← Κύπρος

JULLY FRANCE PARIS TRADING LIMITED ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5878/2016, 29/5/2019

JULLY FRANCE PARIS TRADING LIMITED ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5878/2016, 29/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A270 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5878/2016 Μεταξύ: JULLY FRANCE PARIS TRADING LIMITED Εναγόντων και XXXXX ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 29 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ Χρ. Χατζηλοϊζου Η Εναγόμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα των εργασιών τους τη Λεμεσό και κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ασχολούνταν με την πώληση και διανομή εξοπλισμού και προϊόντων κομμωτηρίων, ινστιτούτου αισθητικής και άλλες συναφείς εργασίες. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη το ποσό των €2.552,18, ως υπόλοιπο της αξίας προϊόντων και/ή ειδών κομμωτηρίου τα οποία, ως ισχυρίζονται, πώλησαν και παρέδωσαν στην Εναγόμενη σε διάφορες ημερομηνίες. Αποτελεί θέση των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη και/ή ο αντιπρόσωπος και/ή ο υπηρέτης αυτής αποδέχθηκε και παρέλαβε τα εν λόγω προϊόντα με πίστωση, με τρόπο ώστε κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής να οφείλει το ποσό των €2.552,

  1. Σύμφωνα με τα όσα επίσης τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα την Εναγόμενη να πληρώσει το ως άνω αναφερόμενο ποσό, και δη με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 30.11.2016, πλην, όμως, αυτή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να πράξει τούτο μέχρι σήμερα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης την οποία καταχώρησε η Εναγόμενη, παραδέχεται ότι ήταν πελάτης των Εναγόντων και αναφέρει ότι η συνεργασία της με τους Ενάγοντες άρχισε στις 6.3.2008 και από τότε μέχρι τις 24.7.2016 οι Ενάγοντες δεν εξοφλούνταν αμέσως, αλλά σε εβδομαδιαία βάση, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Αποτελεί περαιτέρω θέση της Εναγόμενης ότι κατά ή περί το 2016 ο υπάλληλος των Εναγόντων ο οποίος την εξυπηρετούσε παραιτήθηκε, με αποτέλεσμα η ίδια να μην εντοπίζει οποιονδήποτε αντιπρόσωπο των Εναγόντων προκειμένου να αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρόλα αυτά, αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και καλεί τούτους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι με δεδομένη την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 19.12.2016 και του ύψους της απαίτησης των Εναγόντων (το οποίο δεν ξεπερνά τις €3,000), η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο τη μαρτυρία της υπό μορφή ένορκων δηλώσεων χωρίς οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες να αντεξεταστεί. Έτσι η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις του συνηγόρου των Εναγόντων και της Εναγόμενης (η οποία χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως) προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Να σημειωθεί ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ο κ Χατζηλοϊζου περιόρισε την αξίωση των Εναγόντων στο ποσό των €2.069,
  2. Σε σχέση με την μαρτυρία που προσκόμισαν οι δυο πλευρές σημειώνονται τα ακόλουθα: Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Παττίχη, η οποία, ως αναφέρει, βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωσή της η κυρία Παττίχη, υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης, ενώ επισυνάπτει ως τεκμήρια, πιστοποιητικό σύστασης των Εναγόντων, αντίγραφο της επιστολής του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 30.11.2016, κατάσταση λογαριασμού, καθώς επίσης τιμολόγια και αποδείξεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια της συνεργασίας των μερών. Στην ένορκη δήλωση την οποία έχει καταχωρήσει η Εναγόμενη, αναφέρει ότι η κυρία XXXXX Παττίχη δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες κατά την επίδικη περίοδο, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπορική ή άλλη συμφωνία με τους Ενάγοντες, ως ισχυρίζεται η μάρτυρας των Εναγόντων. Η Εναγόμενη αναφέρει επίσης ότι κάποια τιμολόγια που έχουν παρουσιαστεί ως μέρος της μαρτυρίας των Εναγόντων δεν φέρουν την έγκυρη υπογραφή της και δεν παραδέχεται ότι τα παρέλαβε. Τέλος, η Εναγόμενη επισημαίνει ότι τα όσα παρουσίασαν στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες δεν μπορούν να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, όπως ούτε και την αξίωση τους. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, προχωρώ στην αξιολόγησή της έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα (ως προσδιορίζονται πιο πάνω) με σκοπό να καταστεί δυνατή η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που θα είναι, ακολούθως, καθοριστικά για το αποτέλεσμα της δίκης (βλέπε Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola

(2009)1 Α.Α.Δ. 1138). Στα πλαίσια δε αυτά, έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, δίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ορθό να σημειώσω ότι μελετώντας τα δικόγραφα τα οποία έχουν καταχωρηθεί από τις δύο πλευρές, και δη την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης (την οποία η Εναγόμενη δεν αρνείται) και τις παραγράφους 2, 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης[1], είναι κατά την κρίση μου προφανές ότι στη βάση των όσων προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, οι ακόλουθες θέσεις των Εναγόντων είναι αποδεκτές από την Εναγόμενη:
  1. Ότι κατά την περίοδο 2008-2016 υπήρχε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων.
  2. Ότι στα πλαίσια της εν λόγω συνεργασίας οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν στην Εναγόμενη και η Εναγόμενη αγόρασε και παρέλαβε από τους Ενάγοντες διάφορα προϊόντα με πίστωση.
  3. Κατά τη λήξη της συνεργασίας των μερών το υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρείτο από τους Ενάγοντες στο όνομα της Εναγόμενης ήταν €2.552,
  4. Επαναλαμβάνεται ότι η μοναδική θέση η οποία προβάλλεται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι πως κατά ή περί το 2016 δεν ήταν εφικτός ο εντοπισμός κάποιου αντιπροσώπου των Εναγόντων προκειμένου η ίδια να προβεί σε εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Από την πλευρά της Εναγόμενης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού (το ύψος του οποίου επίσης δεν αμφισβητεί), όπως ούτε προβάλλεται ισχυρισμός περί μη παραλαβής και αγοράς προϊόντων από τους Ενάγοντες[2]. Έχοντας μελετήσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δυο πλευρές, κρίνω ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Παττίχη είναι πειστικό και παρουσιάζει συνοχή και λογική, ενώ συμπληρώνεται από τα διάφορα έγγραφα τα οποία επισυνάπτει. Δημιουργεί δε ξεκάθαρη την εντύπωση ότι η εκδοχή των Εναγόντων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι πιο πιθανή παρά όχι. Ειδικότερα σημειώνεται ότι η δέσμη τιμολογίων και αποδείξεων πληρωμής που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και η κατάσταση λογαριασμού, επιβεβαιώνουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων και δη την παράδοση εμπορευμάτων στην Εναγόμενη και την οφειλή αυτής. Κρίνω δε ορθό να επαναλάβω ότι στην βάση των όσων τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Υπεράσπισης, από την πλευρά της Εναγόμενης δεν αμφισβητείται η συνεργασία των μερών, το υπόλοιπο που προέκυψε από αυτήν, αλλά και το ύψος του οφειλόμενου από αυτήν ποσού. Αντίθετα, με την μαρτυρία που έχει προσκομίσει η Εναγόμενη δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή της. Επισημαίνεται καταρχήν, ότι η μαρτυρία που προσκόμισε προς απόδειξη της υπεράσπισης της δεν συνάδει με τον βασικό δικογραφημένο ισχυρισμό της περί αδυναμίας της να εντοπίσει αντιπρόσωπο των Εναγόντων για σκοπούς εξόφλησης τους, ο οποίος ενισχύει και επιβεβαιώνει τις θέσεις των Εναγόντων και την αξίωση τους. Εξετάζοντας την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης προκύπτουν τρία ερωτήματα, τα οποία παρέμειναν αναπάντητα από την πλευρά της, με τρόπο ώστε η μαρτυρία της να πρέπει να απορριφθεί: Αφού ως η ίδια ισχυρίζεται στην μαρτυρία της, δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία με τους Ενάγοντες, γιατί θα έπρεπε να αναζητήσει κάποιον εκπρόσωπο των τελευταίων για σκοπούς εξόφλησης τους; Αφού, μάλιστα, δεν υπήρχε συνεργασία, πως δικαιολογείται η υπογραφή της επί πλείστων εκ των τιμολογίων που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο; Και γιατί εκδόθηκαν αποδείξεις πληρωμής επ' ονόματι της; Σε κάθε περίπτωση, εξετάζοντας τη θέση της ως προς την αδυναμία της να εντοπίσει εκπρόσωπο των Εναγόντων για σκοπούς αποπληρωμής των οφειλομένων, σε σχέση με την οποία ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε, παρατηρείται ότι μια τέτοια θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού τα τιμολόγια και οι αποδείξεις οι οποίες έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες φέρουν διεύθυνση, καθώς επίσης τηλέφωνο επικοινωνίας των Εναγόντων, στο οποίο θα μπορούσε να είχε αποταθεί σε περίπτωση που επιθυμούσε να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή. Τέλος, σημειώνεται ότι στην ένορκη της δήλωση η Εναγόμενη προβάλλει ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό περί μη παραλαβής των τιμολογίων (και όχι των εμπορευμάτων που αναφέρονται σε αυτά), ο οποίος δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και σε κάθε περίπτωση δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η μαρτυρία της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας της κας Παττίχη, το Δικαστήριο εξάγει ανάλογα ευρήματα, τα οποία και δεν χρήζουν λεπτομερούς καταγραφής. Ενδεικτικά και χωρίς περιορισμό, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων, οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν και η Εναγόμενη αγόρασε και παρέλαβε διάφορα προϊόντα με πίστωση. Έναντι της αξίας των εμπορευμάτων αυτών, η Εναγόμενη προέβηκε σε διάφορες πληρωμές, πλην, όμως παραμένει υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες εκ €2.069,
  5. Όπως είναι καλά γνωστό στις πολιτικές υποθέσεις η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από τον εάν ο Ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα, ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι πιο πιθανή από εκείνην του αντίδικου, αλλά κατά πόσο ο βαθμός που φέρει το βάρος απόδειξης, ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Εάν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή σ' αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε, έστω και εάν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Έχοντας υπόψη τα επίδικα θέματα, ως αυτά προσδιορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις των δύο πλευρών και με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ως καταγράφονται αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεσή τους, στον απαιτούμενο βαθμό. Επαναλαμβάνω ότι από την πλευρά της Εναγόμενης, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη συνεργασίας, ούτε και το ύψος του ποσού το οποίο προέκυψε ως οφειλόμενο από την αγορά και παράδοση σε αυτήν των εμπορευμάτων από τους Ενάγοντες, ενώ στη βάση της αξιολόγησης η οποία έγινε πιο πάνω, η μαρτυρία της Εναγόμενης ως προς τον μη εντοπισμό αντιπροσώπου των Εναγόντων για σκοπούς εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού δεν έχει γίνει αποδεκτή. Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €2.069,
  1. Συνακόλουθα, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €2.069,01, με νόμιμο τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι 19.12.2016, μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, τα έξοδα της αγωγής, όπως υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση‑Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης έχει ως εξής: «Η Ενάγουσα και/ή ο αντιπρόσωπος και/ή ο υπηρέτης αυτής μεταξύ της περιόδου από τον 6/3/2008 μέχρι και 22/12/2014 πώλησε και παρέδωσε εις την Εναγόμενη προϊόντα και/ή είδη κομμωτηρίου και/ή άλλα συναφή προϊόντα εν Λευκωσία και η Εναγόμενη και/ή ο αντιπρόσωπος και/ή ο υπηρέτης αυτής απεδέχθη και παρέλαβε ταύτα δυνάμει λογαριασμού επί πιστώσει όστις την 22/12/2014 εδίκνυεν χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος της Ενάγουσας €2552,18 σεντς». Στις παραγράφους 2, 3 και 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφέρονται τα εξής: «2)Είναι η θέση της εναγόμενης ότι η συνεργασία της με την ενάγουσα άρχισε στις 6/3/08 και από τότε μέχρι 24/7/2016 δεν εξοφλείτο αμέσως η ενάγουσα αλλά σε εβδομαδιαία βάση όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. 3)Κατά η πέρι το 2016 ο υπάλληλος της ενάγουσας ο οποίος εξυπηρετούσε την εναγό­μενη παραιτήθηκε με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μην μπορεί να βρίσκει αντιπρόσωπο της ενάγουσας για να μπορέσει να αποπληρώσει. 4)Είναι η θέση της εναγόμενης ότι δεν υπήρχε κανένας αντιπρόσωπος ή/και υπηρέτης γιά να μπορέσει να μιλήσει μαζί του καθώς ο διευθυντής της ενάγουσας ήταν στο εξωτερικό και δεν του επιτραπόταν από την Κυπριακή Δημοκρατία η Είσοδος στη Κύπρο». [2] Σχετική είναι η πρόνοια της Δ.21 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχει ως εξής: «
  2. In actions comprised in Order 2, Rule 6, class
(1)(a), a defence in denial must deny such matters of fact, from which the liability of the defendant is alleged to arise, as are disputed; e.g., in actions for goods bargained and sold or sold and delivered, The defence must deny the order or contract, the delivery, or the amount claimed; in an action for money had and received, it must deny the receipt of the money, or the existence of those facts which are alleged to make such receipt by the defendant a receipt to the use of the plaintiff; and in an action on a bond in customary form the defence must set up some one or more of the grounds which may, under Part X of the Contract Law, Cap. 192, be set up as a defence». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.