← Κύπρος

ASTROBANK LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 60/2018, 9/7/2019

ASTROBANK LIMITED ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 60/2018, 9/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, A.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 60/2018 Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, και τους τροποποιητικούς Νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, Άρθρα 80, 81 και 85 και Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» Άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ Μεταξύ: ASTROBANK LIMITED Εφεσείουσας-Αιτήτριας και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  2. Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) υπό εκκαθάριση, διά του Εκκαθαριστή της
  3. XXXXX Μούζουρου Εφεσίβλητων-Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- 9 Ιουλίου,
  4. Για τους Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Φωκά για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 1 : κα Παπαδοπούλου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση 3: Ο ίδιος αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση-Έφεσή τους οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου δια της οποίας να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή άνευ οποιουδήποτε νομικού και/ή δεσμευτικού αποτελέσματος και/ή δια της οποίας το Δικαστήριο να προβεί στην ακύρωση της Απόφασης του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 23/01/2018 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 127/2016, Τεκμήριο Α της παρούσας. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η Απόφαση του Διευθυντή και/ή του Ανώτερου Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση ημερομηνίας 23/01/2018 με Αρ. Φακ. ΑΕΑ 127/2016, Τεκμήριο Α της παρούσας, με την οποία ειδοποιεί για την μεταβίβαση ακινήτου επ' ονόματι του Εφεσίβλητου/Καθ'ου η Αίτηση 3 δυνάμει σύμβασης ενώ το ακίνητο βαρύνεται από τις υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 προς όφελος και/ή εξασφάλιση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο Νόμος Ν.142(Ι)/2014δυνάμει του οποίου προστέθηκε το Μέρος VIA στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου (Ν. 9/1965), να κηρύσσεται ως Αντισυνταγματικός. Οι Αιτητές προβαίνουν στο αίτημά τους αυτό, στη βάση των δεκαεπτά λόγων έφεσης που τέθηκαν στο σώμα της Αίτησης. Ως προς το νομικό της υπόβαθρο, η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 65Λ, 80, 81 και 85 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, ως αυτός τροποποιήθηκε με τους νόμους 3/60 μέχρι 155(Ι)/2013, στα Άρθρα 2, 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ του Μέρους VIB «Προστασία Αγοραστών» και του Άρθρου 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (9/1965), ως αυτός τροποποιήθηκε, στα Άρθρα 21, 22, 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, ως τροποποιήθηκαν, συμπεριλαμβανομένου χωρίς περιορισμό στους κανονισμούς 5, 6, 7, 15 και 17, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015 (Κ.Δ.Π. 298/2015), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 25, 26, 28, 29, 30, 33 και 35, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που έχει κυρωθεί με τον κυρωτικό νόμο Ν. 39/62, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, Άρθρο 220 και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η Αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Λοϊζίδου, ημερομηνίας 16.2.2018, στην οποία αναφέρεται με λεπτομέρεια στα γεγονότα που αφορά η παρούσα διαδικασία και τους λόγους για τους οποίους ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως, μεταξύ άλλων, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει:
  5. ...................................
  6. ...................................
  7. Η σχέση μεταξύ της Εφεσείουσας και της Εφεσίβλητης 2 άρχισε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 2002 με την παροχή Πιστωτικών Διευκολύνσεων υπό την μορφή Τρεχούμενου Λογαριασμού και Δανείου Τακτής Προθεσμίας. Αργότερα τον ίδιο χρόνο, στις 29/10/2002 δόθηκαν στην Εφεσίβλητη 2 περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, το όριο Υπεραναλήψεως του Τρεχούμενου Λογαριασμού αυξήθηκε, μετά από συμφωνία μεταξύ των μερών, στο ποσό των €256.290,21, παραχωρήθηκε Δάνειο Τακτής Προθεσμίας για το ποσό των €2.802.106,36 και διάφορες εγγυητικές επιστολές που θα δίδονταν για σκοπούς έκδοσης τίτλων. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 29/10/2002 στην οποία φαίνονται όλες οι εγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς επίσης και οι εξασφαλίσεις που θα δίνονταν.
  8. Ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 2, προς εξασφάλιση όλων των πιο πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε προς όφελος της Εφεσείουσας, μεταξύ άλλων, την Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου υπ' αριθμό Υ10146/2002 ημερομηνίας 31/10/2002 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας για το ποσό των Λ.Κ. 350.000 πλέον τόκους. Η εν λόγω Υποθήκη αφορούσε το ακίνητο υπ' αρ. Εγγραφής Ε1XX7, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο 1XX2, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό Υ10146/
  9. Τον Μάρτιο του 2004, η Εφεσείουσα/Αιτήτρια παραχώρησε προς όφελος της Εφεσίβλητης 2 επιπλέον πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή παραχώρησε επιπλέον όριο στον Τρεχούμενο Λογαριασμό Υπεραναλήψεως που αναφέρεται ανωτέρω, εγκρίνοντας στις 8/3/2004 την αύξηση του ορίου από €256.290,21 σε €854.300,
  10. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 4 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 8/3/2004 στην οποία φαίνεται η έγκριση της αύξησης του προαναφερόμενου ορίου καθώς και δύο νέων δανείων.
  11. Προς περαιτέρω εξασφάλιση για τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 4 πιο πάνω, η Εφεσίβλητη 2 παραχώρησε επιπλέον εξασφάλιση προς όφελος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, την Β σειράς Υποθήκη υπ' αριθμό 2430/2004 για το ποσό των Λ.Κ. 76.000 πλέον 7% κυμαινόμενο τόκο επί του ακινήτου με αρ. Εγγραφής Ε1XX7, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο 1XX2, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο ήταν ιδιοκτησία το όλο της Εφεσίβλητης 2 και υποθηκεύτηκε το όλο μερίδιο. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκευσης Ακινήτου υπ' αριθμό Υ2430/
  12. Στις 24/9/2010 στα πλαίσια αναχρηματοδότησης της Εφεσίβλητης 2 και/ή αναπροσαρμογής της συμβατικής της μεταξύ των μερών σχέσης η Εφεσείουσα ενέκρινε την τροποποίηση των πιστωτικών διευκολύνσεων. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 6 την επιστολή έγκρισης ημερομηνίας 24/9/
  13. Ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 6, προς περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν προς όφελος της Εφεσίβλητης 2, παραχωρήθηκε από την Cyproperties Developments & Constructions Ltd εγγύηση για το ποσό των €160.000 η οποία θα κάλυπτε όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εγκρίθηκαν από την Εφεσείουσα στις 24/9/
  14. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 7 το Εγγυητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 24/9/2010 με το οποίο η Cyproperties Developments & Constructions Ltd εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εφεσίβλητης 2 προς την Εφεσείουσα. Οι Υποθήκες Υ10146/2002 και Υ2430/2004 θα συνέχιζαν σύμφωνα με το Τεκμήριο 6, να εξασφαλίζουν όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η Εφεσίβλητη
  15. Ένεκα της μη συμμόρφωσης της Εφεσίβλητης 2 με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ως αυτές απορρέαν από τις κατά καιρούς συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Εφεσείουσα, και ένεκα του γεγονότος ότι οι λογαριασμοί της Εφεσίβλητης 2 παρουσίαζαν καθυστερήσεις, η Εφεσείουσα με επιστολές της ημερομηνίας 8/3/2012 τερμάτισε τη λειτουργία των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης
  16. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 8 δέσμη των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 8/3/
  17. Πριν τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων η Εφεσείουσα απέστειλε διάφορες προειδοποιήσεις προς την Εφεσίβλητη 2 με τις οποίες η τελευταία δεν συμμορφώθηκε. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 9 δέσμη προειδοποιητικών επιστολών.
  18. Ως εκ των ανωτέρω, η Εφεσείουσα καταχώρησε στις 6/10/2014 την υπ' αριθμό 5528/2014 αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με την οποία αξιώνει τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της Εφεσίβλητης 2 καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο των εν λόγω Υποθηκών υπ' αριθμούς Υ10146/2002 και Υ2430/
  19. Την 1/7/2016, ως με πληροφορούν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας, Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ, ενώ η εν λόγω αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση, οι δικηγόροι της Εφεσίβλητης 2 αποσύρθηκαν και η αγωγή επαναορίστηκε για Οδηγίες με σκοπό να διορίσει νέους δικηγόρους η Εφεσίβλητη
  20. Ως μας ενημέρωσαν οι δικηγόροι μας και πιστεύω, ένας από τους λόγους που οδήγησε τους δικηγόρους της Εφεσίβλητης 2 στην απόσυρση από την αγωγή 5528/2014 είναι το γεγονός ότι την 22/1/2016 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της αίτησης Εκκαθάρισης υπ' αριθμό 862/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με το οποίο διατάσσεται η εκκαθάριση της Εφεσίβλητης 2 και η περιουσία της Εφεσίβλητης 2 περιήλθε στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 10 το Διάταγμα Εκκαθάρισης της Εφεσίβλητης 2 ημερομηνίας 22/1/
  21. Το εν λόγω Διάταγμα εκκαθάρισης της καθ' ής η Αίτηση 2, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 20/1/
  22. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 11 την εν λόγω δημοσίευση.
  23. Ενόψει των πιο πάνω, στις 24/8/2016 η Εφεσείουσα καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου για συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή 5528/2014 αλλά και της Έφεσης 357/16 (της οποίας τα γεγονότα είναι παρόμοια με την παρούσα). Το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας στην Αγωγή 5528/2014 αλλά και της Έφεσης 357/16 στις 23/12/2016 το οποίο επισυνάπτω ως Τεκμήριο
  24. Εν τω μεταξύ, η Εφεσείουσα έλαβε στις 15/11/2017 ειδοποίηση υποβολής ένστασης δυνάμει του άρθρου 44ΚΒ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου ήτοι, ειδοποίηση τύπου «ΙΕ», που έφερε ημερομηνία 10/11/
  25. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας καλούσε την Εφεσείουσα όπως εντός 45 ημερών υποβάλει ένσταση στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αρ. Εγγραφής 0/1XXX0 Φυλ./Σχ. 21/47Ε1, Τεμάχιο 1XX2 στην Παναγιά επ' ονόματι του XXXXX Μούζουρου (Α.Δ.Τ. XXXXX7664), Εφεσίβλητου 3, ή να προβεί σε αίτηση μεταφοράς της εξασφάλισης που κατέχει επί του εν λόγω ακινήτου σε άλλο ακίνητο το οποίο ήθελε υποδείξει προς το Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στην εν λόγω ειδοποίηση γίνεται αναφορά στην αίτηση του Εφεσίβλητου 3 για μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου επ' ονόματι του δυνάμει του ΠΩΕ58/16, η οποία φέρει αριθμό ΑΕΑ127/
  26. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 13 την ειδοποίηση υποβολής ένστασης Τύπος «ΙΕ» ημερομηνίας 10/11/
  27. Οι υποθήκες οι οποίες δόθηκαν προς όφελος της Εφεσείουσας επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής Ε1XX7, Φυλ./Σχ. ΧΧΙ/47W.Ι47.E.1, Τεμάχιο 1XX2, στη Παναγιά της Επαρχίας Λευκωσίας είναι προγενέστερες και συγκεκριμένα προηγούνταν όλων των εγγεγραμμένων επιβαρύνσεων, συμπεριλαμβανομένου και του ΠΩΕ58/
  28. Δηλαδή, όπως προκύπτει και από την έρευνα η οποία επισυνάπτεται πιο κάτω ως Τεκμήριο 14Α, η Εφεσείουσα κατείχε την προνομιούχο πρώτη θέση σε περίπτωση εκποίησης του ενυπόθηκου και επιβαρυμένου ακινήτου.
  29. Ως εκ τούτου και λόγω της πιο πάνω εξέλιξης που ήρθε εις γνώση της Εφεσείουσας, η Εφεσείουσα ασκώντας τα σχετικά της δικαιώματα ως αυτά απορρέουν από το Μέρος VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (9/1965), για τα οποία με πληροφορούν οι δικηγόροι μας, στις 14/12/2017 απέστειλε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας επιστολή. Δια της επιστολής της, η Εφεσείουσα πρόβαλε την ένσταση της στην υλοποίηση της μεταβίβασης του ακινήτου, την οποία υποστήριξε με Ένορκη Δήλωσή μου και επισυνημμένα σχετικά τεκμήρια. Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 14 την επιστολή της Εφεσείουσας ημερομηνίας 14/12/2017 μαζί με την Ένορκη Δήλωση και τα σχετικά τεκμήρια που αναφέρονται ανωτέρω.
  30. Περαιτέρω, παρουσιάζω και καταθέτω ως Τεκμήρια 15Α-14Β, τα ακόλουθα έγγραφα που συντείνουν στην τεκμηρίωση της θέσης της Εφεσείουσας περί ατεκμηρίωτης και/ή λανθασμένης και/ή αυθαίρετης απόφασης εκ μέρους του Εφεσίβλητου 1: i. Επίσημο Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερ. 17/01/2018 σε σχέση με το υπό κρίση ενυπόθηκο ακίνητο της Cyproperties Constructions Ltd (HE 76527) που ζητείτε η μεταβίβαση (Τεκμήριο 15Α) ii. Κατάσταση Λογαριασμού με το παραμένον οφειλόμενο ποσό χρέους της Cyproperties Constuctions Ltd (HE 76527) δυνάμει των προς όφελος της Εφεσείουσας Υποθηκών Υ10146/02 & Υ2430/04 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. (Τεκμήριο 15Β)
  31. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ακόμα τέσσερις

(4)Εφέσεις, οι υπ' αριθμό 357/16, 72/2017, 73/2017 και 74/2017 οι οποίες έχουν τα ίδια γεγονότα με τη παρούσα. Στις εν λόγω Εφέσεις εκτός από την Ένσταση στην μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι άλλων αγοραστών είχε υποβληθεί από τους Δικηγόρους της Εφεσείουσας προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, προτεινόμενος τρόπος θεραπείας της Εφεσείουσας στην περίπτωση που επιτρεπόταν η εν λόγω παράτυπη μεταβίβαση. Ήτοι η Εφεσείουσα πρότεινε την μεταβίβαση και/ή μεταφορά της υποθήκης της επί άλλου ακινήτου της Οφειλέτιδας και/ή του εγγυητή της ως οι πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτου Νόμου (Ν.9/1965). Στη συνέχεια οι δικηγόροι της Εφεσείουσας πρότειναν την μεταφορά της υποθήκης της Εφεσείουσας σε ένα από τα ακίνητα της Εγγυήτριας εταιρείας Cyproperties Developments & Constructions Ltd (HE 272442), αίτημα το οποίο δεν έκανε αποδεκτό ο Διευθυντής του Κτηματολογίου, σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις δίνοντας κάθε φορά διαφορετική αιτιολογία.
  1. Εν πάση περιπτώσει μια ενδεχόμενη μεταφορά της Υποθήκης σε άλλο ακίνητο, ενδεχομένως να μετρίαζε την έκταση ζημιάς της Εφεσείουσας. Σε κάθε περίπτωση όμως η ζημιά δεν θα θεραπευόταν εξ ολοκλήρου αφού θα χανόταν η σειρά της εξασφάλισης της Εφεσείουσας σε ενδεχόμενη μεταφορά της υποθήκης.
  2. Επίσης, ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της Εφεσείουσας και πιστεύω, η όποια μεταβίβαση και/ή μεταφορά του ακινήτου και/ή της υποθήκης επί του ακινήτου της Εφεσίβλητης 2 θα ήταν παράνομη και/ή κατά παράβαση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 αφού θα ήταν σε σύγκρουση με το άρθρο 220 αυτού, εφόσον η Εφεσίβλητη 2 ήταν υπό το καθεστώς εκκαθάρισης κατά την ημερομηνία υποβολής της Αίτησης μεταβίβασης και/ή κοινοποίησης της απόφασης του Διευθυντή.
  3. Ένεκα των ανωτέρω, η Εφεσείουσα στην παρούσα δεν προέβηκε σε αίτηση μεταφοράς των υποθηκών επί άλλου ακινήτου της Εφεσίβλητης 2 αφού εναντίον της εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης (τεκμήριο 10 ανωτέρω) και οποιαδήποτε μεταφορά δεν θα ήταν εφικτή, ως μας είχαν συμβουλεύσει οι Δικηγόροι της Εφεσείουσας. Συνεπώς, αφού η Εφεσίβλητη 2 βρίσκεται υπό το καθεστώς εκκαθάρισης και εναντίον της εκδόθηκε Διάταγμα Εκκαθάρισης, η Εφεσείουσα δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει τα συμφέροντα της διαφορετικά. Περαιτέρω η Εφεσείουσα δεν προέβηκε ούτε σε αίτηση μεταφοράς των υποθηκών επί ακινήτου του εγγυητή της Εφεσίβλητης 2 καθώς τέτοιο αίτημα είχε προταθεί από την Εφεσείουσα στις προγενέστερες Ενστάσεις χωρίς όμως να γίνει αποδεκτό από τον Διευθυντή, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω.
  4. Ως με έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι της Εφεσείουσας και πιστεύω, έχουν τηρηθεί όλες οι πρόνοιες του Μέρους VIB του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 για την υποβολή ένστασης στην μεταβίβαση του ακινήτου υπ' αριθμό 0/
  5. Περαιτέρω ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι της Εφεσείουσας και πιστεύω, η Τράπεζα ήταν σε συμμόρφωση με τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της για προσκόμιση των αναγκαίων στοιχείων και συγκεκριμένα παρείχε στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όλα τα αναγκαία έγγραφα για σκοπούς εξέτασης και τεκμηρίωσης της υποβολής ένστασης στην μεταβίβαση.
  6. Παρά την τήρηση των πιο πάνω αναφερθέντων προνοιών, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας απέστειλε στους δικηγόρους της Εφεσείουσα επιστολή ημερομηνίας 23/01/2018 και με την οποία τους ενημέρωνε ότι η ένσταση της Εφεσείουσας στην μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/1XXX0, Φ/Σχ. 21/47Ε1, τεμάχιο 1XX2 στην Παναγιά στην Επαρχία Λευκωσίας δεν γίνεται αποδεχτή προβάλλοντας τους εξής λόγους:-
  7. Οι λόγοι που αναφέρονται στην ένσταση της Εφεσείουσας σύμφωνα με το Νόμο 9/1965, δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στην μεταβίβαση του ακινήτου και
  8. Η κατάθεση της σύμβασης πώλησης έγινε δεκτή στο Κτηματολόγιο στις 01/02/2016 επειδή τηρήθηκαν όλες οι αναγκαίες διατυπώσεις, σύμφωνα με τον Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμο και σύμφωνα με διάταγμα Δικαστηρίου αρ. αίτησης 243/2015, Παρουσιάζω και επισυνάπτω ως Τεκμήριο 16 επιστολή που φέρει ημερομηνία 23/01/
  9. ....................................
  10. ......................................
  11. ......................................
  12. ...................................
  13. ...................................
  14. ...................................
  15. ......................................
  16. ...................................
  17. ...................................
  18. ...................................
  19. ...................................
  20. ...................................
  21. ...................................
  22. ...................................
  23. ...................................
  24. ...................................
  25. .....................................
  26. Όπως καλύτερα γνωρίζω πιστεύω και συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Αιτήτριας, η απόφαση του Εφεσίβλητου 1 είναι άνευ έννομου αποτελέσματος, άκυρη και παράνομη εφόσον αυτή στηρίχθηκε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), μέχρι (Αρ. 10) του 2015 και συγκεκριμένα στον Τροποποιητικό Νόμο 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015), οι οποίες είναι αντισυνταγματικές καθώς περιορίζουν και παραβιάζουν αδικαιολόγητα τα δικαιώματα της Εφεσείουσας ως αυτά κατοχυρώνονται με τα άρθρα 23, 25, 26 και 26 του Συντάγματος. Οι λόγοι για τους οποίους οι πρόνοιες του Τροποποιητικού Νόμου 10/2015 (Ν.139(Ι)/2015)και ειδικότερα τα άρθρα 44ΙΘ, 44Κ, 44ΚΒ και 44ΚΓ θεωρούνται ως αντισυνταγματικά συγκεκριμενοποιούνται στην παρούσα Έφεση/αίτηση, τους λόγους της οποίας έχω διαβάσει, συμφωνώ, υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας.
  27. ......................................... Από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, ο Καθ΄ ου η Αίτηση 1 καταχώρησε ένσταση, την οποία ο Καθ΄ ου η Αίτηση 3 δήλωσε ότι υιοθετεί, ενώ οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 δεν καταχώρησαν ένσταση. Η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1, τίθεται στη βάση των 22 λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης. Ως προς το πραγματικό της υπόβαθρο η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση 1 βασίζεται στα λεγόμενα της XXXXX Θεοδοσίου, στην ένορκή της δήλωση ημερομηνίας 14.5.
  28. Σ΄ αυτήν, η ενόρκως δηλούσα παραθέτει τα γεγονότα και ισχυρισμούς που θεωρεί ότι υποστηρίζουν τους λόγους ένστασης που εγείρει ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών της κάθε πλευράς. Είχαν δε, την καλοσύνη να θέσουν γραπτώς τις αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων. Αρκεί να επισημάνω ότι έχω με προσοχή μελετήσει όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των αγορεύσεων, τα οποία, άλλωστε, απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί κατωτέρω, με ειδική αναφορά όπου αυτό απαιτείται. Είναι γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν υφίσταται ουσιαστική διαφωνία ως προς τα ουσιώδη επίδικα γεγονότα που αφορούν την παρούσα. Το τι απομένει πλέον είναι η εξέταση του κατά πόσο ευσταθούν οι ως άνω λόγοι στους οποίους βασίζεται η πλευρά των Αιτητών, δίνοντας έτσι έρεισμα στα αιτούμενα διατάγματα. Ο Νόμος 139
(1)/2015 εισήξε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, Ν.9/1965, τα άρθρα 44 1Η - 44 ΚΖ σκοπεύοντας, όπως αναφέρεται, στην προστασία των εγκλωβισμένων αγοραστών. Τα εν λόγω άρθρα ρυθμίζουν τόσο το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, όσο και τις προϋποθέσεις για εφαρμογή των προνοιών, ώστε, ως προνοείται στο άρθρο 44ΚΒ: "Ειδοποίηση πρόθεσης μεταβίβασης 44ΚΒ.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 44Κ, ο Διευθυντής γνωστοποιεί στον αγοραστή, στον πωλητή, στον ενυπόθηκο δανειστή και σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή/και απαγόρευση, με την επίδοση έγγραφης ειδοποίησης κατά τον Τύπο «ΙΕ», την πρόθεσή του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή μετά την παρέλευση σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.
(2)Με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση ότι, σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), ο Διευθυντής θα προβεί σε απαλλαγή, εξάλειψη ή ακύρωση της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(3)Ο αγοραστής, ο πωλητής ή ο ενυπόθηκος δανειστής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) Ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή (β) ότι η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου: Νοείται ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση τεκμηρίωσης της ένστασης δεν προβαίνει σε μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας επ' ονόματι του αγοραστή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση δύναται να αιτηθεί όπως η υποθήκη, το εμπράγματο βάρος ή η απαγόρευση μεταφερθεί σε άλλη ακίνητη ιδιοκτησία του ίδιου πωλητή, αντί της απαλλαγής, εξάλειψης ή ακύρωσης της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης: Νοείται ότι, ο Διευθυντής προβαίνει στην εξέταση της αίτησης και νοουμένου ότι τεκμηριώνεται ότι ο πωλητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα πιο πάνω, προχωρεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης στην ιδιοκτησία αυτή: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Διευθυντής σε περίπτωση αίτησης για μεταφορά προβαίνει στη μεταφορά σύμφωνα με τις υποδείξεις του ενυπόθηκου δανειστή και οποιουδήποτε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της αίτησης για μεταφορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής προχωρεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2).
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(3)και
(4), ο αγοραστής, ο πωλητής, ο ενυπόθηκος δανειστής και οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση υποχρεούνται όπως προσκομίσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με Κανονισμούς για την τεκμηρίωση της ένστασής τους ή της μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του ίδιου πωλητή.
(6)Ο Διευθυντής, μετά την πάροδο των σαράντα πέντε
(45)ημερών, δύναται να προβεί σε μεταφορά της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης επί άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή, σύμφωνα με διαδικασία η οποία καθορίζεται σε Κανονισμούς.
(7)Ο Διευθυντής σε περίπτωση κατά την οποία ο πωλητής δεν είναι ιδιοκτήτης άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, αποδέχεται αίτηση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης από τον ενυπόθηκο δανειστή ή από οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση, σύμφωνα με Κανονισμούς, στην ακίνητη ιδιοκτησία- (α) Νομικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία, ή (β) φυσικών προσώπων τα οποία έχουν εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του πωλητή σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία και κατά το χρόνο της υπογραφής της σύμβασης ενεργούσαν ως διοικητικοί σύμβουλοι του πωλητή ή κατείχαν ποσοστό πέραν του δέκα τοις εκατόν (10%) του μετοχικού κεφαλαίου του πωλητή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υφίσταται ακίνητη ιδιοκτησία εγγεγραμμένη στο όνομα των νομικών προσώπων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α) και στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο πωλητής είναι νομικό πρόσωπο: Νοείται ότι, σε περίπτωση μεταφοράς της υποθήκης, του εμπράγματου βάρους ή της απαγόρευσης σε ακίνητη ιδιοκτησία προσώπου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους (α) και (β), το εν λόγω πρόσωπο αποκτά για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και η ευθύνη του περιορίζεται στο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην ευθύνη που απορρέει από τη σχετική σύμβαση εγγύησης. Πανομοιότυπα θέματα απασχόλησαν το Δικαστήριο στην Αίτηση-Έφεση 71/2016, Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ενώπιον της Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ., καθώς επίσης σε σωρεία άλλων Αιτήσεων-Εφέσεων ενώπιον Επαρχιακών Δικαστηρίων. Βρίσκω ότι η ανάλυση της εντίμου Προέδρου, στην απόφασή της ημερομηνίας 24.5.2017, καλύπτει πλήρως τα υπό κρίση θέματα. Εκφράζοντας τη συμφωνία μου με τα λεγόμενα στην εν λόγω απόφαση και υιοθετώντας αυτά καθ΄ ολοκληρία, παραθέτω εκτενή σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση αυτούσια, θεωρώντας ότι δεν θα μπορούσα να αποδώσω την ουσία των λεχθέντων με καλύτερο τρόπο: "Όπως διαφαίνεται από τους λόγους της αίτησης/έφεσης, το κύριο ζήτημα που απασχολεί είναι η συνταγματικότητα των επίδικων/επίμαχων διατάξεων. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης των Καθ΄ ων πως δεν εγείρεται με σαφήνεια το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας και δεν γίνεται σαφής αναφορά στα άρθρα του Νόμου τα οποία αντιβαίνουν το Σύνταγμα. Απαντούν οι Αιτητές πως είναι το σύνολο των διατάξεων των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65 καθώς και το αποτέλεσμα που επιφέρουν που παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο πως σε περιπτώσεις όπου αμφισβητείται η συνταγματικότητα ενός Νόμου, αυτή θα εξετασθεί σε συνάρτηση με τις συνταγματικές διατάξεις και όχι σε συνάρτηση με άλλες νομοθετικές διατάξεις. Το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο Νόμο της Κυπριακής έννομης τάξης και οιαδήποτε θέματα ασυμβατότητας με αυτό θα πρέπει να εξετάζονται ως ο επίδικος Νόμος να παραβιάζει τις διατάξεις αυτού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας παραπέμπει στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων (αρ. 1)
(2000)3 Α.Α.Δ. 157, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η εξουσία αποκήρυξης νόμου ως αντισυνταγματικού εκτείνεται, σύμφωνα με το Άρθρο 140.1 του Συντάγματος, στο σύνολο του νόμου ή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένη διάταξή του. Η αντισυνταγματικότητα διάταξης ή διατάξεων του νόμου συμπαρασύρει και το υπόλοιπο μέρος του, εάν η νομοθεσία αποτελεί ενιαίο σύνολο. Έχει αυτό το χαρακτηριστικό, οποτεδήποτε ο πρόνοιες του νόμου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οπόταν δε χωρεί διάσπασή τους - (βλ. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 1724. Pres. of Republic v. House of R/ntatives
(1985)3 C.L.R. 2165).» Συνεπώς κρίνεται πως το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το θέμα συνταγματικότητας του συνόλου των διατάξεων, οι οποίες φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένες και στις οποίες γίνεται άμεσα παραπομπή και αναφορά τους στην αίτηση. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν εξετάζει in abstracto (αφηρημένα) τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος, πάρα μόνο για την επίλυση δικαστικής διαφοράς. O δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των Νόμων γίνεται μόνο αν η αποδοχή της αντισυνταγματικότητας θα οδηγούσε στην αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος. Αλλιώς απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Ο λόγος αυτού του περιορισμού είναι ότι τα Δικαστήρια δεν χορηγούν γνωμοδοτήσεις, αλλά επιλύουν διαφορές. Δεν ασχολούνται επομένως με ζητήματα που δεν οδηγούν στην επίλυση της εκάστοτε κρινόμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, αν η τυχόν διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, δεν θα μπορούσε να θεμελιώσει αποδοχή του αιτήματος του ένδικου διαβήματος, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται και επομένως δεν πρέπει να προχωρήσει στον έλεγχο συνταγματικότητας της επίμαχης νομοθετικής διατάξεως (Αναστάσιος Μαρκιτανής v. Απόστολου Μουτζούρη
(2000)1 Β Α.Α.Δ. 923). Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία μεταγενέστερα, συνοψίζονται στις ακόλουθες:
  1. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
  2. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
  3. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
  4. Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην υπόθεση Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά. (Αρ. 3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, 339, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η μεδοθολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση κατά πόσο οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και δεν εξετάζει τη σκοπιμότητα ή τη σοφία του νομοθετήματος. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα.» Βλέπε επίσης The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, ΡΙΚ ν. Καραγιώργη κ.ά.
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1991)3 Α.Α.Δ. 252, Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441 και Miliotis v. Police
(1966)2 C.L.R. 62 και Δημήτρης Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7. Συναφής με τα ανωτέρω η απόφαση Κυπριακή Δημοκρατία v. Π. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η συνταγματικότητα νόμου συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας. Η πραγματικότητα αυτή αναγνωρίστηκε στην The Improvement Board of Eyienja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R.,
  1. To δικαστήριο υπέδειξε ότι η συνταγματικότητα νόμου ή κανονισμού μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνον μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν. Και μετά τις επεξηγήσεις του Γενικού Εισαγγελέα παραμένουν άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους η σχετική πρόνοια του σχεδίου υπηρεσίας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 3 και 189 του Συντάγματος.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν καταχωρήσει γραπτές αγορεύσεις για ανάπτυξη των θέσεων τους. Οι συνήγορος της Εφεσείουσας και η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 έχουν αναπτύξει και προφορικά τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω μελετήσει και ακούσει με προσοχή τους ευπαίδευτους συνηγόρους, η βοήθεια των οποίων ήταν σημαντική. Στα κυριότερα σημεία της επιχειρηματολογίας τους αναφορά επιχειρείται κατωτέρω. Ασυμβατότητα των επίδικων άρθρων με το Άρθρο 23 του Συντάγματος το οποίο προνοεί: «
  2. Έκαστος, μόνος ή από κοινού μετ' άλλων, έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασμόν του τοιούτου δικαιώματος αυτού. Το δικαίωμα της Δημοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και μεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
  3. Στέρησις ή περιορισμός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώματος δεν δύναται να επιβληθή ειμή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
  4. Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθή διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν, όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομικήν αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλληται το ταχύτερον δικαία αποζημίωσις, καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.
  5. Οιαδήποτε κινητή ή ακίνητος ιδιοκτησία ή οιονδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον επί τοιαύτης ιδιοκτησίας δύναται να απαλλοτριωθή αναγκαστικώς υπό της Δημοκρατίας ή υπό της δημοτικής αρχής, ως και υπό Κοινοτικής Συνελεύσεως υπέρ εκπαιδευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών ή αθλητικών σωματείων, οργανώσεων ή ιδρυμάτων υποκειμένων εις την αρμοδιότητα αυτής και μόνον εις βάρος προσώπων ανηκόντων εις την αντίστοιχον κοινότητα, ως επίσης και υπό νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού κοινής ωφελείας, προς ους έχει παραχωρηθή τοιούτον δικαίωμα υπό του νόμου και δη μόνον: (α) προς εξυπηρέτησιν σκοπού δημοσίας ωφελείας, ειδικώς καθορισθησομένου διά γενικού περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως νόμου, όστις θέλει θεσπισθή εντός έτους από της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος, (β) του τοιούτου σκοπού εξειδικευομένου δι' ητιολογημένης αποφάσεως της απαλλοτριούσης αρχής εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου, περιλαμβανούσης σαφώς τους λόγους της τοιαύτης απαλλοτριώσεως και (γ) επί καταβολή τοις μετρητοίς και προκαταβολικώς δικαίας και ευλόγου αποζημιώσεως καθοριζομένης εν περιπτώσει διαφωνίας υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εφεσείουσας παραπέμπει στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο: Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η διάταξη του Άρθρου 23 του Συντάγματος προστατεύει την ιδιοκτησία σε όλες τις σύγχρονες μορφές της. στην έννοια της ιδιοκτησίας ανήκουν όλα τα περιουσιακά δικαιώματα, τόσο τα εμπράγματα όσο και τα ενοχικά, ανήκουν δηλαδή όλα τα οικονομικώς αποτιμητά δικαιώματα. [.] Η έννοια της περιουσίας με βάση την νομολογία του ΕΔΑΔ είναι ευρύτατη και το ΕΔΑΔ προβαίνει, ομολογουμένως, σε μια εντυπωσιακά, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, διασταλτική ερμηνεία της έννοιας της περιουσίας. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ η έννοια της περιουσίας, που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο, περιλαμβάνει τόσο κινητά όσο και ακίνητα. Έτσι, στην έννοια της περιουσίας η νομολογία του ΕΔΑΔ συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα είτε απαιτήσεις αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.» Όλοι οι συνήγοροι αποδέχονται την ανωτέρω αρχή η οποία επιβεβαιώθηκε και από τη νομολογία. Στην αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.217, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, λέχθηκε: «Η έννοια της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από το Άρθρο 23, είναι ευρεία και καλύπτει όλα τα περιουσιακά δικαιώματα (Δέστε: Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Συνεκδ. Υποθ. 1480/11 κ.α., ημερ. 11.6.2014). Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος στην απόφαση Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., Υπόθεση αρ. 1283/12, ημερ. 2.2.2012, στην οποίαν (Σκέψη 30), τονίστηκε ότι στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς. Δηλαδή, όταν υπάρχει επαρκής νομική βάση, για την απαίτηση, και ιδίως εκεί όπου η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, με το άρθρο 3 του Νόμου όταν οι προϋποθέσεις πληρούνται, επιβάλλεται συμψηφισμός του ποσού της χορήγησης, με την ονομαστική αξία των αξιογράφων ή μετοχών (του δανειολήπτη), αφαιρουμένης της τρέχουσας αξίας των μετοχών, κατά την ημερομηνία αναδιάρθρωσης. Επίσης περιορίζεται, κατά τρόπον ανεπίτρεπτο, το ποσό που το Πιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να διεκδικήσει, έτσι ώστε το μέγιστον ποσό διεκδίκησης να είναι η οφειλή σύμφωνα με την αρχικά συναφθείσα σύμβαση για παροχή χορήγησης εκ μέρους του Πιστωτικού Ιδρύματος, με συμβατικό τόκο και τόκο υπερημερίας ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 2%. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζεται ακόμα και ο συμβατικός τόκος και ο τόκος υπερημερίας, επί των καθυστερημένων δόσεων αλλά και άλλα έξοδα τα οποία επιβλήθηκαν από την 29.3.13 και μετά, τα οποία δεν μπορούν να περιλαμβάνονται στη διεκδίκηση του Πιστωτικού Ιδρύματος εναντίον του δανειολήπτη. Με το άρθρο 3 του Νόμου περιορίζονται δικαιώματα περιουσιακής φύσης και κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, υπό την έννοια που επεξηγήθηκε ανωτέρω, κατά τρόπον ανεπίτρεπτον από το Άρθρο 23 του Συντάγματος.» Αποτελεί τη θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως οι διατάξεις του επίδικου Νόμου αποτελούν στέρηση της ιδιοκτησίας της, η οποία μόνο με αναγκαστική απαλλοτρίωση μπορεί να επέλθει. Σε τέτοια δε περίπτωση, απαιτείται να δοθεί δίκαια και εύλογη αποζημίωση, η οποία στην κρινόμενη περίπτωση δεν προσφέρεται." ....................................... "Η απόφαση του Διευθυντή, βασιζόμενη στις πρόνοιες του Νόμου, να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι των αγοραστών (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) το ακίνητο ελεύθερο παντός εμπράγματου βάρους, τι άλλο παρά ακύρωση και εξάλειψη της υποθήκης συνιστά και συνεπώς στέρηση της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας. Μια απόφαση που λαμβάνεται χωρίς τη συγκατάθεση του ενυπόθηκου δανειστή και χωρίς καταβολή σ΄ αυτόν δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης ως προνοεί η συνταγματική διάταξη." ....................................... "Τέτοια στέρηση μπορεί να γίνει μόνο με τον καθορισμό δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης όπως επιτάσσει το σύνταγμα και έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (Simonis and another v. Improvement Board of Latsia
(1964)3 C.L.R. 109, Blueware Projects Ltd of Limassol and others v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 2522). Καταγράφεται σχετικά στο σύγγραμμα του Δρ. Κ. Παρασκευά, Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, αφού αναφέρεται σε σχετική νομολογία: «Σχετικά με την ερμηνεία του όρου δίκαια και εύλογη αποζημίωση το Δικαστήριο υιοθέτησε στην υπόθεση Yiannis Anastasi Moti v. The Republic
(1968)1 CLR 102 την ερμηνεία που δόθηκε στον όρο αυτό σε αμερικάνικες υποθέσεις, σύμφωνα με την οποία δίκαιη αποζημίωση σημαίνει το πλήρες και τέλειο ισότιμο σε χρήμα της περιουσίας που απαλλοτριώνεται, ενώ εύλογη σημαίνει ότι πρέπει να είναι επαρκής κατά τρόπο αντίστοιχο ως προς τα κρατούντα στο ελληνικό δίκαιο [.] Ο όρος «δίκαιη και εύλογη αποζημίωση» σημαίνει στην πράξη την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα.» Τέτοια δε στέρηση ιδιοκτησίας, μόνο με τη διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί. Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 23.4 του Συντάγματος δεν χωρεί αναγκαστική αποξένωση ιδιοκτησίας εκτός μέσα από τη διαδικασία απαλλοτρίωσης. Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί στις πιο κάτω αποφάσεις, είναι κατά πόσο κατάργηση του δικαιώματος διόδου επάγεται περιορισμό ή αποξένωση ακίνητης ιδιοκτησίας. Η διάκριση μεταξύ των δύο, ήταν το αντικείμενο κρίσης σε πολλές δικαστικές αποφάσεις. Αυτές συνοψίζονται στην απόφαση της Ολομέλειας Δημητριάδης κ.α. v. Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (ανωτέρω)(Καναρά Ρεβέκκα Χρ. v. Χρυσούλλας Αντώνη Πρωτοπαπά
(1999)1 Α.Α.Δ. 801). Επί του ιδίου θέματος, παρατηρεί στο σύγγραμμα του ο Α. Λοϊζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας πως: «Αν οι περιορισμοί οι οποίοι επιβάλλονται, εξουδετερώνουν ουσιαστικά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, η πράξη ακυρώνεται για κατάχρηση εξουσίας.» Τονίζεται δε πως με τη μεταφορά της υποθήκης επί άλλου ακινήτου εάν αυτό επιτυγχανόταν, τούτο θα γινόταν με ακύρωση και εξάλειψη της συγκεκριμένης υποθήκης επί του συγκεκριμένου ακινήτου χωρίς την προηγηθείσα διαδικασία απαλλοτρίωσης και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Θεωρώ ορθά τα όσα υπογραμμίζει ο κ. Πολυβίου και μεταφέρονται αυτούσια: «Αυτό που ουσιαστικά επιτυγχάνεται με τις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965 είναι η αποστέρηση του ιδιοκτησιακού δικαιώματος της Αιτήτριας το οποίο απορρέει από την Σύμβαση Υποθήκης Υ.268/2006. Η εν λόγω αποστέρηση επιτυγχάνεται με την ακύρωση/εξάλειψη της εν λόγω Υποθήκης χωρίς μάλιστα να δίδεται οιανδήποτε «δίκαιη και εύλογη» αποζημίωση η οποία να αντιστοιχεί στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα της Αιτήτριας τα οποία απορρέουν από την εν λόγω Υποθήκη.» Γίνεται επίκληση εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση της αιτιολογικής έκθεσης η οποία οδήγησε στη ψήφιση και εισαγωγή των επίδικων διατάξεων (Τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση Ζίγκα). Αναφέρει η έκθεση πως: «Σκοπός του παρόντος νομοσχεδίου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου, έτσι ώστε να παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, υπό προϋποθέσεις, να προχωρεί σε απαλλαγή ή/και εξάλειψη ή/και μεταφορά ή/και ακύρωση υποθήκης ή/και εμπράγματου βάρους ή/και απαγόρευσης που βαρύνουν ακίνητο ή μέρος αυτού, με σκοπό την μεταβίβαση του επ΄ ονόματι του αγοραστή, νοουμένου ότι έχει καταβληθεί πλήρως το τίμημα πώλησης. Με αυτό τον τρόπο επιλύεται το πρόβλημα που υπάρχει σήμερα με τον μεγάλο αριθμό αγοραστών ακινήτων, οι οποίοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι, παρά την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.» Με την ένορκη δήλωση Ζίγκα συγκεκριμενοποιείται ο αριθμός των αγοραστών αυτών στα 70.000 άτομα. Όμως: Ουδείς Νόμος θεωρείται συνταγματικός, όταν ψηφίζεται για προστασία ορισμένης μερίδας ανθρώπων. Δεν προσδιορίζεται είτε στη συγκεκριμένη έκθεση είτε στο Νόμο, το δημόσιο συμφέρον ή η ανάγκη που οδήγησε στην εισαγωγή των διατάξεων αυτών. Στην Δ. Πιτσιλλίδης κ.α. v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ. 7, επισημάνθηκε πως: «Το δημόσιο συμφέρον πρέπει να εξυπηρετεί το σύνολο των πολιτών και όχι μια συγκεκριμένη τάξη πολιτών (Βλ. Basu Commentary on the Constitution of India, 4th edition σελ. 526, Police v. Lanitis Bros Ltd, 3 R.S.C.C. σελ. 10, στη σελ. 12, Shistris v. CTO
(1983)2 C.L.R. 72, 80, District Office Nicosia v. Demosthenis Michael, 3 R.S.C.C. 126, 128 και Γιωργούλλα Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 616). Στην παρούσα υπόθεση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος να υποστηρίζει τη θέση ότι ο τιθέμενος με τον επίδικο νόμο περιορισμός στο δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης του επαγγέλματος των αιτητών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον γενικά.» Λέχθηκε στην απόφαση Μαρία Κουτσελίνη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Υποθέσεις αρ. 740/11 κ.α., ημερ. 7.10.2014, με επίκληση της Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων αρ. 2
(2000)3 Α.Α.Δ. 238: Τα δικαιώματα, που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, προσιδιάζουν στο άτομο και έχουν ως επίμετρο τη φύση του ανθρώπου. Φορέας των δικαιωμάτων, που κατοχυρώνει το Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, είναι το άτομο. ........... Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου μπορεί να περιοριστούν με τον τρόπο που επιτρέπει και μόνο για τους λόγους που καθορίζει το Σύνταγμα. Περιορισμός μπορεί να τεθεί και η επέμβαση να επιτραπεί με νόμο, εφόσον αυτά κρίνονται αναγκαία και στο βαθμό που η ανάγκη τα επιβάλλει - (βλ. μεταξύ άλλων Police and Theodhorou Nikola Hondrou and another, 3 R.S.C.C. 82 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής (Αρ.2)
(1992)3 Α.Α.Δ. 165). Δεν είναι οποιασδήποτε μορφής ανάγκη, που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμό ή επέμβαση σε θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκύπτει ότι η ανάγκη πρέπει να είναι όχι μόνο υπαρκτή αλλά και να έχει το χαρακτήρα πιεστικής κοινωνικής ανάγκης, αποτιμούμενης στο πλαίσιο δημοκρατικής κοινωνίας. Η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για τη φύση της ανάγκης και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αποτιμάται, εξηγούνται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights, D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Warbrick, σελ. 344-255. Όμοια, κατ΄ ουσίαν, είναι και η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση της ύπαρξης και τον προσδιορισμό της φύσης της ανάγκης, που μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου - Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63. Πρώτο, πρέπει να υπάρχει άμεσος σχέση μεταξύ του περιορισμού του δικαιώματος και της ανάγκης, η οποία τον επιβάλλει. Δεύτερο, πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού, αν όχι αναπόφευκτου κινδύνου, ότι ένας ή περισσότεροι από τους σκοπούς ή λειτουργίες της πολιτείας, για τους οποίους μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα, θα τεθούν σε κίνδυνο. Στην περίπτωση του Άρθρου 15 του Συντάγματος, οι σκοποί είναι: (α) Η συνταγματική τάξη, (β) η δημόσια ασφάλεια, (γ) η δημόσια τάξη, (δ) η δημόσια υγεία, (ε) τα δημόσια ήθη και (στ) η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εναπόκειται στη Νομοθετική Εξουσία να στοιχειοθετήσει την ανάγκη, η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου. Αναγνωρίζεται, κατ΄ αρχήν, κάποιο περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation) στο νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη κοινωνικής ανάγκης για τη θεσμοθέτηση κανόνα δικαίου. Η εμβέλεια της αρχής αυτής είναι περιορισμένη, όπως αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου και της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπερβαίνει τα όρια της καλοπροαίρετης βούλησης του νομοθετικού σώματος για τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Για τον περιορισμό ή την εξουσιοδότηση επέμβασης στην άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος, η ανάγκη πρέπει να τεκμηριώνεται και η ρύθμιση να είναι ανάλογη προς την ανάγκη.» Δέστε επίσης και Πιτσιλλίδης (ανωτέρω). Κρίνεται συνεπώς πως οι σχετικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 23 του Συντάγματος. Άρθρο 26 Συντάγματος Το άρθρο 26 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Το δικαίωμα τούτο, έχει νομολογηθεί, πως πέραν του δικαιώματος της κατάρτισης και σύναψης σύμβασης, περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Η μεταγενέστερη επέμβαση του Νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, κατ΄ αρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δύναται να είναι δικαιολογημένες στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα (Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Αναφορά αρ. 1/14 και 4/14, ημερ. 31.10.2014, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά αρ. 3/2016, ημερ. 16.3.2017). Στην τελευταία απόφαση λέχθηκε πως: «Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβασή της στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των Πιστωτικών Ιδρυμάτων δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό Αναφορά Νόμο αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό Αναφορά Νόμου. Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενου ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται.» Είναι η θέση του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ότι: «Δεν προκύπτει καμία επέμβαση στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης ουσιαστικά δεν καταργείται με την απόφαση του Διευθυντή, αφού θα παραμείνει εγγεγραμμένη και θα συνεχίσει να επιβαρύνει τις άλλες δυο εγγραφές που προέκυψαν μετά από το διαχωρισμό του αρχικού ακινήτου που επιβάρυνε η υποθήκη, ακόμη και αν προχωρήσει ο Διευθυντής στην μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των αγοραστών. Άρα, η σύμβαση υποθήκης θα παραμείνει σε ισχύ και θα συνεχίσει να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, εξασφαλίζοντας, παράλληλα, τα δικαιώματα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας.» Επικαλέσθηκε μεταξύ άλλων την απόφαση Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων
(1997)3 Α.Α.Δ. 36, όπου τονίστηκε πως το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε όρους, περιορισμούς και δεσμεύσεις που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Ανάλογη άποψη και θέση προωθείται από τη συνήγορο των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 η οποία υποδεικνύει περαιτέρω πως η Αιτήτρια γενικά και αόριστα επικαλείται ζημιά χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιαδήποτε τέτοια απώλεια. Αντίθετη η άποψη του συνηγόρου της Αιτήτριας ο οποίος υποδεικνύει (με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα) πως οι διατάξεις των άρθρων 44ΙΗ-44ΚΖ του Νόμου 9/1965, στη βάση των οποίων λήφθηκε η απόφαση του Καθ΄ ου η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 και συνεπακόλουθα την εξάλειψη και/ή ακύρωση της Υποθήκης Υ268/2006, οι οποίες ενεγράφησαν επί του επίδικου ακινήτου προς όφελος της Αιτήτριας, είναι επίσης ασύμφωνες και αντίθετες προς τις διατάξεις του Άρθρου 26 του Συντάγματος που εξασφαλίζει και προστατεύει το συνταγματικό δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως: «Τυχόν ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η θέσπιση των άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965 θα ήταν ενδεχομένως επιτρεπτή ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν θα μπορούσε να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τις επίδικες διατάξεις του υπό κρίση Νόμου. Επιπρόσθετα, αποτελεί θέση πως η εκ των υστέρων εξάλειψη της υφιστάμενης Υποθήκης, χωρίς τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ως όρος ή περιορισμός που θα μπορούσε να τεθεί γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Θεωρούμε πως οι υπό κρίση διατάξεις του Νόμου 9/1965 δεν θα μπορούσαν να διασωθούν στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων καθότι δεν υφίστανται τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που να εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση.» Στην υπόθεση Lextalionis Investments Ltd κ.α. v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1833, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 26.1 του Συντάγματος: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Κρίνεται πως το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή πλήττεται άμεσα και κατάφωρα με τις επίδικες πρόνοιες. Η Αιτήτρια, ενυπόθηκος δανειστής, συνομολόγησε σύμβαση υποθήκης με την Καθ΄ ης η αίτηση 2 στις 20.1.2006 (Υ268/2006). Το περιεχόμενο αυτής, οι όροι, δεσμεύσεις και υποχρεώσεις του ενυπόθηκου οφειλέτη (Καθ΄ ης η αίτηση 2) διαμορφώθηκαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, σύμφωνα με την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (δεν υπάρχει ισχυρισμός περί του αντιθέτου). Δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης υποθήκης, ο ενυπόθηκος οφειλέτης (Καθ΄ ης η αίτηση 2), δηλώνει ότι: «Δεν θα δικαιούμαι να μεταβιβάσω και/ή επιβαρύνω και/ή επιτρέψω να επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο τα ενυπόθηκα κτήματα χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της Τραπέζης.» Παρόμοια και/ή ταυτόσημη πρόνοια περιέχει ο Νόμος 9/1965, άρθρο 31, το οποίο αναφέρει πως: «Οσάκις στη σύμβαση υποθήκης, υπάρχει απαγορευτική ρήτρα για τη μεταβίβαση της κυριότητας ενυπόθηκου ακινήτου, τότε για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και των εγγυητών στη σύμβαση, οπόταν το ακίνητο μεταβιβάζεται επιβαρυμένο με την υποθήκη.» Στην κρινόμενη περίπτωση, ουσιαστικά ο Καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος έχει λάβει το δάνειο από την Αιτήτρια και έχει εισπράξει ολόκληρο το τίμημα αγοράς από τους Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 χωρίς να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα, απαλλάσσεται όρων της σύμβασης που συνήψε ενώ η Αιτήτρια (ενυπόθηκος δανειστής) απώλεσε δικαιώματα της, χωρίς να λάβει οιοδήποτε αντάλλαγμα. Είναι ορθή η παρατήρηση ότι η υποθήκη θα παραμείνει επί του μέρους των άλλων δύο οικιών που ανεγέρθηκαν επί του ακινήτου. Όμως: Ούτε αυτό είναι το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης, ούτε η Αιτήτρια συναίνεσε σε περιορισμό των εκ της σύμβασης δικαιωμάτων της. Η οποία συνήψε σύμβαση υποθήκης, επί ολόκληρου του ακινήτου και διατηρεί το δικαίωμα να αρνείται ή να μη συγκατατίθεται σε μεταβίβαση και άρση της υποθήκης πριν την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενυπόθηκου οφειλέτη. Η εξυπηρέτηση ή η προστασία δικαιωμάτων τρίτων, όπως εισηγείται η συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4, δεν αποτελεί λόγο ο οποίος να προσδίδει συνταγματικότητα στο Νόμο όπως και ανωτέρω έχει καταγραφεί. Εξάλλου, ούτε η αιτιολογική έκθεση, ούτε ο Νόμος επικαλείται κάτι τέτοιο. Στις αποφάσεις Louisville Joint Stock Land Bank v. Radford 295 U.S. 555
(1935)και W.B. Worthen Co v. Kavanaugh 295, U.S. 56
(1935), στις οποίες ο κ. Πολυβίου παρέπεμψε το Δικαστήριο και οι οποίες εξετάζουν δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή και το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, λέχθηκε ουσιαστικά πως το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή να εμμένει στην εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους που του οφείλεται προτού αποδεσμεύσει το ενυπόθηκο ακίνητο το οποίο του παραχωρήθηκε ως ασφάλεια έναντι ενυπόθηκου χρέους, αποτελούσε την ουσία σύναψης και ύπαρξης μιας υποθήκης. Κρίνεται πως οι επίδικες διατάξεις πλήττουν τούτο το δικαίωμα και ουσιαστικά εκθεμελιώνουν τη σύμβαση υποθήκης μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η αίτηση 2. Κρίνεται επίσης πως δεν παρέχεται σε νομοθέτη δικαίωμα επέμβασης και επηρεασμού σε ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, σε προϋπάρχουσες της θέσπισης του Νόμου, συμβάσεις. Το Δικαστήριο κατανοεί τη δύσκολη θέση στην οποία οι αγοραστές (Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4) όπως και άλλοι, έχουν βρεθεί. Όμως, ενδεχομένως κάποια άλλη ρύθμιση θα πρέπει να εξευρεθεί. Όχι δια της παράκαμψης του ενυπόθηκου δανειστή. Συνακόλουθα οι επίμαχες διατάξεις κρίνονται αντισυνταγματικές." Τα ως άνω αναφερόμενα, κατά ανάλογο τρόπο, βρίσκουν έρεισμα και ισχύ επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, προδιαγράφοντας το αποτέλεσμα αυτής. Στη βάση των ως άνω είναι που αποτελεί κατάληξή μου ότι οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, είναι αντισυνταγματικές, κατάληξη η οποία από μόνη της καθορίζει το αποτέλεσμα της Αίτησης, χωρίς να εξυπηρετεί η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε άλλο θέμα στην παρούσα. Κατά συνέπεια, εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της Αίτησης, τα οποία καλύπτουν το τι είναι επίδικο στη διαδικασία. Παρά την πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων προς ανάλογη κατεύθυνση, είναι γεγονός ότι ακόμη δεν έχει αποφασιστεί τελεσίδικα το θέμα από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ΄ έφεση. Γι΄ αυτό, και στη βάση της ιδιαιτερότητας του θέματος, αλλά και του ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 3 εξάσκησαν δικαιώματα που τους παρέχει η νομοθεσία, κρίνω ότι θα πρέπει να υπάρξει απόκλιση από τον κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και ότι η ορθή, υπό τας περιστάσεις, απόφαση είναι όπως η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.