπως προαναφέρθηκε, οι δηλώσεις αποβιωσάντων δεν συνιστούν εξ' ακοής μαρτυρία σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Αποδείξεως Νόμου όπως έχει τροποποιηθεί ούτε μπορούν να κατατεθούν ως μαρτυρία με οιονδήποτε τρόπο. Η ενάγουσα όφειλε κατά την κρίση μου να προσαγάγει ικανοποιητική μαρτυρία ότι τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται εν ζωή και να παρουσιάσει επίσης επαρκείς λόγους γιατί δεν μπορούν να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου προκειμένου να καταθέσουν. Η ενάγουσα απέτυχε και στις δύο πιο πάνω υποχρεώσεις της. Αντιθέτως με το υλικό που προσκόμισε στην παρούσα αίτηση αλλά και την αγωγή, είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να προβεί σε εύρημα κατά πόσον τα πρόσωπα αυτά είναι εν ζωή, ώστε οι δηλώσεις τους στην προηγούμενη Δίκη να εμπίπτουν στην έννοια της εξ' ακοής μαρτυρίας. Υπάρχει ως εκ τούτου σοβαρή αμφιβολία κατά πόσον οι εν λόγω δηλώσεις συνιστούν εξ' ακοής μαρτυρία, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι τα εν λόγω πρόσωπα βρίσκονται στην ζωή. Αλλά ακόμη και να δεχόμουν ότι οι εν λόγω δηλώσεις συνιστούν εξ' ακοής μαρτυρία και πάλιν η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα ασκείτο εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Είναι σαφές από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε ικανοποιητικές προσπάθειες για να προσκομίσει προφορική μαρτυρία από τους εν λόγω μάρτυρες. Θεώρησε εξ' αρχής ως δεδομένο ότι δεν μπορούν να καταθέσουν και μάλιστα πιθανόν να μην είναι στην ζωή. Καμία προσπάθεια δεν έγινε για να διαπιστωθεί που διαμένουν και αν έχουν πρόθεση να καταθέσουν προφορικά. Από τα πιο πάνω, είναι επίσης σαφές ότι αν εγκριθεί η αίτηση θα είναι ακόμη πιο δύσκολο για τον εναγόμενο να εξεύρει αυτούς του μάρτυρες και να τους καλέσει στο Δικαστήριο για να τους αντεξετάσει από την στιγμή που η ίδια η ενάγουσα αδυνατεί να πράξει κάτι τέτοιο. Με τον τρόπο όμως αυτό θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του εναγομένου αφού θα κατατεθεί μαρτυρία στο Δικαστήριο για την οποία δεν θα μπορεί να αντεξετάσει. Στην υπόθεση Pelekanos (ανωτέρω) λέχθηκε ότι αν αφεθεί να δοθεί τέτοια μαρτυρία από "άψυχο χαρτί" χωρίς αντεξέταση δεν θα υπάρχει τρόπος αξιολόγησης της. Δημιουργείται σε αυτή την περίπτωση κενό, που συνιστά ανάσχεση της λειτουργίας της δικαιοσύνης. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με τον ορισμό της εξ' ακοής μαρτυρίας του άρθρου 23 του Κεφ. 9, αυτή αφορά δηλώσεις που συνιστούν μαρτυρία προς απόδειξη του των όσων αναφέρονται σε αυτές. Είναι άνευ σημασίας κατά την γνώμη μου το γεγονός ότι η βαρύτητα της μαρτυρίας θα εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο δυνάμει του άρθρου 27 του Κεφ.
  3. Αν ήταν έτσι τα πράγματα θα γινόταν αποδεκτή οιαδήποτε εξ' ακοής μαρτυρία και θα αξιολογείτο η αποδεικτική της αξία, στο τέλος της Δίκης. Δεν ήταν όμως αυτός ο σκοπός του νομοθέτη κατά την τροποποίηση του Δικαίου της απόδειξης. Η αποδοχή της εξ' ακοής μαρτυρίας εξακολουθεί να αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο λαμβάνει κυρίως υπόψιν στην απόφαση του, τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ηλιάδη - Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελ. 325 παρ. 6 υπό τον τίτλο, "Εξ' ακοής μαρτυρία και ορθή απονομή της δικαιοσύνης". Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ακόμη και στην περίπτωση που οι επίδικη μαρτυρία είναι εξ' ακοής με την έννοια ότι οι προτιθέμενοι μάρτυρες βρίσκονται στην ζωή, ότι και πάλιν η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτό γιατί αποδοχή υπό οιεσδήποτε συνθήκες των εν λόγω καταθέσεων ως μαρτυρίας στην παρούσα αγωγή, θα παραβίαζε τα δικαιώματα του εναγομένου αφού θα τους στερήσει το δικαίωμα αντεξέτασης επί των δηλώσεων αυτών, δεδομένου ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου είναι σαφές ότι η παρουσία τους στο παρόν Δικαστήριο δεν θα είναι εφικτή για σκοπούς αντεξέτασης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.