Αργυρού ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:3766/2013, 22/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A221 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3766/2013 Μεταξύ: Αργυρού (XXXXX) XXXXX Ενάγοντα και
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- XXXXX Μπουλούτας
- XXXXX Στυλιανίδης
- XXXXX Κουννής
- XXXXX Χιλαδάκης
- Pricewaterhouse Coopers Ltd
- Grant Thorton
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση του Ενάγοντα ημερομηνίας 12.11.2018 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 22 Απριλίου 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Νικολάου Για τους Εναγόμενους 5 και 8 - Καθ' ων η αίτηση: κα Παπουή Για τον Εναγόμενο 7 - Καθ' ου η αίτηση: κ Λιασίδης για κ Α. Ζαχαρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Ενάγοντας επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του ως ακολούθως: «
- Διά της τροποποίησης της παραγράφου 33.Α., στις λεπτομέρειες παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Εναγόμενης Τράπεζας και της Εναγόμενης 2 Λαϊκής Financial Services Ltd ως επίσης και των Εναγομένων 5 - 8, με την προσθήκη μετά της υποπαραγράφου (ι) που βρίσκεται στην σελίδα 15 των υποπαραγράφων «(ια)» μέχρι «(κθ)» ως ακολούθως: «(ια) Οι Εναγόμενες 1 και 2 καθώς επίσης και οι υπηρέτες ή υπάλληλοι αυτής ως επίσης και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής είναι υπόλογοι και ευθύνονται για τη παράβαση μεταξύ άλλων των ακόλουθων Νόμων/Οδηγιών: (ιβ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007 άρθρο 18
(2)- θα έπρεπε να εφαρμοστούν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωση της Τράπεζας και των υπαλλήλων της, πράγμα το οποίο δεν έγινε. (ιγ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007 άρθρο 29 - η παροχή επενδυτικής και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμό αυτών των υπηρεσιών προς τον ενάγοντα πελάτη από τη Τράπεζα έπασχε και η Τράπεζα όφειλε να λάβει όλα τα εύλογα μέτρα για εντοπισμό συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ της ιδίας και του ενάγοντα, πράγμα που δεν έπραξε. (ιδ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144(Ι)/2007 και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αρ.1287/2006 - κατά τη προώθηση και διάθεση των αξιόγραφων και των ΜΑΕΚ στον ενάγοντα, δεν ενήργησε η Τράπεζα δίκαια, με εντιμότητα και επαγγελματισμό έτσι ώστε να εξυπηρετήσει με το καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα του ενάγοντα. (ιε) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007 άρθρο 36
(1)(α) - η πληροφόρηση που έδιδε στον ενάγοντα σε σχέση με τα αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ δεν ήταν ακριβής, σαφής και μη παραπλανητική. (ιστ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144(Ι)/2007 άρθρο 36
(1)(β) - η πληροφόρηση που έδιδε στον ενάγοντα σε σχέση με τα αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ δεν ήταν σε κατανοητή μορφή έτσι ώστε ο ενάγοντας να είναι σε θέση να κατανοήσει τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής υπηρεσίας και του συγκεκριμένου τύπου του προτεινόμενου χρηματοοικονομικού μέσου έτσι ώστε να λάβει επενδυτική απόφαση με επίγνωση. (ιζ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144(Ι)/2007 άρθρο 36
(1)(γ) - η Τράπεζα δεν άντλησε τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και τη πείρα του ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τα Αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ όπως επίσης σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και τους επενδυτικούς του στόχους ώστε να του συστήσει επενδυτικές υπηρεσίες και χρηματοοικονομικά μέσα που ήταν κατάλληλα για τη περίπτωση του. (ιη) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007 άρθρο 36
(1)(δ) - η Τράπεζα δεν ζήτησε από τον ενάγοντα οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και τη πείρα του ενάγοντα στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με το συγκεκριμένο τύπο χρηματοοικονομικού μέσου που προωθούσαν οι αντιπρόσωποι της. (ιθ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(I).72007 άρθρα 36 και 37 - η Τράπεζα δε συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις επαγγελματικής δεοντολογίας κατά την παροχή υπηρεσιών στον ενάγοντα και επίσης η Τράπεζα ήταν υπεύθυνη για την καταλληλότητα των παρεχόμενων συστάσεων ή συμβουλών που η ίδια παρείχε στον ενάγοντα. (κ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(I)/2007 άρθρο 52
(1)- τα άτομα τα οποία παρέχουν επενδυτικές συμβουλές και διαθέτουν τα Αξιόγραφα και τα ΜΑΕΚ δεν ήταν εγγεγραμμένα στο δημόσιο μητρώο όπως προβλέπεται στο άρθρο 53 του Ν.144(Ι)/2007 και βάσει των προσόντων που προβλέπονται στο άρθρο 15 του Ν.144(Ι)/
