← Κύπρος

ΠΑΥΛΙΔΗΣ ν. CHARTIS CYPRUS LTD ως Γενικών Αντιπροσώπων της AMERICAN HOME ASSURANCE COMPANY κ.α., Αρ. Aγ: 3982/11, 9/8/2019

ΠΑΥΛΙΔΗΣ ν. CHARTIS CYPRUS LTD ως Γενικών Αντιπροσώπων της AMERICAN HOME ASSURANCE COMPANY κ.α., Αρ. Aγ: 3982/11, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ Αρ. Aγ: 3982/11 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΥΛΙΔΗΣ Ενάγοντα και 1.CHARTIS CYPRUS LTD ως Γενικών Αντιπροσώπων της AMERICAN HOME ASSURANCE COMPANY

  1. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία : 9/8/2019 Εμφανίσεις : Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ.Στεφάνου για Σκορδης & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους: κ. Χρ. Δημητριάδης για Κώστα Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Οι Δικογραφημένες Θέσεις Με την αγωγή του ο Ενάγων εξαιτείται ειδικές και υλικές αποζημιώσεις συνεπεία παραβίασης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, από τους Εναγόμενους οι οποίοι αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις πρόνοιες μεταξύ του ασφαλιστηρίου που είχε συναφθεί για το όχημά του το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς μετά που ενεπλάκη σε δυστύχημα. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι με βάση την ασφαλιστική κάλυψη που διατηρούσε με τους Εναγόμενους 1 (στο εξής θα αναφέρονται ως «οι Εναγόμενοι») δυνάμει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου XXXXX2700 δικαιούτο ο ίδιος να αποζημιωθεί για το εν λόγω ατύχημα, ενώ η θέση των Εναγομένων όπως αυτή εκφράζεται δικογραφικά είναι ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται σε ικανοποίηση των αιτούμενων αξιώσεων επειδή ο ίδιος δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός για να οδηγεί το όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX83 κατά τον χρόνο που επεσυνέβηκε το ατύχημα. Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Εναγόμενου 2 και προχώρησε σε ακρόαση. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο Ενάγων (Μ.Ε.1), ο XXXXX Παυλίδης (Μ.Ε. 2) και ο XXXXX Αντωνίου (Μ.Ε.3) και για την πλευρά των Εναγομένων ο XXXXX Χριστοφόρου (Μ.Υ.1) και η XXXXX Χριστοδούλου (Μ.Υ.2). Μ.Ε.1 Ο Ενάγων κατέθεσε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Κατέθεσε μεταξύ άλλων το ασφαλιστήριο που διατηρούσε με τους Εναγόμενους και εξήγησε το ιστορικό και την πορεία της υπόθεσης. Εξήγησε ότι το ασφαλιζόμενο όχημα είναι στην απόλυτη ιδιοκτησία του ιδίου και μάλιστα υπόκειται και σε περιορισμό σε σχέση με τα άτομα που δικαιούνται να το οδηγούν λόγω της ιδιαιτερότητας του καθεστώτος του, αφού είχε εισαχθεί άνευ δασμού καθότι είναι αναπηρικό και ως εκ τούτου υπάρχουν περιορισμοί στο πιστοποιητικό εγγραφής. Ο ίδιος ανέφερε ότι κατέβαλε το συμφωνηθέν ασφάλιστρο στους Εναγόμενους οι οποίοι όφειλαν να τον ασφαλίσουν ως η μεταξύ τους συμφωνία και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην αφαίρεση του ιδίου από τη λίστα των εξουσιοδοτημένων οδηγών χωρίς τη ρητή εξουσιοδότηση του ιδίου. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τις αναφορές του, για τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο Εναγόμενος 2 στην αγωγή δημιουργώντας μια σύγχυση κατά πόσο αυτός ήταν αντιπρόσωπος του Ενάγοντα ή των Εναγομένων. Ο μάρτυρας ήταν πεπεισμένος στις απαντήσεις του ότι ο αντιπρόσωπος ήταν της ασφάλειας και δεν ενεργούσε για λογαριασμό του ιδίου. Περαιτέρω ο μάρτυρας αντεξετάστηκε σε σχέση με τους χρόνους τροποποίησης του ασφαλιστηρίου και τις προσθήκες ή αφαιρέσεις οδηγών κατά χρόνους που ο ίδιος απουσίαζε για σπουδές στο εξωτερικό με τον μάρτυρα να επιμένει ότι ο ίδιος θεωρούσε ανέκαθεν ότι το συμβόλαιο από τη στιγμή που είχε εκδοθεί προς όφελός του και ο ίδιος ήταν δικαιούχος, τον κάλυπτε, άρα δικαιούτο να αποζημιωθεί. Μ.Ε.2 Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ο XXXXX Παυλίδης, πατέρας του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την εισαγωγή του οχήματος εκδόθηκε καλυπτικό σημείωμα στο όνομα του ιδίου και όταν εν τέλει αναγράφηκε στο όνομα του υιού του εκδόθηκε προς όφελος του Ενάγοντα και το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι θέσεις των Εναγομένων για αφαίρεση του Ενάγοντα από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε καμίαν περίπτωση δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αφού το όχημα πέραν του ότι βρίσκεται στην ιδιοκτησία του Ενάγοντα λόγω του καθεστώτος του αφού αυτό είναι αναπηρικό, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να αφαιρεθεί και ως εξουσιοδοτημένος οδηγός αφού αυτός ήταν ο δικαιούχος του ασφαλιστηρίου. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι το όχημα καταστράφηκε ολοσχερώς από το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη αφού το κόστος κατασκευής του ανερχόταν στις €23.000, ενώ η αξία του στις €17.
  2. Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε στον ρόλο του Εναγόμενου 2 και αν αυτός εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους 1, ενεργούσε προς όφελος του Ενάγοντα. Επεκτάθηκε επι τούτου σε ζητήματα προμηθειών, εκπροσώπησης τα οποία δεν αφορούν τα επίδικα θέματα και δεν διαφώτισαν καθόλου ούτε τον τρόπο, ούτε τον χρόνο, ούτε τις λεπτομέρειες κάτω από τις οποίες έγιναν η το συμβόλαιο ασφάλισης και οι ανανεώσεις του δηλαδή τα ζητήματα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση ενώ επι της ουσίας του υποβλήθηκε ότι ο ίδιος έδωσε τις οδηγίες για την αφαίρεση του Ενάγοντα από το ασφαλιστήριο , θέση την οποία αρνήθηκε. Μ.Ε.3 Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσε ο XXXXX Αντωνίου άτομο που ασχολείται από το 1994 με την πώληση και επιδιόρθωση αυτοκινήτων, ενώ προσφέρει και υπηρεσίες εκτιμήσης οχημάτων για σκοπούς χρηματοδότησης από Τράπεζες. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το μοντέλο που ο Ενάγων αγόρασε κατά το 2008 η αξία του υπολογίζεται στις €20.000 καθότι μεταχειρισμένο εξηγώντας ότι με την αγορά ενός καινούριου μοντέλου οχήματος η αξία του μειώνεται περί το 33% και στη συνέχεια αναλόγως της κατάστασης του κάθε οχήματος μειώνεται περί το 5% με 10%. Ετησίως. Με αυτή την μέθοδο μείωσης της αξίας του και με βάση την περιγραφή της κατάστασης του οχήματος που ο Ενάγων έδωσε σε αυτόν ο μάρτυρας υπολόγισε την αξία του συγκεκριμένου οχήματος κατά το 2010 όταν επισυνέβητε το δυστύχημα στις €17.
  3. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι δεν επιθεώρησε το επίδικο όχημα, δεν γνώριζε σε ποιαν κατάσταση βρισκόταν, είτε προ, είτε μετά του ατυχήματος παρά μόνο από περιγραφή του ιδίου του ιδιοκτήτη του οχήματος ούτε πόσα άξιζε η επιδιόρθωση, ούτε είχε κάνει συγκεκριμένη εκτίμηση για το επίδικο όχημα. Μ.Υ.1 Πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλήθηκε ο Εναγόμενος 2, XXXXX Χριστοφόρου, εναντίον του οποίου ως προανέφερα η αγωγή κατά το στάδιο της ακρόασης απεσύρθηκε. Ο μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Ανέφερε ότι εργάζεται ως ασφαλιστικός πράκτορας και διατηρεί γραφείο στη Λευκωσία ασκώντας το ασφαλιστικό επάγγελμα για περίοδο πέραν των 30 ετών. Στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματος συνεργάζεται με διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες στο πλαίσιο συμβάσεων πρακτόρευσης. Ο ρόλος του ως εξήγησε είναι η μεσολάβηση ώστε οι πελάτες του να ασφαλίζονται στις ασφαλιστικές εταιρείες με τις οποίες ο ίδιος συνεργάζεται. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση τον επισκέφθηκε ο πατέρας του Ενάγοντα ο οποίος ήταν πελάτης του και του ζήτησε αρχικά να εκδώσει καλυπτικό σημείωμα στο δικό του το όνομα και ακολούθως όταν το αυτοκίνητο ενεγράφη στο όνομα του Ενάγοντα εκδόθηκε το ασφαλιστήριο στο όνομα του Ενάγοντα για το οποίο όμως ο Ενάγων δεν ήταν εξουσιοδοτημένος οδηγός και εξουσιοδοτημένοι οδηγοί ήταν μόνον οι γονείς του. Εξήγησε ότι η αρχική περίοδος ασφάλισης ανανεώθηκε για ακόμα μιαν περίοδο και όταν ζητήθηκε η ανανέωσή της με εξουσιοδοτημένους οδηγούς τους δύο νεαρούς οδηγούς της οικογένειας ειδοποιήθηκαν ότι το ασφάλιστρο θα διπλασιαζόταν. Δόθηκαν οδηγίες από τον Ενάγοντα μέσω του πατέρα του στον μάρτυρα ως ο ίδιος ανέφερε για να αφαιρεθούν από εξουσιοδοτημένοι οδηγοί ο Ενάγων και η αδελφή του και αφού έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες απεστάλει το πιστοποιητικό ανανέωσης και επήλθε η συνεννόηση με τον πατέρα του Ενάγοντα ότι κάθε φορά που θα ερχόταν ο Ενάγων στην Κύπρο θα προχωρούσαν σε έκδοση ενδιάμεσου πιστοποιητικού κάλυψης για να μπορούσε να οδηγεί το όχημα. Ο μάρτυρας επέμενε ότι από τη στιγμή που είχαν εκδοθεί πιστοποιητικά κάλυψης για τις αμέσως προηγούμενες διακοπές των Χριστουγέννων 2009 αυτό σήμαινε ότι η πρόθεση της οικογένειας του Ενάγοντα ήταν να μην καλύπτεται ο Ενάγοντας από το πιστοποιητικό κάλυψης και ότι κατά την ημέρα του δυστυχήματος οδηγούσε ανασφάλιστος. Προσπάθησε να συνδέσει εκείνην την περίοδο με το Τεκμήριο 4Γ, πιστοποιητικό που εκδόθηκε μετέπειτα. Ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι τα ασφάλιστρα έχουν πληρωθεί ενώ αντεξετάστηκε και σε σχέση με την αξία του οχήματος, με τον μάρτυρα να είναι απόλυτος στην θέση του η αξία των οχημάτων, δηλώνεται από τον πελάτη και δεν ελέγχεται, ούτε εκτιμάται είτε από την ασφάλεια , είτε από τον ίδιο. Μ.Υ.2 Δεύτερη μάρτυρας για την υπεράσπιση και τελευταία μάρτυρας στην υπόθεση κατέθεσε η XXXXX Χριστοδούλου, λειτουργός στο Τμήμα Έκδοσης Συμβολαίων των Εναγομένων, η οποία ανέφερε ότι ο Ενάγων μέσω του πατέρα του και αυτός μέσω του ασφαλιστικού πράκτορα XXXXX Χριστοφόρου εξασφάλισε ασφαλιστική κάλυψη για το επίδικο αυτοκίνητο επιβεβαιώνοντας στην ουσία τα όσα είχε αναφέρει και ο Μ.Υ.
  4. Ανέφερε μάλιστα ότι όταν ο Ενάγων βρισκόταν στην Κύπρο για την περίοδο των διακοπών του Πάσχα του 2010 εκδόθηκε καλυπτικό σημείωμα για την περίοδο 12/4/10 ‑ 22/4/10 για την οποία πληρώθηκε ένα τέλος ύψους των €15,
  5. Είχε ακολουθηθεί δε, σύμφωνα με την μάρτυρα η ίδια πρακτική και για την περίοδο των Χριστουγέννων. Στις 23/11/09 εκδόθηκε σχετικό σημείωμα κάλυψης όπου προστέθηκαν ο Ενάγων και η αδελφή του ως εξουσιοδοτημένοι οδηγοί και για συγκεκριμένη χρονική περίοδο για την οποία πληρώθηκε περαιτέρω ποσό €189,
  6. Ως εκ τούτου η μάρτυρας θεώρησε ότι οι ενέργειες που γίνονταν εκ μέρους του Ενάγοντα και για λογαριασμό του ιδίου από τον πατέρα του και μέσω του ασφαλιστικού τους πράκτορα καταδείκνυαν ότι ήταν εις γνώση τους ότι οι ίδιοι δεν ήταν καλυμμένοι από το ασφαλιστικό συμβόλαιο και χρειαζόταν να προβούν σε περαιτέρω ενέργειες κάθε φορά για να εξασφαλίσουν κάλυψη. Συνεπώς όταν οδηγούσε τον Αύγουστο του 2010 γνώριζε ότι ο ίδιος δεν είχε κάλυψη και δεν έπρεπε να αναμένει να αποζημιωθεί. Νομική Πτυχή Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο όπως όλες οι συμφωνίες διέπεται από τις βασικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Στο σύγγραμμα General Principles of Insurance Law, 3η έκδοση IVAMY, σελ. 3, το ασφαλιστικό συμβόλαιο περιγράφεται ως : "A contract of insurance in the widest sense of the term may be defined as a contract whereby one person called the Insurer, undertakes, in return for the agreed consideration, called the premium, to pay to another person, called the Assured, a sum of money, or its equivalent, on the happening of a specific event" Σε σχέση με την ερμηνεία αυτών των ασφαλιστικών συμβάσεων στην πολύ πρόσφατη απόφαση ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολ.Εφ. 42/2013 ημερομηνίας 19/7/2019 Λιπέρη, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του Αποβιώσαντα Ελευθερίου Γεωργίου Πουντζιουρη τέως εξ Αραδίππου -και- Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.α. στην απόφαση πλειοψηφίας και σημείο με το οποίο συμφωνεί και η απόφαση της μειοψηφίας αναφέρεται: «Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.

(1998)1 W.L.R. 896) Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036). Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10).» Η υπό εξέταση αγωγή Μετά την μαρτυρία τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: Ο Ενάγων εισήγαγε στην Κύπρο μεταχειρισμένο αναπηρικό όχημα BMW σαλούν, για το οποίο υπήρχαν συγκεκριμένοι όροι εγγραφής λόγω του ότι ήταν αναπηρικό οι οποίοι επιβλήθηκαν από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών κατά την ημέρα εγγραφής του οχήματος , 14/4/2008 και αναγράφονται στο πιστοποιητικό εγγραφής του. Ο Ενάγων δήλωσε ως αξία του εν λόγω οχήματος το ποσό των €17,
  1. Ο Ενάγων είναι το πρόσωπο προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο έγγραφο XXXXX
  2. Το έγγραφο εκδόθηκε στις 17/4/2008 και μετέπειτα ανανεώθηκε στις 17/4/2009 για την περίοδο 17/4/2009-16/4/2010 για να τροποποιηθεί αργότερα για μέρος της αρχικής περιόδου ανανέωσης και συγκεκριμένα για την περίοδο 23/11/2009-16/04/2010 Τα τέλη που αφορούν το ασφαλιστήριο έγγραφο για την επίδικη περίοδο έχουν πληρωθεί. Το ατύχημα μεταξύ των οχημάτων XXXXX83 που οδηγούσε ο Ενάγων και του αυτοκινήτου XXXXX82 που οδηγούσε τρίτο πρόσωπο έγινε στις 28/8/2010 στον δρόμο Λευκωσίας ‑ Παλαιχωρίου με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να υποστούν ζημιές. Για το δυστύχημα ο Ενάγων ζήτησε να αποζημιωθεί από τη δική του ασφάλεια η οποία ήταν περιεκτικής κάλυψης. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι το Τεκμήριο 3 αντικατοπτρίζει τους όρους της μεταξύ του Ενάγοντα και Εναγομένων συμφωνίας. Η μελέτη του κοινού εδάφους μεταξύ των μερών περιορίζει στην ουσία τα επίδικα θέματα αφού το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο ο Ενάγων κατά την ημέρα του ατυχήματος ήταν πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να οδηγεί το όχημα. Οι θέσεις των μερών επί τούτου είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Συνεπώς το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην αξιολόγηση του μέρους εκείνου της μαρτυρίας που αφορά το ουσιώδες αυτό ζήτημα. Όροι του Ασφαλιστικού Συμβολαίου Πρίν προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας θα παραθέσω κάποιος από τους όρους του Τεκμηρίου 3 που διέπουν την μεταξύ των μερών συμβατική σχέση. Κάτω από δε τον όρο Β του μέρους 2, «Πληρωμή Απώλειας» και συγκεκριμένα στο μέρος Β2, κάτω από τον τίτλο «Ολική Απώλεια», αναγράφονται τα ακόλουθα:"Αν το μηχανοκίνητο όχημα κλαπεί ή υποστεί ζημιά πέραν της οικονομικής επιδιόρθωσης, θα πληρώσουμε την αγοραία αξία. Όμως θα μειώσουμε την πληρωμή μας κατά οποιοδήποτε ποσό πληρωθέν για προηγούμενη απώλεια εκείνου του μηχανοκίνητου οχήματος, αν η ζημιά που προκύπτει από εκείνη την προηγούμενη απώλεια δεν επιδιορθώθηκε. Το μέγιστο ποσό που θα πληρώσουμε είναι το λιγότερο από τις εξής: Είτε την αγοραία άξια, είτε την εκτίμηση της αξίας του μηχανοκίνητου οχήματος όπως δηλώθηκε από εσάς προς εμάς και που καθορίζεται στον πίνακα του ασφαλιστηρίου σας...................."Το μηχανοκίνητο όχημα θα θεωρείται ότι είναι ολική απώλεια αν κατά τη γνώμη μας έχει υποστεί ζημιά πέραν της οικονομικής επιδιόρθωσης. Αν το μηχανοκίνητο όχημα σας δηλωθεί ως ολική απώλεια, εμείς θα είμαστε υπεύθυνοι για τη διάθεση του διασωθέντος. Ύστερα από διακανονισμό ολικής απώλειας, οποιοδήποτε διασωθέν, θα καταστεί περιουσία μας. Όταν πληρώνουμε για ολική απώλεια, οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο για οποιαδήποτε χρηματοδοτική συμφωνία ή συμφωνία ενοικιαγοράς, μπορεί κατά την απόλυτη διακριτική εξουσία μας να διακανονιστεί απευθείας με τον δανειστή και να αφαιρεθεί από το ποσό το πληρωτέο σε εσάς". Κάτω δε από τον τίτλο ορισμοί του μέρους 1 των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου των οχημάτων των Εναγομένων, οι λέξεις "εσείς", "εσάς" και "σας", αναφέρονται στο πρόσωπο ή πρόσωπα που κατονομάζονται ως ο κάτοχος του ασφαλιστηρίου η αναφορά στο "εμείς", "εμάς" και "μας" σημαίνει την American Home Insurance Company ,ενώ «αγοραία άξια» σημαίνει το κόστος αντικατάστασης του μηχανοκίνητου οχήματος σας με άλλο παρόμοιου τύπου, ηλικίας και κατάστασης κατά τον χρόνο της απώλειας ή ζημιάς όπως εκτιμείται από εμάς. Είναι φανερό από το λεκτικό και την ερμηνεία που δίνεται στο ίδιο το έγγραφο ότι η ευθύνη για τον έλεγχο του οχήματος και τον καθορισμό της απώλειας, μεταφέρεται στους ώμους των Εναγομένων οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να αποφασίσουν κατά πόσο το όχημα θεωρείται ολική απώλεια. Σε αυτά τα πλαίσια και παρά την θέση τους ότι ο Ενάγων δεν καλύπτετο από το ασφαλιστήριο έγγραφο, απέστειλαν οδηγίες προς εκτίμηση της ζημίας του οχήματος στο γκαράζ του Χ. Πηλακούτα, οι οποίοι και εξέδωσαν το κοστολόγιο τους Τεκμήριο
  3. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο.( Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω σελ. 278). Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Μ.Ε.1 Ο Ενάγοντας θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση τουλάχιστον με την αντίληψη του ιδίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο του παρείχετο κάλυψη με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο. Το Τεκμήριο 4(α) που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από τον Ενάγοντα και αποτελεί πιστοποιητικό ανανέωσης του ασφαλιστηρίου, ορίζει ξεκάθαρα τον Ενάγοντα ως εξουσιοδοτημένο οδηγό. Κάτω από τον ομώνυμο τίτλο στο σημείο Α στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 4(α) ως εξουσιοδοτημένοι οδηγοί αναγράφονται Α) το πρόσωπο προς όφελος εκδόθηκε το ασφαλιστήριο Β) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που είναι ηλικίας άνω των 25 και κάτω των 70 ετών κάτοχος κανονικής άδειας οδηγού για περισσότερο από 2 χρόνια και που οδηγεί με την εντολή ή την εξουσιοδότηση του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκε το ασφαλιστήριο. Αργότερα εκδόθηκε το Τεκμήριο 4(γ), πιστοποιητικό ασφάλισης στο οποίο ως κατηγορίες προσώπων που επιτρέπεται να οδηγούν αναφέρεται μόνο το σημείο Β του πιστοποιητικού ανανέωσης. Παραταύτα, το πιστοποιητικό ασφάλισης Τεκμήριο 4(γ) δεν είναι, ούτε αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας των μερών. Το πιστοποιητικό ανανέωσης που αποτελεί και μέρος του ασφαλιστηρίου του Ενάγοντα είναι το Τεκμήριο 4(α), στο οποίο ο Ενάγων καθορίζεται ως εξουσιοδοτημένος οδηγός. Συνεπώς, η αντίληψη του ιδίου ότι ήτο ασφαλισμένος κατά τον ουσιώδη χρόνο υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια και ως εκ τούτου κρίνεται ως αξιόπιστη. Μ.Ε.2 Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 επί του αμφισβητούμενου επίδικου θέματος, κατά πόσο δηλαδή ο ίδιος έδωσε οδηγίες για την αφαίρεση του ονόματος του Ενάγοντα από την ανανέωση του ασφαλιστηρίου εγγράφου, γίνεται ομοίως αποδεκτή. Η θέση των Εναγομένών ότι ο ίδιος με ρητές οδηγίες του, αφαίρεσε τον Ενάγοντα από τους εξουσιοδοτημένους οδηγούς, δεν αντικατοπτρίζεται στο Τεκμήριο 3 που αποτελεί το σύνολο των όρων του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Στο Τεκμήριο 3, όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου η αναφορά στις λέξεις «εσείς, εσάς και εσάς», αναφέρονται στο πρόσωπο ή πρόσωπα που κατονομάζονται ως ο κάτοχος του ασφαλιστηρίου. Σε όλο το σύνολο των όρων δεν φαίνεται να προνοείται η αντιπροσώπευση του ασφαλιζόμενου από τρίτο άτομο ή εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο πέραν του «διαμεσολαβητή», ο οποίος ορίζεται ως το άτομο που έχει πωλήσει το ασφαλιστήριο έγγραφο στον κάτοχο του. Συνεπώς η΄θέση του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να αναζητήσουν και όφειλαν να αναζητήσουν οδηγίες από τον ίδιο τον Ενάγοντα σε ότι αφορούσε το ασφαλιστήριο έγγραφο, συνάδει με το Τεκμήριο
  1. Σε κάθε περίπτωση ο Μ.Ε.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν αφαίρεσε από το πιστοποιητικό ανανέωσης Τεκμήριο 4(α) το όνομα του Ενάγοντα και ότι η εμπλοκή του ιδίου στα θέματα ασφάλισης του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου ήταν στην πληρωμή του ασφαλίστρου, θέσεις επί των οποίων στην ουσία ουδόλως αντεξετάστηκε αφού η πλευρά των Εναγομένων δήλωνε άγνοια σε σχέση με το ποιος έδινε τις οδηγίες στο αντιπρόσωπο γίνονται αποδεκτές και ο Μ.Ε.2 κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Μ.Ε.3 Η μαρτυρία του M.Ε.3 σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν θα αξιολογηθεί, αφού ο ίδιος δεν είχε τίποτε να προσφέρει επί τούτου στα γεγονότα. Αναφορά στη μαρτυρία του M.Ε.3 θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Μ.Υ.1 Η θέση του ΜΥ1 σε σχέση με τη μεταξύ των μερών σύμβαση και οι αναφορές του σε σχέση με τις αλλαγές που γίνονταν στο ασφαλιστήριο έγγραφο δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας προσπάθησε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με τις αναφορές του, σε σχέση με το όχημα και ότι αυτό εισήχθηκε αρχικώς από τον πατέρα του Ενάγοντα, για να γεφυρώσει τις αναφορές του ότι για το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο λάμβανε οδηγίες από τον πατέρα του Ενάγοντα. Αυτό όμως δεν αντικατοπτρίζει τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου, (Τεκμήριο 3). Το ασφαλιστήριο έγγραφο εκδόθηκε προς όφελος του Ενάγοντα και ο Μ.Υ.1 ως ασφαλιστικός πράκτορας έπρεπε να αναζητεί οδηγίες από τον ίδιο τον ασφαλιζόμενο και όχι τον πατέρα του, ο οποίος παρεμπιπτόντως ήτο πελάτης του για άλλα ασφαλιστήρια. Συνεπώς, ακόμα και εάν ήταν πιστευτή η θέση του ότι ελάμβανε οδηγίες από τον πατέρα του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι μπορούν να δεσμεύσουν τον ασφαλιζόμενο Ενάγοντα στην παρούσα οποιεσδήποτε ενέργειες διενεργήθηκαν στη βάση οδηγιών τρίτου ατόμου. Η δε ιστορική αναδρομή που προσέφερε στο Δικαστήριο για να αιτιολογήσει τη θέση των εναγόμενων ότι ο Ενάγων δεν ήταν πρόσωπο που καλύπτετο από το έγγραφο κατά τον ουσιώδη χρόνο παραγνωρίζει πλήρως την ύπαρξη του Τεκμηρίου 4(α) στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι ο Ενάγων συμπεριλαμβάνεται στα άτομα που είναι εξουσιοδοτημένα να οδηγούν το όχημα για το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ήταν το συμφωνημένο ασφάλιστρο. Το Τεκμήριο 12, στο οποίο ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα πλαίσια της μαρτυρίας του, φέρει ημερομηνία 8.03.10, (δηλαδή προγενέστερη του Τεκμηρίου 4(α)) στο οποίο φαίνεται ότι έγινε ειδοποίηση ανανέωσης χωρίς να αναγράφονται επί τούτης τα άτομα που είχαν συμφωνηθεί να είναι εξουσιοδοτημένοι οδηγοί, δεν υποστηρίζει την θέση του μάρτυρα. Αφενός στο ίδιο το έγγραφο (Τεκμήριο 12) αναγράφεται ότι οι Εναγόμενοι αναμένουν οδηγίες από τον κάτοχο του ασφαλιστηρίου γραπτές οδηγίες σε σχέση με την ανανέωση του ιδίου του ασφαλιστηρίου και δεν υπάρχει σαφής ένδειξη ότι αυτό το έγγραφο δεσμεύει με οποιονδήποτε τρόπο ή επηρεάζει τη συμφωνία των μερών. Οι ίδιοι Εναγόμενοι την αμέσως επόμενη μέρα στις 9.03.10, εξέδωσαν το Τεκμήριο 4(α) πιστοποιητικό ανανέωσης, συμπεριλαμβάνοντας τον Ενάγοντα στους εξουσιοδοτημένους οδηγούς. Συνεπώς οι αναφορές του σε δικαιώματα για ασφαλιστήρια, τα οποία υπερέβαιναν κατά πολύ τα υπόλοιπα και ότι συνάγεται από αυτά τα Τεκμήρια το συμπέρασμα ότι είχε αφαιρεθεί ο Ενάγοντας από εξουσιοδοτημένος οδηγός, δεν αντικατοπτρίζεται στα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια, ενώ περαιτέρω η θέση του ιδίου του ΜΥ1 ότι λάμβανε οδηγίες από τον πατέρα του Ενάγοντα και όχι τον ίδιο τον κάτοχο του ασφαλιστηρίου (σχετική είναι και η παράγραφος 17 της γραπτής του δήλωσης Έγγραφο Δ), δεν αφήνει περιθώριο για την αποδοχή των όσων ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο. Μ.Υ.2 Η Μ.Υ.2 είναι το άτομο που φαίνεται ότι ετοίμασε το Τεκμήριο 4(α), σημαντικό έγγραφο στην υπό εξέταση αγωγή, αφού το όνομά της αναγράφεται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου. Συνεπώς, η βεβαιότητα με την οποία εκφράστηκε κατά τη μαρτυρία της σε σχέση ή όχι με τη συμπερίληψη του Ενάγοντα στο πιστοποιητικό ανανέωσης που αφορούσε την περίοδο 17.04.10 μέχρι 16.04.11, δεν αντιλαμβάνομαι πού εδράζεται, αφού διαψεύδεται από έγγραφο που η ίδια ετοίμασε εκ μέρους των εναγόμενων. Το γεγονός ότι κατά τις πρώτες ανανεώσεις του εγγράφου ο Ενάγων δεν συμπεριλαμβανόταν στα εξουσιοδοτημένα άτομα να οδηγούν το όχημα, θέση στην οποία επέμεναν έντονα και ο ΜΥ1 και η ΜΥ2, δεν βοηθά την υπόθεση των εναγόμενων, αφ' ης στιγμής εκδόθηκε το Τεκμήριο 4, το οποίο κανένα από τα μέρη δεν αμφισβητεί ότι εξέδωσαν οι Εναγόμενοι, ενημερώνοντας τον Ενάγοντα ότι με την πληρωμή του ποσού των €558, 46 θα δικαιούτουν να οδηγεί το όχημα του. Όφειλαν οι ίδιοι εάν διαπίστωναν λάθος ή αβλεψία στην έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού να ενημερώσουν ταχέως τον Ενάγοντα, τον οποίο άφησαν να θεωρεί ότι ήτο εξουσιοδοτημένος να οδηγεί το όχημα του. Η προσέγγιση από πλευράς Εναγομένων ότι το πιστοποιητικό ασφάλισης Τεκμήριο 4(γ) που αφορά την επίδικη περίοδο δεν συμπεριλάμβανε τον Ενάγοντα και ως εκ τούτου μεταφερόταν βάρος στον ίδιο να ειδοποιήσει τους εναγόμενους και να κινήσει άλλες διαδικασίες για τη συμπερίληψη του στο πιστοποιητικό ασφάλισης δεν έχει νόημα, αφού το πιστοποιητικό ασφάλισης Τεκμήριο 4(γ) δεν είναι το έγγραφο που καθορίζει τη σχέση μεταξύ των μερών ή αποτελεί μέρος της συμφωνίας ασφάλισης. Το πιστοποιητικό ασφάλισης, ως αναφέρει και το ίδιο, εκδίδεται για σκοπούς του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου και δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας, σε αντίθεση με το Τεκμήριο 4(α) το οποίο αποτελεί ως αναφέρω ανωτέρω αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Γενικά για τον Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 Η άλλη θέση που προβλήθηκε από πλευράς των μαρτύρων των Εναγομένων ήταν ότι υπήρξε διαφοροποίηση του πιστοποιητικού ανανέωσης για την περίοδο 17/04/2010 με 16/04/2011 από το προγενέστερο πιστοποιητικό που αφορούσε την περίοδο 17/04/2008 με 16/04/2009 (Σχετικό είναι το τεκμήριο 9) και ότι είχε ζητηθεί επιπλέον χρέωση για την προσθήκη του Ενάγοντα στα άτομα των εξουσιοδοτημένων οδηγών. Το τεκμήριο 9 διαψεύδει την εν λόγω αναφορά. Η σύγκριση του τεκμηρίου 4Α με το τεκμήριο 9 αφορά ποσό κατά 40 σεντ μεγαλύτερο στο σύνολο των δικαιωμάτων που ζήτησαν να πληρωθούν οι Εναγόμενοι και ουδόλως υποστηρίζει τη θέση των Εναγομένων ότι ζητήθηκε η αφαίρεση των νεαρών οδηγών, ήτοι του Ενάγοντα και της αδελφής του επειδή το ασφάλιστρο που ζητήθηκε για την ανανέωση ήταν πολύ μεγαλύτερο. Προς τούτο, η πλευρά των Εναγομένων παρουσίασε το τεκμήριο 12, το οποίο αφορά εσωτερική αλληλογραφία των ιδίων και καμία ένδειξη υπάρχει ότι το εν λόγω τεκμήριο τέθηκε ποτέ υπόψη του Ενάγοντα. Σε σχέση με τη θέση τους ότι για τον Ενάγοντα εκδίδονταν καλυπτικά σημειώματα, οι Εναγόμενοι παρουσίασαν τα Τεκμήρια 15, 16, 17 και 18, αλλά και το τεκμήριο 19 Α, 19 Β και 19 Γ. Τα Τεκμήρια 19 Α, 19 Β και 19 Γ αφορούν άλλα οχήματα για τα οποία όντως φαίνεται ότι εκδόθηκε προς όφελος του Ενάγοντα καλυπτικό σημείωμα. Το μόνο που ενδιαφέρει σε σχέση με το επίδικο όχημα, είναι το τεκμήριο 16 το οποίο φαίνεται ότι αφορά το επίδικο όχημα και αφορά καλυπτικό σημείωμα που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι. Το τεκμήριο 4(β) στο οποίο ο Ενάγων κατονομάζεται ως πρόσωπο που δικαιούται να οδηγεί το όχημα και αφορά την προγενέστερη περίοδο της ανανέωσης, φαίνεται ότι εξουδετερώνει μέρος του καλυπτικού σημειώματος τεκμήριο 16 που αφορά την περίοδο 12/04/2010 μέχρι 22/04/
  2. Στο τεκμήριο 4(β)ο Ενάγων φαίνεται ότι είναι εξουσιοδοτημένο άτομο να οδηγά το όχημα μέχρι τις 16/04/
  3. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι αν ήθελαν να στηριχθούν στη θέση τους ότι τροποποιήθηκε το πιστοποιητικό ασφάλισης με τις οδηγίες του Ενάγοντα, θα όριζαν στο καλυπτικό σημείωμα ως περίοδο ασφάλισης από τις 17/04/2010 μέχρι και τις 22/04/
  4. Δηλαδή, εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι χρέωσαν τον Ενάγοντα για κάλυψη για περίοδο 4 μερών, ήτοι 12/04/2010 μέχρι και την 16/04/2010, ημερομηνία που καλύπτεται ο Ενάγων από το πιστοποιητικό ασφάλισης τεκμήριο 4(β), δύο φορές. Για ποιον λόγο να ζητήσει ο Ενάγοντας την έκδοση καλυπτικού σημειώματος για περίοδο ή μέρος περιόδου κατά την οποία ο ίδιος φαίνεται ότι καλύπτετο. Ως εκ τούτου, οι θέσεις που έχουν προβληθεί τόσο από τον ΜΥ1 σε σχέση με την έκδοση πιστοποιητικών κάλυψης, όσο και από τη ΜΥ2, πεποίθηση των οποίων ήταν ότι ο Ενάγων δεν καλυπτόταν από τα πιστοποιητικά ασφάλισης, με αποτέλεσμα να αιτείται την έκδοση καλυπτικών σημειωμάτων για τις περιόδους που ήθελε να οδηγεί το όχημα, καταρρίπτεται από αυτή την περίοδο που φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι εξέδιδαν καλυπτικά σημειώματα που κάλυπταν και την περίοδο κατά την οποία ο Ενάγων ήταν δηλωμένο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγεί. Δημιουργείται ένα θολό τοπίο γεγονότων που θεωρώ ότι δεν πρέπει να είναι εις βάρος του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους στην οποία εκφράστηκαν αμφότεροι με απόλυτη βεβαιότητα σε σχέση με τα όσα αφορούσαν την κάλυψη του Ενάγοντα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία είτε του Μ.Υ.1, είτε της Μ.Υ.2 προς εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, καταλήγω ότι κατά τη μέρα του επίδικου ατυχήματος ο Ενάγων ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγεί το όχημα με τους αριθμούς εγγραφής KSV
  5. Η αξίωση του Ενάγοντα Έχοντας καταλήξει ότιο ο Εναγων ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να οδηγεί το όχημα με τους αριθμούς εγγραφής XXXXX83 προχωρώ να εξετασω την αξιωση του για αποζημιώσεις. Στα πλαίσια της ακρόασης ο Ενάγων απέσυρε τα αιτητικά Β και Δ της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης, περιορίζοντας την απαίτηση του σε γενικές αποζημιώσεις για παράβαση ασφαλιστικού συμβολαίου και €20.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου του. Είναι πολύ καλά εμπεδωμένη η νομολογιακή αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα λεπτομερειών και να αποδεικνύονται κατά τρόπο αυστηρό. Τα κονδύλια που διεκδικούνται ως ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να αποδίδονται από τον Ενάγοντα, στους ώμους του οποίου βρίσκεται και το βάρος για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Χριστοδούλου v. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 και Νεοκλής Αντωνιάδης v. Μιχάλη Σταύρου
(1998)1Β ΑΑΔ 1171, Παναγιώτης Παναγή v. Σάββα Κακόψιτου
(2001)1Β Α.Α.Δ.
  1. Όσον δε αφορά στην αποζημίωση που δυνατόν να αποδοθεί για απώλεια ασφαλισμένου αντικειμένου, στην υπόθεση Chapman ν. Pole [1870], 22 L.T. 306, αναφέρθηκε ότι: «You must not run away with the notion that a policy of insurance entitles a man to recover according to the amount represented as insured by the premiums paid [...] He can only recover the real and actual value of his goods». Συναφώς, στην υπόθεση Vance v. Forster [1841] Ir. Cr. Rep. 47, αποφασίστηκαν τα εξής: «It has been truly stated that a policy of Insurance is a contract of Indemnity, and that while the insured may name any sum he likes as the sum for which he will pay a premium, he does not by so proposing that sum, nor does the company by accepting the risk, conclude themselves as to the amount which the plaintiff is to recover in consequence of the loss, because although the plaintiff cannot recover beyond the sum insured upon each particular item [...] he cannot recover even that sum unless he proves that he has sustained damage, and then he will recover a sum commensurate with the loss he has sustained». Επίσης, πάντα όμως συναφώς με τα πιο πάνω, στη υπόθεση Castellain ν. Preston 11 QBD 380, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ι feel obliged to revert to what is the foundation of every rule with regard to insurance law, which is this: Every contract of marine or fire insurance is a contract of indemnity, and indemnity only, the meaning of which is that the assured in case of a loss is to receive a full indemnity, but is never to receive more. Every rule of insurance law is adopted in order to carry out this fundamental rule, and if ever any proposition is brought forward, the effect of which is opposed to this fundamental rule, it will be found to be wrong». Σε ότι αφορά στο επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο, ως ανωτέρω αναφέρω το μέγιστο ποσό που δεσμεύτηκαν οι Εναγόμενοι να πληρώσουν σε περίπτωση ολικής απώλειας είναι το λιγότερο από τις εξής: Είτε την αγοραία άξια, είτε την εκτίμηση της αξίας του μηχανοκίνητου οχήματος όπως δηλώθηκε από τον Ενάγοντα στους Εναγομένους και που καθορίζεται στον πίνακα του ασφαλιστηρίου καθιστώντας σαφές ότι η ευθύνη των Εναγομένων σε καμία περίπτωση δεν θα υπερβαίνει την Αγοραία Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος ή την Υπολογιζόμενη Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος που αναφέρεται στον Πίνακα σε περίπτωση που η Αγοραία Αξία του Ασφαλισμένου Οχήματος είναι μεγαλύτερη από την Υπολογιζόμενη Αξία του. Σε ό, τι αφορά την αγοραία αξία του οχήματος, ο Ενάγων παρουσίασε μαρτυρία από τον ΜΕ3, XXXXX Αντωνίου, ο οποίος είναι άτομο που ασχολείται με την πώληση αυτοκινήτων και ο οποίος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η αγοραία αξία του οχήματος, του τύπου και μοντέλου με αυτό που κατείχε ο Ενάγων ήταν κατά το 2010 περί τις €17.
  2. Μάλιστα ο μάρτυρας εξήγησε ότι όταν αγοράστηκε το 2008 η αξία του ιδίου μοντέλου κυμαινόταν στις €20.000, εκτίμηση στην οποία κατέληξε με βάση τις πωλήσεις του συγκεκριμένου μοντέλου για εκείνη την περίοδο στην Κύπρο. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος καταρχήν πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η εμπειρογνωμοσύνη του από πλευράς των εναγόμενων ούτε και η εμπειρία που δήλωσε στη γραπτή του κατάθεση ότι έχει σε σχέση με τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων. Το μόνο που οι Εναγόμενοι έθεσαν ευθέως κατά τη σύντομη αντεξέταση του μάρτυρα, ήταν ότι ο ίδιος δεν είχε δει ποτέ και δεν είχε εκτιμήσει ποτέ το συγκεκριμένο αυτοκίνητο του Ενάγοντα. Αυτό θα είχε αξία αν ο μάρτυς είχε κληθεί στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την αξία των ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητο. Ο μάρτυς ήρθε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την αγοραία αξία προ του δυστυχήματος, με βάση τα στοιχεία που είχαν δοθεί για το όχημα από τον Ενάγοντα. Η εισήγηση των Εναγομένων ότι ο μάρτυρας δεν είχε δει το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Ε.
  3. Δεν μπορεί να είναι αποδεκτό στη σφαίρα της λογικής ότι θα αναμένεται από τον Ενάγοντα σε υπόθεση που προσπαθεί να αποδείξει την αγοραία αξία προ ενός απρόσμενου συμβάντος, να προσκομίσει μαρτυρία από άτομο εμπειρογνώμονα επί τούτων των θεμάτων, ο οποίος έχει δει το συγκεκριμένο όχημα και έχει καταλήξει στη θέση του πριν το απρόσμενο αυτό συμβάν. Ο ΜΕ3 παρουσίασε μαρτυρία αναφερόμενος σε συγκριτικές πωλήσεις κατά την επίδικη περίοδο και η θέση του, όπως αυτή εκφράζεται στην παράγραφο 7 της γραπτής του κατάθεσης, Έγγραφο Γ, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αλλά στα πλαίσια της αντεξέτασης διευκρινίστηκε ότι ο μάρτυς κατέληξε στα όσα αναφέρει στην παράγραφο 7 μετά την περιγραφή που έλαβε σε σχέση με την κατάσταση του αυτοκινήτου από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη. Σε κάθε περίπτωση η αξία που δίνεται κατά προσέγγιση των €17.000 απέχει κατά πολύ από το ποσό, στο οποίο κοστολογήθηκε η επιδιόρθωση του αυτοκινήτου από το συνεργείο Χαράλαμπος Πηλακούτας (σχετικό είναι το Τεκμήριο 7) στο οποίο φαίνεται ότι το κόστος για την αποκατάσταση του οχήματος ανέρχεται στα €23.064,
  4. Αξίζει μάλιστα να τονισθεί ότι το Τεκμήριο 7 και η κοστολόγηση της επιδιόρθωσης του οχήματος του Ενάγοντα έγινε από το συνεργείο του Χαράλαμπου Πηλακούτα, μετά από οδηγίες που δόθησαν από τους εναγόμενους την 1.09.10,( σχετικό το Τεκμήριο 8 στη διαδικασία). Συνεπώς οι Εναγόμενοι γνώριζαν από την αρχή ποιο ήταν το κόστος διά την αποκατάσταση του οχήματος, το οποίο εν πάση περιπτώσει θεωρώ ότι με την προσκόμιση των Τεκμηρίων 7 και 8 η πλευρά του Ενάγοντα απέδειξε στον βαθμό που απαιτείται την εκτίμηση του κόστους για την αποκατάσταση της ζημιάς του οχήματος. Με τη δε μαρτυρία του ΜΕ3 έχω ικανοποιηθεί ότι ο Ενάγων έχει αποδείξει την αγοραία αξία του οχήματος του κατά την επίδικη περίοδο δηλαδή προ του δυστυχήματος. Ως εκ τούτου από την στιγμή που το κόστος για την αποκατάσταση του οχήματος, ως ζητήθηκε να κοστολογηθεί από τους ίδιους τους Εναγομένους υπερέβαινε κατά €6000 την τιμή της αγοραίας του αξίας θεωρώ ότι αυτό μπορεί αν καταταχθεί ως ολική απώλεια και ως εκ τούτου ενεργοποιείται ο όρος 2.Β.2 του Τεκμηρίου
  5. Με βάση τον εν λόγω όρο τον οποίο ανωτέρω παραθέτω οι Εναγόμενοι όφειλαν να πληρώσουν, αφού η ζημιά που υπέστη κατάτασσε το αυτοκίνητο σε ολική απώλεια, είτε την αγοραία αξία του οχήματος, είτε την αξία που δηλώθηκε το όχημα στον πίνακα του ασφαλιστηρίου. Εν προκειμένω τα 2 ποσά είναι τα ίδια και αφορούν το ποσό των €17.000, το οποίο θεωρώ ότι ο Ενάγων δικαιούται. Σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα για την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για παράβαση του συμβολαίου, θεωρώ ότι η εν λόγω αξίωση δεν έχει προωθηθεί επαρκώς στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο αγωγής, και ως εκ τούτου έχει στη ουσία εγκαταλειφτεί . Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω η αγωγή του Ενάγοντα επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1 για ποσό €17.000 με νόμιμο τόκο από 7/6/2011 ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. (Υπ.)........................................... Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-
  6. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.