ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΟΥ κ.α. ν. ANTHI TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2707/2011, 15/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2707/2011 Μεταξύ:
- XXXXX (XXXXX) ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΟΥ
- P & C THEODOSIADES DEVELOPERS LIMITED Εναγόντων και
- ANTHI TRADING LTD
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Ανδρέου Για τους Εναγόμενους: κ. Σοφοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Μη αμφισβητούμενα γεγονότα Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο η Ενάγουσα 1 ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής ΒX4, Φύλλο 30, Σχέδιο 13 W1, Τμήμα Β, Τεμάχιο X7 στην Οδό XXXXX στην Κάτω Λακατάμεια επί του οποίου έχει ανεγερθεί το οικοδομικό συγκρότημα XXXXX (στο εξής το «Μέγαρο XXXXX») που αποτελείται από καταστήματα, γραφεία και διαμερίσματα. Η Ενάγουσα 1 είναι επίσης διευθύντρια και μέτοχος της Ενάγουσας 2, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία και ασχολείται με δραστηριότητες κατασκευής, αγοράς, πώλησης, ανάπτυξης και εκμετάλλευσης ακινήτων. Περαιτέρω, η Ενάγουσα 1 είναι η ιδιοκτήτρια των αποθηκών που βρίσκονται στο Μέγαρο XXXXX, ενώ δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των Εναγουσών η Ενάγουσα 2 έχει αναλάβει την ενοικίαση και εκμετάλλευση των αποθηκών του Μεγάρου XXXXX καθώς επίσης το δικαίωμα κατοχής τους, το οποίο ασκείτο από κοινού με την Ενάγουσα 1 (τούτο προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 η οποία δεν αντεξετάστηκε επί των θέσεων της στις παραγράφους 2, 3 και 6 της Γραπτής της Δήλωσης - Έγγραφο Α). Οι Εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα τη Λευκωσία, εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Ο Εναγόμενος 2 είναι και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν αξιωματούχος, αντιπρόσωπος και εντολοδόχος των Εναγομένων
- Στις 16.6.2001 υπογράφθηκε συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1 (η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας) με βάση την οποία η Ενάγουσα 1 πώλησε στους Εναγόμενους 1 το γραφείο «Β» με αριθμό «ΑXX2» (στο εξής το «Γραφείο») όπως επίσης το χώρο στάθμευσης «ΧXX8» που βρίσκονται στο Μέγαρο XXXXX, για το ποσό των £34,
- Λόγω αλλαγής του αριθμού εγγραφής του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το Μέγαρο XXXXX, την 1.11.2001 η Ενάγουσα 1 και οι Εναγόμενοι 1 υπέγραψαν εκ νέου συμφωνία πώλησης του ίδιου Γραφείου και του ίδιου χώρου στάθμευσης (στο εξής η «Συμφωνία Πώλησης» η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 κατά την ακροαματική διαδικασία) για το ίδιο ποσό και με τους ίδιους όρους[1]. Το Γραφείο και ο χώρος στάθμευσης που αποτελούν αντικείμενο της Συμφωνίας Πώλησης εμφαίνονται στα επισυναπτόμενα σχέδια που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Η Συμφωνία Πώλησης προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: - Η τιμή πώλησης του Γραφείου θα ήταν πληρωτέα ως ακολούθως (βλέπε παράγραφο Β της Συμφωνίας Πώλησης):
- Με την καταβολή του ποσού των £3,000 με την υπογραφή της συμφωνίας.
- Με την καταβολή του ποσού των £28,000 αμέσως μετά την καταβολή εγγυητικής από τον πωλητή για ολόκληρο το ποσό των £34,000, η οποία εγγυητική θα ανανεώνεται από τον πωλητή προς όφελος του αγοραστή μέχρι την μεταβίβαση του τίτλου.
- Με την καταβολή του ποσού των £3,000 με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας. - Σύμφωνα με τον όρο Γ4, οι διαστάσεις του Γραφείου επί των σχεδίων είναι κατά μέγιστη προσέγγιση και κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν θα έχει οποιαδήποτε απαίτηση για οποιαδήποτε κατά προσέγγιση διαφορά η οποία δεν θα παραβλάπτει ουσιωδώς το Γραφείο. - Η Ενάγουσα 1 υποχρεούται όπως το ενωρίτερο προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για την έκδοση ξεχωριστού τίτλου του Γραφείου για να το μεταβιβάσει στους Εναγόμενους 1 ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο της εκλογής τους, με την τελική εξόφληση κάθε οφειλόμενου ποσού (βλέπε όρο Γ5 της Συμφωνίας Πώλησης). - Με βάση τον όρο Γ15 της Συμφωνίας Πώλησης, ως κοινόχρηστοι ή κοινόκτητοι ή επίκοινοι χώροι ορίζονται οι εξής: Θάλαμος υποδοχής της πολυκατοικίας, σκάλες, ανελκυστήρας, θάλαμος εισόδου από τα διαμερίσματα και όλοι οι χώροι της αυλής ανάμεσα στο Μπλόκ Α και το Μπλοκ Β του οικοδομικού συγκροτήματος. Τόσο στη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 όσο και στη Συμφωνία Πώλησης επισυνάφθηκε, μεταξύ άλλων, ο Πίνακας Α στον οποίο η επιφάνεια του δαπέδου του Γραφείου σε τετραγωνικά μέτρα περιλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων καθορίζεται σε 99 τ.μ. Με βάση τη σημείωση που υπάρχει επί του Πίνακα Α, οι επιφάνειες που αναφέρονται σε σχέση με την εν λόγω επιφάνεια δίδονται κατά προσέγγιση. Επίσης συνημμένο στη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 και τη Συμφωνία Πώλησης ήταν αρχιτεκτονικό σχέδιο του Γραφείου όπου υπήρχε αναφορά σε «ΕΜΒΑΔΟΝ 71 τ.μ.». Τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 όσο και η Συμφωνία Πώλησης μονογραφήθηκαν και υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των Εναγομένων
- Παρομοίως, το αρχιτεκτονικό σχέδιο του Γραφείου το οποίο επισυνάπτεται στη Συμφωνία Πώλησης φέρει την υπογραφή του Εναγομένου 2 και τη σφραγίδα των Εναγομένων
- Τα ποσά των £3,000 και £28,000 τα οποία ήταν πληρωτέα ως οι πρώτες δύο δόσεις δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 και της Συμφωνίας Πώλησης πληρώθηκαν από τους Εναγόμενους 1 κανονικά και με βάση τους όρους αυτής. Το υπόλοιπο ποσό των £3,000, το οποίο με βάση τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης ήταν πληρωτέο με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας, έχει καταβληθεί παρόλο που η μεταβίβαση δεν έχει λάβει χώρα μέχρι στιγμής. Με αναφορά στη Συμφωνία Πώλησης και μετά από αίτηση της Ενάγουσας 1 η Alpha Bank Limited εξέδωσε στις 28.1.2002 εγγυητική επιστολή προς όφελος της Laiki Bank Ltd για το ποσό των £31,000 (στο εξής η «Εγγυητική Επιστολή» η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας). Με βάση τους όρους της Εγγυητικής Επιστολής, η Alpha Bank Ltd εγγυήθηκε την Ενάγουσα 1 μέχρι του ποσού των £31,000 σε σχέση με την μεταβίβαση του Γραφείου στους Εναγόμενους 1 μέχρι την 28.1.2003 υπό τον όρο της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Σε περίπτωση δε που κάτι τέτοιο δεν καθίστατο εφικτό μέχρι 28.1.2003, τότε η Εγγυητική Επιστολή θα ανανεώνετο αυτόματα για περαιτέρω περίοδο ενός έτους, με μέγιστη διάρκεια μέχρι 28.1.
- Σύμφωνα με τους όρους της Εγγυητικής Επιστολής, εάν η έκδοση του τίτλου καθυστερήσει μετά την 28.1.2004, η Alpha Bank Ltd αναλαμβάνει να τιμήσει την Εγγυητική Επιστολή μετά από απαίτηση η οποία θα πρέπει να υποβληθεί εντός 21 ημερών από την 28.1.
- Όπως προκύπτει από την δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου 11, η ισχύς της Εγγυητικής Επιστολής παρατάθηκε μέχρι 28.1.
- Οι Εναγόμενοι 1 δεν υπέβαλαν απαίτηση για τίμηση της Εγγυητικής Επιστολής είτε πριν είτε μετά τη λήξη της. Το καθαρό εμβαδόν του Γραφείου είναι 71τ.μ. ενώ η επιφάνεια του δαπέδου του Γραφείου περιλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων είναι 99τ.μ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που λήφθηκαν από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στα πλαίσια της έρευνας που διενήργησε ο Μ.Υ. 2, έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας για τα γραφεία και καταστήματα στο Μέγαρο XXXXX, όχι, όμως για της αποθήκες. Το Γραφείο και ο χώρος στάθμευσης που αποτελούν αντικείμενο της Συμφωνίας Πώλησης δεν έχουν μεταβιβαστεί μέχρι στιγμής στους Εναγόμενους
- Τα πιο πάνω αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Η αξίωση των Εναγόντων Σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, σε άγνωστο προς τις Ενάγουσες χρόνο και κατά ή περί την 1.1.2002 ο Εναγόμενος 2 και/ή οι Εναγόμενοι 1 και/ή αξιωματούχοι και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή χωρίς τη συγκατάθεση τους και/ή άνευ νόμιμης δικαιολογίας εισήλθαν και έλαβαν παράνομα κατοχή των αποθηκών με αρ. ΑXX4 και ΒXX1 που βρίσκονται στο υπόγειο του Μεγάρου XXXXX και/ή τοποθέτησαν εμπορεύματα και/ή αντικείμενα και/ή άρχισαν να τις χρησιμοποιούν παράνομα ως εργαστήριο και/ή αποθηκευτικό χώρο για τους σκοπούς των εργασιών τους. Μόλις οι Ενάγουσες έλαβαν γνώση της παράνομης κατοχής των δύο αποθηκών από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 κάλεσαν προφορικά τους τελευταίους να εκκενώσουν τις εν λόγω αποθήκες και/ή να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή αυτών αφού με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 δεν είχαν οποιοδήποτε δικαίωμα να τις κατέχουν. Παρά τις επανειλημμένες προφορικές και/ή γραπτές εκκλήσεις των Εναγουσών προς τους Εναγομένους 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 προκειμένου να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των πιο πάνω αναφερόμενων αποθηκών, αυτοί ουδόλως συμμορφώθηκαν και συνέχισαν να επεμβαίνουν παράνομα στις αποθήκες τους. Συνεπεία δε της άρνησης των Εναγομένων 1 και/ή 2 να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των αποθηκών, οι Ενάγουσες τους κάλεσαν όπως έρθουν σε επικοινωνία για διευθέτηση συμφωνίας αναφορικά με τις δυο αποθήκες. Ακολούθως, κατά ή περί την 1.8.2003 περιήλθε στην αντίληψη των Εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή ο Εναγόμενος 2 και/ή οι αξιωματούχοι και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή χωρίς τη συγκατάθεσή τους και/ή άνευ νόμιμης δικαιολογίας εισήλθαν και έλαβαν παράνομα κατοχή της αποθήκης με αρ. Β05 που βρίσκεται στον υπόγειο χώρο του Μεγάρου XXXXX και/ή τοποθέτησαν εμπορεύματα και/ή αντικείμενα τους και/ή άρχισαν να την χρησιμοποιούν παράνομα ως εργαστήριο και/ή αποθηκευτικό χώρο για τους σκοπούς των εργασιών τους. Κατά ή περί τις 22.7.2003, 7.8.2003 και 4.9.2003, η Ενάγουσα 1 και/ή η Ενάγουσα 2 απέστειλαν στους Εναγόμενους 1 και/ή στον Εναγόμενο 2 διάφορες επιστολές καλώντας τους να παραδώσουν κατοχή των αποθηκών και/ή να πληρώσουν ενοίκια για αυτές, πλην, όμως οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 ουδέν έπραξαν και συνεχίζουν να τις κατέχουν παράνομα και/ή να επεμβαίνουν παράνομα σε αυτές, ενώ ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε μέχρι σήμερα από μέρους τους για καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου για την κατοχή των εν λόγω αποθηκών. Συνεπεία των πιο πάνω αναφερόμενων ενεργειών των Εναγομένων 1 και/ή 2 οι Ενάγουσες παρεμποδίζονται στην άσκηση και/ή συνέχιση κατοχής και/ή ενάσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους σε σχέση με τις αποθήκες με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί και/ή να υφίστανται μεγάλες ζημιές. Ως επίσης αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης:
(1)η αποθήκη με αρ. Β201 έχει εμβαδόν 46 τ.μ., αξία €27,000 και ενοικιαστική αξία €150 μηνιαίως,
(2)η αποθήκη με αρ. Α064 έχει εμβαδόν 20 τ.μ., αξία €12,000 και ενοικιαστική αξία €119,60 μηνιαίως, και
(3)η αποθήκη με αρ. Β05 έχει εμβαδόν 22 τ.μ., αξία €13,200 και ενοικιαστική αξία €130 μηνιαίως. Είναι δε ο ισχυρισμός των Εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή ο Εναγόμενος 2 έχουν καταστεί παράνομοι επεμβασίες στις εν λόγω αποθήκες και σε αυτή τη βάση καταχώρησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας εναντίον των Εναγόμενων 1 και/ή του Εναγόμενου 2 τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή εμποδίζον και/ή διατάττον τους Εναγόμενους 1 και/ή τον Εναγόμενο 2 και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους των Εναγομένων 1 από του να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο επί της κατοχής των τριών αποθηκών με αρ. ΑXX4, ΒXX1 και ΒX5 που βρίσκονται στον υπόγειο χώρο του Μεγάρου XXXXX και/ή να εμποδίζουν τις Ενάγουσες από του να έχουν την ελεύθερη και ανενόχλητη νόμιμη κατοχή επί αποθηκών αυτών. Β. Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή παράνομη κατοχή και/ή πρόκληση ζημίας δια παράνομων πράξεων υπό των Εναγομένων 1 και/ή του Εναγόμενου 2. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 1 και τον Εναγόμενο 2 και τους υπάλληλους και αντιπροσώπους και αξιωματούχους των Εναγομένων 1 και οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτούς και/ή άλλως πώς όπως παύσουν και/ή άρουν την παράνομη επέμβαση και/ή όπως παραδώσουν κατοχή των υπό (Α) πιο πάνω αναφερόμενων αποθηκών στις Ενάγουσες και/ή επαναφέρουν αυτές στην αρχική τους κατάσταση εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς. Δ. Ειδικές Αποζημιώσεις ύψους €150 μηνιαίως για την αποθήκη με αρ. ΒXX1 από την 1.1.2002 μέχρι την παράδοση της κατοχής της αποθήκης στις Ενάγουσες, ύψους €119,60 μηνιαίως για την αποθήκη με αρ. ΑXX4 από την 1.1.2002 μέχρι την παράδοση της κατοχής της αποθήκης στις Ενάγουσες και ύψους €130 μηνιαίως για την αποθήκη με αρ. ΒX5 από την 1.8.2003 μέχρι την παράδοση της κατοχής της αποθήκης στις Ενάγουσες. Ε. Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές Αποζημιώσεις. Να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας διαφάνηκε ότι η Ενάγουσα 1 παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 και 2 τη χρήση μιας μικρής αποθήκης/ερμαριού τοίχου που βρίσκεται στον διάδρομο του υπογείου του Μεγάρου XXXXX (ήτοι τον αποθηκευτικό χώρο υπ. αρ. 4 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου 13)[2]. Η παρούσα αγωγή δεν αφορά την εν λόγω αποθήκη αλλά τις υπόλοιπες τρεις αποθήκες για τις οποίες γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγουσών και τις αιτούμενες υπό αυτές θεραπείες και ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Προτού υπογραφεί η Συμφωνία Πώλησης, η Ενάγουσα 1 παρουσίασε στους Εναγόμενους αρχιτεκτονικό σχέδιο όπου τους υπέδειξε το γραφείο που επρόκειτο να αγοράσουν αναφέροντας ότι τούτο είχε εμβαδόν 99 τ.μ. Παρόλα αυτά, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης την 1.11.2001, και αφού υπογράφηκε το κυρίως μέρος, η Ενάγουσα 1 εσώκλεισε «μαυρισμένο», όπως χαρακτηρίζεται (εννοώντας στην ουσία δυσανάγωνστο λόγω κακής εκτύπωσης), αντίγραφο του αρχιτεκτονικού σχεδίου όπου το αναγραφόμενο εμβαδόν του Γραφείου ανερχόταν σε 71 τ.μ. Αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα 1 τους παραπλάνησε και/ή παρέλειψε και/ή δεν επέστησε την προσοχή τους και/ή εσκεμμένα αμέλησε να τους αναφέρει ότι επήλθε αλλαγή και ότι το εμβαδόν του Γραφείου ήταν 28 τ.μ. λιγότερα από αυτά που τους είχε υποδείξει στα αρχιτεκτονικά σχέδια. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης αυτοί επεξήγησαν στην Ενάγουσα 1 ότι η συμπερίληψη αποθηκευτικών χώρων ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεργαστούν και/ή να προβούν στην αγορά του Γραφείου. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα 1 τους υποσχέθηκε ότι θα τους εξασφάλιζε αποθηκευτικό και εργαστηριακό χώρο παράλληλα με την αγορά του Γραφείου. Στα πλαίσια αυτά, πριν από την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης, η Ενάγουσα 1 μετέβη με τον Εναγόμενο 2, ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των Εναγομένων 1, στο Μέγαρο XXXXX και στην παρουσία μαρτύρων του υπέδειξε χώρο στο υπόγειο το οποίο θα μπορούσαν να αγοράσουν ως αποθηκευτικό και/ή εργαστηριακό χώρο για να καλύψουν τις ανάγκες των Εναγομένων
- Μάλιστα, μετά από την επίσκεψη αυτή, ο Εναγόμενος 2 ζήτησε από την Ενάγουσα 1 τα αρχιτεκτονικά σχέδια του κτιρίου ώστε αυτά να μελετηθούν και να αποφασιστεί ο χώρος που θα αγόραζαν οι Εναγόμενοι 1 παράλληλα με το Γραφείο, πλην, όμως, η απάντηση που έλαβαν από την Ενάγουσα 1 ήταν ότι τα εν λόγω σχέδια δεν είχαν ολοκληρωθεί. Μετά από πίεση που υπέστηκαν από την Ενάγουσα 1 επί το ότι τα γραφεία στο Μέγαρο XXXXX είχαν μεγάλη ζήτηση και η ίδια δεν μπορούσε να κρατήσει για τους Εναγομένους οποιοδήποτε χώρο χωρίς συμφωνία και/ή καταβολή προκαταβολής, οι Εναγόμενοι υπέγραψαν τη Συμφωνία Πώλησης, βασιζόμενοι, ωστόσο, στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις της Ενάγουσας
- Παρά, όμως, τις εν λόγω υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις της, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης η Ενάγουσα 1 τους πληροφόρησε ότι το υπόγειο του Μεγάρου XXXXX μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο ως χώρος στάθμευσης και δεν υπήρχε διαθέσιμος αποθηκευτικός και/ή εργαστηριακός χώρος. Αφού οι Εναγόμενοι επεσήμαναν την απογοήτευσή τους, η Ενάγουσα 1 τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα τους άφηνε εκτεθειμένους. Έτσι, κατά ή περί τα τέλη του 2002 η Ενάγουσα 1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους Εναγόμενους και τους παρακάλεσε όπως, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε, καταβάλουν άμεσα το ποσό των €3,000, το οποίο με βάση τη Συμφωνία Πώλησης ήταν καταβλητέο με τη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας με αντάλλαγμα την παραχώρηση αποθηκευτικών χώρων στους Εναγομένους 1, παράκληση με την οποία οι τελευταίοι συμφώνησαν. Οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην άμεση εξόφληση του υπολοίπου που εκκρεμούσε δυνάμει της Συμφωνίας Πώλησης και ακολούθως η Ενάγουσα 1 τους υπέδειξε διάφορους αποθηκευτικούς χώρους στο υπόγειο τα κλειδιά των οποίων τους παρέδωσε ως η μεταξύ τους προφορική συμφωνία. Αποτελεί θέση των Εναγομένων ότι με την πιο πάνω προφορική συμφωνία η Ενάγουσα 1 τους παραχώρησε τέσσερις αποθηκευτικούς χώρους οριστικά και αμετάκλητα, ενώ η ίδια παρέμεινε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος και/ή καταληκτική εμπιστευματοδόχος (constructive trustee και/ή resulting trustees) αυτών. Με την πάροδο του χρόνου και συγκεκριμένα κατά ή περί το 2003, οπότε και σημειώθηκε κατακόρυφη άνοδος των τιμών των ακινήτων, η Ενάγουσα 1 άρχισε να αφήνει υπονοούμενα για την παραχώρηση των αποθηκευτικών χώρων στους Εναγόμενους αναφέροντας σε τρίτα πρόσωπα ότι οι εν λόγω αποθηκευτικοί χώροι χρησιμοποιούνταν από τους Εναγόμενους αυθαίρετα και/ή χωρίς την έγκρισή της, γεγονός που οι τελευταίοι δεν αποδέχθηκαν σε μεταξύ τους προφορική επικοινωνία. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγουσών περί παράνομης επέμβασης τονίζοντας ότι οι τέσσερις αποθηκευτικοί χώροι παραχωρήθηκαν σε αυτούς κατά ή περί το τέλος του 2002 δυνάμει της προφορικής συμφωνίας που περιγράφεται πιο πάνω. Ως εκ τούτου, ουδέποτε όφειλαν και/ή δεν οφείλουν στην Ενάγουσα 1 οποιοδήποτε ποσό συνεπεία παράνομης επέμβασης και/ή κατοχής. Στην Ανταπαίτησή τους οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους στην Έκθεση Υπεράσπισης και περαιτέρω προβάλλουν τα ακόλουθα: (α) Συνεπεία της παραπλάνησης και/ή παράλειψης και/ή εσκεμμένης πράξης της Ενάγουσας 1 να τους πωλήσει γραφείο με λιγότερα τετραγωνικά μέτρα από αυτά που είχαν συμφωνηθεί, τους προκάλεσε ζημιά εφόσον πλήρωσαν περισσότερα χρήματα για χώρο που άξιζε λιγότερα. (β) Οι Ενάγουσες δεν τήρησαν τη Συμφωνία Πώλησης και εξακολουθούν να μην έχουν μεταβιβάσει στους Εναγομένους τον τίτλο ιδιοκτησίας του Γραφείου. (γ) Οι Ενάγουσες παρέβηκαν τον όρο (Β) της Συμφωνίας Πώλησης ο οποίος προνοούσε για την έκδοση εγγυητικής προς όφελος των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ. 34.000,00 η οποία θα ανανεωνόταν από αυτές κάθε χρόνο μέχρι τη μεταβίβαση του τίτλου. Και τούτο γιατί η ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής σταμάτησε από το 2003, προκαλώντας κατάφορη ζημιά και/ή επιπτώσεις σε αυτούς. Περαιτέρω, η Εγγυητική Επιστολή αφορούσε στο ποσό των Λ.Κ 31.000,00 και όχι στο ποσό των Λ.Κ. 34.000,00, ως ο σχετικός όρος της Συμφωνίας Πώλησης. (δ) Επιπρόσθετα, μετά από έρευνα που διεξήχθηκε από τον Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν ότι η περιουσία τους βρίσκεται υπό διαδικασία αναγκαστικής πώλησης από την Alpha Bank Ltd. Έτσι οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν (παρατίθεται αυτούσιο το παρακλητικό της ανταπαίτησης): «Α. Αποζημιώσεις για παραπλάνηση και/ή παράλειψη κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης. Β. Αποζημιώσεις για μη τήρηση της Συμφωνίας Πώλησης και παράλειψης μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας. Γ. Αποζημιώσεις για μη τήρηση της Συμφωνίας Πώλησης και παράλειψης ανανέωσης της εγγυητικής. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι από κατά ή περί τα τέλη του 2002 και/ή την τέλεση της προφορικής συμφωνίας και μέχρι σήμερα, είναι οι μοναδικοί δικαιούχοι των αποθηκευτικών χώρων ως η παραχώρηση που έγινε σε αυτούς από τις Ενάγουσες οι οποίες ήταν οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες ως εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχοι και/ή ως καταληκτικοί εμπιστευματοδόχοι (constructive trustees και/ή resulting trustees). Δ. Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές αποζημιώσεις για την διαδικασία αναγκαστικής πώλησης της περιουσίας των Εναγομένων»[3]. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Με το πιο πάνω δικόγραφό τους οι Ενάγουσες 1 και 2 αρνούνται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων στην έκταση που οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται τα εξής: (α) Ουδέποτε παραπλάνησαν και/ή απέκρυψαν από τους Εναγόμενους τις πραγματικές διαστάσεις του προς πώληση γραφείου. Είναι δε η θέση τους ότι οι Εναγόμενοι επιθεώρησαν και/ή έλεγξαν τα γραφεία και/ή το χώρο που θα καταλάμβαναν τα γραφεία, τον οποίο βρήκαν της απολύτου αρεσκείας τους. Εν πάση περιπτώσει, οι Εναγόμενοι γνώριζαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τις πραγματικές διαστάσεις του εν λόγω Γραφείου. (β) Ακόμα και εάν ευσταθούν όλα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, αυτοί είχαν την ευκαιρία να υπαναχωρήσουν και/ή να μην υπογράψουν και/ή να ακυρώσουν την Συμφωνία Πώλησης, πράγμα το οποίο και δεν έπραξαν. (γ) Ήταν αδύνατο και/ή παράνομο και/ή επικίνδυνο από μέρους των Εναγουσών να παραχωρήσουν στους Εναγόμενους αποθηκευτικούς χώρους τους οποίους οι τελευταίοι θα χρησιμοποιούσαν ως εργαστήριο. (δ) Ουδέποτε υπήρξε μεταξύ των διαδίκων οποιαδήποτε προφορική συμφωνία και/ή άλλως πως με την οποία να τροποποιείται η Συμφωνία Πώλησης ως οι ισχυρισμοί των Εναγομένων και ουδέποτε υπήρξε προφορική συμφωνία για την πώληση και/ή παραχώρηση στους Εναγόμενους τριών και/ή τεσσάρων αποθηκευτικών χώρων. (ε) Οι Εναγόμενοι έλαβαν κατοχή των αποθηκών παράνομα και/ή χωρίς να υπάρξει γραπτή ή προφορική συμφωνία με τις Ενάγουσες. Οι Ενάγουσες αρνούνται ότι η Ενάγουσα 1 υπέδειξε στους Εναγομένους αποθηκευτικούς χώρους και ότι τους παρέδωσε τα κλειδιά και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι τα κλειδιά βρίσκονταν επί των θυρών των αποθηκών και οι Εναγόμενοι έλαβαν παράνομα την κατοχή τους χωρίς την συγκατάθεση τους. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση των Εναγομένων, οι Ενάγουσες προβάλλουν τα ακόλουθα:
- Ουδέποτε παραπλάνησαν και/ή παρέλειψαν και/ή εσκεμμένα πώλησαν γραφείο με λιγότερα τετραγωνικά στους Εναγόμενους.
- Έχουν τηρήσει όλους τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης, ενώ η μη μεταβίβαση του Γραφείου στους Εναγομένους 1 και/ή 2 οφειλόταν, μεταξύ άλλων, στο ότι αυτοί κατέχουν παράνομα τις επίδικες αποθήκες και/ή έχουν προβεί σε παράνομη αλλαγή χρήσης των αποθηκευτικών χώρων στο Μέγαρο XXXXX.
- Δεν είχαν υποχρέωση να ανανεώσουν την Εγγυητική Επιστολή και/ή ο λόγος της μη ανανέωσής της είναι οι παραβάσεις της Συμφωνίας Πώλησης από τους Εναγόμενους και/ή η παράνομη κατοχή των αποθηκών από αυτούς. Περαιτέρω, είναι ισχυρισμός των Εναγουσών ότι οι Εναγόμενοι ουδεμία ζημιά έχουν υποστεί συνεπεία της μη ανανέωσης της Εγγυητικής Επιστολής. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Με δήλωση των συνηγόρων των δύο πλευρών απαίτηση και ανταπαίτηση έχουν συνεκδικαστεί. Για την υπόθεση των Εναγουσών κατέθεσαν δυο μάρτυρες, ενώ οι Εναγόμενοι παρουσίασαν τέσσερις μάρτυρες. Η μαρτυρία όλων των προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν χρήζει επανάληψης σε έκταση. Ό,τι κρίνεται αναγκαίο είναι η παράθεση σύνοψης αυτής προκειμένου οι θέσεις που προώθησε έκαστος εκ των μαρτύρων να γίνουν πιο εύκολα κατανοητές. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο η Ενάγουσα 1, κα XXXXX Θεοδοσιάδου, η οποία είναι και η μοναδική διοικητική σύμβουλος της Ενάγουσας
- Στην Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α), η μάρτυρας αναφέρθηκε στα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών και στην ουσία προώθησε αντίστοιχους ισχυρισμούς ενώ επεσήμανε πως τόσο η ίδια όσο και η Ενάγουσα 2 ουδέποτε έδωσαν την συγκατάθεσή τους για χρήση ή κατοχή των αποθηκών που αναφέρονται στην αγωγή. Όπως ανέφερε, οι εν λόγω αποθήκες ήταν κενές και λόγω του ότι η ίδια επισκεπτόταν συχνά το Μέγαρο XXXXX για την πώληση καταστημάτων και διαμερισμάτων, τα κλειδιά ήταν πάντα πάνω στις πόρτες των αποθηκών. Όπως υποστήριξε, περί τις αρχές του 2002 διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 2, ενεργώντας για λογαριασμό των Εναγομένων 1, έπιασε τα κλειδιά από τις πόρτες των αποθηκών και χωρίς τη συγκατάθεσή της οι Εναγομένοι εισήλθαν και παράνομα έλαβαν κατοχή των αποθηκών με αρ. ΑXX4 και ΒXX1 που βρίσκονται στο υπόγειο του Μεγάρου XXXXX εντός των οποίων τοποθέτησαν εμπορεύματα και διάφορα άλλα αντικείμενα και άρχισαν να τις χρησιμοποιούν για τους σκοπούς των εργασιών τους. Οι ενέργειες αυτές επαναλήφθηκαν αργότερα σε σχέση με την αποθήκη με αρ. ΒX5 την κατοχή της οποίας έλαβαν οι Εναγόμενοι, γεγονός το οποίο διαπίστωσε περί την 1.8.2003, ενώ είχε ήδη καλέσει προφορικά τον Εναγόμενο 2 να εκκενώσει και παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή των (πρώτων) δυο αποθηκών και είχε αποστείλει στους Εναγόμενους σχετικές επιστολές ημερομηνίας 2.12.2002 και 22.7.2003 (μέρος του Τεκμηρίου 4). Πιο συγκεκριμένα, με την επιστολή τους ημερομηνίας 2.12.2002 οι Ενάγουσες ζητούσαν από τους Εναγόμενους να επικοινωνήσουν μαζί τους προς το σκοπό διευθέτησης συνάντησης σε σχέση με τις δυο αποθήκες που χρησιμοποιούσαν εδώ και καιρό. Με την επιστολή τους ημερομηνίας 22.7.2003 οι Ενάγουσες καλούσαν τον Εναγόμενο 2 όπως εντός επτά ημερών παραδώσει ελεύθερη και απρόσκοπτη κατοχή των αποθηκών οι οποίες κατακρατούνταν παράνομα. Ακολούθησε η επιστολή ημερομηνίας 7.8.2003 (επίσης μέρος του Τεκμηρίου 4) με την οποία οι Ενάγουσες παρατηρούσαν την μη εκκένωση των αποθηκών και ενημέρωναν τους Εναγόμενους ότι το γεγονός αυτό εκλαμβάνετο ως πρόθεσή τους να ενοικάσουν τις αποθήκες από 7.8.
- Έτσι, τους καλούσαν όπως κάθε τέλος του μήνα καταβάλλουν το ποσό των £70 μηνιαίως για κάθε αποθήκη. Στη συνέχεια, με επιστολή των Εναγουσών ημερομηνίας 4.9.2003 (και πάλι μέρος του Τεκμηρίου 4) αποστάληκε στους Εναγόμενους τιμολόγιο για τον μήνα Αύγουστο που αφορούσε στην κατοχή και χρήση τριών αποθηκών, το οποίο ουδέποτε πληρώθηκε (αντίγραφο της επιστολής και του τιμολογίου αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 4). Αντίστοιχη επιστολή στάληκε και στις 2.10.2003 για το ενοίκιου του Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με την κα Θεοδοσιάδου, παρόλες τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τους Εναγομένους, τόσο προφορικές όσο και γραπτές, ώστε αυτοί να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή των αποθηκών, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν μέχρι σήμερα να το πράξουν όπως και να επαναφέρουν τις αποθήκες στην πρότερα τους κατάσταση. Ως αποτέλεσμα τούτου, η ίδια δεν είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί τις αποθήκες της και να τις χρησιμοποιήσει για δική της προσωπική χρήση από το 2002 και για τον λόγο αυτό καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Τόνισε δε ότι ουδέποτε συμφώνησε προφορικά για την παραχώρηση των επίδικων αποθηκών στους Εναγόμενους. Ως προς την ανταπαίτηση των Εναγομένων, η κα Θεοδοσιάδου αρνήθηκε ότι η ίδια ή η Ενάγουσα 2 παραπλάνησαν τους Εναγόμενους σε σχέση με την τιμή πώλησης του Γραφείου και/ή τα τετραγωνικά αυτού. Επεσήμανε δε ότι οι Εναγόμενοι 1 αγόρασαν το Γραφείο αφού ο Εναγόμενος 2 επιθεώρησε τούτο και ενώ στη Συμφωνία Πώλησης υπήρχε συνημμένο το σχέδιο του Γραφείου όπου αναγράφονταν τα τετραγωνικά του. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανάφερε ότι η μη μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας του Γραφείου στους Εναγόμενους 1, οφείλεται στην άρνηση της Alpha Bank Ltd, προς όφελος της οποίας είναι υποθηκευμένο το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το Μέγαρο XXXXX, να δώσει τη συγκατάθεσή της. Η ίδια προσπάθησε να έρθει σε συνεννόηση με την Alpha Bank Ltd αναφορικά με το ζήτημα αυτό, πλην, όμως, τούτο δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα. Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα της εγγυητικής που προβλέπεται στη Συμφωνία Πώλησης, αποτέλεσε θέση της κας Θεοδοσιάδου ότι η έκδοση της Εγγυητικής Επιστολής αφορούσε στο ποσό των Λ.Κ. 31.000,00 και όχι αυτό των Λ.Κ. 34.000,00 γιατί κατά την έκδοσή της εκκρεμούσε η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 3.000,00 το οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί κατά την μεταβίβαση του Γραφείου. Πρόσθεσε ότι η Alpha Bank δεν προχώρησε με την ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής λόγω του ότι το ακίνητο είχε εξοφληθεί πλήρως και απευθείας στην τράπεζα και δεν υπήρχε οποιοδήποτε δάνειο. Τόνισε, τέλος, ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν επί τούτου ούτε και υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ο κ. XXXXX Μαυρέας (Μ.Ε.2), εκτιμητής ακινήτων και μέλος του ΕΤΕΚ από το 1991, ήταν ο δεύτερος μάρτυρας για την υπόθεση των Εναγόντων. Ασχολείται για χρόνια με το συγκεκριμένο επάγγελμα και είναι διευθυντής και κύριος μέτοχος της εταιρείας Α. Ν. Μαυρέας Λτδ, εγγεγραμμένους εκτιμητές. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ως δική του την Έκθεση Εκτίμησης ημερομηνίας 30.12.2003 (η οποία είχε προηγουμένως κατατεθεί ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση και ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8) που, όπως εξήγησε, ετοιμάστηκε από το γραφείο Α. Ν. Μαυρέας Λτδ, και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Η ετοιμασία της έκθεσης αυτής είχε ζητηθεί από την Μ.Ε.1 και αφορούσε εκτίμηση τεσσάρων αποθηκών στον υπόγειο χώρο του Μεγάρου XXXXX. Τον χώρο επισκέφθηκε η υπάλληλος του γραφείου του, κα XXXXX Φιακά, με τη συνοδεία της Μ.Ε.1, η οποία και της υπέδειξε τις συγκεκριμένες αποθήκες επί τόπου. Η κα Φιακά τήρησε σημειώσεις και στη βάση αυτών και έχοντας υπόψη το σχέδιο που δόθηκε από την Μ.Ε.1 στην κα Φιακά, η τελευταία ετοίμασε σχετική έκθεση η οποία ελέγχθηκε, συμπληρώθηκε και υπογράφθηκε από τον κ. Μαυρέα. Η έκθεση αφορά στις αποθήκες υπ. αρ. 1, 2, 3 και 4 (έκτασης 20 τ.μ. οι πρώτες τρείς και 18 τ.μ. η τελευταία) και σε αυτήν καθορίζεται η αγοραία τους αξία (ήτοι €12,000 για κάθε μια αποθήκη των 20 τ.μ. και €11,000 για την αποθήκη των 18 τ.μ.), όπως επίσης η αξία τους για σκοπούς διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, έχει γίνει εκτίμηση σε σχέση με την ενοικιαστική αξία των αποθηκών η οποία και καθορίστηκε στο ποσό των €60 μηνιαίως για την κάθε μία εκ των αποθηκών υπ. αρ. 1, 2 και 3 και στο ποσό των €55 για την αποθήκη υπ. αρ.
- Για τον καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας λήφθηκε υπόψη η αγοραία αξία, η οποία υπολογίστηκε σε €600 το τετραγωνικό μέτρο, και ακολούθως καθορίστηκε ένα ποσοστό της τάξης των 6% ως κεφαλαιοποίηση προκειμένου να εξαχθεί η ενοικιαστική αξία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε επισκεφθεί τον χώρο, πλην, όμως έχει «εικόνα» των αποθηκών στη βάση των σημειώσεων της κας Φιακά και του φωτογραφικού υλικού. Επεσήμανε περαιτέρω, ότι κατά την επίσκεψη της κας Φιακά είχαν ανοιχθεί από την Μ.Ε.1 μόνο οι δύο αποθήκες, οι οποίες ήταν κενές και σε αυτές δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αντικείμενα, ενώ οι υπόλοιπες δυο ήταν κλειστές και δεν επιθεωρήθηκαν. Κληθείς να προσδιορίσει το μέρος του υπογείου όπου βρίσκονται οι αποθήκες για τις οποίες ετοιμάστηκε η έκθεση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατεβαίνοντας την ράμπα του υπογείου, οι αποθήκες είναι στο βάθος του υπογείου αριστερά και πρόκειται για τέσσερις συνεχόμενες αποθήκες. Τέλος, στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο κ. Μαυρέας διαφώνησε με τη θέση του κ. Σοφοκλέους επί το ότι οι αποθήκες από μόνες τους δεν έχουν οποιαδήποτε αξία, αντιτάσσοντας ότι πρόκειται για αυτοτελείς μονάδες. Ο Εναγόμενος 2, κ. XXXXX Νικολάου, κατέθεσε ως Μ.Υ.1 και ως ανέφερε, είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με την υπόθεση. Στην Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β), υιοθετεί και επαναλαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και για το λόγο αυτό δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψή τους. Αναφερόμενος στη Συμφωνία Πώλησης, επεσήμανε ότι πριν από την υπογραφή της, η κα Θεοδοσιάδου είχε παρουσιάσει αρχιτεκτονικό σχέδιο όπου και υπέδειξε το γραφείο που επρόκειτο να αγοράσουν οι Εναγόμενοι 1 και το οποίο, όπως του ανέφερε, είχε εμβαδόν 99τ.μ. (βλέπε Τεκμήριο 6). Παρόλα αυτά, κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης και αφού ήδη υπογράφηκε το κυρίως μέρος, συμπεριλαμβανομένης της Ειδικής Συμφωνίας που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής, και η οποία ανέφερε ρητά ότι τα τελικά τετραγωνικά του γραφείου που θα αγόραζαν ήταν 99τ.μ., διαπιστώθηκε ότι η Ενάγουσα 1 εσώκλεισε δυσανάγνωστο αντίγραφο του αρχιτεκτονικού σχεδίου, όπου το εμβαδόν του Γραφείου αναφερόταν σε 71 τ.μ. Αποτέλεσε θέση του κ. Νικολάου ότι με τον τρόπο αυτό η Ενάγουσα 1 τους παραπλάνησε αφού παρέλειψε να τους πληροφορήσει ότι το εμβαδόν του Γραφείου ήταν μικρότερο κατά 28τ.μ. σε σχέση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που τους είχε παρουσιάσει αρχικά. Περαιτέρω, ο κ. Νικολάου αναφέρθηκε στις υποσχέσεις που κατά καιρούς έλαβαν οι Εναγόμενοι από την Ενάγουσα 1 ως προς την εξασφάλιση αποθηκευτικού χώρου στο Μέγαρο XXXXX για να καλύψουν τις ανάγκες τους, υποσχέσεις που δόθηκαν τόσο πριν όσο και μετά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 και της Συμφωνίας Πώλησης. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ Νικολάου έκανε επίσης αναφορά στην επικοινωνία που είχε περί τα τέλη του 2002 με την Ενάγουσα 1 και την παράκλησή της όπως το ποσό των £3,000, που ήταν καταβλητέο με την μεταβίβαση του τίτλου ιδιοκτησίας, καταβληθεί άμεσα με αντάλλαγμα την από μέρους της παραχώρηση αποθηκευτικών χώρων για αποκλειστική κατοχή και χρήση από τους Εναγομένους. Έτσι, αφού συμφώνησαν και κατέληξαν προφορικά ως πιο πάνω, περί τα τέλη του 2002, οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην άμεση εξόφληση του ποσού των £3,000, ενώ στην παρουσία μάρτυρα η Ενάγουσα 1 τους υπέδειξε τέσσερις μικρούς αποθηκευτικούς χώρους στο υπόγειο για σκοπούς αποκλειστικής χρήσης και κατοχής από αυτούς και τους παρέδωσε τα κλειδιά. Ο μάρτυρας τόνισε ότι η μεταφορά και λειτουργία των γραφείων στο Μέγαρο XXXXX έγινε τον Ιούνιο του 2002 και ως εκ τούτου θα ήταν αδύνατον οι Εναγόμενοι 1 να είχαν εισέλθει στους αποθηκευτικούς χώρους περί τις αρχές του 2002, ως η θέση της κας Θεοδοσιάδου. Ο κ. Νικολάου υπέδειξε περαιτέρω ότι εντός μίας εκ των τεσσάρων αποθηκευτικών χώρων υπήρχαν κάποια προσωπικά αντικείμενα του συζύγου της κας Θεοδοσιάδου, τα οποία και μετακινήθηκαν μετά από παράκληση των Εναγομένων, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των Εναγουσών περί παράνομης κατοχής των αποθηκών. Αναφορικά με τις επιστολές των Εναγουσών ημερομηνίας 22.7.2003 και 7.8.2003 ο μάρτυρας ανέφερε ότι τούτες απαντήθηκαν με επιστολή των Εναγομένων ημερομηνίας 6.10.2003, με την οποία απορρίφθηκε το περιεχόμενο τους ως απαράδεκτο (βλέπε Τεκμήριο 10). Αποτέλεσε θέση του κ. Νικολάου ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν στις Ενάγουσες οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με τους αποθηκευτικούς χώρους εφόσον κατέχουν και χρησιμοποιούν τους χώρους αυτούς νόμιμα με βάση την προφορική τους συμφωνία με την Ενάγουσα
- Τόνισε, τέλος, ότι συνεπεία των ενεργειών των Εναγουσών, οι οποίες περιγράφονται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, και συνιστούν παράβαση της Συμφωνίας Πώλησης, οι Εναγόμενοι υπέστηκαν ζημιές τις οποίες και ανταπαιτούν. Ο κ. XXXXX Λοΐζου, εκτιμητής και σύμβουλος ακινήτων από το 1969 και κάτοχος ετήσιας άδειας επαγγέλματος εκτιμητή γης από το ΕΤΕΚ (το βιογραφικό σημείωμα του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12), κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Για τους σκοπούς της μαρτυρίας του υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης ημερομηνίας 21.1.2003 την οποία ετοίμασε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 1 ημερομηνίας 17.1.
- Όπως ανέφερε, οι οδηγίες αφορούσαν αρχικά δυο αποθηκευτικούς χώρους (τους υπ. αρ. 1 και 2 στην έκθεσή του), ενώ περί τον Μάρτιο του 2018 του δόθηκαν οδηγίες για την ετοιμασία εκτίμησης σε σχέση με τις αποθήκες υπ. αρ. 3 και
- Στα πλαίσια αυτά επισκέφθηκε τον χώρο τόσο στις 20.1.2003 όσο και περί τον Απρίλιο του 2018 (η σχετική έκθεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13). Επί του Τεκμηρίου 13 επισυνάπτονται φωτογραφίες και των τεσσάρων αποθηκών (πρόκειται για φωτογραφίες που λήφθηκαν πρόσφατα), και όπως εξήγησε ο μάρτυρας οι τρείς αποθήκες με αρ. 1, 2 και 4 βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του υπογείου κατεβαίνοντας από την ράμπα, ενώ η αποθήκη με αρ. 3 βρίσκεται στο βάθος του υπογείου, ως εμφαίνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε και επισυνάπτεται στην έκθεση. Σύμφωνα με το ίδιο σχεδιάγραμμα, το εμβαδόν των τεσσάρων αποθηκών είναι ως εξής: η αποθήκη υπ. αρ. 1 έχει εμβαδόν 9,39 τ.μ, η αποθήκη υπ. αρ. 2 24,59 τ.μ., η αποθήκη υπ. αρ. 3 8,53 τ.μ. και η αποθήκη υπ. αρ. 4 4,49 τ.μ. Σύμφωνα με τον κ. Λοΐζου, οι αποθήκες έχουν αξία νοουμένου ότι έχουν τίτλο ιδιοκτησίας, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση αφού σύμφωνα με την έρευνα που έχει διενεργήσει στη διαδικτυακή πύλη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (μέρος του Τεκμηρίου 13) δεν έχουν εκδοθεί ξεχωριστοί τίτλοι για αυτές. Επομένως, ενόσω υπάρχει εκκρεμότητα με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των αποθηκών, αυτές δεν έχουν οποιαδήποτε αξία. Κληθείς να τοποθετηθεί σε σχέση με την μεγάλη διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ των «καθαρών» τετραγωνικών του Γραφείου που αγόρασαν οι Εναγόμενοι 1, ήτοι 71 τ.μ., και του εμβαδού του Γραφείου συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων, ήτοι 99 τ.μ., ο κ. Λοΐζου την χαρακτήρισε παράδοξη λέγοντας ότι συνήθως η διαφορά αυτή εντοπίζεται σε ποσοστό 10-15% του καθαρού χώρου. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο κ. XXXXX Τερέπεης ο οποίος σήμερα εργάζεται ως εκπαιδευτικός. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και δη από τον Σεπτέμβριο του 1995 μέχρι τον Αύγουστο του 2006 εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους στη θέση του τεχνικού διευθυντή. Όπως ανέφερε, γνωρίζει την Μ.Ε.1 και τούτο λόγω της αγοράς του Γραφείου από τους Εναγόμενους για σκοπούς μεταστέγασης των γραφείων τους, η οποία και έλαβε χώρα περί τον Ιούνιο του
- Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, πολύ αργότερα μετά την μεταφορά των Εναγομένων 1 στα νέα γραφεία, ο ίδιος παρευρέθηκε σε συνάντηση του Μ.Υ.1 και της Μ.Ε.1 στα πλαίσια της οποίας η τελευταία παρέδωσε στον Μ.Υ.1 τα κλειδιά των αποθηκών που βρίσκονται κάτω δεξιά από τη ράμπα του υπογείου, οι οποίες μετέπειτα μετατράπηκαν σε εργαστήριο και αποθήκες εξαρτημάτων. Όπως υπέδειξε ο κ. Τερέπεης, λόγω του ότι στην μεγάλη αποθήκη υπήρχαν κάποια αντικείμενα που ανήκαν στον σύζυγο της Μ.Ε.1, αναμενόταν η μετακίνησή τους, πράγμα το οποίο έγινε αργότερα με την βοήθεια του ίδιου (του μάρτυρα) και του βοηθού του, κ. XXXXX Μιχαήλ, οι οποίοι μετέφεραν τα συγκεκριμένα αντικείμενα σε χώρο που τους υποδείχθηκε προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιοποίηση της αποθήκης. Την ίδια ημέρα, ο μάρτυρας ανέφερε στον σύζυγο της Μ.Ε.1 ότι λόγω του ότι ο φωτισμός στην αποθήκη που επρόκειτο να μετατραπεί σε εργαστήριο δεν ήταν αρκετός και δεν υπήρχε νερό, οι Εναγομένοι θα προέβαιναν στις απαιτούμενες ενέργειες για μεταφορά τριφασικού ρεύματος. Ο ίδιος δεν συμμετείχε στη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας, ενώ το μόνο που γνώριζε από τον Μ.Υ.1 ήταν πως επρόκειτο να τους δοθούν οι χώροι αυτοί και τίποτε περισσότερο. Ο κ. XXXXX Αθηνοδώρου κατέθεσε ως Μ.Υ.
- Είναι ασφαλιστικός σύμβουλος και πριν από περίπου 17 χρόνια προχώρησε στην αγορά γραφείων δίπλα από τα γραφεία των Εναγομένων 1 στο Μέγαρο XXXXX. Η αγορά των γραφείων από την εταιρεία του συμφωνήθηκε περί το καλοκαίρι του 2001 και τον Νοέμβριο του ιδίου χρόνου υπογράφθηκε η σχετική συμφωνία. Παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν και ο Μ.Υ.1, ο οποίος είναι κουνιάδος του και ήταν το πρόσωπο που του είχε συστήσει την κα Θεοδοσιάδου. Κατά την εν λόγω συνάντηση υπήρξαν κάποιες διαφωνίες σε σχέση με τα τετραγωνικά των γραφείων τα οποία ήταν λιγότερα από αυτά που είχαν παρουσιαστεί αρχικά. Ειδικότερα, επισυνάπτονταν σχέδια όπου καταγράφονταν τα τετραγωνικά των γραφείων τα οποία δεν συμφωνούσαν με την τελική εικόνα. Ζήτημα διαφοράς στα τετραγωνικά των γραφείων τέθηκε κατά τη συνάντηση και από τον Μ.Υ.1 ο οποίος προέβαλε το θέμα της παραχώρησης αποθηκών, σε σχέση με το οποίο καθησυχάστηκε από την Μ.Ε.1 η οποία του υποσχέθηκε ότι θα του παραχωρούσε όσο χώρο χρειαζόταν. Αργότερα, στη βάση αυτής της συνεννόησης, η Μ.Ε.1 παραχώρησε στους Εναγόμενους 1 τέσσερις αποθήκες. Σύμφωνα με την προσωπική εκτίμηση του μάρτυρα, το αντάλλαγμα για την παραχώρηση των αποθηκών αυτών ενδεχόμενα να ήταν η διαφορά που προέκυψε σε σχέση με τα τετραγωνικά του γραφείου με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Πράττω δε τούτο λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας και δεν διαφεύγουν την προσοχής μου οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όπως δε έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις (βλέπε Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Όπως είναι φανερό από τη σύνοψη της μαρτυρίας που έχει παρατεθεί πιο πάνω, οι μεν Ενάγουσες στηρίχθηκαν στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 προκειμένου να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους περί παράνομης κατοχής των επίδικων αποθηκών, οι δε Εναγόμενοι κυρίως στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για να αμφισβητήσουν τούτη. Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω, το Δικαστήριο κρίνει ότι κανένας από τους δυο μάρτυρες δεν είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Παρόλα αυτά, στη βάση της μαρτυρίας που δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά και της μαρτυρίας που θα γίνει αποδεκτή, το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να προβεί σε εξαγωγή ευρημάτων. Η μαρτυρία της κας Θεοδοσιάδου (Μ.Ε.1), στην έκταση που αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι ήταν ασαφής και παρουσίαζε κενά. Σε σχέση με τον βασικό ισχυρισμό της κας Θεοδοσιάδου περί μη παραχώρησης άδειας χρήσης και κατοχής των τριών επίδικων αποθηκών, παρατηρώ ότι αυτή δεν έχει πείσει το Δικαστήριο και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Κατ' αρχήν η μάρτυρας δεν έχει δώσει οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με την διαπίστωση από μέρους της (ως η ίδια ισχυρίστηκε) της παράνομης κατοχής των (πρώτων) δύο αποθηκών έξι περίπου μήνες αφού αυτές άρχισαν να χρησιμοποιούνται από τους Εναγόμενους
- Δεδομένης ιδιαίτερα της θέσης της ότι η ίδια πηγαινοερχόταν συχνά στο Μέγαρο XXXXX ώστε να διευθετήσει την πώληση γραφείων, καταστημάτων κ.λ.π. θα ήταν αναμενόμενο όπως μια αυθαίρετη ενέργεια αυτού του είδους από την πλευρά των Εναγομένων 1 (όπως την χαρακτήρισε η ίδια) γινόταν αντιληπτή πολύ πριν από τον χρόνο που ισχυρίστηκε η μάρτυρας. Έχοντας, επίσης, υπόψη ότι από την πλευρά της κας Θεοδοσιάδου δεν αμφισβητήθηκε η θέση των Εναγομένων 1 ότι έλαβαν κατοχή του Γραφείου τον Ιούνιο του 2002, ο ισχυρισμός της επί το ότι οι ίδιοι εισήλθαν στις αποθήκες περί τις αρχές του 2002 (ενώ και πάλι σύμφωνα με την ίδια τούτο συμβαίνει μετά την μεταστέγαση των Εναγομένων 1 στο Γραφείο), κρίνεται αντιφατικός. Δεδομένης επίσης της θέσης της κας Θεοδοσίου περί παράνομης κατοχής των δύο αποθηκών, το Δικαστήριο θα ανέμενε όπως γινόταν σχετική αναφορά στο γεγονός αυτό στην πρώτη επιστολή που απέστειλε στους Εναγόμενους στις 2.12.2002 (μέρος του Τεκμηρίου 4). Παρόλα αυτά, η Ενάγουσα περιορίστηκε να παρακαλέσει τους Εναγόμενους να διευθετήσουν συμφωνία για τις αποθήκες που «χρησιμοποιούσαν από πολλού χρόνου». Ισχυρισμός περί παράνομης κατοχής προβάλλεται στην ουσία ενάμιση χρόνο μετά από την κατ' ισχυρισμόν παράνομη είσοδο και κατοχή των δυο αποθηκών (που σύμφωνα με τις Ενάγουσες λαμβάνει χώρα περί τις αρχές του 2002), με την επιστολή ημερομηνίας 22.7.
- Ενώ, μάλιστα, σύμφωνα με την μάρτυρα, η ίδια διαπίστωσε την παράνομη κατοχή της τρίτης αποθήκης την 1.8.2003, ουδεμία αναφορά επί τούτου γίνεται στην επιστολή ημερομηνίας 7.8.
- Άξιον δε απορίας είναι ότι με τις επιστολές τους οι Ενάγουσες απαίτησαν πληρωμή ενοικίου από 7.8.2003, ενώ σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της αλλά και τη μαρτυρία της Μ.Ε. 1, οι Εναγόμενοι κατείχαν τις αποθήκες εξ΄αρχής παράνομα και δη πολύ πριν από τον Αύγουστο του
- Σημειώνεται επίσης ότι η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την άφεση των κλειδιών της τρίτης αποθήκης στην θύρα αυτής έχοντας υπόψη ότι (σύμφωνα με την ίδια) οι Εναγόμενοι εισήλθαν με τον τρόπο αυτό σε άλλες δυο αποθήκες σε προγενέστερο στάδιο. Σε ό,τι αφορά στις θέσεις της Μ.Ε.1 σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το Γραφείο και την μη μεταβίβασή του στο όνομα των Εναγομένων 1 (βλέπε παράγραφο 23 της Γραπτής Δήλωσης), όπως επίσης τους λόγους για την μη ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής (βλέπε παράγραφο 24 της Γραπτής Δήλωσης), σημειώνω ότι αυτοί δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών (βλέπε παραγράφους 10(β) και (γ) της Απάντησης στην Υπεράσπιση) και ως εκ τέτοιοι και τη βάση της γενικά κακής εικόνας της Μ.Ε. 1, ελέγχονται για την ορθότητα τους. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 24 της Γραπτής Δήλωσης της κας Θεοδοσιάδου στερούνται πειστικότητας αφού η Εγγυητική Επιστολή δεν εκδόθηκε προς εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού της Συμφωνίας αλλά προς εξασφάλιση της έκδοσης ξεχωριστού τίτλου και μεταβίβασης του Γραφείου στους Εναγόμενους
- Ερχόμενη στη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.2, παρατηρείται ότι αυτή θα πρέπει να αντικριστεί ως μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στις σελίδες 580-586). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ, 53/11, απόφαση ημερομηνίας 24.1.2013). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Έχοντας μελετήσει την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.2 παρατηρώ τα ακόλουθα: Καταρχήν και οι δυο μάρτυρες έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις γνώσεις και την εμπειρία τους στον τομέα για τον οποίο έχουν καταθέσει και κατ' επέκταση για την εμπειρογνωμοσύνη τους επί τούτου. Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν κρίνεται βοηθητική και δεν παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εχέγγυα και επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της ορθότητας των θέσεων του και η εξαγωγή ανεξάρτητων συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Και τούτο, χωρίς, σε καμία περίπτωση, να αμφισβητείται η αντικειμενικότητα του. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι ο κ Μαυρέας δεν έχει επισκεφθεί τον χώρο, ούτε έχει επιθεωρήσει τις αποθήκες για τις οποίες ετοιμάστηκε η έκθεση την οποία έχει παρουσιάσει, ενώ υποστήριξε ότι προέβηκε στην ετοιμασία της έκθεσης στηριζόμενος σε σημειώσεις της κας Φιακά καθώς επίσης σε φωτογραφίες οι οποίες λήφθηκαν κατά την επίσκεψη της τελευταίας στο χώρο. Παρόλα αυτά, τόσο οι σημειώσεις και οι φωτογραφίες, όσο και το σχέδιο, που σύμφωνα με τον ίδιο η κα Θεοδοσιάδου υπέδειξε στην κα Φιακά, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα οι όποιες θέσεις προβλήθηκαν από τον κ. Μαυρέα να μην μπορούν να ελεγχθούν ως προς την ορθότητα τους. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος ανέφερε, κατά την επίσκεψη της κας Φιακά είχαν ανοιχθεί και επιθεωρηθεί μόνο οι δύο εκ των τεσσάρων αποθηκών οι οποίες ήταν κενές. Η θέση αυτή εγείρει εύλογα ερωτηματικά δεδομένης της μαρτυρίας της Μ.Ε. 1 αλλά και τα δικόγραφα των Εναγουσών που θέλουν τις επίδικες αποθήκες να κατέχονται και χρησιμοποιούνται από τους Εναγόμενους κατά τον χρόνο της εκτίμησης (ήτοι τον Δεκέμβριο του 2013) και να είχαν ήδη μεταφερθεί σε αυτές εμπορεύματα, διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμός. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ενώ στην έκθεση γίνεται καταγραφή του εμβαδού των αποθηκών που έχουν εκτιμηθεί (οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν συνάδουν με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών - βλέπε παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης), ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς τον τρόπο υπολογισμού (και δη των αποθηκών που δεν είχαν επιθεωρηθεί) και προέβηκε σε εικασία περί μέτρησης του εμβαδού από την κα Φιακά, η οποία και δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ό,τι, τέλος, αφορά στη θέση του μάρτυρα αναφορικά με την ενοικιαστική αξία των αποθηκών σημειώνω ότι ενώ γίνεται αναφορά στην χρήση της συγκριτικής μεθόδου για σκοπούς υπολογισμού αυτής, είναι προφανές ότι η εν λόγω μέθοδος δεν χρησιμοποιήθηκε αφού ουδεμία αναφορά έγινε σε συγκριτικά στοιχεία και ο μάρτυρας προέβηκε σε διάφορους υπολογισμούς με βάση το κατασκευαστικό κόστος των αποθηκών όπως ο ίδιος το προσδιόρισε. Σε κάθε περίπτωση, παρατηρείται ότι ο κ. Μαυρέας έκανε αναφορά στην ενοικιαστική αξία των αποθηκών κατά το έτος 2013 χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε ανάλογη θέση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη ενώ σύμφωνα με τον ίδιο οι αντίστοιχες τιμές κατά τα έτη 2002 και 2003 (οπότε και σύμφωνα με τις Ενάγουσες άρχισε η παράνομη κατοχή των αποθηκών) ήταν διαφορετικές, χωρίς, όμως να τις προσδιορίσει. Αντίθετα προς τα όσα σημειώνονται ανωτέρω σε σχέση με την μαρτυρία του κ. Μαυρέα, η μαρτυρία του κ. Λοΐζου (Μ.Υ.2) και η έκθεση την οποία έχει ετοιμάσει είναι πλήρως τεκμηριωμένη με αναφορά στο σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας μετά από επίσκεψή του στο χώρο τόσο κατά τον Ιανουάριο του 2003 όσο και λίγους μήνες πριν από την μαρτυρία στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι το περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας και ειδικότερα ο χώρος στον οποίο βρίσκονται η υπό εκτίμηση αποθήκες δεν αμφισβητήθηκε από τον κ. Ανδρέου κατά την αντεξέταση, ενώ οι θέσεις οι οποίες προβλήθηκαν από τον Μ.Ε.2 επί τούτου (ο οποίος υποστήριξε ότι οι αποθήκες βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του υπογείου κατεβαίνοντας την ράμπα και είναι συνεχόμενες) δεν συμβαδίζουν με τα όσα αποτυπώνονται σε αυτό. Σε ό,τι αφορά στις θέσεις του κ. Λοΐζου σε σχέση με τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του εμβαδού του Γραφείου συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων και του καθαρού εμβαδού του Γραφείου παρατηρείται ότι ο μάρτυρας δεν έκανε οποιαδήποτε αναφορά στα περιστατικά της υπόθεσης και αναφέρθηκε στο τι ισχύει σε τέτοιες περιπτώσεις γενικά. Δεν αμφισβήτησε, ωστόσο, ούτε αποτελούσε μέρος της εκτίμησής του, ότι τα τετραγωνικά μέτρα του Γραφείου και των αναλογούντων σε αυτό κοινόχρηστων χώρων δεν ήταν 99 τ.μ, ως η συμφωνία των μερών. Στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κ Λοϊζου κρίνω ορθό να σημειώσω ότι ο μάρτυρας έχει δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με την επισύναψη φωτογραφιών και άλλων εγγράφων που εξασφαλίστηκαν πρόσφατα, ενώ η έκθεσή του φέρει ημερομηνία 21.1.
- Όπως υπέδειξε ο κ Λοϊζου, μετά την ετοιμασία της αρχικής έκθεσης (Τεκμήριο 14), επισκέφθηκε εκ νέου τον χώρο λίγους μήνες πριν από την μαρτυρία του στο Δικαστήριο και διενήργησε περαιτέρω έρευνα επισυνάπτοντας όλα τα σχετικά επί του Τεκμηρίου 13, το περιεχόμενο του οποίου είναι ταυτόσημο με αυτό του Τεκμηρίου
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους και έχοντας υπόψη ότι ο κ. Λοΐζου έχει πείσει το Δικαστήριο για την αντικειμενικότητα του και την πληρότητα και επάρκεια των θέσεων του, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Κρίνεται δε ότι ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξε στα συμπεράσματα του ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων του και να καταλήξει επί αυτών σε δικά του ανεξάρτητα ευρήματα. O κ. Νικολάου (Μ.Υ. 1) δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και για τους λόγους που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εκτός στην έκταση που αυτή δεν αμφισβητείται από την άλλη πλευρά. Πιο συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι τα όσα προέβαλε ο μάρτυρας αναφορικά με την παράλειψη της Ενάγουσας 1 να προβεί σε ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής και σε μεταβίβαση του Γραφείου επ' ονόματι των Εναγομένων 1 δεν αμφισβητούνται από την πλευρά των Εναγουσών. Το κατά πόσον στη βάση της μαρτυρίας αυτής οι Εναγόμενοι δικαιούνται σε οποιαδήποτε θεραπεία είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια. Σε ό,τι αφορά στην ύπαρξη και υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 σημειώνεται ότι ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των Εναγομένων προβάλλεται ισχυρισμός επί το ότι το μόνο πωλητήριο έγγραφο που υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1 είναι η Συμφωνία Πώλησης, ο Μ.Υ.1 (ο οποίος στην γραπτή του δήλωση δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001) δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι η συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 πράγματι υπεγράφη αλλά την χαρακτήρισε «null and void» γιατί, όπως ανέφερε, δεν υπάρχει πλέον. Μελετώντας, ωστόσο, το περιεχόμενο των δυο συμφωνιών διαπιστώνεται ότι αυτές εμπεριέχουν ακριβώς τους ίδιους όρους και όπως υποστήριξε η Μ.Ε.1 (θέση με την οποία και συμφώνησε ο Μ.Υ.1), η υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης κατέστη αναγκαία λόγω της αλλαγής του αριθμού εγγραφής του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το Μέγαρο XXXXX. Είναι φανερό ότι μοναδικός λόγος προώθησης της συγκεκριμένης θέσης ήταν η ενδυνάμωση του έτερου ισχυρισμού των Εναγομένων περί παραπλάνησης τους σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα του Γραφείου. Και τούτο γιατί από τη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 1 ήταν ενήμεροι για τα τετραγωνικά μέτρα του Γραφείου από τότε και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το ζήτημα αυτό. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι η θέση του Μ.Υ.1 περί μαυρισμένου σχεδίου από το οποίο δεν προέκυπτε καθαρά ο αριθμός των τετραγωνικών του Γραφείου δεν επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια και δη τα Τεκμήρια 3 και 5 (σημ: το μεν Τεκμήριο 3 είναι το πρωτότυπο, το δε Τεκμήριο 5 παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους και κανένα από αυτά είναι δυσανάγνωστο). Στη δε θέση που προέβαλε ο μάρτυρας επί το ότι δεν είδε ούτε αντιλήφθηκε τα αναγραφόμενα δεν μπορεί να προσδωθεί οποιαδήποτε βαρύτητα ενόψει των αρχών του non est factum που στη βάση των ισχυρισμών του Μ.Υ. 1 δεν μπορεί να γίνει επίκληση τους (βλέπε Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961, Χ΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 1113, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ν Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264 και Κουταλιανός ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ.476). Μη αποδεκτή κρίνεται και η θέση του μάρτυρα ότι το σχέδιο επί του οποίου καταγράφεται ότι το εμβαδόν του Γραφείου είναι 71 τ.μ. του δόθηκε μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης. Μια τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στην Μ.Ε.1 κατά την αντεξέτασή της και με τούτο ως δεδομένο δεν θα μπορούσε να τύχει της δέουσας αξιολόγησης (βλέπε Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ.1527). Σε κάθε περίπτωση, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Πώλησης είχε ήδη προηγηθεί η υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 (γεγονός που δεν αμφισβητεί ο μάρτυρας παρά το ότι προβάλλει τη θέση του περί ακυρότητας της) όπου επισυνάπτονταν όλα τα σχετικά έγγραφα και σχεδιαγράμματα με αναφορά σε εμβαδόν 71 τ.μ. όπου και έθεσε την υπογραφή του. Το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης να αποδεχθεί τη θέση του κ. Νικολάου επί το ότι η Ενάγουσα 1 υποσχέθηκε στους Εναγόμενους ότι θα τους εξασφάλιζε αποθηκευτικό και εργαστηριακό χώρο και πως η συμπερίληψη των χώρων αυτών ήταν προϋπόθεση για την αγορά του Γραφείου. Και τούτο γιατί παρά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 και της Συμφωνίας Πώλησης ουδεμία πρόνοια περί τούτου περιλαμβάνεται σε αυτές, ενώ η έκδοση της επιταγής ημερομηνίας 6.2.2001 (Τεκμήριο 7) δεικνύει ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία καταβλήθηκε το ποσό των £3,000 ως προκαταβολή προκειμένου οι Εναγόμενοι να «κρατήσουν» το Γραφείο κατ΄αντίθεση των όσων ο μάρτυρας αναφέρει στην παράγραφο 10 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Β). Επίσης, εάν ίσχυαν οι συνθήκες υπό τις οποίες υπογράφθηκε η συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 και εάν πράγματι ήταν κοινός τόπος ότι οι αποθήκες θα δίνονταν, ως οι ισχυρισμοί του Μ.Υ. 1, θα ήταν αναμενόμενη σχετική προς τούτο αναφορά στη Συμφωνία Πώλησης, ενώ κάτι τέτοιο δεν εντοπίζεται σε αυτήν. Ερχόμενη στη θέση του κ. Νικολάου περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας με την Ενάγουσα 1 αναφορικά με την παραχώρηση των τεσσάρων αποθηκών για σκοπούς αποκλειστικής κατοχής και χρήσης σημειώνεται ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους: Σημειώνεται καταρχήν ότι παρά την προώθηση ισχυρισμού περί συνομολόγησης προφορικής συμφωνίας με την Ενάγουσα 1 για την οριστική και αμετάκλητη παραχώρηση των επίδικων αποθηκών (τόσο στα δικόγραφα των Εναγομένων όσο και στην μαρτυρία του Μ.Υ.1), στα πλαίσια της αντεξέτασής του και κληθείς να επεξηγήσει ποιό ήταν το τίμημα για την παραχώρηση αυτή, ο κ. Νικολάου υποστήριξε ότι ήταν η διαφορά στα τετραγωνικά. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την μαρτυρία του: «Ε. Καλά κύριε τι κάνετε, είπατε μας ότι σας παραπλάνησε, τι κάνατε όταν καταλάβετε ότι σας παραπλάνησε; A. Τα λέω όλα, παραπονέθηκα οπωσδήποτε. E. Πώς παραπονεθήκατε; A. Στην ίδια, παραπονέθηκα τηλεφωνικώς, τηλεφωνηθήκαμε ήρθε στο γραφείο μου, της είπα ότι αυτό το πράγμα δεν ήταν σωστό και όχι μόνο, αγοράσαμε δύο γραφεία και ήταν η ίδια υπόθεση με το άλλο γραφείο και οι κουνιάδοι έκαναν το ίδιο παράπονο, επιφυλάξαμε τα δικαιώματα μας. E. Τι κάνατε; A. Τίποτα δεν έκανα, επιφύλαξα τα δικαιώματα μου. E. Κύριε σας υποβάλλω ότι δεν κάνετε τίποτε, γιατί ό,τι υπογράψετε, εκείνο πήρατε, γι' αυτό δεν κάνατε τίποτε. A. Όχι, αντιπαρέρχομαι, κάναμε ό,τι κάνει οποιοσδήποτε επαγγελματίας ο οποίος θέλει να λύσει ένα πρόβλημα με τον σωστό τρόπο. Επειδή όπως τονίζω η Ενάγουσα μας υποσχέθηκε ότι δεν θα έμενε από κάτω και θα μας έδιδε αποθηκευτικούς χώρους, περίμενα να δω τι αποθηκευτικούς χώρους θα μας έδιδε, να συγκρίνω τα τετραγωνικά και την αξία αυτών των αποθηκευτικών χώρων και όντως δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο εις στο να αποσύρω το τι σκεφτόμουν να κάνω, εάν τα τετραγωνικά τα οποία θα μας έδιδε, θα αντιστάθμιζαν αυτά τα οποία κατά κάποιον τρόπο μας έκλεψε. Ε. Γιατί εξοφλήσατε αφού είχατε παράπονο, 28 τετραγωνικά κύριε, δηλαδή σχεδόν το μισό γραφείο που πιάσετε, γιατί το εξοφλήσατε; A. Ο λόγος που το ξόφλησα είναι απλούστατος, διότι ήθελα να τελειώσω αυτήν την υπόθεση και όταν τελείωνα να έχω όλα τα δίκαια με το μέρος μου. Εγώ αυτό το 10% ως επιχειρηματίας θα το έδιδα, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το έδιδα, άρα αυτήν τη στιγμή αυτό μου είχε δημιουργήσει Εντιμότατη ένα τεράστιο πρόβλημα, εγώ έπρεπε να πηγαίνω στην αποθήκη με 2‑ 3 άτομα προσωπικό κάθε μέρα και το απόγευμα να ξεφορτώνω ή να χρησιμοποιώ τον χώρο σαν εργαστήριο. E. Σας ρώτησα μια ερώτηση, γιατί το εξοφλήσετε; A. Άρα αυτό το πράγμα, ήθελα να μικράνω τις ζημιές μου όσο το δυνατό λιγότερο. Άρα με το να έπαιρνα οποιονδήποτε αποθηκευτικό χώρο, οι άμεσες ζημιές μου θα μειώνονταν αμέσως και αυτό το πράγμα θα σταματούσε. Δηλαδή εάν έπαιρνα τον οποιονδήποτε χώρο και τον μετέτρεπα όπως τον μετάτρεψα μετά, είτε σε εργαστήριο, είτε για δείγματα, είτε για spare parts, είτε για τεχνικά εγχειρίδια, αυτό θα μου γλίτωνε άμεσα λειτουργικά κόστα τα οποία πλήρωνα καθημερινώς. Άρα ό,τι και να έπιανα εγώ Εντιμότατη, θα είχε κέρδος για εμένα και περίμενα να δω στο τέλος της ημέρας τι θα έπαιρνε, τι θα οφειλόμουν γι' αυτό και υπόγραψα για να τελειώσω. ................................................................................. Δικαστήριο: Εσείς τι συμφωνήσατε με την κυρία Θεοδοσιάδου, λέτε στη γραπτή σας δήλωση ότι συμφωνήσατε προφορικά, τι συμφωνήσατε προφορικά; Μάρτυρας: Να πάρω τους χώρους που μου έδιδε και εάν αυτοί οι χώροι ισοζύγιζαν το ισοζύγιο που είχα πάρει τη ζημιά, ήμουν happy. Ο κ. Ανδρέου συνεχίζει: E. Ποια ζημιά; A. Το είπα. E. Κύριε, δηλαδή ποιο ήταν το τίμημα που δώσετε σύμφωνα με τη θέση σας για να σας δώσει τις αποθήκες, ποιο ήταν το τίμημα; A. Όχι, ήταν ακριβώς το αντίθετο που έγινε, ούτε αυτοί γνώριζαν την αξία των αποθηκών, θα μας έδιδε τις αποθήκες και μετά θα φέρναμε κάποιον εκτιμητή να εκτιμούσε. Εν απλό το θέμα και ό,τι εκτιμούσε ο εκτιμητής μαζί με τα τετραγωνικά τα οποία επιάσαμε λιγότερα, θα γινόταν μια αριθμητική πράξη. E. Δηλαδή ήταν να σας τις δώσει δωρεάν και να σας δώσει και από πάνω λεφτά, σύμφωνα με τα λεγόμενα σας; A. Κύριε Ανδρέου, προς Θεού, από τη μια λέτε είμαι επαγγελματίας, από την άλλη με χειρίζεστε όχι σαν επαγγελματία, ναι, εάν θα μου χρωστούσε περισσότερα θα με πλήρωνε περισσότερα, εάν εγώ της χρωστούσα θα την πλήρωνα εγώ, πού βρίσκετε το κακό.» (υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου) Η πιο πάνω θέση του κ. Νικολάου αφενός δεν καλύπτεται από τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης αφετέρου δεν συνάδει με την θέση που ο ίδιος προώθησε περί συνομολόγησης προφορικής συμφωνίας για παραχώρηση αποθηκών με αντάλλαγμα την καταβολή του ποσού των £3,000 σε χρόνο προγενέστερο των όσων προνοούνταν στη Συμφωνία Πώλησης. Οι ενέργειες στις οποίες προέβηκε ο Εναγόμενος 2 προς το σκοπό εξασφάλισης έκθεσης εκτίμησης της αγοραίας αξίας των αποθηκών υπ. αρ. 1 και 2 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 13 κατά τον Ιανουάριο του 2003 δεν επιβεβαιώνουν τη θέση του περί προφορικής συμφωνίας για παραχώρηση της αποκλειστικής κατοχής και χρήσης των αποθηκών. Και τούτο γιατί εάν οι αποθήκες αυτές πράγματι παραχωρούνταν με αντάλλαγμα την καταβολή του ποσού των £3,000, αυτός δεν θα είχε λόγο να αναζητήσει μια τέτοια έκθεση. Παράλληλα, από το Τεκμήριο 13 προκύπτει ότι σκοπός της έκθεσης είναι η «εξακρίβωση της αγοραίας αξίας (των δυο αποθηκών) για σκοπούς καθορισμού τιμής αγοράς» (στοιχείο που δεν συμβαδίζει με τις θέσεις που προώθησε ο Μ.Υ.1), ενώ το ίδιο το ποσό στο οποίο καθορίζει την αγοραία αξία των δυο αποθηκών ο Μ.Υ.2, ήτοι £6,800, οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι η θέση του Μ.Υ.1 ως προς το αντάλλαγμα για την παραχώρηση των αποθηκών (ήτοι την πρόωρη καταβολή του ποσού των £3,000) δεν παρουσιάζεται λογική, πόσω μάλλον όταν τελικά επιχειρεί, υπό τους ίδιο καθεστώς να θέσει και τρίτη αποθήκη στην κατοχή του. Παρομοίως, έχοντας υπόψη τη θέση του κ. Νικολάου περί παραπλάνησής του σε σχέση με το εμβαδόν του Γραφείου, ο ισχυρισμός του περί σύναψης προφορικής συμφωνίας για παραχώρηση αποθηκών και δη χωρίς να κρίνεται αναγκαία η υπογραφή γραπτής συμφωνίας δεν κρίνεται πειστικός ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε απόδειξης ή εγγράφου που να επιβεβαιώνει τούτην και/ή την πρόωρη καταβολή του ποσού των £3,000 ως αντάλλαγμα. Η δε εξήγηση που έδωσε επί τούτου, ήτοι η μείωση της ζημιάς των Εναγομένων ενόψει της παραχώρησης αποθηκών, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο[4] ενόψει των όσων, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν προηγηθεί. Σε σχέση με το ίδιο θέμα εύλογα ερωτηματικά εγείρονται ως προς την ενέργεια των Εναγομένων να απαντήσουν στις επιστολές των Εναγουσών ημερομηνίας 2.12.2002, 22.7.2003 και 7.8.2003 (μέρος του Τεκμηρίου 4) μόλις στις 6.10.2003, και τούτο χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση. Συναφώς σημειώνεται ότι η θέση του Μ.Υ.1 περί μη παραλαβής της επιστολής ημερομηνίας 2.12.2002 δεν υποβλήθηκε στην Μ.Ε. 1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αξιοσημείωτο δε είναι το γεγονός ότι με την επιστολή τους ημερομηνίας 6.10.2003 (Τεκμήριο 10), οι Εναγόμενοι περιορίζονται να επιστρέψουν τις επιστολές ημερομηνίας 4.9.2003 και 2.10.2003 ως απαράδεκτες προβάλλοντας γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς να κάνουν οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας, ενώ κάτι τέτοιο θα ήτανόχι μόνο αναμενόμενο αλλά και επιβεβλημένο. Τέλος, τα όσα υποστήριξε ο μάρτυρας σε σχέση με τις ηθικές και υλικές ζημιές που υπέστηκαν οι Εναγόμενοι 1 λόγω της παράλειψης της Ενάγουσας 1 να παραδώσει σε αυτούς τις αποθήκες σε ενωρίτερο στάδιο δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις τους στην Έκθεση Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Παρά τα όσα υποδεικνύονται αμέσως πιο πάνω, η θέση του Μ.Υ.1 περί παράδοσης των κλειδιών των τριών επίδικων αποθηκών και παραχώρησης άδειας χρήσης τους από την Ενάγουσα 1 γίνεται αποδεκτή αφού επιβεβαιώνεται από τον Μ.Υ.3, η μαρτυρία του οποίου ως θα διαφανεί ευθύς αμέσως θα γίνει αποδεκτή. Ο Μ.Υ.3 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και έχει πείσει το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα του. Παρατηρείται δε ότι από το 2006 δεν βρίσκεται πλέον στην υπηρεσία των Εναγομένων 1 και σε γενικότερο πλαίσιο δεν έχει εντοπιστεί οποιοδήποτε κίνητρο από μέρος του να ψευσθεί ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Να σημειωθεί ως εκ της ιδιότητάς του ως τεχνικός διευθυντής της εταιρείας, ο Μ.Υ.3 ήταν σε θέση να αναφερθεί τόσο στο χρόνο μεταστέγασης των γραφείων όσο και στην ετοιμασία των αποθηκών, ζήτημα το οποίο ήταν άμεσα συνυφασμένο με τα καθήκοντα του. Ο μάρτυρας ήταν σαφής σε σχέση με την παράδοση των κλειδιών των τριών αποθηκών (αποθήκες υπ' αριθμό 1, 2 και 4 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 13) από την Μ.Ε.1 στον Μ.Υ.1, και έδωσε στο Δικαστήριο επαρκείς λεπτομέρειες τόσο σε σχέση με τις εργασίες που έγιναν στις αποθήκες προκειμένου αυτές να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τέτοιες και ως εργαστήριο των Εναγομένων 1, όσο και σε σχέση με την μεταφορά των αντικειμένων του συζύγου της Ενάγουσας 1 που βρίσκονταν στην μία εκ των αποθηκών που παραχωρήθηκαν στους Εναγομένους 1 σε χώρο που υπέδειξε ο τελευταίος. Η μαρτυρία του Μ.Υ.3 περιορίστηκε στο γεγονός της παράδοσης των κλειδιών αφού, όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος, δεν συμμετείχε σε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ούτε γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία του Μ.Υ.4 γίνεται επίσης αποδεκτή. Σκοπός της μαρτυρίας του Μ.Υ.4 ήταν αφενός να επιβεβαιώσει τη θέση των Εναγομένων 1 περί της παραχώρησης αποθηκών από την Ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους 1, αφετέρου να ενισχύσει τη θέση των Εναγομένων 1 περί υπογραφής συμφωνίας πώλησης γραφειακού χώρου με εμβαδόν μικρότερο από ό,τι είχε υποδειχθεί σε προγενέστερο στάδιο, με αναφορά στη συμφωνία που υπογράφηκε από την εταιρεία στην οποία εργάζεται. Ο κ. Αθηνοδώρου παρέμεινε σταθερός στις θέσεις τις οποίες προώθησε και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ενώ αποκάλυψε τη σχέση του με τον Εναγόμενο 2 χωρίς οποιοδήποτε δισταγμό με τρόπο ώστε να ικανοποιεί το Δικαστήριο για την αντικειμενικότητά του. Η θέση του ότι η Ενάγουσα 1 παραχώρησε αποθήκες στους Εναγομένους 1 λόγω της διαφοράς που υπήρξε στα τετραγωνικά μέτρα του Γραφείου σε σχέση με τα σχέδια που είχαν υποδειχθεί αρχικά αφορά προσωπική του εκτίμηση χωρίς ο ίδιος να έχει θετική γνώση των γεγονότων ενώ σε κάθε περίπτωση τέτοια θέση δεν δικογραφείται από την πλευρά της υπεράσπισης. Συναφώς σημειώνεται ότι η μαρτυρία του κ. Αθηνοδώρου περιορίστηκε στο γεγονός της παραχώρησης αποθηκευτικών χώρων στους Εναγόμενους χωρίς, ωστόσο, να γνωρίζει λεπτομέρειες περί τούτου. Ευρήματα του Δικαστηρίου Πέραν των ευρημάτων που παρατίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο εξάγει ευρήματα ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή ως λεπτομερώς καταγράφεται πιο πάνω. Ενόψει δε της ανάλυσης που γίνεται ανωτέρω, δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής καταγραφή αυτών. Ενδεικτικά και μόνο, και χωρίς περιορισμό, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι πριν από την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 16.6.2001 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1, η πρώτη υπέδειξε στον Εναγόμενο 2, ως εκπρόσωπο και διευθυντή των Εναγομένων 1, τα αρχιτεκτονικά σχέδια του γραφείου που επρόκειτο να αγοράσουν όπου γινόταν καταγραφή σε «Εμβαδόν 99 τ.μ.» (βλέπε Τεκμήριο 6). Τόσο στη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 (βλέπε Τεκμήριο 3) όσο και στη Συμφωνία Πώλησης (βλέπε Τεκμήριο 5) είχε επισυναφθεί ο Πίνακας Α όπου η επιφάνεια του δαπέδου του Γραφείου περιλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων καθορίζεται σε 99 τ.μ., καθώς επίσης το σχέδιο του Γραφείου όπου υπάρχει αναφορά σε «ΕΜΒΑΔΟΝ 71 τ.μ.». Τα έγγραφα αυτά τα οποία επισυνάπτονται στη Συμφωνία Πώλησης υπογράφηκαν και μονογράφηκαν από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους των Εναγομένων 1. Η επιφάνεια του δαπέδου του Γραφείου περιλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων είναι 99 τ.μ., ενώ το καθαρό εμβαδόν του Γραφείου είναι 71 τ.μ.. Ο Εναγόμενος 2 είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει τον χώρο του Γραφείου και να μελετήσει τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε τόσο κατά τον Ιούνιο όσο και τον Νοέμβριο του 2001. Κατά την υπογραφή των δυο συμφωνιών η Ενάγουσα 1 δεν ανέφερε στους Εναγομένους οτιδήποτε σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα του Γραφείου και τους κοινόχρηστους χώρους που αναλογούσαν σε αυτό. Στη βάση των όσων θα καταγραφούν αμέσως πιο κάτω, κρίνω ότι το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτό είναι επαρκές ώστε αυτό να καταλήξει ότι περί τα τέλη του 2002 επήλθε μεταξύ των διαδίκων κάποιας μορφής συνεννόηση οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν κατοχή των επίδικων αποθηκών με τη σύμφωνη γνώμη των Εναγουσών, στη βάση της περαιτέρω αντίληψής τους ότι στο εγγύς μέλλον θα κατέληγαν σε κάποιας μορφής συμφωνία για την ένταξη της ρηθείσας κατοχής και χρήσης εντός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, όπως π.χ. αγοράς, ενοικίασης ή άδειας χρήσης. Η σχετική με το ζήτημα μαρτυρία είναι η ακόλουθη: - Το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγουσών προς τους Εναγόμενους ημερομηνίας 2.12.2002 (βλέπε Τεκμήριο 4) με την οποία οι τελευαταίοι καλούνταν να επικοινωνήσουν μαζί τους ώστε να διευθετηθεί συμφωνία για τις δυο αποθήκες που χρησιμοποιούσαν προ πολλού. - Αναφορά για παράνομη κατοχή των αποθηκών γίνεται για πρώτη φορά με την επιστολή των Εναγουσών ημερομηνίας 22.7.2003 και απαίτηση για καταβολή ενοικίου υποβάλλεται από την 7.8.2003 και έπειτα. - Ο διορισμός του Μ.Υ. 2 από τους Εναγόμενους για «εξακρίβωση της αγοραίας αξίας των αποθηκών για σκοπούς καθορισμού τιμής αγοράς» (βλέπε 1η σελίδα του Τεκμηρίου 13) και διαζευκτικά «για εκτίμηση της αξίας νοουμένου ότι θα εξασφαλιστεί δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης» (βλέπε σελίδα 3 του Τεκμηρίου 13). - Η παράδοση των κλειδιών των αποθηκών από την Ενάγουσα 1 στον Μ.Υ.1 (σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.3) και η παραχώρηση αποθηκευτικού χώρου (σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Υ.4). - Η μη υποβολή οποιασδήποτε καταγγελίας στην Αστυνομία από τις Ενάγουσες. Οι αποθήκες που παραχωρήθηκαν και τα εμβαδά αυτών εμφαίνονται στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε ο Μ.Υ.2 και επισυνάπτεται στην έκθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. Με την παραχώρηση της άδειας χρήσης των αποθηκών αυτών στους Εναγόμενους 1, και δη την παράδοση των κλειδιών αυτών στον Εναγόμενο 2, οι Εναγόμενοι 1 προέβηκαν σε διάφορες ενέργειες για περίοδο αρκετών εβδομάδων προκειμένου να καταστεί δυνατή η χρήση τους ως αποθήκες και εργαστήριο. Με επιστολή της ημερομηνίας 2.12.2002 η Ενάγουσα 1 κάλεσε τους Εναγόμενους σε διευθέτηση συμφωνίας σε σχέση με δυο αποθήκες τις οποίες χρησιμοποιούσαν εδώ και καιρό. Ακολούθησαν επιστολές ημερομηνίας 22.7.2003, 7.8.2003, 4.9.2003 και 2.10.2003 (μέρος του Τεκμηρίου 4), με τις οποίες οι Ενάγουσες αξίωναν την καταβολή ενοικίου σε σχέση με τις αποθήκες, απαίτηση την οποία οι Εναγόμενοι απέρριψαν ως απαράδεκτη με επιστολή τους ημερομηνίας 6.10.2003 (βλέπε Τεκμήριο 10). Αποστέλλοντας τις πιο πάνω επιστολές 22.7.2003, 7.8.2003, 4.9.2003 και 2.10.2003 οι Ενάγουσες 1 και 2 ανακάλεσαν την άδεια χρήσης που είχε δοθεί στους Εναγόμενους σε σχέση με τις τρεις επίδικες αποθήκες και κάλεσαν τους Εναγόμενους να παραδώσουν κενή κατοχή των αποθηκών. Οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να κατέχουν τις αποθήκες υπ. αρ. 1, 2 και 3 στο σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε από τον Μ.Υ. 2 και επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 13 χωρίς τη συγκατάθεση των Εναγουσών και χωρίς να έχουν καταβάλει στις Ενάγουσες οποιοδήποτε ποσό ενοικίου. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών, η βάση της παρούσας αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης που προβλέπεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, που έχει ως εξής: «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 148, ο όρος «ακίνητη ιδιοκτησία» ερμηνεύεται ως να περιλαμβάνει γη, οικίες, οικοδομές, τοίχους, δέντρα και άλλες κατασκευές. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής. Όπως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100 η προστασία της κατοχής δεν είναι τίποτε περισσότερο από προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγηση της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Το αδίκημα είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο (βλέπε Andrian Holdings Ltd ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, Παπακόκκινου κ.ά. ν Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another ν Κakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis ν Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθύβουλου κ.ά. ν Συμβούλιο Βελτιώσεως Kισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1059). Από τον ορισμό που παρατίθεται στο άρθρο 43
(1)του Κεφ. 148 προκύπτει ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης μπορεί να διαπραχθεί με διάφορους τρόπους, όπως: - Παράνομη είσοδος. Οποιαδήποτε είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου της ή χωρίς εξουσιοδότηση από το νόμο, συνιστά παράνομη επέμβαση. Όπου δε ο κάτοχος δίδει άδεια σε κάποιον για να εισέλθει στην ακίνητη περιουσία και μετά την αποσύρει ή λήγει ο χρόνος διάρκειας της άδειας, η νόμιμη παρουσία συνήθως μετατρέπεται σε παράνομη επέμβαση. - Παράνομη πρόκληση ζημιάς. Το αδίκημα διαπράττεται και με πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία. - Παράνομη παρέμβαση, όπως για παράδειγμα να βάζεις το χέρι σου μέσα από ανοικτό παράθυρο ή να ρίχνεις αντικείμενα στην αυλή κάποιου. (βλέπε σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα: Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτεμη και Ερωτοκρίτου, σελίδες 130 και 131 και Μαρούλλα Χριστόφορου Γεωργίου ν. Άριστου Αλέξανδρου Ματθαίου κ.ά. Πολιτική Έφεση 389/2006, απόφαση ημερομηνίας 29.5.2009). Η παράνομη επέμβαση είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου (βλέπε Γεώργιος Λάμπρου κ.ά. ν Ελένη Κεφάλα κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516.) Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός εάν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.23-08 και Γλυκής ν Ιερά Μονή Μαχαιρά
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 654). Στην προκειμένη περίπτωση, ιδιοκτήτρια των αποθηκών είναι η Ενάγουσα 1 (βλέπε Τεκμήριο 1), ενώ σύμφωνα με την μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, οι Ενάγουσες 1 και 2 κατείχαν αυτές από κοινού. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(2), σε αγωγή για παράνομη επέμβαση ο ενάγοντας έχει το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλέπε Παπακοκκίνου ν Αγγελική Σμυρλή κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1653). Συμπεράσματα του Δικαστηρίου Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Εξετάζοντας καταρχήν την υπόθεση των Εναγουσών παρατηρώ ότι με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου περί παραχώρησης άδειας χρήσης των τριών αποθηκών (με αρ. 1, 2 και 3 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου 13) από την Ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους και την ανάκληση της άδειας αυτής με τις επιστολές ημερομηνίας 22.7.2003, 7.8.2003, 4.9.2003 και 2.10.2003, η υπόθεση των Εναγουσών έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Και τούτο γιατί η αρχικά νόμιμη είσοδος και χρήση των αποθηκών μετατράπηκε σε παράνομη κατοχή με την άρνηση των Εναγομένων 1 να εγκαταλείψουν τις αποθήκες όταν η συγκατάθεση της Ενάγουσας 1 αποσύρθηκε. Απόλυτα κατατοπιστική είναι η υπόθεση Αγγελίδης & Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστειτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327 όπου η εφεσείουσα, που ήταν ενοικιάστρια καταστήματος σε πολυκατοικία, τοποθέτησε σε κοινόχρηστο χώρο (στο φωταγωγό) δύο συσκευές κλιματισμού, χωρίς τη συγκατάθεση της εφεσίβλητης - ιδιοκτήτριας. Σε κάποιο στάδιο μεταγενέστερα η εφεσίβλητη έλαβε γνώση του γεγονότος της εγκατάστασης των συσκευών αλλά για αρκετό χρόνο δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον της εφεσείουσας και σιωπηρά δέχθηκε την παρουσία τους στο φωταγωγό. Ήταν κοινά παραδεκτό ότι με την ανοχή της αυτή η εφεσίβλητη παραχώρησε άδεια χρήσης του φωταγωγού στην εφεσείουσα. Ακολούθως με δύο επιστολές ζήτησε από την εφεσείουσα την μετακίνηση των συσκευών και όταν η εφεσείουσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί κίνησε αγωγή για παράνομη επέμβαση. Στα πλαίσια της έφεσης αποφασίστηκε μεταξύ άλλων ότι η άδεια που είχε παραχωρηθεί με την ανοχή της εφεσίβλητης ήταν απλή άδεια (bare licence) και όχι άδεια συνοδευόμενη από "συμφωνία επί της γης" (coupled with a grant of an interest in land) και σαν τέτοια μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε με ειδοποίηση προς τον αδειούχο, χωρίς ο αδειούχος να δικαιούται αποζημιώσεις. Εφόσον δε η παρουσία των συσκευών στο φωταγωγό αποτελούσε χωρίς αμφιβολία παράνομη επέμβαση, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη εκλογή κάτω από τις συνθήκες παρά να διατάξει τη μετακίνησή τους για να τερματισθεί η παρανομία. Κατ' εφαρμογή των νομικών αρχών που τέθηκαν στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, διαπιστώνεται ότι η άδεια χρήσης των επίδικων αποθηκών που δόθηκε στους Εναγόμενους από την Ενάγουσα 1 ήταν απλή άδεια και ως τέτοια μπορούσε να ανακληθεί και ανακλήθηκε με τις επιστολές των Εναγουσών ημερομηνίας 22.7.2003, 7.8.2003, 4.9.2003 και 2.10.2003 (μέρος του Τεκμηρίου 4). Για σκοπούς πλήρους εικόνας κρίνω ορθό να παραθέσω το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 22.7.2003 και 7.8.2003: Επιστολή ημερομηνίας 22.7.2003 (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της): «22/07/2003 Προς Κύριο XXXXX Νικολάου XXXXX 16 Γραφείο 102-103 Κ. Λακατάμια Ιδιόχειρη παράδοση Διπλοσυστημένη επιστολή Κύριε, Παρά τις επανειλημμένες προφορικές μας εκκλήσεις για να παραδώστε ελεύθερη κατοχή των αποθηκών που βρίσκονται στο μέγαρο XXXXX στην οδό XXXXX στην Κάτω Λακατάμια, σχετικά με τις οποίες έχετε παράνομα λάβει κατοχή, παρατηρούμε ότι εσείς αρνήστε και/ή παραμελείτε να παραδώσετε κενή και απρόσκοπτη κατοχή. Εάν εντώς 7 (επτά) ημερών δεν παραδώσετε ελεύθερη και απρόσκοπτη κατοχή των αναφερομένων αποθηκών θα προβούμε σε όλα τα αναγκαία δικαστικά μέτρα χωρίς άλλη ειδοποίηση. Επιφιλάσσουμε πλήρως τα δικαιώματα μας για να διεκδικίσουμε αποζημίωση για την περίοδο που κατακρατείτε παράνομα τις αποθήκες. Εκ της διευθήνσεως, XXXXX Θεοδοσιάδου Διευθήντρια P&C Theodosiades Developers P.&C. THEODOSIADES DEVELOPERS LTD». Επιστολή ημερομηνίας 7.8.2003 (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της): «07/08/2003 Προς Κύριο XXXXX Νικολάου XXXXX 16 Γραφείο 102-103 Κ. Λακατάμια Ιδιόχειρη παράδοση Διπλοσυστημένη επιστολή Κύριε, Σχετική είναι η επιστολή μας ημερομηνίας 22/07/2003 και η τηλεφωνική μας επικοινωνία ημερομηνίας 06/08/2003. Παρά την παρέλευση της προθεσμίας που σας έχουμε θέσει για την εκκένωση των αποθηκών στο μέγαρο XXXXX, δεν έχετε μέχρι σήμερα συμμορφωθεί. Εκλαμβάνουμε την ως αυτή σας στάση ως πρόθεση σας να ενοικιάσετε τις εν λόγω αποθήκες. Η χρέωση μας για κάθε μήνα χρήσης έκαστης αποθήκης είναι 70 ΛΚ μηνιαίως. Θεωρούμε ότι η ενοικίαση αρχίζει από σήμερα νοουμένου ότι δεν θα έχετε παραδώσει ελεύθερη και απρόσκοπτη κατοχή των αποθηκών. Η πληρωμή του άνω ποσού θα πρέπει να γίνεται στο τέλος εκάστου μηνός και θα εκδίδεται σχετικό τιμολόγιο. Σε περίπτωση παράληψης σας να πληρώσετε εμπρόθεσμα το τιμολόγιο θα φέρει τόκο 10%. Διατηρούμε το δικαίωμα να τερματίσουμε την συμφωνία με γραπτή ειδοποίηση 10 (δέκα) ημερών. Επιφυλάσσομε το δικαίωμα μας για διεκδίκηση αποζημίωσης για το χρονικό διάστημα που χρησιμοποιήτε παράνομα τις αποθήκες. Εκ της διευθύνσεως, XXXXX Θεοδοσιάδου Διευθήντρια P&C Theodosiades Developers P.&C. THEODOSIADES DEVELOPERS LTD». Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Hill and Redman's Law of Landlord and Tenant, 15η Έκδοση, στη σελίδα 22: «A bare licence does not even amount to a contract, with the result that it may be revoked by the licensor at any time without giving a right to damages to the licensee». Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι η συνέχιση της χρήσης και κατοχής των αποθηκών από τους Εναγόμενους μετά την πάροδο εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την παραλαβή των πιο πάνω επιστολών, συνιστά παράνομη επέμβαση. Όπως αναφέρεται σχετικά στην παράγραφο 1345, στη σελίδα 756, του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts, «a licensee who remains in land after his licence expires or is properly revoked is a trespasser.... The licensor in his notice of revocation is not obliged, unless otherwise contractually bound, to specify the time within which the licensee must remove himself and his goods. The revocation will be good even if the time given is insufficient». Επίσης, στη σελίδα 757, παράγραφος 1347 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται: «A gratuitous licence can be revoked by notice given at any time, so that if the licensee remains on the land after the revocation he is a trespasser». Στο σημείο αυτό κρίνω ορθό να σημειώσω ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγουσών δεν προβάλλεται ρητός ισχυρισμός περί παραχώρησης άδειας χρήσης και ανάκλησης της άδειας αυτής σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρόλα αυτά, τα γεγονότα που αναφέρονται εκεί είναι επαρκή, κατά την κρίση μου, για να καλύψουν την περίπτωση δικογραφικά (βλέπε Αγγελίδης & Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστειτς Λτδ (πιο πάνω)). Ως άλλωστε έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, μια θεραπεία μπορεί να αποδοθεί όταν από τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης δικαιλογείται κάτι τέτοιο και στοιχειοθετείται κάποιο αγώγιμο δικαίωμα, ακόμα και εάν δεν γίενται ρητή επίκληση αυτού (βλέπε Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 (A) A.A.Δ. 400, Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 675, Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. κ.α.
(2011)1 Α Α.Α.Δ. 324 και Μελίνα Αλκιβιάδη ν. The Philips College Ltd, ECLI:CY:AD:2017:A92, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2011, απόφαση ημερομηνίας 21.3.2017). Σε ό,τι, τέλος, αφορά στη θέση του κ Σοφοκλέους περί μη απόδειξης του στοιχείου της ιδιοκτησίας των επίδικων αποθηκών από την Ενάγουσα 1 σημειώνεται ότι αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και τούτο αφενός γιατί η Μ.Ε.1 δεν αντεξετάστηκε επί της θέσης της στην παράγραφο 2 της Γραπτής της Δήλωσης ούτε αμφισβητήθηκε η ιδιοκτησία του υπόλοιπου κτιρίου από την Ενάγουσα 1, αφετέρου γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ύπαρξη της προφορικής συμφωνίας για παραχώρηση των αποθηκών που επικαλείται η υπεράσπιση. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου περί απόδειξης της παράνομης κατοχής των τριών αποθηκών (με αρ. 1, 2 και 3 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου 13) από τους Εναγόμενους δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1 για άρση και παύση της παράνομης επέμβασης[5]. Ελλείψει, ωστόσο, μαρτυρίας σε σχέση με την πρόκληση ζημιάς στις Ενάγουσες δικαιολογείται η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων εφόσον η μαρτυρία του Μ.Ε.2 δεν έχει γίνει αποδεκτή ενώ η μαρτυρία του Μ.Υ.2, επί τούτου, δεν είναι βοηθητική (για τις Ενάγουσες) με οποιοδήποτε τρόπο. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 σημειώνεται ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι αυτός ασκεί έλεγχο επί των αποθηκών. Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των επιστολών που αποστάληκαν από τις Ενάγουσες προς τους Εναγόμενους 1 και 2 (βλέπε Τεκμήριο 4), κρίνεται ότι τα διατάγματα, όπως και η απόφαση, θα πρέπει να εκδοθούν και εναντίον του Εναγόμενου 2 προσωπικά. Ερχόμενη στην ανταπαίτηση των Εναγομένων ως οι παράγραφοι (Α) -(Γ) και (Ε) της Ανταπαίτησης, εν πρώτοις παρατηρείται ότι η όποια απαίτηση του Εναγόμενου 2 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και τούτο γιατί η Συμφωνία Πώλησης υπογράφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1 με τρόπο ώστε η συμβατική σχέση να περιορίζεται στα δυο αυτά πρόσωπα. Επομένως, καμία από τις αξιώσεις του Εναγόμενου 2 δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον τούτες πηγάζουν και/ή στηρίζονται στη Συμφωνία Πώλησης στην οποία ο ίδιος, υπό την προσωπική του ιδιότητα, δεν ήταν μέρος. Παρομοίως, ουδεμία απαίτηση των Εναγομένων 1 εναντίον της Ενάγουσας 2 ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ) και (Ε) μπορεί να επιτύχει αφού η τελευταία δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους Εναγομένους 1. Σε σχέση με την απαίτηση των Εναγομένων 1 εναντίον της Ενάγουσας 1, με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί το ότι
(1)Το εμβαδόν του Γραφείου μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους είναι 99 τ.μ. ως ο Πίνακας Α της Συμφωνίας Πώλησης,
(2)Το καθαρόν εμβαδόν του Γραφείου είναι 71 τ.μ. ως το συνημμένο σχέδιο,
(3)Κατά την υπογραφή των δυο συμφωνιών η Ενάγουσα 1 δεν ανέφερε στους Εναγόμενους οτιδήποτε σε σχέση με τα τετραγωνικά του Γραφείου, και
(4)Ο Εναγόμενος 2 ήταν σε θέση να διαπιστώσει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια, κάτι που, ωστόσο, δεν έπραξε, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση στα πλαίσια αυτά. Με την παράγραφο (Β) του παρακλητικού της Ανταπαίτησης, οι Εναγόμενοι 1αξιώνουν αποζημιώσεις «για μη τήρηση της Συμφωνίας και παράλειψης μεταβίβασης του τίτλου ιδιοκτησίας του Γραφείου». Κρίνεται, ωστόσο, ότι η απαίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον οι Εναγόμενοι 1 δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την ζημιά που υπέστηκαν συνεπεία της εν λόγω ενέργειας ή παράλειψης της Ενάγουσας
- Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η απόδοση οποιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση. Παρομοίως, σε σχέση με την αξίωση των Εναγομένων 1 ως η παράγραφος (Γ) του παρακλητικού της Ανταπαίτησης, παρατηρείται ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν συσχέτισαν την μη ανανέωση της Εγγυητικής Επιστολής (σκοπός της οποίας ήταν η έκδοση ξεχωριστού τίτλου και η μεταβίβαση του Γραφείου επ' ονόματι τους) με την ύπαρξη οποιασδήποτε ζημιάς η οποία σε κάθε περίπυωση δεν έχει αποδειχθεί. Ερχόμενη, τώρα, στην απαίτηση των Εναγομένων για έκδοση δηλωτικής απόφασης επί το ότι από κατά ή περί τα τέλη του 2002 και/ή την τέλεση της προφορικής συμφωνίας μέχρι σήμερα είναι οι μοναδικοί δικαιούχοι των αποθηκευτικών χώρων ως η παραχώρηση που έγινε από αυτούς από τις Ενάγουσες, παρατηρείται καταρχήν ότι στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, η έκδοση μιας τέτοιας απόφασης (εάν τούτο κρίνεται δικαιολογημένη) δεν θα είναι δυνατόν να εκτείνεται σε οποιαδήποτε περίοδο πέραν του Ιουλίου του
- Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει αποφάσεις αναγνώρισης δικαιώματος προβλέπεται στο άρθρο 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (3η έκδοση), Τόμος 22, στις σελίδες 746-749 είναι απόλυτα κατατοπιστικό ως προς τις περιπτώσεις στις οποίες δύναται να εκδοθεί αναγνωριστική/δηλωτική απόφαση (declaratory judgment): «
- Declaratory Judgments Judgments and orders are usually determinations of rights in the actual circumstances of which the court has cognisance, and give some particular relief capable of being enforced. It is, however, sometimes convenient to obtain a judicial decision upon a state of facts which has not yet arisen, or a declaration of the rights of a party without any reference to their enforcement. Such merely declaratory judgments may now be given, and the court is authorised to make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed or not. There is a general power to make a declaration whether there be a cause of action or not, and at the instance of any party who is interested in the subject matter of the declaration, and although a claim to consequential relief has not been made, or has been abandoned, or refused; but it is essential that some relief should be sought, or that a right to some substantive relief should be established, and it is undesirable that declarations as to the true construction of documents should be made on motions for judgment in default of defence. A good reason for making a declaratory judgment is when damages alone are not an adequate remedy. The declaration claimed must relate to some legal right, and must confer some tangible benefit on the plaintiff. There is no jurisdiction to make a declaration on a subject relief in respect of which is beyond the jurisdiction of the court; a declaratory judgment cannot be given where the only remedy open to the plaintiff is one prescribed by statute, or is an application for an order of mandamus, or for an injunction in lieu of in information in the nature of a quo warranto; but the jurisdiction of be court is not ousted by a statutory remedy which is purely in the nature of a penalty, and in fact affords no remedy to the plaintiff for the wrong of which he complains. When persons would otherwise be without a remedy for an injustice, a declaration may be made of the invalidity of a determination of a statutory tribunal. The remedy by declaration is available to ensure that a board or other authority set up by Parliament makes its determinations in accordance with the law, and this is so whether the determinations are judicial, disciplinary or administrative; nor is the remedy excluded by the fact that any determination is by statute made final.» Όπως υποδεικνύεται στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 1611, η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση αναγνωριστικής απόφασης είναι διακριτική και θα πρέπει να ασκείται δικαστικά έχοντας, πάντοτε, κατά νου τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Επισημαίνεται, δε, ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην έκδοση αναγνωριστικής απόφασης όταν το ερώτημα που τίθεται είναι απλά ακαδημαϊκό ή όπου η δήλωση θα είναι αχρείαστη ή ενοχλητική ή όπου υπάρχει άλλη εναλλακτική θεραπεία, όπως επίσης ότι θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στον καθορισμό μελλοντικών δικαιωμάτων. Όπως, όμως, επισημαίνεται στο σύγγραμμα Declaratory Orders, P.W. Young,
(1975), Butterworths, στη σελίδα 26, το Δικαστήρια θα πρέπει να υιοθετούν μια αυστηρή προσέγγιση ώστε η εξουσία τους για έκδοση δηλωτικής απόφασης να ασκείται σε περιπτώσεις ύπαρξης διλήμματος ή αβεβαιότητας ή όπου είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί μια νομική κατάσταση. Εξετάζοντας το υπό κρίση ζήτημα, και έχοντας υπόψη την κατχώρηση της παρούσας αγωγής από τις Ενάγουσες και την εκκρεμοδικία μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με το καθεστώς κάτω από το οποίο οι Εναγόμενοι κατείχαν τις επίδικες αποθήκες, κρίνεται ότι η έκδοση της απαιτούμενης δηλωτικής απόφασης είναι δικαιολογημένη. Περιορίζεται, ωστόσο, στην περίοδο από τα τέλη του 2002 μέχρι τον Ιούλιο του 2003 σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημειώνεται τέλος, ότι στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 1 αναφορικά με την εκκρεμότητα διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του Γραφείου από την Alpha Bank Ltd, η αξίωση των Εναγομένων 1 για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Τελική κατάληξη του Δικαστηρίου Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται συνεπώς διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον και/ή εμποδίζον τους Εναγόμενους 1 και και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους των Εναγομένων 1 από του να επεμβαίνουν καθ' οιονδήποτε τρόπον επί της κατοχής των τριών αποθηκών με αρ. 1, 2 και 3 στο σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 13 που βρίσκονται στον υπόγειο χώρο του Μεγάρου XXXXX και/ή να εμποδίζουν τις Ενάγουσες από του να έχουν την ελεύθερη και ανενόχλητη νόμιμη κατοχή επί αποθηκών αυτών. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 1 και 2 και τους υπάλληλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους των Εναγομένων 1 και οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτούς και/ή άλλως πώς όπως παύσουν και/ή άρουν την παράνομη επέμβαση και/ή όπως παραδώσουν κατοχή των υπό (Α) πιο πάνω αναφερόμενων αποθηκών στις Ενάγουσες και να επαναφέρουν αυτές στην αρχική τους κατάσταση εντός τριάντα
(30)ημερών από την επίδοση του διατάγματος σε αυτούς. Στη συνταχθείσα απόφαση να επισυναφθεί και να αποτελεί μέρος αυτής το σχεδιάγραμμα στο οποίο γίνεται αναφορά στο διάταγμα υπό (Α) πιο πάνω. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των Εναγουσών 1 και 2 και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ονομαστικές (nominal damages) αποζημιώσεις ύψους €
- Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 εναντίον των Εναγουσών επιτυγχάνει εν μέρει αφού εκδίδεται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι από κατά ή περί τα τέλη του 2002 μέχρι και την 22.7.2003 είχαν δικαίωμα κατοχής και χρήσης των αποθηκευτικών χώρων που περιγράφονται στο διάταγμα υπό (Α) πιο πάνω, σύμφωνα με την άδεια χρήσης που παραχωρήθηκε σε αυτούς από τις Ενάγουσες και ανακλήθηκε με τις επιστολές ημερομηνίας 22.7.2003 και 7.8.
- Ενόψει της επιδίκασης μόνο ονομαστικών αποζημιώσεων στα πλαίσια της αγωγής και της μερικής επιτυχίας της ανταπαίτησης, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιασδήποτε διαταγής για έξοδα. (Υπ.) .......................................... Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Παρά το ότι στην Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγουσες κάνουν αναφορά μόνο στη συμφωνία ημερομηνίας 16.6.2001 και οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι το μόνο πωλητήριο που υπεγράφη μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1 είναι η Συμφωνία Πώλησης, εντούτοις από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δυο πλευρές η υπογραφή των δυο συμφωνιών αποτελεί κοινό τόπο. [2] Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.5.2018 (αντεξέταση της Μ.Ε. 1): «E. Συμφωνείτε μαζί μου ότι και εσείς η ίδια τους συνοδεύσατε στο υπόγειο και τους υποδείξατε τους αποθηκευτικούς χώρους που θα αγόραζαν; A. Τον συνόδευσα για να του κάνω παρατήρηση που επήρε τις αποθήκες τις δύο και του είπα ότι μέσα στον διάδρομο του υπογείου, είχε ένα μεγάλο ερμάρι και του είπα ότι μπορείς να το χρησιμοποιήσεις και αυτό. ................................... E. Σας υποβάλλω ότι είναι οι νόμιμοι κάτοχοι τεσσάρων αποθηκών, με συγκεκριμένα εμβαδά. Η πρώτη είναι 9,79 m2, η άλλη είναι 23,52 m2, η άλλη είναι 7,11 m2 και η μικρότερη είναι μόλις 3 m2, ξεχωριστές μεταξύ τους τι έχετε να πείτε; A. Η μικρότερη είναι το ερμάρι του τοίχου που έχει μέσα στον διάδρομο, για να βάζουμε τα απορρυπαντικά και τους φλόκους και του είπα πάρε το τούτο, κάνε τη δουλειά σου άμα το θέλεις. Εγώ νομίζω τρεις αποθήκες είναι.» [3] Σημ.: η συγκεκριμένη αξίωση αυτή τελικά δεν προωθήθηκε - βλέπε παράγραφο 27 της Γραπτής Δήλωσης του Μ.Υ.1 και την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης. [4] Το σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ. 1 έχει ως εξής: «E. Καλά κύριε, προηγουμένως είπες μας ότι η Ενάγουσα παραπλάνησε σε και πούλησε σου 28 τετραγωνικά πιο λίγα και δέχτηκες μετά να κάνετε προφορική συμφωνία και εμπιστεύτηκες το άτομο που σε παραπλάνησε μισό γραφείο πιο λίγο και κάνετε και προφορική συμφωνία; A. Είναι πάρα πολύ απλό, εγώ σας είπα εγώ είμαι επιχειρηματίας, το να μην έχω αποθήκες καθημερινά πλήρωνα παραπάνω, να δώσω τα γραφεία πίσω, γιατί θα μπορούσα να κάνω και claim από την εγγυητική δεν το έκανα ούτε αυτό, δεν με σύμφερε, είχα πάρει δεύτερη, έκανα καινούρια γραφεία, τα διαφήμισα, τα έπιπλα μου, τα καινούρια και λοιπά και από την πρώτη μέρα τα έξοδα μου αυξήθηκαν, έπρεπε να φανώ συνετός, σωστός, όχι εκδικητικός επιχειρηματίας και να βρω μια συναινετική λύση, εφόσον μου υποσχέθηκε η κυρία ότι εάν εγώ την εξοφλούσα, θα μου παραχωρούσε κάποιους αποθηκευτικούς χώρους, εγώ θα μείωνα αμέσως τη ζημιά μου και είπα αφού θα δοθούν αυτά τα λεφτά που θα δοθούν, τότε δώσε τα και πάρε κάποιους αποθηκευτικούς χώρους, οι οποίοι όντως από τον καιρό που τους πιάσαμε ναι, μειώσαμε κάπως τα κόστα μας, με την εξήγηση που έδωσα και προηγουμένως.» [5] Στην υπόθεση Αγγελίδης ν. Φίλιππου και Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι σε περίπτωση που αποδεικνύεται παράνομη επέμβαση τότε δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα (injunction) για άρση της. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο