Πετρίδη ν. Δημητρίου, Aρ. Αγωγής: 1390/2017, 3/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1390/2017 Μεταξύ: XXXXX Πετρίδη από Λευκωσία Ενάγοντα -και- XXXXX Δημητρίου από Λευκωσία Εναγομένου ---------------- 3 Ιουλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Αυτοπροσώπως Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Νάντια Κωνσταντίνου διά Μάριο Ι. Κυριακίδη ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτησή του ο Εναγόμενος ζητά: «
- Όπως το νομικό σημείο (Προδικαστική ένσταση) που ηγέρθη στην παράγραφο 1 (1.1) της Υπεράσπισης του Εναγομένου προδικαστεί ή/και αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου πρώτα ή/και προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής.
- Όπως το νομικό σημείο (Προδικαστική ένσταση) που ηγέρθη στην παράγραφο 3 (1.3) της Υπεράσπισης του Εναγομένου προδικαστεί ή/και αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου πρώτα ή/και προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής.» Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.2 Θ.5,13, Δ.27 Θ. 1 -2 , Δ.48 Θ. 1 -3 και Δ.
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή Ένορκη Δήλωση του XXXXX Δημητρίου ημερομηνίας 20/12/2018, στην οποία ο ενόρκως δηλών λέγει ότι είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Δημητρίου με βάση Διάταγμα Δικαστηρίου με αρ. Διαχείρισης 252/96 ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου
- Είναι εναγόμενος προσωπικά στην παρούσα αγωγή δια της οποίας διεκδικούνται ισχυριζόμενα εκτιμητικά έξοδα από τον ενάγοντα. Η έκθεση απαίτησης αναφέρεται στην διαχείριση αλλά η αγωγή στρέφεται προσωπικά εναντίον του. Πρόκειται για probate action χωρίς Ένορκη Δήλωση επαλήθευσης. Ως διαχειριστής περιουσίας αποβιώσαντος ανέθεσε την εκπόνηση των εκτιμήσεων των ακινήτων στην εταιρεία Landtourist Valuations ltd και όχι στον XXXXX Πετρίδη. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης, τους ακόλουθους: «
- Το αίτημα για προδικαστική εξέταση της μη καταχώρησης ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα σε αγωγή διαχείρισης πριν από την καταχώριση του κλητηρίου είναι ανεδαφικό διότι η αγωγή δεν στρέφεται εναντίον περιουσίας αποθανόντος αλλά εναντίον του Εναγόμενου προσωπικά.
- Οι προδικαστικές ενστάσεις δεν στηρίζονται σε γεγονότα τα οποία έχουν γίνει παραδεκτά στα δικόγραφα ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο για να αποφασίσει νομικά σημεία προδικαστικά.
- Ο Αιτητής εγείρει ως νομικά σημεία θέματα τα οποία δεν είναι αμιγώς νομικά αλλά χρήζουν μαρτυρίας, επομένως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει επί των εν λόγω θεμάτων προδικαστικά, ούτε ανεξάρτητα από την ακρόαση της ουσίας της αγωγής.
- Η προδικαστική ένσταση για εξέταση έλλειψης βάσιμης αιτίας αγωγής στερείται νομικής βάσης, επομένως δεν δικαιολογείται η αιτούμενη θεραπεία.
- Δεν περιέχονται οποιοιδήποτε λόγοι στην Αίτηση ούτε οποιαδήποτε γεγονότα στην Υπεράσπιση που να στηρίζουν τον ισχυρισμό ότι ο Ενάγων δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα.
- Ο Ενάγων δεν αιτείται έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων ή δήλωσης ή απόφασης αναγνωριστικής δικαιώματος, επομένως είναι αβάσιμη η προδικαστική ένσταση για μη έκδοση τους.
- Δεν προσφέρεται επαρκής μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης.
- Οι προδικαστικές ενστάσεις στοχεύουν να αποστερήσουν τον Ενάγοντα του δικαιώματος να εκδικαστεί η υπόθεση του και να διεκδικήσει πλήρως και αποτελεσματικά τα νόμιμα δικαιώματα του ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Ο Αιτητής δεν αιτήθηκε με το Παράρτημα του Τύπου 25 της Δ.30 καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ούτε δικαιούτο να υποβάλει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου αίτημα για καταχώρηση της και επομένως δεν είχε δικαίωμα καταχώρησης της.
- Η Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, ήτοι 9 μήνες μετά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων.» Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Ένσταση, εκτίθενται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Πετρίδη από τη Λευκωσία ημ. 22/2/2019, στην οποία λέγει μεταξύ άλλων: Η παρούσα αγωγή δεν ασκήθηκε εναντίον διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντα ούτε εναντίον της περιουσίας του και επομένως δεν πρόκειται περί αγωγής διαχείρισης (probate action). Άσκησε την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου προσωπικά διότι η συμφωνία ετοιμασίας εκτιμήσεων των ακινήτων που αναφέρονται στην παρ. 6 της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 26.7.2007 συνάφθηκε μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου προσωπικά και όχι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Δημητρίου για την περιουσία. Επισύναψε αντίγραφο της συμφωνίας ως ΤΕΚ Α. Επιπροσθέτως, ο Εναγόμενος ζήτησε ετοιμασία εκτιμήσεων των εν λόγω ακινήτων προς απόδειξη των αξιώσεων του στην αγωγή αρ. 1071/2007 για εγγραφή των ακινήτων στο όνομα του ίδιου προσωπικά και η εκτίμηση αφορούσε τον ίδιο και όχι την περιουσία του αποβιώσαντα XXXXX Δημητρίου. Στην παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα υπόθεση αναφέρεται ότι για την ετοιμασία των εκτιμήσεων των ακινήτων συμφώνησε με τον Εναγόμενο και όχι με τον Εναγόμενο υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Δημητρίου. Στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος επιδίωξε με την αγωγή αρ. 1071/2007 την παραχώρηση σ' αυτόν αριθμού ακινήτων. ΄Ασκησε την αγωγή εναντίον του ίδιου προσωπικά όπως φαίνεται στο κλητήριο και όχι υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του XXXXX Δημητρίου. Συνεπώς, το θέμα της μη καταχώρησης ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα πριν από το κλητήριο της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά διότι δεν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η αγωγή είναι αγωγή διαχείρισης στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να αποφασίσει προδικαστικά. Το θέμα το οποίο ο Εναγόμενος εγείρει στην παρ. 1.1 της Υπεράσπισης δεν είναι αμιγώς νομικό, διότι αμφισβητείται ότι η παρούσα αγωγή είναι αγωγή διαχείρισης και επομένως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει για το θέμα της μη καταχώρησης ένορκης δήλωσης χωρίς να ακούσει μαρτυρία σχετικά με το αν η παρούσα αγωγή είναι αγωγή διαχείρισης. Η προδικαστική ένσταση που εγέρθηκε στην παρ. 1.3 της Υπεράσπισης ότι δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα, στερείται νομικής βάσης διότι η επίδικη Αίτηση δεν στηρίζεται στον Θ.3 της Δ.
- Περιορίζεται στους Θ.Θ.1 και 2 της Δ.27 οι οποίοι δεν παρέχουν νομικό έρεισμα εξέτασης βάσιμης αιτίας αγωγής. Ως εκ τούτου, η εν λόγω προδικαστική ένσταση καθίσταται δικονομικά αβάσιμη και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Δεν περιέχεται οποιοδήποτε γεγονός στην Υπεράσπιση ή λόγος στην επίδικη Αίτηση που να στηρίζει τον ισχυρισμό ότι δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτία αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα. Στην παρ. 1.3 της Υπεράσπισης, ο Εναγόμενος αναφέρει επίσης ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή και δήλωση ή και απόφαση αναγνωριστικής δικαιώματος ή δικαιωμάτων. Με την παρούσα αγωγή αιτείται τα υπόλοιπα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμφωνιών ημ. 26.7.2007 και 15.11.2013 και όχι την έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων ή δήλωσης ή απόφασης αναγνωριστικής δικαιώματος, επομένως η προδικαστική ένσταση για μη έκδοση τους είναι ανεδαφική. Ο Εναγόμενος δεν καταχώρησε το Παράρτημα του Τύπου 25 το οποίο έπρεπε να καταχωρήσει μέσα σε 30 μέρες από την επίδοση σε αυτόν της Κλήσης για Οδηγίες. Βάσει της Δ.30 Θ.3(β) "διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών". Ο Εναγόμενος, εφόσον δεν ζήτησε με το Παράρτημα του Τύπου 25 καταχώρηση Αίτησης για προδικαστική εξέταση νομικών σημείων, δεν δικαιούτο να υποβάλει προφορικά στο Δικαστήριο αίτημα για καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, συνεπώς δεν είχε δικαίωμα καταχώρησης της και ως εκ τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση για εξέταση νομικών σημείων προδικαστικά πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αίτηση στις 20.12.2018 δηλαδή περίπου 9 μήνες μετά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων, εφόσον η Απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε στις 21.3.
- Επί τούτοις, ο Εναγόμενος ενημέρωσε το Δικαστήριο για την πρόθεση του να καταχωρήσει αίτηση για προδίκαση νομικών σημείων πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης και του δόθηκε χρόνος επανειλημμένα. Στις 23.11.18 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για καταχώρηση αίτησης εντός 20 ημερών δηλαδή μέχρι τις 13.12.2018 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 20.12.2018, χωρίς να δοθεί παράταση από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που επισυνάπτονται στην Αίτηση και την ΄Ενσταση. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Δεν αντεξετάσθη οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. H Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 θ.1-2. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης στη βάση της Δ.27 έχει διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο θα παραπέμψει τελικά ένα νομικό σημείο προς απόφαση πριν την ακρόαση της αγωγής. Το Δικαστήριο αρχικά αποφασίζει κατά πόσο θα επιτρέψει την εξέταση του νομικού σημείου προδικαστικά και ακολούθως αποφασίζει επί του νομικού σημείου. Στην απόφαση ΧΡΙΣΤΟΣ Χ¨ ΠΑΥΛΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 2046, σελ. 2046, στη σελίδα 2051, αποφασίστηκαν τα εξής: «Περαιτέρω κάποιος θα ανέμενε ότι, αφού είχε καταχωρηθεί ένσταση, το αντικείμενο της διαδικασίας της αίτησης θα ήταν κατ΄ αρχάς κατά πόσο το Δικαστήριο θα επέτρεπε ή όχι την εκδίκαση με βάση το Θεσμό 27 και ακολούθως να προχωρούσε στην εκδίκαση της ουσίας της αίτησης.» Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. σελίδα 949, στη σελίδα 956 ειπώθηκαν τα εξής: «Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα» Μια από τις αρχές που διέπουν το πιο πάνω θέμα είναι και η καταχώρηση της Αίτησης κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Στην ίδια απόφαση Χ" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής σχετικά με τον χρόνο υποβολής της Αίτησης: «Τέλος, κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε πως στην υπόθεση αυτή, εκτός των άλλων, υπήρξε πράγματι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. ............................................................ Αυτή η τακτική, όπως εξάλλου έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας» Η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου είναι ύψιστης προτεραιότητας λαμβανομένου υπόψη του φόρτου εργασίας των Δικαστηρίων με συνεπακόλουθο την καθυστέρηση και εκδίκαση των υποθέσεων. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.3.17 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 23.5.
- Καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2.6.2017, παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση και ο Ενάγων καταχώρησε Αίτηση για απόφαση, ημερ. 7.7.
- Μετά από πολλές αναβολές καταχώρησε υπεράσπιση στις 20.3.18 και ακολούθως την παρούσα Αίτηση στις 20.12.
- Ενώ είναι μια απλή υπόθεση ο Εναγόμενος προκάλεσε καθυστέρηση με την καταχώριση υπεράσπισης 10 μήνες μετά την επίδοση της σ΄ αυτόν και ακολούθως προκαλεί περαιτέρω καθυστέρηση με την καταχώριση μετά από 9 μήνες της παρούσα Αίτησης. Κρίνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης θα επιφέρει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. H μία από τις δύο προδικαστικές ενστάσεις αφορά το θέμα της καταχώρισης αγωγής εναντίον διαχειριστή περιουσίας αποβιώσαντος και η οπισθογράφηση, όπως ισχυρίζεται, δεικνύει ότι πρόκειται περί αγωγής διαχείρισης (probate) διά την οποία δεν καταχώρησε την προαπαιτούμενη ένορκη δήλωση επαλήθευσης, και η παράλειψη αυτή είναι μοιραία διά την αγωγή. Η αγωγή εγείρεται προσωπικά από τον XXXXX Πετρίδη χωρίς να δηλώνεται οποιαδήποτε ιδιότητα ή αντιπροσώπευση. Στην παραγρ. 5 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας, επικαλείται συμφωνία με τον εναγόμενο, έγγραφη, ημερομηνίας 26.7.2007, για ετοιμασία εκτίμησης αριθμού ακινήτων. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής, υπογραμμένη από τον Ενάγοντα και Εναγόμενο, επεσύναψε ως Τεκμήριο στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η επίλυση θέματος προδικαστικά και γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης, συνιστά εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Σχετική είναι η απόφαση Λανίτης Λτδ και άλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)ΑΑΔ 225, 229. Τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα θα πρέπει να είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, ώστε να μη χρειάζεται το Δικαστήριο να προβεί σε εξέταση πραγματικών γεγονότων, διαφορετικά τα εγειρόμενα θέματα πρέπει να αποφασίζονται κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Στην απάντηση στην υπεράσπιση, ο Ενάγων, ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν είναι αγωγή διαχείρισης και συνεπώς η ένσταση του Εναγόμενου στην υπεράσπιση είναι αβάσιμη. Δεν είναι παραδεκτό ότι η αγωγή είναι αγωγή διαχείρισης ούτε αδιαμφισβήτητο. Τα γεγονότα της υπόθεσης πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση της αγωγής εφόσον είναι αμφισβητούμενα. Τέτοια διαταγή ως η αιτούμενη δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Χ¨ Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω)). Όσον αφορά το αίτημα Β της Αίτησης ότι «ο Ενάγων δεν αποκαλύπτει βάσιμη αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων και/ή οποιωνδήποτε διαταγμάτων και συγκεκριμένα δεν στοιχειοθετείται ή/και δικαιολογείται από τον ενάγων οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή βάση αγωγής για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δήλωσης ή/και απόφασης αναγνωριστικής δικαιώματος ή δικαιωμάτων», η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Στην απόφαση ΛΟΙΖΟΣ ΛΟΥΚΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316 ειπώθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία που ερμήνευσε την αντίστοιχη προς τη Δ.27 Θ.3 αγγλική δικονομική πρόνοια (Δ.25 Θ.4), καταλήγοντας ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται και εδώ με το ίδιο αυστηρό πνεύμα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην υπόθεση in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255, στην οποία το ζήτημα συσχετίζεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια: "Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Παρόλο που η Αίτηση δεν βασίζεται στην Δ.27 θ.3 και συνεπώς ελλείπει η νομική θεμελίωση του αιτήματος θα εξετάσω και το Αιτητικό Β της παρούσας Αίτησης. Μελετώντας την ΄Εκθεση Απαίτησης δεν έχω διαπιστώσει να είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο το δικόγραφο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβλέπονται σ΄ αυτό. Το δικόγραφο δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε από τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη και διατύπωση δικογράφων. Στην απόφαση ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21 το Δικαστήριο αποφάσισε: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Είναι θεμελιωμένο ότι διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19, θ.26 και της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (Δέστε: In Re Pelmako, ανωτέρω).» Στο κλητήριο της παρούσας αγωγής, στην έκθεση απαίτησης, προβάλλονται γεγονότα τα οποία ξεκάθαρα αποκαλύπτουν βάσιμη αιτία αγωγής, δηλαδή σύναψη συμβάσεων ή συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, ήτοι ετοιμασία εκτιμήσεων των ακινήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της ΄Εκθεσης Απαίτησης με αντιπαροχή ΛΚ177.000 για τη σύμβαση ημερομηνίας 26.7.2007 και €40.000 για τη σύμβαση ημερομηνίας 15.11.2013, εκτέλεση των συμφωνηθέντων εργασιών από τον Ενάγοντα και παράβαση των συμβάσεων από τον Εναγόμενο λόγω παράλειψης του να καταβάλει στον Ενάγοντα τα συμφωνηθέντα ποσά. Ο Ενάγων με την αγωγή του δεν ζητά οποιαδήποτε διατάγματα ή δήλωση ή απόφαση αναγνωριστικής δικαιώματος ή δικαιωμάτων, αλλά τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει συμφωνίας. Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται €900 έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση Ενάγοντα και εναντίον του Αιτητή - Εναγόμενου. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο