← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 3924/2011, 21/5/2019

ΜΙΧΑΗΛΑ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 3924/2011, 21/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A256 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3924/2011 Μεταξύ: XXXXX ΜΙΧΑΗΛΑ Ενάγοντα και XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ Εναγόμενου Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Μιχαήλ Για τον Εναγόμενο: κ. Δρυμιώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του Ενάγοντα Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο: Α. Το ποσό των €34.172,03 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €17.086,01 από 31.12.2000 και επί ποσού €17.086,01 από 31.12.2001 μέχρι εξοφλήσεως λόγω της εκ μέρους του Εναγόμενου παράβασης συμφωνίας πώλησης και/ή μεταβίβασης μετοχών η οποία συνήφθη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2000 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου βάσει της οποίας ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο το πιο πάνω ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει τη συμφωνηθείσα αξία αγοράς 1,000 μετοχών της εταιρείας Le Bistro D' Hier Limited (στο εξής η «Εταιρεία»), τις οποίες όφειλε να μεταβιβάσει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα, πράγμα το οποίο παραλείψει να πράξει μέχρι την καταχώρηση της αγωγής και/ή λόγω της είσπραξης και/ή απόσπασης και/ή κατακράτησης χρημάτων συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης και/ή είσπραξης και/ή κατακράτησης χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα και/ή στο πλαίσιο των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή της επιείκειας και/ή της αρχής της αποκατάστασης και/ή άλλως πως. Β. Γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για την παράβαση εκ μέρους του Εναγόμενου της αναφερόμενης στην παράγραφο Α συμφωνίας. Η εκδοχή του Ενάγοντα Η εκδοχή του Ενάγοντα όπως προσδιορίζεται στα δικόγραφα του και όπως προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας του (αφού ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του) έχει ως ακολούθως: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος ασκούσε επιχειρηματικές δραστηριότητες και ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με τη διαχείριση και λειτουργία κέντρων αναψυχής και διασκέδασης, μπαρ και εστιατορίων, στην Αγία Νάπα. Κατά τον Απρίλιο του 2000, ο Ενάγοντας εργοδοτήθηκε από την Εταιρεία σε εστιατόριο γαλλικής κουζίνας στην Αγία Νάπα. Σε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, τον προσέγγισε ο Εναγόμενος, ο οποίος του πρότεινε να συνεργαστούν και συνεταιριστούν στην Εταιρεία με στόχο τη δημιουργία, διαχείριση και λειτουργία εστιατορίου - μπαρ στην Αγία Νάπα, το οποίο θα στεγαζόταν αρχικά στο χώρο όπου λειτουργούσε μέχρι εκείνο τον χρόνο, το εστιατόριο της γαλλικής κουζίνας, στην περιοχή της Αγίας Νάπας από την Εταιρεία και, στο μέλλον, θα δημιουργείτο αλυσίδα αυτού του τύπου εστιατορίου - μπαρ σε άλλες επαρχίες. O Ενάγοντας αποδέχθηκε την πρόταση του Εναγόμενου. Έτσι, περί τα μέσα του 2000 συμφωνήθηκαν προφορικά μεταξύ των διαδίκων τα ακόλουθα:

  1. Συμφωνήθηκε η δημιουργία μίας επιχείρησης εστιατορίου και μπαρ με την επωνυμία ή το διακριτικό σήμα «GURU», καθώς και καταστήματος πώλησης αναμνηστικών ειδών και σουβενίρ, τα οποία θα ανήκαν στην Εταιρεία.
  2. Η εγγραφή και κατοχύρωση της επωνυμίας ή του διακριτικού σήματος «GURU» καθώς και όλων των συναφών πνευματικών δικαιωμάτων, να ανήκει στην Εταιρεία.
  3. Όπως ο Εναγόμενος πωλήσει και μεταβιβάσει στον Ενάγοντα το 20% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας που του ανήκε έναντι του ποσού των Λ.Κ. 20,000 το αντίστοιχο σε (€34.172,03), δηλαδή θα μεταβίβαζε αριθμό 1000 μετοχών έναντι του ποσού των £20 (το αντίστοιχο σε €34,17) για κάθε μετοχή, από το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας που είχε εκδοθεί κατά τον χρόνο της συμφωνίας και το οποίο ανερχόταν στις 5000 μετοχές.
  4. Ότι o Ενάγοντας είχε δικαίωμα να αποπληρώσει το ποσό των £20,000 σε κάθε περίπτωση μέχρι τις 31.3.
  5. Πιο συγκεκριμένα, συμφωνήθηκε όπως δοθεί στον Ενάγοντα το δικαίωμα να αποπληρώσει μέρος των 1000 μετοχών μέχρι τις 31.3.2001 και σε περίπτωση που δεν είχε αποπληρώσει το σύνολο της αξίας των 1000 μετοχών, έναντι του ποσού των £20 για κάθε μετοχή, είχε δικαίωμα να πράξει κάτι τέτοιο μέχρι τις 31.3.
  6. Όπως ο Εναγόμενος προβεί αμέσως ή σε κάθε περίπτωση εντός εύλογου χρόνου, σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την μεταβίβαση του μέρους ή του συνόλου των 1000 μετοχών, από τον χρόνο που θα λάμβανε το αντίτιμο κάθε μίας από τις πιο πάνω αναφερόμενες μετοχές.
  7. Από τον χρόνο απόκτησης μέρους ή του συνόλου των εν λόγω μετοχών ο Ενάγοντας θα διοριζόταν και θα κατείχε τη θέση μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας.
  8. Όπως οι όροι εργοδότησης του Ενάγοντα από την Εταιρεία, αναφορικά με το εστιατόριο/μπαρ GURU, θα συμφωνούνταν σε μεταγενέστερο της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας χρόνο.
  9. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας ανέλαβε την υποχρέωση να μην εργάζεται ούτε να προσφέρει υπηρεσίες σε εταιρείες ανταγωνιστικές προς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εταιρείας.
  10. Όπως σε περίπτωση που μελλοντικά ο Ενάγοντας θα ήθελε να πωλήσει τις προαναφερόμενες μετοχές, ο Εναγόμενος θα είχε δικαίωμα πρώτης και καλύτερης προτίμησης (option) έναντι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος παρουσίασε στον Ενάγοντα ένα έγγραφο με τίτλο «Συμφωνητικό Έγγραφο» (στο εξής «το Συμφωνητικό Έγγραφο», αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2), το οποίο είχε ετοιμαστεί από τον δικηγόρο του Εναγόμενου και γραμματέα της Εταιρείας κ XXXXX Δρυμιώτη, και το οποίο περιείχε γραπτώς τους βασικούς όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Ο Ενάγοντας υπέγραψε το Συμφωνητικό Έγγραφο τον Δεκέμβριο του 2000 και το παρέδωσε στον Εναγόμενο. Στη βάση δε των συμφωνηθέντων, ο Ενάγοντας κατέβαλε στον Εναγόμενο στις 18.12.2000 το ποσό των £10,000 (το αντίστοιχο σε €17.086,01) και στις 20.12.2001 το υπόλοιπο ποσό των £10,000 (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 3, 4 και 5). Μετά την καταβολή του συνολικού ποσού των £20,000 στον Εναγόμενο, ο Ενάγοντας εργοδοτήθηκε από την Εταιρεία στο εστιατόριο/μπαρ GURU (στο εξής το «Guru») από τον Απρίλιο του 2001 με τα καθήκοντα του να αφορούν στη διεύθυνση της λειτουργίας του Guru που άρχισε τότε να λειτουργεί και λειτουργούσε συνήθως για περίοδο 6 με 9 μήνες ετησίως κυρίως κατά την τουριστική περίοδο της Αγίας Νάπας. Εργάστηκε στο Guru από τον Απρίλιο του 2001 μέχρι τον Οκτώβρη του 2004, ενώ κατά το 2002, και ενώ το Guru λειτουργούσε, η εργασία του διακόπηκε για μερικούς μήνες. Ο Ενάγοντας λάμβανε μισθό σε μηνιαία βάση κατά την περίοδο λειτουργίας του Guru. Ουδέποτε, όμως, έλαβε οποιαδήποτε ωφελήματα, bonus ή μερίσματα από την Εταιρεία. Ο δε μισθός που λάμβανε ήταν χαμηλός και κατώτερος της προσφοράς του στην Εταιρεία, δεδομένων των ευθυνών που είχε σε σχέση με την λειτουργία του Guru (αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών του Ενάγοντα που λήφθηκαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη 2000, 2001, 2002, 2003 και 2004 και εκδόθηκαν στις 29.8.2013 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6). Από τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας και την αρχική καταβολή του ποσού των £10,000 στις 18.12.2000, ο Εναγόμενος ενεργούσε και συμπεριφερόταν με τρόπο ώστε να δημιουργήσει στον Ενάγοντα την βεβαιότητα ότι είχε εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, ενώ μετά και την καταβολή της δεύτερης δόσης, είχε πεισθεί ότι, εφόσον ο Εναγόμενος είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα τα ποσά που του είχαν καταβληθεί, είχε προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για τη μεταβίβαση του ποσοστού 20% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας στο όνομά του. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου του 2004, ο Ενάγοντας αποφάσισε να πωλήσει το μερίδιο που θεωρούσε ότι του άνηκε στην Εταιρεία και να τερματίσει την εργασία του στο Guru. Έτσι, ενημέρωσε σχετικά τον Εναγόμενο και τον ρώτησε κατά πόσον ενδιαφερόταν να ασκήσει το δικαίωμα πρώτης και καλύτερης προτίμησης (option) απόκτησης του εν λόγω μεριδίου μετοχών, ήτοι 20%, βάσει των προνοιών της μεταξύ τους συμφωνίας. Ο Εναγόμενος ζήτησε χρόνο για να εξετάσει την πρόταση του Ενάγοντα και στη συνέχεια αντιπρότεινε όπως προβούν σε πώληση του Guru ή και της Εταιρείας σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Κατά την περίοδο από το 2004 μέχρι και το 2008 ο Εναγόμενος διαβεβαίωνε συνεχώς τον Ενάγοντα προφορικά πως πολύ σύντομα θα λάμβανε χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που είχε καταβάλει για την αγορά των μετοχών αφού, όπως του είχε αναφέρει, προσπαθούσε να επιτύχει επικερδή πώληση της επιχείρησης του Guru ή και της Εταιρείας σε τρίτο πρόσωπο. Σε διάφορα χρονικά σημεία από το 2008 μέχρι τα τέλη του 2010 ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα πως εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που έπληττε την τουριστική βιομηχανία της Αγίας Νάπας, ήταν πολύ δύσκολο να προχωρήσει σε κερδοφόρα πώληση του Guru ή και της Εταιρείας. Μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 2010, οι διάδικοι διατηρούσαν καλές και φιλικές σχέσεις. Παρόλα αυτά, τον Δεκέμβριο του 2010 ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε σχετικά με τις προσπάθειες που κατέβαλλε ο Εναγόμενος για περαιτέρω χρήση και εκμετάλλευση της εμπορικής επωνυμίας GURU, η οποία μέχρι τότε πίστευε ότι είναι πνευματική ιδιοκτησία της Εταιρείας. Έτσι, ζήτησε νομική συμβουλή σε σχέση με τα δικαιώματά του και στο πλαίσια αυτά αποκαλύφθηκε, μεταξύ άλλων, πως ο Εναγόμενος ουδέποτε είχε μεταβιβάσει τις 1,000 μετοχές της Εταιρείας στο όνομα του Ενάγοντα και ουδέποτε τον είχε διορίσει διευθύνων σύμβουλο αυτής (αντίγραφο αποτελέσματος ηλεκτρονικής έρευνας στην ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επισήμου Παραλήπτη αναφορικά με την Εταιρεία ημερομηνίας 10.3.2011, από το οποίο προκύπτει ότι ο Εναγόμενος κατέχει το 98% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας και είναι ο μόνος διευθύνων σύμβουλος της από το χρόνο εγγραφής της εταιρείας και τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2011, ενώ γραμματέας της εταιρείας είναι ο XXXXX Δρυμιώτης από το χρόνο εγγραφής της εταιρείας τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 2011, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος εκμεταλλεύθηκε πλήρως την εμπιστοσύνη και την καλή πίστη που είχε δείξει στο πρόσωπο του αφού έλαβε το συνολικό ποσό των £20,000 ενώ ουδέποτε είχε σκοπό να μεταβιβάσει το 20% των μετοχών της Εταιρείας και να εκπληρώσει τις λοιπές του υποχρεώσεις του βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας. Στη βάση των πιο πάνω, δια επιστολής των δικηγόρων του προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 22.12.2010 (βλέπε Τεκμήριο 11) ο Ενάγοντας τερμάτισε τη συμφωνία του με τον Εναγόμενο ένεκα παράβασής της από τον τελευταίο, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την καταβολή του συνολικού ποσού των £20,000 με τόκο προς 5,5% επί του ποσού £10,000 από 31.12.2000 και επί του ποσού £10,000 από 31.12.2001 αντίστοιχα. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ως πιο πάνω, ο δικηγόρος του Εναγόμενου απέστειλε στους δικηγόρους του Ενάγοντα επιστολή ημερομηνίας 14.2.2011 (Τεκμήριο 12) όπου αναφέρει ότι οι μετοχές ήταν πάντοτε στη διάθεση του Ενάγοντα και πως η μη μεταβίβαση τους επ' ονόματι του τελευταίου ήταν επιθυμία και παράκληση του ίδιου του Ενάγοντα για προσωπικούς και/ή οικογενειακούς λόγους, ως πάντοτε ανέφερε. Περαιτέρω, ο κ Δρυμιώτης, υπό την ιδιότητα του γραμματέα της Εταιρείας, απεύθυνε επιστολή στον Ενάγοντα ημερομηνίας 24.2.2011 (Τεκμήριο 13), αναφέροντας ότι ήταν αναγκαία η διευθέτηση συνεδρίας με συμμετοχή τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγομένου ώστε να συζητηθούν θέματα που αφορούν την Εταιρεία, τις επιχειρήσεις και το μέλλον τους και να ληφθούν αποφάσεις. Καλείτο δε ο Ενάγοντας να εισηγηθεί ημέρα και ώρα της συνάντησης. Με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 15.3.2011 (Τεκμήριο 14), ο Ενάγοντας απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 24.2.2011 (Τεκμήριο 13) τονίζοντας μεταξύ άλλων πως το περιεχόμενο της αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις. Ο κ. Δρυμιώτης απάντησε στην επιστολή ημερομηνίας 15.3.2011 (Τεκμήριο 14) με επιστολή του προς τους δικηγόρους του Ενάγοντα ημερομηνίας 23.3.2011 (Τεκμήριο 16) επαναλαμβάνοντας ότι ο Ενάγοντας ήταν και είναι μέτοχος της Εταιρείας και πως ενόσω η Εταιρεία ήταν κερδοφόρα και ο ίδιος απολάμβανε τα σχετικά του προνόμια και δικαιώματα ουδέποτε έθεσε θέμα απαίτησης του ποσού που κατέβαλε για την αξία των μετοχών. Επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών αντηλλάγησαν και στις 31.7.2012 και 21.8.2012 (βλέπε Τεκμήρια 15 και 16). Η εκδοχή του Εναγόμενου Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων του αλλά και της μαρτυρίας του (αφού και αυτός ήταν ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης) η εκδοχή του Εναγόμενου μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Περί το 1985 ενοικίασε μία παλιά παραδοσιακή οικία - αποθήκη η οποία βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και την οποία ανακαίνισε και διαμόρφωσε με δικά του έξοδα, και έτσι το 1986 λειτούργησε το γαλλικό εστιατόριο Le Bistro D' Hier, το οποίο είχε μεγάλη επιτυχία και έτυχε ευρείας ανταπόκρισης τόσο από Κύπριους όσο και ξένους πελάτες. Το εστιατόριο λειτούργησε υπό την εμπορική επωνυμία Le Bistro D' Hier και το 1995 λειτούργησε κάτω από την Εταιρεία που συνεστήθη για τον σκοπό αυτό. Το εστιατόριο λειτουργούσε κάτω από την καθοδήγηση και διεύθυνση του ως γαλλικό εστιατόριο μέχρι και το
  11. Λόγω του ότι στο στάδιο εκείνο ο Εναγόμενος άρχισε να ασχολείται με την διοργάνωση διαφόρων εκδηλώσεων με χαρακτήρα ethnic στο εξωτερικό και της δυσκολίας που ως εκ τούτου είχε να διαχειρίζεται και το εστιατόριο στην Αγία Νάπα, και λόγω κάποιων προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε συνεπεία ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη, είχε εκφράσει στον Ενάγοντα, ο οποίος από τον Απρίλιο του 2000 ήταν υπάλληλος στο εστιατόριο, την πρόθεση του να πωλήσει την επιχείρηση ή το μερίδιο από τις μετοχές που κατείχε. Σε μια από τις συζητήσεις που είχε με τον Ενάγοντα, ο τελευταίος του πρότεινε να συνεταιριστούν στην επιχείρηση, και να αναλάβει, πάντοτε με την καθοδήγηση και βοήθεια του Εναγόμενου, να διαχειρίζεται το εστιατόριο στην απουσία του. Με τον τρόπο αυτό ο Εναγόμενος δεν θα αναγκαζόταν να πωλήσει την επιχείρηση, κάτι που τον προβλημάτιζε και του προξενούσε λύπη. Μετά από διάφορες συζητήσεις, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε την πρόταση του Ενάγοντα για πώληση του 20% των μετοχών της Εταιρείας έναντι του ποσού των £20,000 με τους όρους που συμφωνήθηκαν και καταγράφηκαν στο Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 2), που με κοινές οδηγίες των μερών ετοίμασε μαζί με άλλα έγγραφα που το συνόδευαν ο δικηγόρος και γραμματέας της Εταιρείας XXXXX Δρυμιώτης. Στο Συμφωνητικό Έγγραφο μεταφέρθηκε επακριβώς το τι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και δόθηκε στον Ενάγοντα μαζί με τα άλλα συνοδευτικά έγγραφα και μαζί με έγγραφα μεταβιβάσεως μετοχών και διορισμού του Ενάγοντα ως Διοικητικού Συμβούλου, ώστε, όπως ο ίδιος δήλωσε, να τα έδειχνε στον πατέρα του και τον θείο του, ο οποίος ήταν λογιστής, και να λάβει τις απόψεις τους. Ο Ενάγοντας ουδέποτε επέστρεψε τα έγγραφα αυτά είτε υπογεγραμμένα είτε ανυπόγραφα, ενώ όταν γινόταν λόγος για υπογραφή τους, με διάφορες δικαιολογίες απέφευγε το ζήτημα, ζητώντας χρόνο και αργότερα προβάλλοντας την δικαιολογία ότι αντιδρούσε ο πατέρας του και ότι ο θείος του έβρισκε το ποσό της συμφωνίας υπερβολικό και αδικαιολόγητο και ζητούσε περισσότερο ποσοστό. Παρά την καθυστέρηση και κωλυσιεργία στην υπογραφή των εγγράφων, ο Εναγόμενος πάντα θεωρούσε τον Ενάγοντα συνέταιρο στην Εταιρεία κατά 20%, ο οποίος απολάμβανε όλα τα δικαιώματα του συνεταίρου και μέλους του Διοικητικού Συμβούλου. Στα πλαίσια αυτά και υπό την συγκεκριμένη ιδιότητα ο Ενάγοντας είχε δικαίωμα υπογραφής στον λογαριασμό της Εταιρείας (σχετικό το Τεκμήριο 18). Μετά το άνοιγμα του λογαριασμού της Εταιρείας στις 19.12.2000 και στα πλαίσια αίτησης για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων η τράπεζα ζήτησε από την Εταιρεία διάφορα πιστοποιητικά όπως και τα στοιχεία των συνεταίρων ώστε να υπογραφθούν τα έγγραφα εγγύησης από μέρους τους. Έτσι, ο Εναγόμενος ζήτησε εκ νέου από τον Ενάγοντα να υπογράψει τα έγγραφα που είχε ετοιμάσει ο κ. Δρυμιώτης προκειμένου να γίνουν οι αλλαγές και να μεταβιβασθούν επ' ονόματι του οι ανάλογες μετοχές αλλά και να διορισθεί ως Διοικητικός Σύμβουλος, για να δοθούν στην Τράπεζα, πλην, όμως, αυτός δεν ανταποκρίθηκε με την δικαιολογία ότι θα είχε προβλήματα με την οικογένεια του και ότι προτιμούσε να παραμείνουν οι μετοχές επ' ονόματι του Εναγόμενου χωρίς να διαφοροποιείται η μεταξύ τους συμφωνία, με το δικαίωμα να αγοράσει και το υπόλοιπο ποσοστό μέχρι το τέλος του 2001, και ότι θα τον ενημέρωνε σχετικά με την ημερομηνία της μεταβίβασης. Παράλληλα, ο Ενάγοντας ανέφερε στον Εναγόμενο ότι για τον ίδιο ήταν αρκετή η δήλωση του ονόματος του σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες ως συνιδιοκτήτης και διευθυντής, όπως και το δικαίωμα υπογραφής που είχε στην τράπεζα, και ζήτησε όπως το θέμα του διορισμού του ως διοικητικός σύμβουλος παραμείνει σε εκκρεμότητα. Η καταβολή του ποσού των £20,000 από μέρους του Ενάγοντα, είναι παραδεκτή από τον Εναγόμενο. Προβάλλεται, ωστόσο, ότι το ποσό των £6,520 που πληρώθηκε με επιταγή ημερομηνίας 18.12.2010 (Τεκμήριο 3) κατατέθηκε στο λογαριασμό της Εταιρείας, παρά το ότι ανήκε στον ίδιο. Το δε υπόλοιπο ποσό των £13,480 διατέθηκε από τον Ενάγοντα, με την έγκριση του Εναγόμενου, για τις ανάγκες της Εταιρείας όταν μετατράπηκε από γαλλικό εστιατόριο σε ethnic, και συγκεκριμένα στον εργολάβο που είχε αναλάβει τις ανακαινίσεις και όλες τις υπόλοιπες εργασίες. Πράγματι το εστιατόριο άρχισε να λειτουργεί υπό την επωνυμία Guru τον Απρίλιο του 2001, αφού προηγουμένως λειτουργούσε υπό την επωνυμία Le Bistro, ενώ η εργοδότηση του Ενάγοντα έγινε με υψηλές για την εποχή απολαβές λόγω της ιδιότητας του, και τούτο παρόλο που ήταν άπειρος και νεαρής ηλικίας. Ο δε Ενάγοντας είχε όλα τα δικαιώματα του μετόχου και μέλος του διοικητικού συμβουλίου, ενώ παράλληλα εμφανιζόταν ως τέτοιος αφού κερνούσε και φιλοξενούσε κόσμο και είχε έλεγχο των οικονομικών της Εταιρείας. Κατά το ίδιο διάστημα, αν και ο Εναγόμενος πρόσφερε πλείστες ή και περισσότερες υπηρεσίες στην Εταιρεία, δεν έπαιρνε μισθό ούτε είχε οποιαδήποτε ωφελήματα. Επιπλέον, ο Ενάγοντας ήταν υπεύθυνος για την παραλαβή των εισπράξεων, τη διενέργεια πληρωμών και αγορών για την επιχείρηση, τη διενέργεια καταθέσεων στον τραπεζικό λογαριασμό, και την ενημέρωση του λογιστή της Εταιρείας επί καθημερινής βάσης, ενώ εμφανιζόταν σε όλες τις αρμόδιες αρχές ως μέτοχος και Διοικητικός Σύμβουλος χωρίς κανένα πρόβλημα. Περαιτέρω, ο Ενάγoντας ζητούσε και έπαιρνε τακτικά πιστοποιητικά της Εταιρείας για τις ανάγκες έκδοσης ή ανανέωσης των σχετικών αδειών ή για ενημέρωση των αρμοδίων υπηρεσιών, του λογιστή, της τράπεζας και για άλλους σκοπούς, και ως εκ τούτου γνώριζε ποιοι ήταν οι μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοι της Εταιρείας, ενώ ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε θέμα. Αντίθετα, όταν ο Εναγόμενος ήγειρε επανειλημμένα το ζήτημα αυτό, η απάντηση του Ενάγοντα ήταν ότι προτιμούσε τη διευθέτηση αυτή ώστε να μην έχει προβλήματα με την οικογένεια του. Ενώ ο Ενάγοντας εργαζόταν στην Εταιρεία απασχολείτο και σε άλλες παρεμφερείς επιχειρήσεις αδικαιολόγητα και αντισυμβατικά και χωρίς ο Εναγόμενος να δώσει την συγκατάθεση του. Ως δε φάνηκε εκ των υστέρων, η απόφαση του Εναγόμενου να αποδεχθεί την πρόταση του Ενάγοντα να γίνει συνέταιρος στην επιχείρηση και να αναλάβει την διαχείρισή της ήταν παντελώς λανθασμένη και καταστροφική αφού εκτός της απειρίας και της έλλειψης ουσιωδών γνώσεων, και παρά τις επίπονες προσπάθειες του Εναγόμενου να τον εκπαιδεύσει, ο Ενάγοντας ήταν προκλητικός και εριστικός και με δικαιολογία τα προβλήματα που είχε με την οικογένεια του δεν τηρούσε τα συμφωνηθέντα. Όταν δε ο Ενάγοντας διαπίστωσε την οικτρή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Εταιρεία, ζήτησε από τον Εναγόμενο την άδεια να πωλήσει τις μετοχές του σε τρίτους εκτός εάν ο τελευταίος ήθελε να τις αγοράσει, χωρίς, όμως, να αναφέρει το τίμημα το οποίο ζητούσε. Ο Εναγόμενος του απάντησε πως αδυνατούσε και δεν είχε πρόθεση να επαναγοράσει το μερίδιο του, επισημαίνοντας ότι θα μπορούσαν να πωλήσουν την επιχείρηση σε περίπτωση που έβρισκαν αγοραστή σε καλή τιμή. Παράλληλα, ο Εναγόμενος ανέφερε στον Ενάγοντα ότι ήταν πρόθυμος να του παραχωρήσει την πλήρη διαχείριση της επιχείρησης για ένα διάστημα με μόνο όρο να καταβάλλει τα τρέχοντα έξοδα της και να καρπούται ο ίδιος τα οποιαδήποτε έξοδα ή κέρδη. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε την πρόταση αυτή και ανέλαβε, όπως και ο Εναγόμενος, να εξεύρει αγοραστή για το σύνολο της επιχειρήσεως ή τουλάχιστον για το μερίδιο του. Από τον Σεπτέμβριο του 2004 ο Ενάγων εγκατέλειψε το εστιατόριο και έκτοτε δεν εργάστηκε σε αυτό. Λόγω της άρνησης του Ενάγοντα να υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα που αφορούσαν στην Εταιρεία και ειδικά τους τραπεζικούς της λογαριασμούς με κίνδυνο να αντιμετωπίσει η Εταιρεία, αλλά και ο Εναγόμενος προσωπικά, αστικές και ποινικές διώξεις, και λόγω της εν γένει συμπεριφοράς του Εναγομένου, με συμβουλή των τραπεζιτών της Εταιρείας, αφαιρέθηκε από τον Ενάγοντα το δικαίωμα συνυπογραφής στους λογαριασμούς της Εταιρείας ενώ λόγω της οικτρής κατάστασης στην οποία βρισκόταν η Εταιρεία, γεγονός που ήταν εκ γνώση του Ενάγοντα, όλες οι πληρωμές εκ μέρους της Εταιρείας γίνονταν με προσωπικές καταθέσεις του Ενάγοντα. Όλες οι ενέργειες του Εναγόμενου ήταν νόμιμες και εντός των πλαισίων της μεταξύ τους συμφωνίας, ενώ πάντα ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος να μεταβιβάσει τις επίδικες μετοχές επ' ονόματι του Ενάγοντα στον οποίο πάντοτε ανήκαν. Ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν επιθυμούσε και/ή ανέβαλλε για δικούς του λόγους την μεταβίβαση, ενώ γνώριζε πάντοτε την νομική και πραγματική κατάσταση της Εταιρείας αφού είχε και συμβούλους αλλά και έπαιρνε πιστοποιητικά της Εταιρείας. Ο Ενάγοντας ουδέποτε έκανε οποιοδήποτε παράπονο, ούτε επικοινώνησε ποτέ με τον Εναγόμενο ή τον δικηγόρο της Εταιρείας για εξηγήσεις. Ως μάλιστα διαπίστωσε εκ των υστέρων ο Εναγόμενος, ο Ενάγων δεν επιθυμούσε να παρουσιάζεται ως μέτοχος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας για να μην έχει τις ανάλογες υποχρεώσεις αφού ανέφερε εμφαντικά ότι δεν επιθυμούσε να είναι εγγυητής για την Εταιρεία και ανέμενε να δει την εξέλιξη της Εταιρείας ώστε να δράσει ανάλογα και τούτο ενώ για τέσσερα χρόνια αποζούσε από έσοδα που είχε από την Εταιρεία σε μισθούς και άλλες παροχές. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Πράττω δε τούτο λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας και δεν διαφεύγουν την προσοχής μου οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.

(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (βλέπε Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Ο Ενάγοντας μου έκαμε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνεται μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης του απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν φυσικά και αβίαστα, χωρίς καθόλου να διστάζει, να σκέφτεται και να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Με την απλότητα του λόγου του περιέγραψε τα γεγονότα με θετικό τρόπο που έπειθε για την ειλικρίνεια του και τη γνησιότητα της εκδοχής του. Η μαρτυρία του ως προς τους όρους της συμφωνίας του με τον Εναγόμενο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου, το μέρος που αφορούσε στο ζήτημα αυτό παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση. Με πειστικότητα και λογικά επιχειρήματα απέρριψε την εκδοχή του Εναγόμενου ότι η μη μεταβίβαση των μετοχών ήταν αποτέλεσμα παράκλησης και/ή επιθυμίας του για προσωπικούς του λόγους. Η μαρτυρία του Ενάγοντα επί το ότι ο ίδιος αγνοούσε μέχρι το 2010 ότι οι επίδικες μετοχές δεν είχαν μεταβιβαστεί επ΄ονόματι του παρέμεινε σταθερή, ενώ με αναφορά σε σχετικά γεγονότα έπεισε το Δικαστήριο ότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε από το 2001 μέχρι το 2010 ο Εναγόμενος του δημιούργησε με τις πράξεις και τη συμπεριφορά του, εντύπωση περί του αντιθέτου. Τούτο μάλιστα συνάδει πλήρως με την ενέργεια του Ενάγοντα να ενημερώσει τον Εναγόμενο κατά το έτος 2004 για την πρόθεση του να πωλήσει το μερίδιο του στην Εταιρεία και να διερευνήσει κατά πόσον ο Εναγόμενος ενδιαφερόταν να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς που είχε στη βάση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Στα ίδια πλαίσια με ειλικρίνεια δέχθηκε πως ο ίδιος συζητούσε με τον Εναγόμενο για θέματα που αφορούσαν στη λειτουργία της Εταιρείας, με τον τελικό λόγο να ανήκει στον Εναγόμενο. Η δε μαρτυρία του Ενάγοντα περί μη είσπραξης μερίσματος και μη σύγκλησης συνεδρίας μετόχων ή διοικητικού συμβουλίου από την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 επίσης παρέμεινε αναμφισβήτητη. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε με σαφήνεια στη διάρκεια της εργοδότησης του στο εστιατόριο Guru παρουσιάζοντας προς επιβεβαίωση της θέσης του δέσμη αναλυτικών καταστάσεων αποδοχών που εκδόθηκαν από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 6), επεξηγώντας με λεπτομέρεια και με τρόπο που ικανοποιεί το Δικαστήριο τους λόγους τερματισμού της εργοδότησης του περί τα τέλη Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου 2004. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η πληρωμή του συνολικού ποσού των £20,000 στον Εναγόμενο δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όπως διαφάνηκε, από την πλευρά του Εναγομένου δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός αυτό, αλλά προβλήθηκε ισχυρισμός περί διάθεσης των χρημάτων αυτών για τους σκοπούς της Εταιρείας και όχι του Εναγομένου προσωπικά. Δεν μπορούν να λεχθούν τα ίδια και για τον Εναγόμενο. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η προσπάθεια του να ενισχύσει την εκδοχή του παρά να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Στην προσπάθεια του αυτή υπέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις, καθοριστικές για την κρίση της αξιοπιστίας του. Σημειώνεται καταρχήν ότι σε σχέση με την βασική υπεράσπιση του ως προς τους λόγους της μη μεταβίβασης των μετοχών επ΄ονόματι του Ενάγοντα προώθησε διάφορες θέσεις. Ειδικότερα, παρατηρείται ότι ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν προχώρησε στη μεταβίβαση των μετοχών κατόπιν παράκλησης του Ενάγοντα λόγω αντιδράσεων του πατέρα και του θείου του οι οποίοι έβρισκαν το ποσό της συμφωνίας υπερβολικό και αδικαιολόγητο και απαιτούσαν μεγαλύτερο ποσοστό στην Εταιρεία. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί, ωστόσο, να ισχύει αφού όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος, και τα δυο αυτά συγγενικά πρόσωπα του Ενάγοντα γνώριζαν ότι ο τελευταίος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό στον Εναγόμενο, επομένως δεν υπήρχε λόγος να μην προχωρήσει το θέμα της μεταβίβασης. Καμία δε εξήγηση δεν δόθηκε ως προς την μη ετοιμασία και υπογραφή εγγράφου καταπιστεύματος ώστε οι σχέσεις των μερών να είναι σαφείς και να αποφευχθούν προβλήματα αναφορικά με το θέμα αυτό. Σε σχέση με το ίδιο θέμα, ήτοι τους λόγους της μη μεταβίβασης, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι η μεταβίβαση δεν έγινε γιατί ο Ενάγοντας δεν του παρέδωσε ποτέ υπογεγραμμένο το Συμφωνητικό Έγγραφο και τα σχετικά έγγραφα μεταβιβάσεων των μετοχών, θέση η οποία αφενός δεν δικογραφείται, αφετέρου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έτερη θέση του η οποία αναφέρεται αμέσως πιο πάνω. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι πέραν του Συμφωνητικού Εγγράφου, δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε υποδείχθηκαν στον Ενάγοντα, οποιαδήποτε έγγραφα και δη το επικαλούμενο έγγραφο μεταβίβασης, χωρίς να δοθεί κάποια εξήγηση, και τούτο παρόλο που δικηγόρος του Εναγόμενου στα πλαίσια της υπόθεσης ήταν είναι ο κ Δρυμιώτης, ο οποίος ήταν ο γραμματέας της Εταιρείας και ήταν το πρόσωπο που σύμφωνα με τον Εναγόμενο τα ετοίμασε. Παρομοίως, ο Εναγόμενος δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε επιστολή με την οποία να απαιτεί την υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου και των εγγράφων μεταβίβασης ενόψει της θέσης που προβάλλει στην παράγραφο 17 της γραπτής του δήλωσης περί κωλυσιεργίας και καθυστέρησης του Ενάγοντα προς υπογραφή τους. Η δε θέση του Εναγόμενου περί κατ' επανάληψη οχλήσεων του προς τον Ενάγοντα για υπογραφή των εγγράφων μεταβίβασης και του Συμφωνητικού Εγγράφου ουδόλως συνάδει με την απάντηση που έδωσε όταν ερωτήθηκε εάν στις διάφορες συζητήσεις που έγιναν από το 2004 και μετά ήγειρε εκ νέου το ζήτημα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του είναι άμεσα σχετικό: «Ε. Και θέλετε να πείτε ότι στις συζητήσεις αυτές που κάμνατε τόσα έτη μέχρι το 2010 όπως λέτε ήρθε ο XXXXX και μου είπε θέλω να πουλήσω το μερίδιο μου του είπατε εσείς δεν έχω πρόβλημα να πουλήσω και εγώ τη ο δικό μου, να σε διευκολύνω και τα συναφή, δεν του είπατε ότι υπάρχει και αυτή η εκκρεμότητα ότι ποτέ δεν μεταβιβάστηκαν οι μετοχές στο όνομα σου. Α. Όχι. Ούτε θυμάμαι αν μεταφέρθηκαν οι μετοχές ή όχι. Το κλίμα μεταξύ εμένα και του XXXXX για εμένα ήταν ότι είναι 20% συνέταιρος μου. Για να το επιβεβαιώσω αυτό θέλω να πω ότι όποτε συζητούσαμε την πιθανότητα πώλησης της επιχείρησης εγώ του ανέφερα ότι από το ποσό πρέπει πρώτα να πάρω εγώ σαν άτομο εγώ £20.000 που ήταν η αναλογία των δικών μου μετοχών και ότι μείνει αφού πληρωθούν τα χρέη μας θα πάρει το υπόλοιπο 20% ο XXXXX και το υπόλοιπο εγώ». Αποτέλεσε θέση του Εναγομένου ότι ο Ενάγοντας δεν επιθυμούσε την επ' ονόματι του μεταβίβαση των μετοχών προκειμένου να αποφύγει υποχρεώσεις που τυχόν να προεκύπταν από τη διαχείριση της Εταιρείας και ότι μόλις ο Ενάγοντας διαπίστωσε την οικτρή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Εταιρεία προσπάθησε να πωλήσει το μερίδιο του σε αυτήν. Η θέση, όμως, αυτή ουδόλως συνάδει με τα όσα αναφέρει στην επιστολή του δικηγόρου ημερομηνίας 23.3.2011 (Τεκμήριο 16) όπου αναφέρεται μεταξύ άλλων πως «είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι καθ' ολην τη διάρκεια ότε η Εταιρεία ήτο κερδοφόρα και ο κ Μιχαηλάς απολάμβανε τα σχετικά του προνόμια και δικαιώματα, ούτος δεν έθεσε θέμα απαιτήσεως του ποσού που κατέβαλε έναντι της αξίας των μετοχών, και τούτο έγινε μόλις πρόσφατα ότε διεπίστωσε ότι η Εταιρεία αντιμετωπίζει προβλήματα». Όταν δε ο Εναγόμενος κλήθηκε να τοποθετηθεί επί τούτου, υποστήριξε πως μια εταιρεία είναι κερδοφόρα όταν τα εισοδήματα της είναι αρκετά ώστε να πληρώνονται οι υποχρεώσεις της, θέση η οποία δεν συνάδει με την λογική. Σε κάθε περίπτωση, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος δέχθηκε, η Εταιρεία ουδέποτε προχώρησε σε διανομή μερίσματος στους μετόχους της καθώς επίσης ότι ο Ενάγοντας λάμβανε μόνο τον μισθό του και τα συνήθη φιλοδωρήματα. Προκειμένου να πείσει το Δικαστήριο περί της εκδοχής του, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι οι μετοχές δεν είχαν μεταβιβαστεί επ΄ονόματι του και τούτο λόγω της συνεργασίας του με τον λογιστή της Εταιρείας, και της γενικότερης εμπλοκής του στη διαχείρηση των οικονομικών της Εταιρείας. Παρόλα αυτά, όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος, ο λογιστής μιας εταιρείας που ασχολείται με την τήρηση των λογιστικών βιβλίων (bookkeeping) και όχι με τον έλεγχο (audit) των λογαριασμών, δεν γνωρίζει ούτε χρειάζεται να γνωρίζει τους αξιωματούχους και μετόχους αυτής. Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί τη θέση του Εναγόμενου ότι η μη μεταβίβαση των μετοχών οφειλόταν στον Ενάγοντα. Συναφώς σημειώνεται ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας παράβηκε τον όρο της μεταξύ τους συμφωνίας ως προς την μη εργοδότηση του σε επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών ίδιο ή παρόμοιο με αυτό της Εταιρείας. Τέτοιος ισχυρισμός, και δη ότι ο εναγόμενος ουδέποτε έδωσε στον Ενάγοντα την εξουσιοδότηση του προς το σκοπό αυτό ουδέποτε τέθηκε στον τελευταίο για να τοποθετηθεί. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα της εργοδότησης του Ενάγοντα δεν συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο με το ζήτημα της μεταβίβασης των μετοχών αφού η αποχώρηση του Ενάγοντα από την υπηρεσία της Εταιρείας προέκυψε κατά το 2004, ήτοι σε στάδιο μεταγενέστερο της γένεσης της υποχρέωσης του Εναγόμενου να προβεί σε μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του. Σημειώνεται, τέλος, ότι κάποιες από τις θέσεις που προώθησε ο Εναγόμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του δεν είχαν τεθεί στον Ενάγοντα κατά την αντεξέταση με τρόπο ώστε να μην μπορούν να τύχουν της δέουσας αξιολόγησης (βλέπε Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Πέραν από τα όσα σημειώνονται πιο πάνω, παρατηρείται πως η θέση του Εναγόμενου περί προκλητικού και αντιδραστικού χαρακτήρα του Ενάγοντα που δυσκόλευε τη λειτουργία της επιχείρησης ουδέποτε προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του τελευταίου, ενώ σε κάθε περίπτωση το ζήτημα αυτό δεν αφορά τα επίδικα θέματα. Παρομοίως, ουδέποτε τέθηκε στον Ενάγοντα η θέση που προώθησε ο Εναγόμενος ότι το δικαίωμα του Ενάγοντα να υπογράφει στο λογαριασμό της Εταιρείας αφαιρέθηκε λόγω της άρνησης του τελευταίου να υπογράψει το Συμφωνητικό Έγγραφο και τα σχετικά έγγραφα μεταβίβασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, το Δικαστήριο εξάγει ευρήματα ανάλογα της μαρτυρίας του Ενάγοντα η οποία έγινε αποδεκτή, τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης δεδομένης της παράθεσης της εκδοχής του ανωτέρω. Ενδεικτικά και χωρίς περιορισμό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι περί τα μέσα του 2000 οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά την εκ μέρους του Ενάγοντα αγορά 1,000 μετοχών της Εταιρείας από τον Εναγόμενο με τους όρους που αναφέρονται στις σελίδες 3 και 4 πιο πάνω. Παρεμβάλλω εδώ για να σημειώσω ότι ενόψει μη προσκόμισης υπογεγραμμένου Συμφωνητικού Εγγράφου και από τις δυο πλευρές το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ανάλογο εύρημα. Ότι προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, είναι πως στο Συμφωνητικό Έγγραφο καταγράφηκαν οι βασικοί όροι της προφορικής συμφωνίας των μερών. Το αντάλλαγμα που είχε συμφωνηθεί και ανερχόταν σε £20,000 καταβλήθηκε στον Εναγόμενο με βάση τα συμφωνηθέντα πλην, όμως, ο Εναγόμενος δεν προέβηκε σε μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι του Ενάγοντα. Παρομοίως, ο Ενάγοντας ουδέποτε διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας, και τούτο παρόλο που ο Εναγόμενος είχε δημιούργησε στον Ενάγοντα την εντύπωση ότι είχε πράξει τα δέοντα. Περί τον Δεκέμβριο του 2010 ο Ενάγοντας ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 22.12.2010 (Τεκμήριο 11), τερμάτισε τη συμφωνία και ζήτησε την επιστροφή του ποσού των £20,000 που καταβλήθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Μέχρι σήμερα το ποσό αυτό δεν έχει επιστραφεί. Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Μελετώντας τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον έχει αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό, παρατηρείται ότι η απαίτηση του στηρίζεται κυρίως στην παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και δη την παράλειψη του Εναγόμενου να μεταβιβάσει επ' ονόματι του τις 1000 μετοχές τις οποίες αγόρασε από αυτόν καταβάλλοντας το ποσό των £20,000. Σύμφωνα με το άρθρο 71 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, οι μετοχές είναι προσωπική "περιουσία" που μπορεί να μεταβιβαστεί. Στην υπόθεση Borland's Trustee v. Steel Brother
(1901)1 Ch. D. 279, η μετοχή χαρακτηρίστηκε ως το ενδιαφέρον ενός μετόχου σε μια εταιρεία που ισοδυναμεί με ένα ποσό χρημάτων, και αποτελείται από δικαιώματα και υποχρεώσεις, που καθορίζονται από τον Νόμο, το ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό μιας εταιρείας. Το άρθρο 73 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113[1], είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 75 του Companies Act 1948. Στο σύγγραμμα Bucley on the Companies Acts, 14η έκδοση, αναλύεται στις σελίδες 212 και 213, ο σκοπός θέσπισης του συγκεκριμένου άρθρου, ήτοι η αποφυγή χρήσης προφορικών μεταβιβάσεων και η συνακόλουθη παράλειψη πληρωμής φόρου για κάθε μεταβίβαση. Σημειώνεται ότι η «απλή» υπογραφή συμφωνίας πώλησης μετοχών δεν επιφέρει και την μεταβίβαση των μετοχών γιατί απαιτείται η εγγραφή των νέων αγοραστών στο μητρώο (βλέπε Langen v. Wind
(1972)1 All E.R. 296). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση, στη σελίδα 446 και επόμενες, μια συμφωνία πώλησης μετοχών, περιλαμβάνει την εξυπακουόμενη υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει δεόντως υπογραμμένο έγγραφο μεταβίβασης και το πρωτότυπο του τίτλου των πωληθέντων μετοχών (βλέπε επίσης Palmer's Company Law, Vol. 1, στις παραγράφους 39-03 και 39-04). Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια ότι ο Εναγόμενος απέτυχε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις αφού δεν μεταβίβασε στον Ενάγοντα τις μετοχές για τις οποίες εισέπραξε το συνολικό ποσό των £20,000 αμέσως μετά την είσπραξή του και σε κάθε περίπτωση παρά την πάροδο ευλόγου χρόνου. Σύμφωνα και πάλι με τα ευρήματα του Δικαστηρίου όταν συνειδητοποίησε κατά το 2010 ότι ο Εναγόμενος απέτυχε στις συμβατικές του υποχρεώσεις, και τούτο παρόλο που από το 2001 ο Εναγόμενος δημιουργούσε στον Ενάγοντα την εντύπωση ότι ενήργησε στη βάση των συμφωνηθέντων και μεταβίβασε επ' ονόματι του τις μετοχές, κατήγγειλε τη σύμβαση ζητώντας την επιστροφή του χρηματικού ποσού που κατέβαλε χωρίς αντάλλαγμα. Η αποτυχία του Εναγόμενου να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα δίδει σαφώς το δικαίωμα στον Ενάγοντα να ζητήσει το ποσό που πλήρωσε ως αποζημιώσεις για την αντισυμβατική συμπεριφορά του (βλέπε άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και Νίκος Λίλλης ν. Παρασκευούλα Ξενή
(2009)1 Α.Α.Δ. 217). Στο σύγγραμμα Gower's Principles of Modern Company Law, 6η έκδοση, αναφέρεται στις σελίδες 335 και 336 ότι σε περίπτωση αγοράς μετοχών από υφιστάμενο μέτοχο, η συναλλαγή δεν ολοκληρώνεται παρά μόνο μέχρι την συμπερίληψη του αγοραστή στο μητρώο μελών της εταιρείας ως κάτοχο του ανάλογου αριθμού μετοχών. Ούτε η υπογραφή συμφωνίας μεταβίβασης όπως ούτε και η παράδοση υπογεγραμμένου εγγράφου μεταβίβασης είναι αρκετή στα πλαίσια αυτά. Επομένως, στη βάση των όσων υποδεικνύονται αμέσως πιο πάνω, κρίνω ότι:
(1)η δήλωση του ονόματος του Ενάγοντα ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης στις αρμόδιες αρχές,
(2)το δικαίωμα υπογραφής που είχε ο Ενάγοντας στο λογαριασμό της Εταιρείας και
(3)η συνεργασία που είχε ο Ενάγοντας με τον λογιστή της Εταιρείας, δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την κατάσταση δεδομένης της υποχρέωσης του Εναγόμενου να ολοκληρώσει τη συναλλαγή και να μεταβιβάσει τις μετοχές επ' ονόματι του Ενάγοντα. Σε σχέση με τη θέση του κ Δρυμιώτη επί το ότι ο χρόνος εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της μεταβίβασης των μετοχών στον Ενάγοντα δεν κατέστη ουσιώδης, με τρόπο ώστε η παράβαση του να μην δίδει δικαίωμα στον Ενάγοντα να τερματίσει τη συμφωνία επαναλαμβάνεται καταρχήν ότι στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου η συμφωνία των μερών προέβλεπε πως η μεταβίβαση των μετοχών θα γινόταν αμέσως ή σε κάθε περίπτωση εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία καταβολής του ανάλογου ποσού. Η δε μεταβίβαση των μετοχών ουδέποτε έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 46 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, εάν στη σύμβαση δεν καθορίζεται χρόνος για εκπλήρωση και ο οφειλέτης υποχρεώνεται να προβεί σε εκπλήρωση χωρίς προηγουμένως να οχληθεί από τον δανειστή, η υποχρέωση για εκπλήρωση της σύμβασης πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρόνο (βλέπε Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 C.L.R. 23, Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 9, παράγραφο 479 και Chitty on Contracts, 25η έκδοση, στην παράγραφο 1394). Το τι συνιστά εύλογο χρόνο αποτελεί ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης (βλέπε μεταξύ άλλων Χαράλαμπος Α. Δημήτρη κ.α. v. Paul Beven
(1999)1 A.A.Δ. 663). Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, στη σελίδα 1035, παράγραφο 21-07 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where a party to a contract undertakes to do an act, the performance of which depends entirely on himself, and the contract is silent as to time of performance, the law implies an obligation to perform the act within a reasonable time having regard to all the circumstances of the case». Παρομοίως, στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 374: «Where no time is fixed by contract, the performance of the contract must be within a reasonable time. It is not necessary in such cases to give notice before treating the contract as rescinded. Bachhiaj v. Nand Lad
(1966)A.M.P. 145; Dinkerrai v. Sukh Dayal
(1948)Bom. 91
(1947)A.B. 293; Sat Prakash v. Bodhraj
(1958)A. Punj 111)». Στην προκειμένη περίπτωση, ο χρόνος της μεταβίβασης προσδιοριζόταν στη συμφωνία των μερών, ήτοι αμέσως μετά την καταβολή του αναλογούντος χρηματικού ποσού, κάτι το οποίο απέτυχε να πράξει ο Εναγόμενος. Επομένως, δεν προκύπτει αναγκαιότητα εξέτασης του ζητήματος του εύλογου χρόνου (βλέπε Σόλων Κωνσταντινίδη ν. Εταιρεία Level Tachxcaus Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 600), ο οποίος σε κάθε περίπτωση στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, είχε παρέλθει. Επομένως, είναι φανερό ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε επιστροφή του ποσού των £20,
  1. Αναφορικά με την απαίτηση του Ενάγοντα για γενικές και/ή ειδικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, περιορίζομαι να σημειώσω πως από την πλευρά του Ενάγοντα δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στον Ενάγοντα πέραν της καταβολής του ποσού των £20,000 χωρίς αντάλλαγμα. Συνεπεία της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου που σφραγίζει την τύχη της αγωγής, ελλείπει η αναγκαιότητα εξέτασης των έτερων θέσεων του Ενάγοντα περί απόσπασης του χρηματικού ποσού των £20,000 από τον Εναγόμενο δια απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Παρομοίως, με δεδομένες τις αξιώσεις του Ενάγοντα ως συνοψίζονται πιο πάνω και της αναφοράς στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με την οποία ο Ενάγοντας επιφυλάσσει το δικαίωμα του να εγείρει αγωγή σε σχέση με την εμπορική εκμετάλλευση του διακριτικού σήματος και/ή της επωνυμίας Guru, θέματα που αφορούν την κατοχύρωση των πνευματικών δικαιωμάτων που προκύπτουν από αυτό στην Εταιρεία δεν είναι επίδικα στην παρούσα αγωγή και ως τέτοια δεν χρήζουν οποιασδήποτε εξέτασης. Τελική Κατάληξη Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των £20,000 (ή το αντίστοιχο ποσό σε €34.172,03). Στην απουσία οποιασδήποτε πρόνοιας στα πλαίσια της συμφωνίας των μερών αναφορικά με το θέμα του τόκου και έχοντας υπόψη ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε οποιαδήποτε έγγραφα σε σχέση με τον τόκο που ισχυρίστηκε ότι κατέβαλλε προς αποπληρωμή του δανείου που συνήψε για εξασφάλιση του ποσού των £20,000, (βλέπε παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα - Έγγραφο Α), επί του ποσού των £20,000 επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 3.6.2011, μέχρι εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα, υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου επιδικάζονται τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
  2. Ανεξάρτητα από οτιδήποτε περιέχεται στο καταστατικό της εταιρείας δεν είναι νόμιμη για την εταιρεία η καταχώρηση μεταβίβασης μετοχών ή χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εκτός αν παραδοθεί κατάλληλο μεταβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία: Νοείται ότι καμιά διάταξη στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει οποιαδήποτε εξουσία της εταιρείας να γράψει ως μέτοχο ή κάτοχο χρεωστικών ομολόγων οποιοδήποτε πρόσωπο που το δικαίωμα για μετοχές ή χρεωστικά ομόλογα της εταιρείας, μεταβιβάστηκε ως αποτέλεσμα νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση οποιασδήποτε δημόσιας εταιρείας της οποίας οι μετοχές ή άλλοι τίτλοι ή κινητές αξίες έχουν τύχει διαπραγμάτευσης σε αγορά του εξωτερικού, είναι νόμιμη για την εταιρεία η καταχώρηση μεταβίβασης μετοχών ή χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας, έστω και αν δεν παραδοθεί κατάλληλο μεταβιβαστικό έγγραφο στην εταιρεία, νοουμένου ότι η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το νόμο ή κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία της σχετικής αγοράς». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.