- (κα) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π 558/2007) - παρέβηκαν τα περί συμπεριφοράς των Τραπεζών κατά τη παροχή επενδυτικών υπηρεσιών. (κβ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(I)72007, ο οποίος βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive) - MiFID στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2006/73/EK για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ. (κγ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007 - άρθρα 4 και 120 - δεν λειτούργησαν με διαφάνεια ως όφειλαν αφού παρείχαν επενδυτικές συμβουλές για προώθηση επενδυτικών προϊόντων στον ενάγοντα. (κδ) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν.144(Ι)/2007- άρθρο 143 - ο ενάγοντας αντλεί αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με παραβιάσεις των θεσμοθετημένων καθηκόντων που απορρέουν από το Νόμο και/ή δυνάμει αυτού εκδιδομένου οδηγιών και/ή του Ε.Κ. αρ. 1287/
- (κε) Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος Ν. 144(Ι)/2007 - Άρθρα 18
(2)σε συνάρτηση με τη παράγραφο 22 της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 557/2007 - η Τράπεζα οφείλει να εξακριβώνει αν η ίδια η Τράπεζα ή αρμόδιο πρόσωπο ως αποτέλεσμα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών είναι πιθανό να αποκομίσει οικονομικό κέρδος ή να αποφύγει οικονομική ζημιά σε βάρος των πελατών, πράγμα που δεν έκανε στην παρούσα περίπτωση του ενάγοντα. (κστ) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 17 - προσδιορίζονται τα χαρακτηριστικά που καθιστούν ένα χρηματοοικονομικό μέσο μη περίπλοκο. Στη παρούσα περίπτωση, σκοπός έκδοσης τους ήταν η αύξηση της κεφαλαιουχικής επάρκειας της εκδότριας Τράπεζας γεγονός που καθιστά το χρηματοοικονομικό μέσο περίπλοκο. (κζ) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 14 - προσδιορίζονται οι πληροφορίες που θα πρέπει να λαμβάνει η Τράπεζα από το πελάτη προκειμένου να προβεί σε αξιολόγηση της καταλληλότητας του και να παρέχει επενδυτική συμβουλή σύμφωνη με τους επενδυτικούς στόχους του πελάτη, πληροφορίες τις οποίες δεν έλαβε στην περίπτωση του ενάγοντα. (κη) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 6 - η πληροφόρηση που παρέχει η Τράπεζα πρέπει να είναι ακριβής και σαφής, να μη δίνει έμφαση σε πιθανά οφέλη από μια επενδυτική υπηρεσία, να έχει εμφανή ένδειξη για κάθε σχετικό κίνδυνο, να είναι κατανοητή και να μην υποβαθμίζει ή συγκαλύπτει σημαντικά στοιχεία, δηλώσεις ή προειδοποιήσεις, πράγμα το οποίο δεν έγινε. (κθ) Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας (Κ.Δ.Π 558/2007) - παράγραφος 10 - πρέπει να γίνεται περιγραφή της φύσης των χρηματοοικονομικών μέσων, τους ειδικούς κινδύνους που ενέχονται λαμβάνοντας υπόψιν κατά πόσο ο ενάγοντας είναι ιδιώτης ή επαγγελματίας. Αυτά θα πρέπει να δίδονται με επαρκείς λεπτομέρειες έτσι ώστε ο πελάτης να λάβει επενδυτική απόφαση βασισμένη σε σωστή ενημέρωση, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην περίπτωση του ενάγοντα. 2. Με τη προσθήκη εντός της παραγράφου 34 και αμέσως μετά τη φράση του «Νόμο 144(Ι)/2007», της φράσης «ο οποίος βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/39/ΕΚ για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων (Markets in Financial Instruments Directive) - MiFID στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2006/73/EK για την εφαρμογή της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ, όπως επίσης στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ.1287/2006, στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για την Επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την Παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων Κ.Δ.Π 558/2007, και στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 557/2007». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Νικολάου η οποία εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους του Ενάγοντα, όπου αναφέρεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη γιατί παρά την υφιστάμενη δικογράφηση παραβάσεων νομίμων καθηκόντων με σχετικές λεπτομέρειες είναι ορθότερο να εξειδικευτούν και τα νομικά πλαίσια από όπου πηγάζουν οι παραβάσεις αυτές, ήτοι τα συγκεκριμένα άρθρα νομοθεσίας, ευρωπαϊκών κανονισμών και οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με την κα Νικολάου, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέων θέσεων αλλά η εξειδίκευση των υφιστάμενων θέσεων του Ενάγοντα με τρόπο ώστε η ουσία της απαίτησης να παραμένει η ίδια και οι Εναγόμενοι να μην υποστούν οποιοαδήποτε ζημιά σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Η δε ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά το στάδιο προεοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία και δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Από την πλευρά των Εναγομένων 1 - 4, 6, 9 και 10 - 12 δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα. Ενστάσεις καταχωρήθηκαν από τους Εναγόμενους 5, 7 και 8 (σημ: η ένσταση των Εναγόμενων 5 και 8 είναι κοινή αφού εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο). Οι λόγοι ένστασης που προβάλλονται από τους Εναγόμενους 5, 7 και 8 μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή νομικά και νομολογιακά ανεπίτρεπτη καθότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας επιδιώκει να εντάξει στην Έκθεση Απαίτησης νομοθετικές πρόνοιες, ενώ κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία.
(2)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι λανθασμένη και/ή αντικανονική καθότι είναι ασαφής και ανεπαρκής και περιέχει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς αναφορικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση.
(3)Η αίτηση είναι κακόπιστη και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
(4)Ο Ενάγοντας - Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αφού ουδεμία βάσιμη δικαιολογία δόθηκε για την ανάγκη που προέκυψε για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης.
(5)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(6)Τα όσα ο Ενάγοντας επιθυμεί να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης του ήταν γνωστά σε αυτόν κατά την έγερση της αγωγής και/ή πριν από την ετοιμασία της Έκθεσης Απαίτησης. Προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης και την εξέταση των θέσεων που προωθήθηκαν από τις δυο πλευρές, κρίνω ορθό να ασχοληθώ με την ένσταση του Εναγομένου 7 επί το ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική αφού γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δοθεί κάποια εξήγηση προς τούτο. Είναι δε η εισήγηση του συνηγόρου ότι σε αυτή τη βάση η αίτηση του Ενάγοντα δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία. Έχει νομολογηθεί ότι είναι ανεπιθύμητο ένορκη δήλωση να γίνεται από συνήγορο του αιτητή (βλέπε In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Τhanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, Ανδρέας Χριστοδούλου v. Θεοδώρας Αγαθοκλέους
(1996)1 Α.Α.Δ. 1203, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Ανεπιθύμητο μεν, αλλά όχι ανεπίτρεπτο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου v. Θεοδώρας Αγαθοκλέους (πιο πάνω) λέχθηκαν τα εξής: «Αποκαλύπτεται παρανόηση της νομολογίας πάνω στο θέμα αλλά και σύγχυση ως προς τη δυνατότητα που προσφέρει η Δ.39 Θ.2 και της μεθόδου απόδειξης αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Για σκοπούς όμως της παρούσας υπόθεσης αρκεί να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση». Στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί». Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει ήδη υποδειχθεί, η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από δικηγόρο η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα - Αιτητή. Τα όσα, όμως, αναφέρονται στην ένορκη δήλωση αφορούν ζητήματα νομικής, κυρίως, φύσεως, καθώς επίσης γεγονότα τα οποία η κα. Νικολάου ισχυρίζεται ότι γνωρίζει προσωπικά. Είναι δε, ως αναφέρει, εξουσιοδοτημένη, τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται, να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Με αυτά ως δεδομένα και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι το γεγονός ότι η δήλωση γίνεται από δικηγόρο δεν δημιουργεί οποιοδήποτε δικονομικό ή άλλο πρόβλημα. Επί της ουσίας της αίτησης, προσεγγίζω τις ανάγκες της παρούσας περίπτωσης καθοδηγούμενη από τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφου. Ως έχει ήδη αναφερθεί, η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κρίνω δε ορθό να σημειώσω ότι παρά την τροποποίηση της Δ.25 κατά το 2014 και μετέπειτα, για τους σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης εφαρμόζεται η αρχική διαταγή (ως ίσχυε, δηλαδή, πριν από τις γενόμενες τροποποιήσεις), εφόσον οι πρόνοιες που προέκυψαν με την τροποποίηση της Δ.25 εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρούνται από 1.1.2015 και έπειτα. Οι νομικές αρχές που διέπουν την εκδίκαση αιτήσεων για τροποποίηση δικογράφων με βάση την πιο πάνω διαταγή έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλέπε The Annual Practice 1958, στη σελίδα 622). Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση (βλέπε IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Έφεση αρ. 137/13 και 138/13, απόφαση ημερομηνίας 20.3.2014). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής έχει ενεργήσει κακόπιστα (βλέπε Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και σύγγραμμα Bullen & Leake (121 έκδοση, Sweet & Maxwell) στη σελίδα 128). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία σε σχέση με την παλαιά Δ.25, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα (βλέπε Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για παροχή επαρκών εξηγήσεων, τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (Τ.Μ.Ρ.) v. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, η σημασία του θέματος της αιτιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ (βλέπε επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 και Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν
(2011)1 Α.Α.Δ.1211, Kayat Trading Ltd. v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 58/2012, απόφαση ημερομηνίας 4.3.2013, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1 Α.Α.Δ. 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα, Πολιτική Έφεση αρ. Ε4/2017, απόφαση ημερομηνίας 11.10.2018). Έχω διεξέλθει της αίτησης και των ενστάσεων που έχουν καταχωρηθεί, όπως επίσης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν, και έχοντας συνέχεια κατά νού τις θέσεις και τα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων ως αυτά προκύπτουν από τις γραπτές τους αγορεύσεις, κρίνω ότι το αίτημα του Ενάγοντα θα πρέπει να εγκριθεί. Και εξηγώ: Μελετώντας την επιδιωκόμενη τροποποίηση σε συνάρτηση με τις ήδη δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα διαπιστώνεται ότι με αυτήν δεν επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών, πόσω μάλλον η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής, αλλά η εξειδίκευση του νομικού πλαισίου από όπου πηγάζουν οι παραβάσεις των νομικών καθηκόντων των Εναγομένων 1, 2 και 5-8 ως οι παράγραφος 33 Α της Έκθεσης Απαίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο προσδιορισμός αυτός είναι όχι μόνο αναγκαίος αλλά και επιβεβλημένος (βλέπε Ελπινίκη Παναγή κ.ά ν. Παναγιώτη Παναγή
(2009)1 Α.Α.Δ. 145, Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, ECLI:CY:AD:2016:A577, Πολιτική Έφεση 140/2011, απόφαση ημερομηνίας 22.12.2016 και Χρίστος Ζαχαροπλάστης ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Χαράλαμπου Ζαχαροπλάστη και της Ευτυχίας Νίκου Παναγή ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κακοπετριάς, ECLI:CY:AD:2017:A335, Πολιτική Έφεση αρ. 330/2011, απόφαση ημερομηνίας 4.10.2017). Επομένως, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος οι Εναγομένοι θα είναι σε θέση να γνωρίζουν με περισσότερη ακρίβεια την υπόθεση που έχουν να αντιμετωπίσουν και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του το νομοθετικό πλαίσιο επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση του Ενάγοντα. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου απαντά και στις θέσεις των Εναγομένων 5, 7 και 8 σε σχέση με την αναγκαιότητα δικογράφησης των ουσιωδών γεγονότων και μόνο δυνάμει της Δ.19 Θ.4
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αποτελεί, λοιπόν, κρίση μου ότι σε περίπτωση έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα επηρεαστεί η ουσιαστική υπεράσπιση των Εναγομένων ενώ δεδομένου ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει δεν διαπιστώνεται η πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στους Εναγομένους η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι οι Εναγομένοι 5, 7 και 8 δεν εξειδίκευσαν με οποιοδήποτε τρόπο τη θέση που προέβαλαν επί του προκειμένου. Ερχόμενη, τέλος, στο θέμα της καθυστέρησης με την οποία υποβλήθηκε το αίτημα και τους λόγους που προβάλλονται για αυτήν από τον Ενάγοντα, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι πράγματι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, η οποία, όμως, έγινε πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Παρόλη, όμως την καθυστέρηση και ανεξάρτητα από τους λόγους για αυτήν, δεν εντοπίζεται να επιφέρει αδικία στην πλευρά των Εναγομένων και έχοντας υπόψη το στοιχείο αυτό, ως επίσης ότι μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με την επιδίκαση εξόδων, κρίνω ότι η καθυστέρηση αφ' εαυτής δεν μπορεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση υιοθέτησης της αυστηρής θέσης με απόρριψη της αίτησης (βλέπε Φοινιώτης ν. Greenmar (πιο πάνω) και Mepa Underwriting Μanagement Ltd κ.α. ν. Αγροτική Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 Α.Α.Δ. 772). Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί και συνακόλουθα ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση επιτυγχάνει και η αιτούμενη τροποποίηση εγκρίνεται καθ' ολοκληρίαν. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τροποποιημένη Απάντηση, εάν χρειάζεται, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης όπως και αυτά που θα προκληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο